Legislator Case Law & Legislation
41/2016 AI generated

41/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 41/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 41 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2016

Legislator headnote

AI generated
41/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 41 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2016 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 41 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Κ. Λ. Μ., κατοίκου ..., 2 Μ. χήρας Ε. Μ., 3)Σ. Ε. Μ., 4)Λ. Ε. Μ., και 5)Κ. Ε. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ανδρέα Τουλούπα.

Των αναιρεσίβλητων:1)Α. συζ. Κ. Κ., το γένος Α. Θ., 2)Ν. Κ. Κ., 3)Α. θυγ. Κ. Κ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευαγγελίας Παπαγγελή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-1-2010 και 20-4-2010 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 6171/2012 του ιδίου Δικαστηρίου και 4318/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 4-12-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης .

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Νικήσας διάδικος είναι ο ενάγων, του οποίου έγιναν δεκτές οι αιτήσεις, με βάση το τυπικό κριτήριο ή ο εναγόμενος επί απόρριψης των αγωγικών αιτημάτων. Ο νικήσας διάδικος ασκεί αναίρεση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίησή του. Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς, για το νικήσαντα διάδικο, συνέπειες, όπως και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αφορά στο νομικό συλλογισμό που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που κρίθηκε και άρα φέρει αφ'εαυτής προσόντα διατακτικού, κατ'άρθρο 578 του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε συνεκδικάσει την από 29.1.2010 διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου αναιρεσείοντος και την από 29.4.2010, επίσης διεκδικητική και για το ίδιο επίδικο ακίνητο, αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των λοιπών αναιρεσειόντων. Η πρώτη από τις αγωγές (η συζήτηση της οποίας είχε ματαιωθεί ως προς τον συνεναγόμενο Ε. Μ.) έγινε δεκτή, ενώ η δεύτερη απορρίφθηκε ως αόριστη. Οι εναγόμενοι της δεύτερης αυτής αγωγής, που είναι νικήσαντες διάδικοι, αφού η κατ'αυτών αγωγή απορρίφθηκε, ασκούν και αυτοί αναίρεση, χωρίς όμως να επικαλούνται το απαιτούμενο, για τη νομιμοποίησή τους, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ άμεσο και ατομικό έννομο συμφέρον. Ενόψει τούτων η αναίρεση, ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες, ήτοι την δεύτερη, τον τρίτο, τον τέταρτο και την πέμπτη από αυτούς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ συνάγεται ότι η διεκδικητική αγωγή, η οποία έχει ως περιεχόμενο αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τη στιγμή που προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας με τη δημιουργία καταστάσεως αντιτιθεμένης σ'αυτό και επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής που ασκεί ο προσβολέας και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής ο υπόχρεος δικαιούται να προβάλει την ένσταση παραγραφής και να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικουμένου πράγματος. Εάν κατά τη διάρκεια της παραγραφής, η αξίωση μεταβιβασθεί με καθολική ή ειδική διαδοχή σε άλλο δικαιούχο, αυτή παραμένει η ίδια και δεν μεταβάλλεται ως προς την ουσία της. Η ίδια παραγραφή, που είχε αρχίσει στο πρόσωπο του δικαιούχου, συνεχίζεται και στο πρόσωπο του νέου δικαιούχου. Αυτό σημαίνει ότι στον χρόνο της παραγραφής υπολογίζεται και ο χρόνος που είχε περάσει πριν από τη μεταβίβαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1049 εδ.α του ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής κατά του χρησιδεσπόζοντος π.χ.