Legislator Case Law & Legislation
41/2012 AI generated

41/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 41/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 41 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2012

Legislator headnote

AI generated

41/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 41 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2012

Keywords

AI generated
denial of ongoing benefits withdrawal of social benefits outstanding salary arrears of maintenance payments eviction rendered moot unpaid rent arrears
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 41 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΟΣΚ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του προϋφισταμένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΣΚ", η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου, Προϊσταμένης της Νομικής Υπηρεσίας ΟΣΚ, Μαρίας Ντότσικα, η οποία δήλωσε ότι παραιτείται από το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και κατέθεσε προτάσεις και προσθήκη προτάσεων.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Σκοπευτήριο Καισαριανής Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3539/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3818/1996 του Εφετείου Αθηνών. Κατά αυτής της απόφασης άσκησε την από 28-4-1996 αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους αναίρεσης η ήδη αναιρεσείουσα. Με την 1599/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμπεται η υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια και με την 11/1999 στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία με την 20/2001 απόφασή της έκανε δεκτούς τους παραπεμφθέντες ενώπιόν της λόγους αναίρεσης και ανέπεμψε την υπόθεση και με την 1093/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου έκανε δεκτούς τους λοιπούς λόγους αναίρεσης και ανέπεμψε την υπόθεση για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Εκδόθηκε η 6655/2005 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 9-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2 και 104 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση του διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε, εφόσον πρόκειται πληρεξουσιότητα από αρχή και με έγγραφό αυτής. Η έλλειψη πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου επισπεύδει ο αναιρεσείων και δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους αντιδίκους του, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση δε επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε δια του δικηγόρου Γρηγορίου Παπαδόγιαννη, η οποία όμως δεν προσκόμισε σχετική συμβολαιογραφική πράξη περί παροχής πληρεξουσιότητας προς αυτόν, με συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεώς της και τη μη προσήκουσα εμφάνισής της. Προσκομίζεται όμως από τον επισπεύουσα αναιρεσείοντα η υπ' αριθμ. 9851 Γ'/7-12-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., από την οποία προκύπτει ότι αυτή κλητεύθηκε για εμφάνιση και συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί η αναίρεση παρά τη δικονομική της απουσία (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Το άρθρο πρώτο του ΠΔ 414/1998 ορίζει ότι "το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου" Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων", που ιδρύθηκε με το ΝΔ 4247/1962, (ΦΕΚ Α' 155 ''Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ)", το οποίο αντικαταστάθηκε από τον ΑΝ 627/1968, (ΦΕΚ Α' 266), "Περί Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων και συστάσεως παρά τω Υπουργείω Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Διευθύνσεως Προγραμματισμού και Ερευνών"', όπως ο νόμος αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, μετατρέπεται σε ανώνυμη Εταιρεία, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με το καταστατικό της, τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 "' Περί Ανωνύμων Εταιρειών', όπως ισχύει, και με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας". Περαιτέρω, στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 34 του ανωτέρω ΠΔ 414/1998 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η ιδρυόμενη με το παρόν Ανώνυμη Εταιρεία, κατά μετατροπή του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, υπεισέρχεται, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, στη θέση μέχρι του σήμερα υφιστάμενου Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων.

2. Όλα τα, κάθε είδους, φύσης και μορφής, μέχρι σήμερα υπέρ του Οργανισμού Σχολικού Κτιρίων ισχύοντα προνόμια, απαλλαγές και ατέλειες του α.ν. 627/1968, όπως ισχύει, αναγνωρίζονται και ισχύουν υπέρ της ιδρυόμενης με το παρόν εταιρίας.

