41/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαρτίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5518/2000 μη οριστική, 5322/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1120/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Απριλίου 2008 αίτησή τους ως και τους από 16 Ιουλίου 2008 προσθέτους επ' αυτής λόγους αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated41/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Full text
Απόφαση 41 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Χορταρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαρτίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5518/2000 μη οριστική, 5322/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1120/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Απριλίου 2008 αίτησή τους ως και τους από 16 Ιουλίου 2008 προσθέτους επ' αυτής λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16 Aπριλίου 2008 αίτησης αναίρεσης και του από 16-7-2008 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ. ΑΠ 7/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.Α.Π. 18/1998, ΑΠ 571/2004).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ), προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ.622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μεσών και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1120/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Ο ενάγων γνώρισε τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είναι τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο των Πατρών και ειδικευμένος σε θέματα μελισσοκομίας το έτος 1990, οπότε και του ανέφερε ότι είχε εφεύρει κάποια σύνθεση αποτελούμενη από προϊόντα της μέλισσας με κύριο συστατικό μια ουσία, την οποία θα ελάμβανε από το σώμα της ίδιας της μέλισσας με ειδική σύριγγα και η οποία (σύνθεση) έχει εξαιρετικά ευεργετικές ιδιότητες για τον ανθρώπινό οργανισμό, όχι μόνο αναζωογονητικές αλλά προληπτικές και θεραπευτικές πολλών ασθενειών, ακόμη και αυτού του καρκίνου.
Επίσης σε επόμενες συναντήσεις τους του ανέφερε ότι προσδοκά στην συνεργασία τους υπό τη μορφή εταιρείας για την παραγωγή και θέση σε κυκλοφορία στο εμπόριο του άνω παρασκευάσματος από την εκμετάλλευση του οποίου αναμένονταν πολύ υψηλά κέρδη. Προκειμένου δε να κάμψει τις αμφιβολίες του ενάγοντος για την οικονομική απόδοση της συνεργασίας αυτής, καθόσον κυρίως ο ενάγων θα χρηματοδοτούσε την εταιρεία, τον διαβεβαίωσε ο πρώτος εναγόμενος ότι και ο ίδιος ήταν κύριος σημαντικής ακίνητης περιουσίας, ότι στην εταιρεία που επρόκειτο να συσταθεί ο ενάγων θα ήταν διαχειριστής και θα είχε την πλήρη ενημέρωση, συμπαράσταση και βοήθεια επί όλων των θεμάτων διαχειρίσεως, λόγω της σχετικής πείρας του πρώτου εναγομένου επί ομοίων δραστηριοτήτων με τις οποίες είχε ασχοληθεί στο παρελθόν.
Κυρίως, όμως, τον διαβεβαίωσε ότι είχε ρυθμίσει όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άμεση νόμιμη κυκλοφορία του άνω προϊόντος και ότι δεν θα χρειαζόταν ν' ασχοληθεί με τα θέματα αυτά ο ενάγων, αλλά θα τα αναλάμβανε αυτός (πρώτος εναγόμενος), λόγω των γνωριμιών του με ανώτατα στελέχη των κρατικών υπηρεσιών.
Περί της αληθείας όλων των ανωτέρω διαβεβαίωνε κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 1995 τον ενάγοντα και η δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα του πρώτου (η οποία τότε διέμενε στην αλλοδαπή), κατά τις τηλεφωνικές ή και προσωπικές επικοινωνίες που είχε με τον ενάγοντα, δεδομένου ότι θα συμμετείχε στην υπό σύσταση εταιρεία, επειδή ο πρώτος εναγόμενος λόγω της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητάς του κωλυόταν να συμμετέχει στην υπό σύσταση εταιρεία.
Έτσι, με τις διαβεβαιώσεις αυτές πείσθηκε ο ενάγων ότι θα υπήρχε ομαλή συνεργασία μεταξύ τους με μεγάλα οικονομικά οφέλη και δέχθηκε να συστήσουν εταιρεία για την εμπορική εκμετάλλευση του άνω παρασκευάσματος. Κατόπιν αυτών στις 16.1.1996 υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος, της δεύτερης εναγομένης και του μη διαδίκου Ε1, το υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο..Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε.", το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ..., στις ....1996. Έδρα της εταιρείας ορίσθηκε το ακίνητο επί της οδού ..., το οποίο μισθώθηκε από τον ενάγοντα με το από 1.1.1996 μισθωτήριο με μηνιαίο μίσθωμα 83.840 δραχμών, η διάρκεια της εταιρείας πενταετής και σκοπός της, μεταξύ άλλων, η εμπορία, παραγωγή, διακίνηση, εισαγωγή, εξαγωγή και εκμετάλλευση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό προϊόντων συμπληρωμάτων διατροφής, καλλυντικών, φαρμάκων, βιολογικών παρασκευασμάτων, καθώς και κάθε μελισσοκομικού προϊόντος, όπως ενδεικτικά μελιού, βασιλικού πολτού, γύρης, πρόπολης και κεριού.
Διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας ορίσθηκε ο ενάγων, ο οποίος ωστόσο τυπικά ασκούσε τα καθήκοντα αυτά, ενώ στην πραγματικότητα ουσιαστικός διαχειριστής της εταιρείας ήταν ο πρώτος εναγόμενος συμμετέχοντας σ' αυτήν ως αφανής εταίρος. Στα πλαίσια της λειτουργίας της εταιρικής σύμβασης ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην επιλογή προμηθευτού πρώτης ύλης, των ειδών συσκευασίας καθώς και της εταιρείας η οποία θα παρασκεύαζε και θα συσκεύαζε το παραπάνω προϊόν (η εταιρεία CONFORT ΑΒΕΕ).
Ακόμη προέβη στην πρόσληψη λογιστού (Λ1) και μιας υπαλλήλου (Υ1). Πράγματι η παρασκευάστρια εταιρεία ετοίμασε και παρέδωσε στην εταιρεία "... ΟΕ" όπως συνομολογείται 1.300 κασσετίνες του ως άνω προϊόντος - σκευάσματος εκ των οποίων ο πρώτος εναγόμενος πώλησε προς τρίτους για λογαριασμό της εταιρείας, με τιμολόγια και αποδείξεις λιανικής πωλήσεως, 246 τεμάχια τοις μετρητοίς και 145 τεμάχια με πίστωση του τιμήματος και συνολικά 391 τεμάχια, στο οποίο (σκεύασμα) είχε δοθεί η ονομασία "...".
Ο πρώτος εναγόμενος, όμως, παρά την ρητή διαβεβαίωσή του προς τον ενάγοντα, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ότι είχε ρυθμίσει όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άμεση και νόμιμη κυκλοφορία του βιολογικού αυτού προϊόντος, στις οποίες κυρίως υπαγόταν η άδεια εγκρίσεως της κυκλοφορίας του από την αρμόδια αρχή, την οποία (άδεια) δεσμεύτηκε και πάλι ρητά να προσκομίσει ταυτόχρονα με την σύσταση και λειτουργία της εταιρείας, και την οποία σημειωτέον ισχυριζόταν ότι κατείχε, σε ουδεμία ενέργεια είχε προβεί, ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά τη σύσταση της εν λόγω εταιρείας, παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος, με αποτέλεσμα η κυκλοφορία των δύο παρτίδων του σκευάσματος που διατέθηκαν στην αγορά να είναι παράνομη, αφού δεν αναγραφόταν επί της συσκευασίας αυτών ο αριθμός της άδειας εγκρίσεως της κυκλοφορίας τους, και ως εκ τούτου να υπέχει ευθύνη ο ενάγων ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρείας, έναντι των δικαστικών και διοικητικών αρχών από την παράλειψη αυτή.
Εκτός τούτου ο πρώτος εναγόμενος κλείδωσε την αποθήκη, όπου ήταν τοποθετημένη η υπόλοιπη ποσότητα του επίμαχου σκευάσματος, αποκλείοντας την πρόσβαση του ενάγοντος στο χώρο αυτό. Εν όψει αυτών των εξελίξεων ο ενάγων κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο στις 7.6.1996 (βλ. υπ' αριθ. ...έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ...), την από 6.6.1996 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, διαμαρτυρόμενος για την συμπεριφορά του και με την οποία του έταξε προθεσμία 8 ημερών από της λήψεώς της να προσκομίσει στην εταιρεία την άδεια εγκρίσεως κυκλοφορίας του ως άνω προϊόντος, απαγορεύοντάς του τη διάθεση των υπολοίπων κασσετινών.
Επίσης τον καλούσε να παραδώσει την υπ' αριθ. .... μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, ποσού 1.000.000 δραχμών, την οποία είχε εκδώσει ο πελάτης ... σε διαταγή της εταιρείας, έναντι μερικής εξοφλήσεως εμπορευμάτων, τα οποία του είχαν πωληθεί, πλην, όμως, ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε. Εν τω μεταξύ, όμως, στις 7.6.1996 ο ενάγων προέβη σε αλλαγή της κλειδαριάς της πόρτας του μισθίου χώρου όπου στεγαζόταν η έδρα της εταιρείας και αφού απέλυσε την υπάλληλο Υ1, έπαυσε την λειτουργία της εταιρείας χωρίς ενημέρωση των λοιπών εταίρων και χωρίς να τους παραδώσει νέα κλειδιά, με συνέπεια η δεύτερη εναγομένη και ο άλλος εταίρος Ε1, θεωρώντας ότι θίγονται τα συμβατικά τους δικαιώματα, προέβησαν στην από 14.6.1996 έγγραφη καταγγελία της εταιρικής συμβάσεως, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 17.6.1996, οπότε και λύθηκε η εταιρεία και εισήλθε στο στάδιο της εκκαθαρίσεως.
Απ' όλα όσα ανωτέρω εκτέθηκαν δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι διαβεβαίωσαν ψευδώς τον ενάγοντα περί της εφευρέσεως του βιολογικού σκευάσματος, το οποίο δεν αποδείχθηκε, με επιστημονικά επιχειρήματα, ότι στερούνταν των ιδιοτήτων που του ανέφεραν, ούτε ότι ο πρώτος εναγόμενος στερούνταν σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, δεδομένου ότι και ο μάρτυρας του ενάγοντος δεν κατέθεσε κάτι αντίθετο ως προς τα θέματα αυτά, αλλά ούτε και αποδείχθηκε κάτι διαφορετικό από έγγραφα.