μισθωτή, θεματοφύλακα, χρησαμένου επικαρπωτή. Η διάταξη ορίζει μόνο για έγερση της διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της όμως είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται όταν το δικαίωμα που πρόκειται να κτηθεί βάσει αυτής, δηλαδή η κυριότητα (ή η δουλεία) γίνεται επίδικο. Ο νομοθέτης μνημόνευσε μεν την έγερση της διεκδικητικής αγωγής ως τον συνηθέστερο τρόπο, με τον οποίο η κυριότητα φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου για κρίση, δεν συνάγεται όμως από πουθενά πρόθεσή του να αποκλείσει κάθε άλλον τρόπο δημιουργίας τέτοιας επιδικίας. Επομένως διακοπή της χρησικτησίας επάγεται κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα της κυριότητας σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα από το δικονομικό τύπο με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή. Περαιτέρω η διακοπή της παραγραφής που είναι σχετική και επέρχεται μόνον υπέρ αυτού που την προκάλεσε και των διαδόχων του, ήτοι του ενάγοντος και αυτών που έγιναν διάδοχοί του μετά την έναρξη της δίκης (ΑΚ 1049 εδ.β'), δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και πρέπει πάντα να προτείνεται ως αντένσταση από τον καθού προβάλλεται η ένσταση παραγραφής διάδικο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.(ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιον του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ασκηθείσα, από 29.1.2010, διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, που πλέον αποτελεί και αντικείμενο της αναιρέσεως, καθόσον η αναίρεση των λοιπών αναιρεσειόντων, που αφορούσε στη συνεκδικασθείσα και απορριφθείσα, ως αόριστη, από 29-4-2010, εναντίον τους διεκδικητική και για το ίδιο ακίνητο αγωγή έχει, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

"Ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία "...", ο οποίος ήταν κύριος έκτασης διακοσίων σαράντα οκτώ [248] στρεμμάτων και 320 τ.μ., πού βρίσκεται στην …, στη θέση "...", κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης για διανομή της έκτασης αυτής στα μέλη του, με το .../2-10-1943 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Αναστασίου , πού μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στο μέλος του Α. Θ., την κυριότητα του συνεταιριστικού ακινήτου, το οποίο εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο .../1938 συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου, από το μήνα Δεκέμβριο του 1934, σχεδιάγραμμα του μηχανικού Δ.Κ., ως το υπ' αριθμ…. τμήμα του … συνεταιριστικού αγροτεμαχίου της παραπάνω έκτασης, που είχε κληρωθεί στο όνομα του. Σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο, το ακίνητο αυτό έχει έκταση 6.650 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους μέτρων 56, με ανώνυμη οδό, νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους 47,90 μέτρων, με οδό ..., ανατολικά σε πλευρά μήκους 120 μέτρων, με το … τεμάχιο της ευρύτερης έκτασης του Συνεταιρισμού και δυτικά σε πλευρά μήκους 126 μέτρων, με το … τμήμα της έκτασης αυτής. Κατά νεότερη και ορθότερη καταμέτρηση από τον πραγματογνώμονα Κ. Π., αγρονόμο -τοπογράφο - μηχανικό, πού διορίστηκε με την 1152/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της ανοιγείσας μεταξύ των διαδίκων δίκης με την από 3-6-1993 αρνητική της κυριότητας των εναγόντων αγωγή, που αφορούσε το ίδιο ως άνω ακίνητο, το οποίο βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Κηφισιάς, στο οριζόμενο από τις οδούς, όπως ονομάζονται σήμερα, ..., ..., οικοδομικό τετράγωνο, έχει έκταση 6.878,40 τ.μ. και η βόρεια πλευρά του έχει μήκος 70,51 μέτρα και όχι όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο παραπάνω συμβόλαιο, 56 μέτρα, η δε ανατολική του πλευρά έχει μήκος 170 μέτρα, όπως αποτυπώνεται στο από μηνός Δεκεμβρίου του έτους 1934, τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ., πού επισυνάπτεται στο παραπάνω συμβόλαιο, στο οποίο, ως προς τις διαστάσεις του ακινήτου, γίνεται ρητή παραπομπή σε αυτό [τοπογραφικό διάγραμμα] και όχι όπως από παραδρομή, αναγράφεται στο ειρημένο συμβόλαιο, 120 μέτρα. Το ως άνω ακίνητο εμφαίνεται στο από μηνός Μαΐου 1999, τοπογραφικό διάγραμμα πού συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του παραπάνω πραγματογνώμονα, με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α και στο βόρειο μέρος αυτού βρίσκεται το επίδικο εδαφικό τμήμα , το οποίο έχει επιφάνεια 434,80 τ.