3. Από τη δημοσίευση του παρόντος, η ιδρυόμενη με αυτό εταιρεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και λοιπών εννόμων σχέσεων του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, 4. Από τη δημοσίευση του παρόντος οι εκκρεμείς δίκες του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων συνεχίζονται στο όνομα^ του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας '' Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων ΑΕ"', χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδικότερη δικαστική ή εξώδικος ενέργεια για τη συνέχισή τους" Το άρθρο 14 του Ν. 627/1968, στο οποίο παραπέμπει το ανωτέρω αναφερόμενο άρθρο 34 του ΠΔ 414/1998, στις παραγράφους 2 και 3 αυτού ορίζει "2. Ο Οργανισμός απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών και δικονομικών προνομίων, ως εάν είναι αυτό το δημόσιον. 3. Εις απάσας τας δίκας του οργανισμού ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου ή οιασδήποτε δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής έχουν εφαρμογήν άπασαι αι δια το δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι δικονομικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολιτικής και Ποινικής δικονομίας, αι δικονομικαί διατάξεις του ΑΝ 1539/1938 "περί δικών των Δημοσίων Κτημάτων", ως και η διάταξις του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο ΟΣΚ απολαμβάνει των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών (δικονομικών) προνομίων (ατελειών), που έχουν χορηγηθεί στο Δημόσιο και όχι και των ουσιαστικών προνομίων, όπως είναι και αυτό περί καταβολής μειωμένου τόκου υπερημερίας, που ισχύει για το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κ. δ/τος της 26/10-7-1944, "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου (ΑΠ 514/2010) Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εναγομένου ότι οφείλει μειωμένο επιτόκιο υπερημερίας από 6% ως αβάσιμο. Με αυτό που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφόσον δεν χορηγούνται στον ΟΣΚ και τα προνόμια ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

3. Κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτίνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Μεταξύ των ενστάσεων , οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του αμέσως πιο πάνω άρθρου, καλύπτονται από το δεδικασμένο μολονότι δεν προτάθηκαν, αν και μπορούσαν να προταθούν, περιλαμβάνονται και η ένσταση παραγραφής (ΑΠ 1333/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε δεδικασμένο στην ένσταση παραγραφής και απέρριψε αυτήν, παρόλο που είχε παρέλθει διάστημα πλέον της διετίας, άλλως της πενταετίας από τη γέννηση κάθε μισθώματος μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και αφορά το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 για την αποζημίωση χρήσης και από 1-3-1987 μέχρι 27-9-1992 για τα μισθώματα. Για το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "Στην προκειμένη περίπτωση το ενάγον σωματείο με την από 25-2-1993 (αριθ. καταθ. 3452/1993) αγωγή του, επικαλούμενο την ίδια ως άνω από 27-2-1976 σύμβαση μισθώσεως, την οποία συνήψε με το εναγόμενο ΝΠΔΔ και η οποία έληξε, λόγω παρόδου του συμβατικού χρόνου, στις 27-2-1992, ζήτησε αφενός να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του αποδώσει τη χρήση) του μισθίου και αφετέρου να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλει α) για οφειλόμενα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 1-3-1987 μέχρι 27-2-1992 το ποσό των 5.000.000 δρχ. (5 έτη Χ 1.000.000 δρχ. το ετήσιο μίσθωμα) και β) για αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993, κατά το οποίο παράνομα και υπαίτια παρακράτησε το μίσθιο, το ποσό των 22.500.000 δρχ. (15 μήνες Χ 1.500.000 δρχ. το μήνα), το οποίο μπορούσε μετά πιθανότητας κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιτύχει σε ελεύθερη εκμίσθωση του μισθίου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αν του είχε παραδοθεί εγκαίρως η χρήση του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3539/1995, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αφενός υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδώσει στο ενάγον τη χρήση του μισθίου και αφετέρου αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στο ενάγον για οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-3-1987 μέχρι 27-2-1992 5.000.000 δρχ. και για αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 το ποσό των 22.500.000 δρχ. (15 μήνες Χ 1.500.000 δρχ. το μήνα). Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον εναγόμενο ΟΣΚ η από 10-10-1995 έφεση, η οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη με την, με αριθμό 3818/1996, απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση, ακολούθως δε απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από το ενάγον σωματείο αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1599/1997, απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκαν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Ακολούθως εκδόθηκε η, με αριθμό 11/1999, απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία εξέδωσε την, με αριθμό 20/2001, απόφασή της, με την οποία κρίθηκε ότι οι εν λόγω λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και ανέπεμψε την υπόθεση στο Δ' Τμήμα για εξέταση των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης, εκδόθηκε δε η 1093/2004 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολο της η 3818/1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, συζητηθείσης της ως άνω έφεσης του εναγομένου εκδόθηκε η με αριθμό 6655/2005, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αυτής δε ασκήθηκε από τον εναγόμενο ΟΣΚ η από 3-11-2005 αίτηση αναίρεσης, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 20-10-2006, χωρίς όμως να συζητηθεί. Επομένως, η με αριθμό 3539/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει καταστεί τελεσίδικη, ως μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση.