Όμως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος δολίως διαβεβαίωσε ψευδώς τον ενάγοντα, προκειμένου να τον πείσει να συστήσουν εταιρεία με δικά του έξοδα (ενάγοντος) για την εκμετάλλευση του εν λόγω σκευάσματος, περί της ρυθμίσεως όλων των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων για την άμεση νόμιμη κυκλοφορία του και κυρίως περί του ότι είχε μεριμνήσει για την έκδοση της αδείας εγκρίσεως κυκλοφορίας του, την οποία ισχυρίσθηκε ότι κατείχε, ενώ το αληθές ήταν ότι ουδέποτε είχε προβεί σε τέτοια ενέργεια, ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά την σύσταση της εταιρείας, αποκρύπτοντας ότι τέτοια άδεια δεν θα μπορούσε να εκδοθεί, επειδή το επίμαχο σκεύασμα περιείχε στη σύνθεσή του γύρη ανθέων και σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...
γενική γνωμάτευση του Ε' τμήματος του Επιστημονικού Συμβουλίου Εγκρίσεων ΕΟΦ (ΕΘΝΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΦΑΡΜΑΚΩΝ), δεν επιτρέπεται να διατίθενται στην κυκλοφορία συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν στην σύνθεση τους αυτό το συστατικό. Την απαγόρευση αυτή εγνώριζε ο πρώτος εναγόμενος, αφ' ενός λόγω της ιδιότητάς του και αφ' ετέρου διότι και στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με παρόμοιες επιχειρηματικές δραστηριότητες υπό εταιρική μορφή.
Η κρίση δε του Δικαστηρίου ότι υπήρχε σκοπός παραπλανήσεως του ενάγοντος, ώστε να συμμετάσχει στην συσταθείσα εταιρεία και να υποβληθεί στις δαπάνες συστάσεως και λειτουργίας της κατά κύριο λόγο ο ίδιος (ενάγων), ενισχύεται εκτός από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που είχε παρευρεθεί κατ' επανάληψη σε συναντήσεις του τελευταίου με τον πρώτο εναγόμενο, κατά τις οποίες τον διαβεβαίωνε για την κερδοφόρα συνεργασία τους, και από το γεγονός ότι δεν απέδωσε στην εταιρεία τα εισπραχθέντα χρήματα, όπως υποχρεούνταν από την πώληση της άνω ποσότητας του προϊόντος, αλλά τα καρπώθηκε ο ίδιος.
Για την πράξη του δε αυτή (υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση) κατόπιν εγκλήσεως του ενάγοντος ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "... Ο.Ε." καταδικάσθηκε τελεσιδίκως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών. Την αναλήθεια δε των παραπάνω διαβεβαιώσεων εγνώριζε και η δεύτερη εναγομένη, καίτοι διέμενε λόγω των σπουδών της στην αλλοδαπή, δεδομένου ότι επικοινωνούσε και η ίδια τηλεφωνικά με τον ενάγοντα, προκειμένου να ενισχύσει τα όσα του ανέφερε ο πατέρας της περί κερδοφόρας συνεργασίας.
Εξ' άλλου, δεν είναι πειστικό το ότι λόγω της προσωρινής διαμονής της στην αλλοδαπή, ήταν τυπική η συμμετοχή της στην ανωτέρω εταιρεία και ότι δεν ενημερωνόταν για τις εταιρικές υποθέσεις καθ'όλο το διάστημα που αυτή λειτουργούσε, αφού, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, προέβη και σε καταγγελία της εταιρικής συμβάσεως με τον εταίρο Ε1, θεωρώντας ότι θίγονται τα συμφέροντα της, όπως στην συνέχεια θα αναλυθεί.
Ο ενάγων δε, πειθόμενος από τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις δέχθηκε να συμμετάσχει στην σύσταση της ομόρρυθμης εταιρείας ως εταίρος, διαχειριστής και ταμίας αυτής και να δαπανήσει αποκλειστικά εξ ιδίων τα κατωτέρω χρηματικά ποσά για τη σύσταση και λειτουργία της, προσδοκώντας κυρίως την κερδοφόρα εμπορική εκμετάλλευση του άνω βιολογικού σκευάσματος του πρώτου εναγομένου κατά τα οποία και ζημιώθηκε στην περιουσία του.
Συγκεκριμένα:
1) Στις 1.3.1995 στην ... . για "αέρα" γραφείου επί της οδού ... κατέβαλε κατ' εντολή του εναγομένου το ποσό των 1.000.000 δραχμών.
2) Στον ... κατέβαλε για αγορά computer το ποσό των 150.000 δραχμών στις 4.9.1995.
3) Στη ... κατέβαλε για μισθώματα γραφείου του χρονικού διαστήματος από 1.3.1995 έως 30.9.1995, σύμφωνα με το από 3.3.1995 μισθωτήριο το συνολικό ποσό των 350.000 δραχμών (7 μήνες Χ 50.000 δρχ μισθωμ.).