μ., εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Β. με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ι, με μήκη πλευρών , 1-2=16,34 μέτρα, 2-3=22,10 μέτρα, 3-4=5,08 μέτρα,4-5=14,91 μέτρα, 5-6=4,41 μέτρα,6-7=7,12 μέτρα,7-8=7,44 μέτρα, 8-9=3,43 μέτρα, 9-Η=0,63 μέτρα, Η-Θ=4,88 μέτρα, Θ-Ι=10,88 μέτρα, Ι-Κ =13,48 μέτρα, Κ-Λ=9,72 μέτρα, Λ-Μ=10,35 μέτρα, Μ-Ι=0,73 μέτρα και συνορεύει, σύμφωνα με το ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια σε πλευρά Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ με παλαιά αγροτική οδό, δυτικά σε πλευρά Μ-1 με ιδιοκτησία, Τ. και ανατολικά και νότια, σε πλευρά 1-2-3-45-6-7-8-9, με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων. Το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε στην πρώτη από τους ενάγοντες και στην δικαιοπάροχο των δεύτερου και τρίτης από αυτούς, Α. Ο., μαζί με άλλα πέντε αγροτεμάχια , κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στην δεύτερη, από κληρονομιά εξ αδιαθέτου, του αποβιώσαντος στην Αθήνα, στις 9-1-1945, Α. Θ., πατέρα και συζύγου αυτών, αντιστοίχως, την κληρονομιά του οποίου η μεν πρώτη από τους ενάγοντες απέκτησε αυτοδικαίως από τον θάνατο του εξουσιαστή πατέρα της, ως ανήλικη τότε θυγατέρα του, τελούσα υπό την άμεση πατρική εξουσία του, ενώ η δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων Α. Ο., υπεισήλθε σ'αυτή σιωπηρώς ως άπορη χήρα αυτού και ανεμείχθη με πρόθεση κληρονόμου, ασκώντας πράξεις νομής, όπως παρακάτω θα αναφερθεί. Με την …/30-3-1967 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Χρήστου Παπαχρήστου πού μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο … και αριθμό ..., οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Θ., αποδέχθηκαν και ρητώς την κληρονομιά του. Τα κληρονομιαία αυτά ακίνητα, στα οποία, όπως προαναφέρθηκε, συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, συννέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως, από το χρόνο θανάτου [9-1-1945] του δικαιοπαρόχου τους, οι μοναδικές, ως άνω, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατά τα παραπάνω ποσοστά και η μεν πρώτη από τους ενάγοντες - θυγατέρα του, Α. Κ. μέχρι σήμερα, η δε δεύτερη Α. Ο. σύζυγος του μέχρι το χρόνο μεταβίβασης [έτος 2004] του μεριδίου της στους εγγονούς της, δεύτερο και τρίτη από τους ενάγοντες. Ειδικότερα, τακτικά επισκέπτονταν αυτά, τα οποία επιτηρούσαν, οριοθετούσαν και περιέφρασσαν. Προέβαιναν κατά καιρούς σε εμβαδομέτρηση τους, ανέθεταν σε μηχανικούς την σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και δύο απ'αυτά μεταβίβασαν σε τρίτους. Κατέβαλαν, κατόπιν της από 30-12-1996, ατομικής ειδοποίησης του Δήμου Κηφισιάς προς τον σύζυγο της πρώτης ενάγουσας Κ. Κ., ως εκπρόσωπο τους, την βαρύνουσα τους παρόδιους ιδιοκτήτες δαπάνη, για το έργο επέκτασης δικτύου ακαθάρτων υδάτων, ως προς το επίδικο αγροτεμάχιο στην οδό Σκουφά. Έτσι, η πρώτη ενάγουσα και η μητέρα της Α. Ο., κατέστησαν συγκύριες, κατά τα ποσοστά 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, η κάθε μία, με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο, του περιγραφόμενου μείζονος ακινήτου και συνεπώς και του επιδίκου, που αποτελεί το βόρειο τμήμα αυτού, το οποίο ο κληρονομούμενος- πατέρας και σύζυγος τους, αντίστοιχα, είχε αποκτήσει, όπως προαναφέρθηκε, με αγορά από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "...". Με το με αριθμό .../9-6-2004 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας Οικονόμου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Α. Ο. μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή, ισομερώς, στους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων - εγγονούς της, το ανήκον σε αυτή μερίδιο, ανερχόμενο, όπως προαναφέρθηκε, στο 1/4 εξ αδιαιρέτου στο περιγραφόμενο μείζον ακίνητο και έτσι, οι δεύτερος και τρίτη από τους