Συνεπώς, η τελεσίδικη αυτή απόφαση, έστω και αναγνωριστική, παράγει δεδικασμένο για το κριθέν ουσιαστικό ζήτημα και συγκεκριμένα έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, η οποία αποκλείει την εκ νέου έρευνα, ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα αποζημίωση χρήσης για το διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 (όχι όμως για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 28-5-1993 μέχρι 27-12-1994 το οποίο δεν κρίθηκε) και τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-3-1987 μέχρι 27-2-1992. Από το δεδικασμένο αυτό καλύπτονται περαιτέρω εν προκειμένω, υπό την έννοια ότι είναι απαράδεκτη η προβολή τους μετά την τελεσιδικία, η μη προταθείσα ένσταση παραγραφής" με την κρίση του αυτή του Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α', 250 αριθμ. 16, 253 και 268 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και δέχθηκε δεδικασμένο στην ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, εφόσον ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, δεχόμενο ότι η μη πρότασή της στη δίκη επί προηγούμενης αγωγής (αριθ. κατ. 3452/1993) καλύφθηκε από το δεδικασμένο, που απορρέει από την 3539/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 6655/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που την επικύρωσε (άρθρο 330 ΚΠολΔ). Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 14 και 16 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

4. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι δικαίωμα αναιρέσεως έχει ο διάδικος ο οποίος ηττήθηκε κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται εφόσον υφίσταται βλάβη από διάταξη της αποφάσεως αυτής. Το έννομο συμφέρον πρέπει να αναφέρεται σε κάποιο όφελος που προσδοκά ο αναιρεσείων από την εξαφάνιση της παραπάνω αποφάσεως. Τέτοιο όφελος είναι η ανατροπή δεδικασμένου, οσάκις δημιουργείται μεταξύ των διαδίκων από την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 12, 522, 525 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης, αλλά αποτελεί, αναλόγως του εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικονομικής ως άνω αξιώσεως, δια της υποβολής της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση, Ο διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη έχει κατ' άρθρο 516 Κ.Πολ.Δ. έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως παράγεται βλαπτικό των συμφερόντων του δεδικασμένο, όταν δηλαδή αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, και όχι και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη και πλεοναστικώς. Αν αγωγή απορρίφθηκε νόμιμα λόγω παραγραφής της επίδικης αξιώσεως κατόπιν ενστάσεως προβληθείσης από τον εναγόμενο, δεν δημιουργείται ουσιαστικό δεδικασμένο βλαπτικό για τον εναγόμενο και ως προς τη γένεση και ουσιαστική ύπαρξη της αξιώσεως, έστω και αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε περί τούτου, αφού στοιχεία της ενστάσεως παραγραφής είναι η διαδρομή του χρόνου και η προταθείσα δήλωση του εναγομένου, όχι δε και η ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσης απαιτήσεως (ΑΠ 1459/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων κατά το μέρος που νίκησε και αφορά την αποζημίωση χρήσεως του χρονικού διαστήματος από 28-5-1993 μέχρι 27-12-1994, η οποία υπέκυψε σε παραγραφή, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως που προβλήθηκε από τον ίδιο στο Εφετείο, ζητεί την αντικατάσταση της αιτιολογίας περί παραγραφής της αξιώσεως αυτής του αναιρεσιβλήτου με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλλει στο Εφετείο και συνοψίζονται στο ότι δεν υπήρξε κάτοχος του μισθίου και δεν το παρακρατεί, ώστε η απόρριψη της αγωγής να εδράζεται στην αδυναμία αυτού να αποδώσει το μίσθιο (άρθ. 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, διότι δεν δημιουργείται δεδικασμένο βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα περί της υπάρξεως της ένδικης αξίωσης, αφού το διατακτικό της πληττομένης απόφασης στηρίζεται στην αιτιολογία περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως.

5. Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση απαραδέκτου της υπ' αριθμ. κατ. 127403/2005/5062/2005 κλήσεως του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχθηκε το αίτημα αυτής για επιδίκαση του συνήθους νομίμου τόκου υπερημερίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν οφείλει μειωμένο επιτόκιο υπερημερίας από 6% και ότι το ποσοστό του νομίμου και της υπερημερίας τόκου που οφείλει να καταβάλει είναι το οριζόμενο κατά τις γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και ο αντίθετος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 6736/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