4) Στην Ν2, δακτυλογράφο της εταιρείας .... κατέβαλε, στις 20.12.1995 για δακτυλογραφήσεις και μεταφράσεις θεμάτων της υπό ίδρυση εταιρείας "... Ο.Ε." το ποσό των 120.000 δραχμών.
5) Στον .... γραφίστα, υπάλληλο της εταιρείας .... κατέβαλε, για οικονομοτεχνική μελέτη και διορθώσεις κειμένων το ποσό των 220.000 δραχμών στις 22.12.1995 και 6.1.1996.
6) Στην ... κατέβαλε από 15.9.1995 έως 23.12.1995 το συνολικό ποσό των 175.000 δραχμών για διάφορες εξωτερικές εργασίες.
7) Στον δικηγόρο ... και την σύζυγο του δικηγόρο ...κατέβαλε στις 17.1.1996 το ποσό των 130.000 δραχμών για παροχή νομικών υπηρεσιών.
8) Στην Δ.Ο.Υ. ...για τη θεώρηση του καταστατικού της εταιρείας προκειμένου να γίνει έναρξη των εργασιών κατέβαλε, στις 19.1.1996, το ποσό των 60.000 δραχμών. 9) Στην Δ.Ο.Υ. ...για τέλος χαρτοσήμου ενάρξεως και λήψη ΑΦΜ κατέβαλε στις 29.1.1996 το ποσό των 70.000 δραχμών. 10) Στην Ν2, δακτυλογράφο της εταιρείας .... για δακτυλογραφήσεις και μεταφράσεις της εταιρείας "... ΟΕ" κατέβαλε, στις 30.1.1996, το ποσό των 150.000 δραχμών.
11) Στον προμηθευτή Ν3 κατέβαλε ως προκαταβολή αγοράς μελισσοκομικών προϊόντων το ποσό των 4.000.000 δραχμών στις 1.2.1996.
12) Στην εταιρεία (... Ο.Ε.") για αγορά εκτυπωτή STAR κατέβαλε, στις 3.2.1996, το ποσό των 63.484 δραχμών.
13)Στις 5/2/1996 κατέβαλε στην αυτή ως άνω εταιρεία για αγορά οργάνων computer (τιμολόγιο πώλησης ...) το ποσό των 157.281 δραχμών.
14) Στις 6/2/1996 κατέβαλε στην εταιρεία "... Ο.Ε." για αγορά σφραγίδας το ποσό των 4.720 δραχμών.
15) Στις 6/2/1996 κατέβαλε στον ... για αγορά χαρτικών (τιμολόγιο πώλησης 31/6.2.2006)) το ποσό των 4.200 δραχμών.
16) Στις 13/2/1996 κατέβαλε στον προμηθευτή Ν3 ως προκαταβολή για αγορά βαζακίων συσκευασίας (απόδειξη εισπράξεως Νο ...) το ποσό των 3.000.000 δραχμών.
17) Στις 16/2/1996 κατέβαλε στον ... για αγορά επίπλων προς επίπλωση του νέου γραφείου στο ... (τιμολόγιο πώλησης Νο ...) το ποσό των 118.000 δραχμών.
18) Στις 16/2/1996 κατέβαλε στην εταιρεία (... Ο.Ε.") για αγορά οργάνων computer (STREAMER εσωτερικό tape Cartidge) (τιμ. πώλησης Νο ...) το ποσό των 57.130 δραχμών.
19) Στις 21/2/1996 κατέβαλε στον προμηθευτή Ν3 ως προκαταβολή για αγορά βαζακίων συσκευασίας (αποδ. Εισπράξεως Νο ...) το ποσό των 1.000.000 δραχμών.
20) Στις 26/2/1996 κατέβαλε στον αυτόν ως άνω προμηθευτή ως προκαταβολή για αγορά μελισσοκομικών προϊόντων (αποδ. Εισπράξεως Νο ....) το ποσό των 1.000.000 δραχμών.
21) Στις 27/2/1996 κατέβαλε στον .... για διαφημιστική κασσέτα της νέας εταιρείας, (απόδειξη Ιονικής Τράπεζας Νο ....) το ποσό των 300.000 δραχμών.
22) Στις 28.2.1996 κατέβαλε στην εταιρεία .... για ενοίκιο γραφείου ...για το χρονικό διάστημα από 1.10.95 - 28.2.96 μήνες 5 Χ 50.000 το ποσό των 250.000 δραχμών.
23) Στις 2/3/1996 κατέβαλε στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΟΤΥΠΙΚΗ ΑΒΕΕ" για αγορά πώλησης (ενιαίο έντυπο σειρ. εις τριπλούν) (τιμολόγιο πώλησης Νο ...) το ποσό των 165.200 δραχμών.
24)Στις 4/3/1996 κατέβαλε στον ... για αγορά προγράμματος εμπορ. Διαχείρισης Singleuses, (τιμ. πώλησης Νο ...- αποδειξ. Εισπραξ. Νο ... και ....) το ποσό των 94.400 δραχμών.
25) Στις 7/3/1996 κατέβαλε στον προμηθευτή Ν3 έναντι αγοράς μελισσοκομικών προϊόντων (απόδειξη Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. Νο ....) το ποσό των 195.000 δραχμών.