ενάγοντες, κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας σε αυτό όπως και, του αποτελούντος αναπόσπαστο τμήμα του, επιδίκου, του υπόλοιπου ποσοστού των 3/4 εξ αδιαιρέτου, ανήκοντος, όπως προαναφέρθηκε, στην πρώτη ενάγουσα, η τακτική παρουσία της οποίας, όπως και της δικαιοπαρόχου των λοιπών εναγόντων στο παραπάνω αγροτεμάχιο, με την άσκηση των προαναφερθεισών εμφανών υλικών πράξεων νομής σε αυτό, επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες απόδειξης, οι καταθέσεις των οποίων δεν αναιρούνται από αυτές των μαρτύρων ανταπόδειξης, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο Ε. Μ., ως προς τον οποίο ματαιώθηκε μετά από παραίτηση των εναγόντων, από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο δεύτερος εναγόμενος Κ. Μ. - αδελφός του εμφανίστηκαν στο επίδικο για πρώτη φορά το έτος 1985 και εκμεταλλευόμενοι την μακράν αυτού διαμονή των εναγόντων, το κατέλαβαν παράνομα και αυθαίρετα και ανήγειραν μέσα σε αυτό, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, πρόχειρη οικία με τσιμεντόλιθους και στέγη από ελλενίτ υπό μορφή αποθήκης, εμβαδού 55 τ.μ., στεγασμένο άλλον χώρο καθώς και ορνιθώνα. Με το από 19-3-1985 εξώδικο της, η πρώτη από τους ενάγοντες, κάλεσε τους εναγομένους να κατεδαφίσουν και να απαλλάξουν το αγροτεμάχιο της από τα παράνομα κτίσματα, αποδίδοντας της αυτό ελεύθερο, πλην όμως αυτοί ενώ αναγνώρισαν την παράνομη καταπάτηση τον βορείου τμήματος του αγροτεμαχίου των εναγουσών και υποσχέθηκαν την απομάκρυνση των αυθαίρετων κτισμάτων, δεν πραγματοποίησαν την υπόσχεσή τους και αδιαφόρησαν, παραμένοντας παράνομα στην κατοχή του επιδίκου. Στις 31-8-1989 n πρώτη ενάγουσα προσέφυγε στην Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής και κατήγγειλε την, από τον αρχικά πρώτο εναγόμενο- Ε. Μ. και τον συνεναγόμενό τον Κ. Μ., κατασκευή των παράνομων κτισμάτων στο αγροτεμάχιο της. Τα αρμόδια όργανα της Πολεοδομίας επιλήφθηκαν άμεσα και συνέταξαν έκθεση αυτοψίας, στην οποία καταγράφουν τις διαπιστωθείσες αυθαίρετες ενέργειες των εναγομένων στο επίδικο και συγκεκριμένα την κατασκευή σε αυτό βοηθητικών χώρων και περιτοίχιση, χωρίς άδεια, σε εκτός σχεδίου περιοχή, καθώς και πρόχειρης οικίας με επικάλυψη από ελλενίτ, κατά παράβαση τον Ν. 1337/1983, διέταξαν δε την άμεση κατεδάφιση των παράνομων αυτών κτισμάτων. Κατά της έκθεσης αυτής ο εναγόμενος Κ. Μ., κατέθεσε ένσταση στην Πολεοδομία, η οποία με την από 17-11-1989 απόφαση της, δέχθηκε την ένσταση, ως προς την κατοικία μόνο και έκρινε κατεδαφιστέα τα λοιπά κτίσματα. Όμως με την απόφαση αυτή δεν συμμορφώθηκε ο δεύτερος εναγόμενος και συνεχίζει μέχρι σήμερα να κατέχει παράνομα, δια του αντιπροσώπου Χ. Μ. - ανιψιού του, το επίδικο εδαφικό τμήμα, ιδιοκτησίας των εναγόντων, διατηρώντας παρά τις έντονες διαμαρτυρίες αυτών, τις παράνομες κατασκευές [οικία, περίφραξη, ορνιθώνα], τις οποίες μάλιστα επεκτείνει συνεχώς, εμφανιζόμενος πλέον ως ιδιοκτήτης. Σύμφωνα με τα με αριθμό πρωτοκόλλου 34731/26-2-2010, 5662/26-2-2010 και 34275/10-11-2010 έγγραφα της Πολεοδομίας Κηφισιάς, επιβλήθηκαν στον δεύτερο εναγόμενο, πρόστιμα ύψους 278.436,89 ευρώ για τις συνεχιζόμενες και διατηρούμενες από αυτόν στο επίδικο, αυθαίρετες κατασκευές. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο δεύτερος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το επίδικο περιέχεται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων, ουδέποτε αυτοί το κατείχαν, δεδομένου ότι ο δικαιοπάροχος-πατέρας του Λ. Μ. και στη συνέχεια ο ίδιος με τον θανόντα αδελφό του και αρχικά πρώτο εναγόμενο Ε. Μ., κατείχαν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1936 μέχρι το έτος 1985, ήτοι για χρονικό διάστημα 49 ετών, ασκώντας σε αυτό διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα το έτος 1936, ο πατέρας τους Λ. Μ., κατασκεύασε μαντρί στο επίδικο και εγκατάσταση τυροκομείου, τις οποίες [κατασκευές] αυτοί στη συνέχεια, όντας κτηνοτρόφοι, διατήρησαν. Οι ίδιοι το έτος 1961, κατασκεύασαν μέσα στο επίδικο κατοικία, στην οποία