Legislator Case Law & Legislation
41/2017 AI generated

41/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 41/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 41 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2017

Legislator headnote

AI generated

41/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 41 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 41 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά Τεχνολογικού Τομέα" (ΑΕΙ Πειραιά ΤΤ, πρώην ΤΕΙ Πειραιά), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Αυγουστίνου (με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ζ., 2) Ν. Α., 3) Α. Α., 4) Β. Α., 5) Γ. Α., 6) Γ. Κ., 7) Ι. Χ., 8) Χ. Σ., 9) Α. Χ., 10) Ε. Μ., 11) Σ. Μ., 12) Β. Β., 13) Μ. Δ., 14) Α. Β., 15) Μ. Κ., 16) Μ. Μ. και 17) Β. Ο., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 255/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5044/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 9-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις εκθέσεις επιδόσεως 7342Δ, 7360Δ, 7361Δ, 7364Δ, 7366Δ, 7368Δ, 7370Δ, 7372Δ, 7375Δ, 7379Δ, 7380Δ, 7383Δ, 7387Δ/6-7-2016, 7398Δ/7-7-2016, 7426Δ/14-7-2016, 7430Δ/15-7-2016 του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Α. Μ. και 3883Β/12-7-2016 της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Γιαννιτσών Ε. Α., οι οποίες έχουν συναχθεί νομίμως και τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση προς τους αναιρεσιβλήτους για να παρασταθούν κατά τη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (20-9-2016), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον καθένα από αυτούς (ΚΠολΔ 122 παρ.1, 123, 124, 126 παρ.1 περ. α', 127 παρ.1, 128, 129, 139 και 568 παρ.4). Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου, η οποία αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής με αίτημα αυτών (βλ. την επισημείωση στο οικείο πινάκιο) ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσιβλήτων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συζητηθεί σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτών (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ.4 και 576 παρ.2, βλ. ΟλΑΠ 9/2012, σκέψη αρ.2).

2.

Με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" ορίσθηκαν τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: (...) Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: α) αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) χειριστές - χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας". Με το άρθρο 10 παρ.1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, εκτός από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, και ορισμένα άλλα επιδόματα ή παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί στο παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, όπως οι 88555/3293/04-10-1988, 2048842/6017/0022/06-05-1989 και 2006402/481/0022/30-01-1995, ενώ με την παρ.4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997, "Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: (...) η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν". Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (1-4-2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέπεται και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ.8, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 (...), οριζόμενο κατά ειδικότητα (...)".

3. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ. Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ' ενός μεταξύ των υπαλλήλων οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ' ετέρου μεταξύ εκείνων οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος. Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 535/2014).

4. Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, εφαρμόζεται και επί του Δημοσίου, καθώς και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων, που υφίστανται κατ' αυτών από απλή σχέση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφ' όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο, όχι δε και αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977). Η ωφέλεια συνίσταται στο οικονομικό αντάλλαγμα, το οποίο ο εργοδότης θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει προς ένα άλλο εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα, ο οποίος θα είχε προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης (ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 535/2014).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ορθώς ότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) υπαλλήλων του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.1 και 2), διότι αυτοί είχαν προσληφθεί σε οργανικές θέσεις διοικητικών ή οικονομικών υπαλλήλων και όχι σε νομοθετημένες θέσεις του κλάδου πληροφορικής, με πλήρες ωράριο εργασίας σε υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και με τα προσόντα που ορίζονται στα οικεία προεδρικά διατάγματα, οπότε δεν διαπιστωνόταν στην περίπτωσή τους παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας έναντι του νόμου (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος). Γι' αυτό και επίσης ορθώς έκρινε αβάσιμο τον τότε ερευνώμενο λόγο της έφεσης των εναγόντων, που επιδίωκαν την παραδοχή της αγωγής ως προς την κυρία βάση αυτής, με επίκληση της αρχής της ισότητας. Περαιτέρω όμως, αφού κατά τα λοιπά εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, αν και είχαν προσληφθεί νομίμως ως βιβλιοθηκονόμοι ή άλλης φύσεως διοικητικοί ή οικονομικοί υπάλληλοι, στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του εναγομένου όπου δεν υπήρχαν νομοθετημένες θέσεις προγραμματιστών και χειριστών Η/Υ. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους, αποκλειστικώς και κατά πλήρες ωράριο εργασίας, διενεργούσαν εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων σε Η/Υ. Και ότι, με τον τρόπο αυτό, οι μεν ενάγοντες άσκησαν καθήκοντα διαφορετικά από εκείνα του κλάδου για τον οποίο είχαν προσληφθεί, το δε εναγόμενο, που τους απασχόλησε ακύρως σε αλλότρια καθήκοντα, ωφελήθηκε αντίστοιχα από τη μη καταβολή του επιδόματος πληροφορικής, το οποίο άλλως θα είχε καταβάλει αν είχε συστήσει τις απαραίτητες οργανικές θέσεις του κλάδου πληροφορικής και αν είχε προσλάβει νομίμως σ' αυτές άλλους υπαλλήλους, με τα κατά νόμον προσόντα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του. Με τις σκέψεις αυτές και με τις επί μέρους διαφοροποιήσεις, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση αυτής και επιδίκασε, κατά περίπτωση εν όλω ή εν μέρει, τα αιτούμενα ποσά, ως άνευ νομίμου αιτίας ωφέλεια του εναγομένου εκ του μη καταβληθέντος στους ενάγοντες επιδόματος πληροφορικής.

6. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε αφ' ενός, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις διατάξεις που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής στους δικαιούχους και αφ' ετέρου, με κακή εφαρμογή, τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Διότι παράβλεψε το σκοπό του νόμου να μην χορηγείται το επίδομα πληροφορικής σε κάθε υπάλληλο που χρησιμοποιεί Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας του, αλλά μόνο στους υπαλλήλους που έχουν ειδικά προσόντα και έχουν προσληφθεί σε συγκεκριμένες θέσεις. Και, περαιτέρω, διότι, αν και κατά την έρευνα της κυρίας βάσεως της αγωγής, ορθώς, έκρινε ότι η περίπτωση των εναγόντων είναι διαφορετική από την περίπτωση των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται σε θέσεις πληροφορικής, στη συνέχεια, κατά την έρευνα της επικουρικής βάσεως της αγωγής, ταύτισε την εκ μέρους των εναγόντων απλή χρήση Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ως βιβλιοθηκονόμων ή άλλης φύσεως διοικητικών ή οικονομικών υπαλλήλων, μη εργαζομένων σε ειδικές θέσεις πληροφορικής, με την πλήρη απασχόληση σε ειδικές θέσεις πληροφορικής. Και, έτι περαιτέρω, αξιολόγησε την εκ μέρους των εναγόντων απλή χρήση Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ως άκυρη απασχόληση σε αλλότρια καθήκοντα, για την οποία το εναγόμενο θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες, ειδικές θέσεις πληροφορικής, ενώ, σύμφωνα τόσο με τα εκτιθέμενα στην αγωγή όσο και με τις ουσιαστικές παραδοχές του, οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν, νομίμως, σε θέσεις βιβλιοθηκονόμων ή άλλης φύσεως διοικητικών ή οικονομικών υπαλλήλων, οι οποίες δεν έχουν καμιά σχέση με τις ειδικές θέσεις των αναλυτών - προγραμματιστών, των ηλεκτρονικών μηχανικών, χειριστών Η/Υ διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων ή των κωδικογράφων και των χειριστών κοπτικών μηχανημάτων (βλ. παραπάνω, αρ.1). Επομένως ο μόνος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι παραβιάσεις αυτές και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς μέρος με το οποίο έγινε δεκτή η επικουρική βάση της ένδικης, από 27-12-2007 αγωγής και ως προς τη διάταξη αυτής περί δικαστικής δαπάνης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως των εναγόντων, εκεί εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και οι εκκαλούντες επιδίωκαν την παραδοχή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του μόνου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, όχι μόνο ως προς την κυρία βάση αυτής, την οποία αμετακλήτως απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν εγκύρως στις θέσεις για τις οποίες προσλήφθηκαν και στις οποίες άσκησαν τα καθήκοντα, για τα οποία είχαν προσληφθεί, έτσι, ώστε να μην τίθεται νομίμως ζήτημα ωφέλειας του εργοδότη χωρίς νόμιμη αιτία. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η έφεση των εναγόντων. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5044/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν.

Απορρίπτει την από 2-11-2009 έφεση των εναγόντων στο σύνολό της.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους να πληρώσουν στο αναιρεσείον τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