26) Στις 7/3/1996 κατέβαλε στον ΟΤΕ ...για πληρωμή αξίας τηλεφωνικής συνδέσεως (αριθ. κλησ. ...) στα νέα γραφεία της εταιρείας (απόδειξη. Εισπράξεως Νο ....) το ποσό των 59.000 δραχμών.
27) Στις 7/3/1996 κατέβαλε στον ΟΤΕ ...για εφάπαξ εισφορά της ως άνω τηλεφωνικής συνδέσεως (απόδειξη. Εισπράξεως Νο ...) το ποσό των 3.540 δραχμών.
28) Στις 7/3/1996 κατέβαλε στον ΟΤΕ ...για πληρωμή αξίας τηλεφωνικής συνδέσεως (αριθ. κλησ. ...) στα νέα γραφεία της εταιρείας (απόδειξη. Εισπράξεως Νο ...) το ποσό των 59.000 δραχμών.
29) Στις 7/3/1996 κατέβαλε στον ΟΤΕ ...για εφάπαξ εισφορά της ως άνω τηλεφωνικής συνδέσεως (απόδειξη. Εισπράξεως Νο ....) το ποσό των 3.540 δραχμών.
30) Στις 29.3.1996 κατέβαλε στην εταιρεία PACOLASER ΑΕ για αγορά ξηρογραφικού χαρτιού (τιμολόγιο πώλησης Νο ...) το ποσό των 3.000 δραχμών.
31) Στις 23/4/1996 κατέβαλε στην ... (εταιρεία Ο.Ε. "... Ο.Ε." για αγορά ΤΑΡΕ CARTIDGE) (τιμ. πώλησης Νο ...) το ποσό των 6.799 δραχμών.
32) Στις 8/4/1996 κατέβαλε στην ΔΕΗ για εξόφληση ρεύματος γραφείου, ως ... δραχμές 25.800.
33) Στις 10.4.96 κατέβαλε στην Ν1 για εξόφληση ενοικίου μηνός Απριλίου 1996 του γραφείου ... το ποσό των 83.840 δραχμών.
34) Στις 19.4.1996 κατέβαλε στην ..., εργάτρια για εργασία συσκευασίας κασετινών - βαζακίων ως ιδιόχειρη απόδειξη ... το ποσό των 150.000 δραχμών.
35) Στις 25.4.96 κατέβαλε στην εταιρεία CONFORT ΑΕΒΕ για συσκευασία του προϊόντος "..." (τιμολόγιο Παροχής υπηρεσιών Νο .... Απόδειξη Εισπράξεως Νο ...) το ποσό των 185.354 δραχμών.
36) Στις 30.4.96 κατέβαλε στην εταιρεία Διεθνών Ταχυμεταφορών με την επωνυμία "TRUST S.A" για μεταφορά κασετινών του προϊόντος "..." (τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών Νο ...) το ποσό των 13.629 δραχμών.
37) Στις 30.4.96 κατέβαλε στη ΔΕΗ γα εξόφληση ρεύματος, ως .... το ποσό των 11.500 δραχμών.
38) Στις 5.5.96 κατέβαλε στον λογιστή της εταιρείας Λ1 γα αμοιβή (απόδειξη ....) το ποσό των 200.000 δραχμών.
39) Στις 10.5.96 κατέβαλε στην Ν1 για εξόφληση ενοικίου μηνός Μαΐου 1996 του γραφείου .... το ποσό των 83.840 δραχμών.
40) Κατά το χρονικό διάστημα από 27.2.1996 έως 21.5.1996 κατέβαλε στον ... για την αγορά 200.000 ετικετών, το ποσό των 265.000 δραχμών. Το επί πλέον αυτού κρίνεται υπερβολικό και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματική αξία του.
41) Στις 23.5.1996 κατέβαλε στην εταιρεία "CONFORT ΑΕΒΕ" για συσκευασία του προϊόντος "..." (φασόν) (τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών Νο ...(Απόδειξη Εισπράξεως Νο ...) το ποσό των 239.870 δραχμών.
42) Στις 4.6.1996 κατέβαλε στην Ν1 για εξόφληση ενοικίου μηνός Ιουνίου 1996 του γραφείου ... το ποσό των 83.840 δραχμών.
Συνολικά ο ενάγων κατέβαλε 14.311.947 δραχμές και ήδη το ισόποσό του των 42.001,31 Ευρώ. Πέραν των ανωτέρω δαπανών, δεν αποδείχθηκαν άλλες, αφού δεν προσκομίζονται σχετικές έγγραφες αποδείξεις, ο δε μάρτυρας του ενάγοντος τελείως αόριστα καταθέτει επ' αυτών και χωρίς να έχει προσωπική γνώση, γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθούν τα επί πλέον αιτούμενα κονδύλια ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.
Αποδείχθηκε, όμως, ότι ο ενάγων από την εις βάρος του τέλεση της αδικοπραξίας υπέστη ηθική βλάβη από την στενοχώρια και την ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε καθ' όλο το διάστημα πριν αλλά και μετά την σύσταση της εταιρείας, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του βαθμού της υπαιτιότητος των εναγομένων, την έκταση της προσβολής, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των 3.000 Ευρώ.