διέμενε μόνιμα ο δεύτερος εναγόμενος με την οικογένεια του, εγκατάσταση ορνιθώνα, αποθήκη, υπόστεγο για σκύλους και φύτεψαν δένδρα και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, αλλά και τους ίδιους μέχρι το έτος 1985, πού οι τελευταίοι τους απέστειλαν την παραπάνω εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία και έτσι αυτοί [εναγόμενοι] κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καταλύοντας την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των ιδίων σε αυτό. Ο ισχυρισμός αυτός από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε. Από την από 17-1-2014, τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του Ε. Κ., δασολόγου περιβαλλοντολόγου -μελετητή, με την ιδιότητα του φωτοερμηνευτή και σύμφωνα με το τελικό συμπέρασμα της, από την στερεοσκοπική παρατήρηση του στερεοζεύγους αεροφωτογραφιών των χρονικών περιόδων των ετών 1960,1969 και 1971, διαπιστώθηκε η ανυπαρξία οποιουδήποτε κτίσματος ή άλλης κατασκευής στο επίδικο κατά τους χρόνους αυτούς. Από κανένα άλλο επίσης αποδεικτικό στοιχείο, δεν προέκυψε οποιαδήποτε παρέμβαση των καταπατητών Ε. και Κ. Μ., στο επίδικο, κατά την επακολουθήσασα δεκαετία 1971-1981.

Συνεπώς, επικρατέστερη φαίνεται να είναι η άποψη ότι η κατάληψη του επιδίκου με την κατασκευή των προαναφερθέντων κτισμάτων, από τον δεύτερο εναγόμενο και τον θανόντα αδελφό του Ε. Μ., ανάγεται σε μεταγενέστερο χρόνο και αυτός είναι το χρονικό διάστημα από το έτος 1981 έως το 1985. Να σημειωθεί ότι η κατασκευασθείσα στο επίδικο πρόχειρη οικία, η οποία κρίθηκε από την Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής, παράνομη και κατεδαφιστέα, ηλεκτροδοτήθηκε το έτος 1984, δεν διέθετε νερό και σ'αυτήν με δεδομένο ότι, δεν πληρούσε στοιχειώδεις στεγαστικές ανάγκες , διέμενε περιστασιακά ο δεύτερος εναγόμενος και ουδέποτε αποτέλεσε μόνιμη κατοικία αυτού και της οικογένειας του, όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται, επιχείρησε δε να την νομιμοποιήσει υποβάλλοντας σχετική δήλωση με βάση το νόμο 1337/1983. Με δεδομένο τον παραπάνω χρόνο κατάληψης του επιδίκου από τον πρώτο εναγόμενο, η επικαλούμενη από τον ίδιο σε αυτό χρησικτησία, διακόπηκε με την άσκηση από την πρώτη ενάγουσα και την μητέρα της, δικαιοπάροχο των λοιπών, Α. Ο., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της, από 3-6-1993 αρνητικής της κυριότητας αγωγής, κατά των εναγομένων Ε. και Κ. Μ., την οποία επέδοσαν σε αυτούς, στις 16-3-1994 και με την αγωγή αυτή οι ενάγουσες, επικαλούμενες παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος, στις 9-1-1945 στην Αθήνα, Α. Θ., πατέρα και συζύγου αυτών αντιστοίχως και διατάραξη του δικαιώματος συγκυριότητας τους σε αυτό με την κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων, ζήτησαν την άρση της προσβολής του δικαιώματος τους με την κατεδάφιση των κτισμάτων και την παράλειψη αυτής στο μέλλον. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 11552/1995 απόφαση διέταξε εμμάρτυρες αποδείξεις ενώπιον Εισηγητή Δικαστή καθώς και πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας, το επίδικο , το οποίο έχει έκταση 430,20 τ.μ., εμπίπτει στον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου της πρώτης ενάγουσας και της Α. Ο. δικαιοπαρόχου των λοιπών εναγόντων και ότι το εδαφικό αυτό τμήμα έχουν καταπατήσει οι αδελφοί Μ., οι οποίοι, όπως ρητώς αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεν προσκόμισαν τίτλους ιδιοκτησίας. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 3088/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι οι εναγόμενοι, με την κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων, πού έλαβαν χώρα, σύμφωνα με την απόφαση, μετά το έτος 1981, δεν διατάραξαν την κυριότητα των εναγουσών, αλλά κατέλαβαν παράνομα και κατακρατούν το επίδικο, αποβάλλοντας τις ενάγουσες της παραπάνω αρνητικής αγωγής, από την συγκυριότητα τους σε αυτό, με συνέπεια να προστατεύονται αυτές με διεκδικητική και όχι με την αρνητική της κυριότητας αγωγή, πού άσκησαν.