Περαιτέρω, ως προς την καταγγελία της εταιρικής σύμβασης από την δεύτερη εναγομένη και τον Ε1, ομορρύθμους εταίρους της "... Ο.Ε." πρέπει να λεχθούν τ' ακόλουθα: Ο ενάγων, εν όψει της περιγραφείσας ανωτέρω συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν προσκόμιζε την άδεια εγκρίσεως κυκλοφορίας του σκευάσματός του, μετά την αποστολή στον τελευταίο της από 6.6.1996 διαμαρτυρίας του, την επομένη ημέρα (7.6.1996) και πριν παρέλθει η προθεσμία που του έταξε για την προσκόμιση της σχετικής άδειας εγκρίσεως κυκλοφορίας, προέβη σε αλλαγή της κλειδαριάς του εταιρικού καταστήματος επί της οδού ..., χωρίς να ενημερώσει τους λοιπούς εταίρους (ομορρύθμους), ή να τους παραδώσει νέα κλειδιά, αποκλείοντάς τους με τον τρόπο αυτό την πρόσβαση στην έδρα της εταιρείας, γεγονός μάλιστα που καταγγέλθηκε από τον εταίρο Ε1 στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα.
Ακόμη, χωρίς ενημέρωσή τους, απέλυσε την εργαζομένη στην εταιρεία υπάλληλο Υ1, όπως αναφέρεται στην καταγγελία και δεν αντικρούεται από τον ενάγοντα ειδικά. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι προέβη στην ενέργεια αυτή προκειμένου ν'αποτρέψει τις ευθύνες που τυχόν θα προέκυπταν εις βάρος του (διοικητικές ή ποινικές) ως διαχειριστού της εταιρείας από την μη νόμιμη κυκλοφορία και της υπόλοιπης ποσότητας του άνω παρασκευάσματος που παρέμεινε αδιάθετη στο εταιρικό κατάστημα.
Ασφαλώς ο ενάγων υπείχε ευθύνη ως διαχειριστής της εταιρείας από την χωρίς την απαιτούμενη άδεια διάθεση προς πώληση του εν λόγω προϊόντος, πλην όμως η παραπάνω ενέργειά του, εκτός από αυθαίρετη, αφού δεν ενημέρωσε τους λοιπούς ομορρύθμους εταίρους, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση δεν είχαν αναμειχθεί στην διάθεση του προϊόντος αυτού, ήταν και αντισυμβατική, ως αντίθετη προς τον 10ο όρο της εταιρικής σύμβασης, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι "κανένας από τους εταίρους δεν δύναται να ζητήσει δικαστική σφράγιση του εταιρικού καταστήματος ή της εταιρικής περιουσίας κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ περί ασφαλιστικών μέτρων", πόσο μάλλον να προβεί ο ίδιος σ' αυτή την ενέργεια χωρίς δικαστική απόφαση.
Επομένως, δεν ήταν καταχρηστική, ούτε άκαιρη η καταγγελία στην οποία προέβη η δεύτερη εναγομένη από κοινού με τον άλλο εταίρο, αφού υπήρχε σπουδαίος λόγος που αναφερόταν σε παράβαση συμβατικού όρου.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν το αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητάς της (καταγγελίας) για τις ως άνω αιτίες, καθώς και το συνοδευόμενο μ' αυτό αίτημα της καταβολής διαφυγόντων κερδών του, τα οποία προσδοκούσε ο ενάγων και απώλεσε από τη λύση και μη λειτουργία της εταιρείας εξ αιτίας της καταγγελίας καθ' όλο το συμφωνημένο χρόνο, ως αβάσιμα κατ'ουσίαν".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορρριφθεί αγωγή που είχε ασκήσει αυτός στο σύνολό της (αναιρεσίβλητος), για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 932 του ΑΚ και 27 και 386 του Π.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι: 1) "ο πρώτος αναιρεσείων δολίως διαβεβαίωσε ψευδώς τον αναιρεσίβλητο προκειμένου να τον πείσει να συστήσουν εταιρεία με έξοδα εκείνου (αναιρεσίβλητος) για την εκμετάλλευση του εν λόγω σκευάσματος, περί της ρυθμίσεως όλων των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων για την άμεση νόμιμη κυκλοφορία του και κυρίως περί του ότι είχε μεριμνήσει για την έκδοση της άδειας εγκρίσεως κυκλοφορίας του, την οποία ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι κατείχε, ενώ το αληθές ήταν ότι ουδέποτε είχε προβεί σε τέτοια ενέργεια, ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά τη σύσταση της εταιρείας, αποκρύπτοντας ότι τέτοια άδεια παρά τις περί του αντιθέτου ψευδείς διαβεβαιώσεις του δεν είχε εκδοθεί αλλά και δεν θα μπορούσε να εκδοθεί, επειδή το επίμαχο σκεύασμα περιείχε στη σύνθεσή του γύρη ανθέων, απαγόρευση που γνώριζε ο πρώτος αναιρεσείων, αφ' ενός λόγω της ιδιότητός του και αφ' ετέρου διότι και στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με παρόμοιες επιχειρηματικές δραστηριότητες υπό εταιρική μορφή" και 2) "ότι το σκοπό του πρώτου αναιρεσείοντος ώστε ο αναιρεσίβλητος να συμμετάσχει στη συσταθείσα εταιρεία και να υποβληθεί εξ ιδίων στις δαπάνες σύστασης και λειτουργίας και την αναλήθεια των πιο πάνω διαβεβαιώσεων γνώριζε και η δεύτερη αναιρεσείουσα, καίτοι διέμενε λόγω των σπουδών της στην αλλοδαπή, δεδομένου ότι επικοινωνούσε και η ίδια τηλεφωνικά με τον αναιρεσείοντα, προκειμένου να ενισχύσει τα όσα του ανέφερε ο πατέρας της περί κερδοφόρας συνεργασίας", 3) "ότι ο αναιρεσίβλητος πειθόμενος από τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις δέχθηκε να συμμετάσχει στη σύσταση, της ομόρρυθμης εταιρείας ως εταίρος διαχειριστής και ταμίας αυτής και να δαπανήσει αποκλειστικά εξ ιδίων τα κατωτέρω χρηματικά ποσά για τη σύσταση και λειτουργία της, κατά τα οποία και ζημιώθηκε θετικά", με περιουσιακή ωφέλεια των αναιρεσειόντων από την πώληση των άνω προϊόντων, ύψους πάνω από 1.000.000 δραχμές και με αυτονόητη (αυτόθροη) περαιτέρω συνέπεια να ωφεληθούν περιουσιακά οι τρίτοι προς τους οποίους έγιναν οι ανωτέρω καταβολές εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου (πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου), και 4) "ότι ο αναιρεσίβλητος από την εις βάρος του τέλεση της αδικοπραξίας υπέστη ηθική βλάβη από στεναχώρια και ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε", πληρούν.