Συνεπώς και από την παραπάνω, αμετάκλητη ήδη, απόφαση τον Εφετείου Αθηνών, αποδεικνύεται ότι ο χρόνος κατάληψης του επιδίκου από τους εναγομένους, έλαβε χώρα μετά το έτος 1981 και όχι προγενέστερα, όπως ο δεύτερος εναγόμενος αβάσιμα ισχυρίζεται. Στη συνέχεια, η πρώτη ενάγουσα Α. Κ. Κ. και οι λοιποί ενάγοντες, ειδικοί διάδοχοι της Α. χήρας Α. Ο. [δεύτερης ενάγουσας στην ως άνω αρνητική αγωγή], άσκησαν την κρινόμενη διεκδικητική αγωγή [από 29-1-2010 με αριθμ. Εκθ.καταθ.2201/26-2-2010], πού επιδόθηκε στον Κ. Μ., στις 7-10-2010. Η χρησικτησία του δεύτερου εναγομένου και του αδελφού του Ε. Μ., από την κατάληψη τον επιδίκου, πού έλαβε χώρα όπως αποδείχθηκε, μετά το έτος 1981, διακόπηκε αρχικά με την έγερση της από 3-6-1993 αρνητικής αγωγής, που έφερε το δικαίωμα της κυριότητας προς δικαστική διάγνωση και αρχόμενη εκ νέου δεν συμπληρώθηκε εν επιδικία μέχρι την άσκηση της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής (7.10.2010) με την οποία διακόπηκε πάλι, κατ'άρθρο 1049 σε συνδ. με 249 ΑΚ [βλ.σχ.Γεωργιάδη Σταθόπουλου, Ερμ.ΑΚ, άρθρο 1049 ΑΚ, αριθ. 1 επ.], η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εικοσαετία για την κτήση κυριότητας στο επίδικο από τον πρώτο αρχικά εναγόμενο Ε. Μ. και τον συνεναγόμενο -αδελφό του Κ. - με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του δεύτερου εναγομένου και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής της χρησικτησίας με την έγερση των ως άνω αγωγών [αρθρ. 1049 και 1050 ΑΚ], ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που ο εκκαλών υποστηρίζει με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης του, είναι αβάσιμα. Τέλος, ο προβαλλόμενος με τον τέταρτο λόγο της έφεσης ισχυρισμός του εκκαλούντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, όπως ορθώς δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Τα επικαλούμενα από αυτόν πραγματικά περιστατικά, στηριζόμενα στην μακρά αδράνεια των εναγόντων να διεκδικήσουν την απόδοση του επιδίκου εξαιτίας της οποίας του δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση, ότι είναι ο μόνος συγκύριος αυτού και η ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί να συνεπάγεται επαχθείς γι'αυτόν συνέπειες, δεν συνοδεύονται με την μνεία ειδικών περιστάσεων, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά των εναγόντων, έτσι ώστε η μεταβολή της στάσης τους να καθιστά την αξίωση τους για ανατροπή της κατάστασης, που έχει δημιουργηθεί, καταχρηστική".Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους, αφορώντες στην προαναφερθείσα αγωγή, οικείους λόγους της εφέσεως και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση του εκτενούς περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά παραβίαση των οικείων περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής και περί διακοπής της παραγραφής αυτής διατάξεων, απέρριψε την οικεία περί παραγραφής ένσταση του αναιρεσείοντα και δέχθηκε την περί διακοπής της παραγραφής αυτής αντένσταση των εναγόντων, δεχθέν ότι η χρησικτησία διακόπτεται και με την έγερση αρνητικής αγωγής, ενώ η οικεία της ΑΚ 1049 διάταξη κάνει λόγο για άσκηση διεκδικητικής και μόνο αγωγής. Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, είναι νομικά αβάσιμος, καθόσον διακοπή της χρησικτησίας επάγεται όχι μόνο η αναφερόμενη στην ΑΚ 1049 διεκδικητική αγωγή, αλλά και κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα της κυριότητας σε δικαστική διάγνωση, τέτοια δε είναι και η αρνητική αγωγή της ΑΚ 1108, η οποία έχει ως προαπαιτούμενο την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου, η οποία κρίνεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο, ώστε ο κύριος να τύχει της κατά τη διάταξη αυτή προστασίας, που είναι η άρση της προσβολής της κυριότητας και η παράλειψή της στο μέλλον. Ενόψει τούτων το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αρξαμένη