το πραγματικών των νομικών εννοιών της υπαίτιας αδικοπρακτικής - απατηλής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων (που τελέσθηκε τόσο με απατηλές διαβεβαιώσεις για την κατοχή από τον πρώτο από αυτούς της άδειας εγκρίσεως κυκλοφορίας του ένδικου σκευάσματος, όσο και με την απόκρυψη των νομικών δυσχερειών και προβλημάτων που γνώριζαν ότι υπήρχαν για την έκδοσή της ίδιας άδειας εγκρίσεως), και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, τα όσα αντίθετα συνδυαστικά υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο έως και δέκατο τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δή την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 297, 298, 330 του ΑΚ, 27 και 386 του ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο έως και δέκατο τρίτο λόγους του αναιρετηρίου και το δεύτερο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων κατά το άλλο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, της θετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου και της προσβολής της προσωπικότητάς του και του αιτιώδους συνδέσμου με τη ζημία του αναιρεσιβλήτου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:
α) με το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν καρπώθηκαν τα χρήματα που δαπάνησε ο αναιρεσίβλητος, β) η απαγόρευση της κυκλοφορίας του σκευάσματος από τον Ε.Ο.Φ. ήταν μεταγενέστερη και γ) η συμπεριφορά τους δεν ήταν η αιτία της οποιασδήποτε ζημίας του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 15.3.1999 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι σε αυτήν εκτίθενται, κατά νομικά ορισμένο τρόπο και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, το δε Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά προς τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 297, 298, 330 του Α.Κ., 27 και 386 του Π.Κ., δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζουν οι κανόνες αυτοί για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά.
Επομένως, οι έκτος και δωδέκατος λόγοι του αναιρετηρίου και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους, κατά το άλλο μέρος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δκ,. η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.
Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002) και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).
Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (Α.Π.1676/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 15.3.1999 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι σε αυτήν εκτίθενται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και χωρίς αντιφατικότητες, όλα τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που έλαβε υπόψη και το Εφετείο ως αποδειχθέντα κατ' ουσία, κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, το δε δικόγραφο της ίδιας αγωγής δεν έπασχε από ποιοτική ή ποσοτική αοριστία κατά την έκθεση των ίδιων πραγματικών περιστατικών στην ιστορική αιτία της ένδικης αγωγικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ με το να μη κρίνει απαράδεκτο ως αόριστο και αντιφατικό το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, οι δε αντίστοιχοι έκτος και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης κατά το άλλο μέρος τους κρίνονται αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγοι έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ1933/2006).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως σποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996) Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου και τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων κατά το ένα μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι "η εταιρεία έλαβε δάνειο από τον ...
της τάξεως των 14.520.000 δρχ ήτοι 42.612,00 ευρώ, για το οποίο ο προαναφερθείς δανειστής είχε λάβει εμπράγματη ασφάλεια από ακίνητο που είχε υποθηκεύσει η σύζυγος και μητέρα αντίστοιχα των αναιρεσειόντων αλλά και συν/κή έκδοσης του δανειστή και αποδοχής του πρώτου αναιρεσείοντος και της συζύγου του και το οποίο (ποσό του δανείου) αποπλήρωσε ολοκληρωτικά ο πρώτος αναιρεσείων, από το ποσό δε αυτό του δανείου καλύφθηκαν όλες οι δαπάνες που αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο αναιρεσίβλητος ότι κατέβαλε εξ ιδίων για τη σύσταση και λειτουργία της εταιρείας".