το 1985 παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής κατά του αποβαλόντος τους ενάγοντες, από τη νομή του επιδίκου, εναγομένου, διακόπηκε με την ασκηθείσα κατ'αυτού και του μη όντος διαδίκου στην προκειμένη δίκη αδελφού του Ε. Μ., από 3.6.1993 και επιδοθείσα στις 16.3.1994 αρνητική αγωγή της πρώτης ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου των λοιπών Α. Ο. και ότι ενόψει της διακοπής αυτής, η αρξαμένη εκ νέου μετά την έκδοση επί της αγωγής αυτής αποφάσεως δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (7.10.2010), δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου, περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής και περί διακοπής της παραγραφής αυτής διατάξεις (249, 251, 1094, 1059 ΑΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 23/2008). Ακόμη "πράγμα" υπό την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Απ 3/2008). Για την ίδρυση δηλαδή του λόγου αυτού, πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως αφορώντες σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν ρητώς ή "εκ των πραγμάτων" προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε το λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο απέρριψε την περί ιδίας κυριότητας, από έκτακτη χρησικτησία, ένσταση του αναιρεσείοντος - εναγομένου, που περιεχόταν στον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, γιατί δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα, που αυτός προσκόμισε, προς απόδειξη των περιστατικών αυτών, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του επίμαχου περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμού του και ο χρόνος καταλήψεως του επιδίκου από τον ίδιο και τους δικαιοπαρόχους του σε χρόνο αναγόμενο στο 1936 και όχι στο 1985 που έγινε δεκτό. Οι αιτιάσεις αυτές δεν στοιχειοθετούν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, αφού ο περιεχόμενος στον επίμαχο λόγο της εφέσεως περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε. Οι αιτιάσεις ότι διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων θα οδηγούσε το δικαστήριο της ουσίας, σε αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από το εξαχθέν ως προς προαναφερθέντα καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά κανόνα, ενόψει του συστήματος της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων που ισχύει στον ΚΠολΔ (άρθρο 340 ΚΠολΔ) είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (ΚΠολΔ 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (ΚΠολΔ 438 επ, 441, 448), η δε απόδοση σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερης ή μικρότερης βαρύτητας ή αξιοπιστίας δεν ιδρύει το λόγο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο εξετίμησε λανθασμένα τα κατονομαζόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα το υπ'αριθμ..../1943 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ιωάννη Αναστασίου, το από Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Β. και την από 17.1.2014 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου Ε. Κ. και ότι λόγω της λανθασμένης αυτής εκτιμήσεως κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που, από την ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, προέκυπτε, ως προς τον περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, που αποδεικνυόταν από τον χρόνο κατάληψης του επιδίκου από τον ίδιο και τους δικαιοπαρόχους σε χρόνο αναγόμενο στο 1936 και όχι στο 1985 που έγινε δεκτό. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, γιατί αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (αρθρ.176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.12.2014 αίτηση του Κ. Λ. Μ., Μ. χας Ε. Μ. κ.λπ. κατά των Α. Κ. Κ., Ν. Κ. Κ. κ.λπ για αναίρεση της υπ'αριθμ.4318/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