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, που στήριξε και την αγωγή του κατά την εξ αδικοπραξίας βάση της, ότι, δηλαδή, αυτός δαπάνησε εξ ιδίων χρημάτων όλα τα πιο πάνω ποσά που δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση ως θετική ζημία του.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά (με επικουρική αιτιολογία) το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό, τον απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι οι ένδικες αγωγικές δαπάνες καλύφθηκαν αποκλειστικά από τον αναιρεσίβλητο με δικά του χρήματα" και επομένως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
IV. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π 772/2006, ΑΠ 575/1978).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα που αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας.
Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και οι εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι όγδοος και δέκατος τρίτος λόγοι της αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος τους, είναι αβάσιμοι.
V. Ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., τότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ για το λόγο ότι "δεν απέδωσε τη πρέπουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι στο καταστατικό σύστασης μεταξύ των διαδίκων εταιρειών δεν περιλαμβάνεται και η κατά την αγωγή ψευδής υπόσχεση (δήλωση) του πρώτου αναιρεσείοντος ότι για το βιολογικό σκεύασμα που θα εκμεταλλευόταν εμπορικά η εταιρεία, είχε ήδη τότε εκδοθεί και χορηγηθεί σ' αυτόν (πρώτο αναιρεσείοντα) η άδεια έγκρισης της άμεσης νόμιμης κυκλοφορίας του από τις αρμόδιες Αρχές", εφ' όσον το περιστατικό αυτό θα μπορούσε να προκύψει από την ελεύθερη εκτίμηση από το Εφετείο όλων των αποδεικτικών μέσων.
VI. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από αυτά που ζητήθηκαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (Κ.Πολ.Δ 106) σύμφωνα με την οποία "το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι".
Η μερική όμως παραδοχή του αγωγικού αιτήματος δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος (ΑΠ 560/1986). Επίσης, στην περίπτωση που υποβάλλεται αίτημα κατά υπέρβαση απλώς νομίμου, το αίτημα αυτό δεν απορρίπτεται στο σύνολό του, αλλά μπορεί να περιοριστεί στα νόμιμα όριά του, δηλαδή να γίνει μερικά δεκτό, χωρίς η μερική αυτή παραδοχή του αγωγικού αιτήματος να συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος (ΑΠ 588/1985).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου για την επιδίκαση, λόγω διαγνωθείσας αδικοπρακτικής συγκλίνουσας απατηλής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων, της προαναφερθείσας αποζημίωσης για την κάλυψη της θετικής ζημίας του από τη διενέργεια δαπανών και της χρηματικής ικανοποίησης, κρίθηκε δε αβάσιμη κατ' ουσίαν η ίδια αγωγή: 1) ως προς την επικαλούμενη απατηλή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, όσο είχε σχέση με την εφεύρεση εκ μέρους του πρώτου του βιολογικού σκευάσματος, το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι εστερείτο των ιδιοτήτων που ανέφεραν οι αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο, 2) ως προς την καταχρηστικότητα και το παράνομο της εκ μέρους των αναιρεσειόντων καταγγελίας της εταιρείας στην οποία συμμετείχε και ο αναιρεσίβλητος και 3) ως προς την επιδίκαση αποζημίωση που είχε σχέση με αποθετική ζημία του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, η μερική αυτή παραδοχή των αγωγικών αιτημάτων του αναιρεσιβλήτου που δεν ενείχαν αντίφαση σε σχέση με τα απορριφθέντα αιτήματα δεν συνιστούσε ανεπίτρεπτη επιδίκαση για ανύπαρκτο αίτημα, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα.
VII. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αντίφαση, που πρέπει να υφίσταται μόνο στο διατακτικό της απόφασης, δικαιολογεί την αναίρεσή της, μόνον όταν από αυτή προκαλείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή αβεβαιότητα ως προς τη σκοπηθείσα διάπλαση ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων (ΑΠ 122/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης υπάρχουν διατάξεις με τις οποίες (σε συνέχεια ταυτόσημων παραδοχών του αιτιολογικού της) εξαφανίζεται η αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και γίνεται δεκτή κατά ένα μέρος η από 15-3-1999 αγωγή του αναιρεσιβλήτου καταψηφιστικά για το ποσό της θετικής ζημίας των 42.001,31 ευρώ και αναγνωριστικά για το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης των 3000 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, δεν προκαλείται αοριστία από αντίφαση του διατακτικού της απόφασης, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ως προς τη διάγνωση που έγινε στις σχέσεις των διαδίκων. Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμοι.
VIII. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν, ουσιώδη επιρροή, στην έκβαση της δίκης, στην οποία περιλαμβάνονταικαι οι αρνητικοί ισχυρισμοί, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον τρίτο (κατά το ένα μέρος του) λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται μόνο από την δεύτερη αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, ότι Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του αρνητικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας αυτής, ότι "ο αναιρεσίβλητος δεν ζημιώθηκε θετικά γιατί δεν δαπάνησε από δικά του χρήματα για τις διάφορες εταιρικές υποχρεώσεις, αλλά αποκλειστικά από το προϊόν δανείου που συνήψε ο πρώτος αναιρεσίβλητος πατέρας της", το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 1985/2000 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/δικών Αθηνών, το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις χωριστές προτάσεις της το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό κατά σαφή και αναμφίβολο τρόπο, και με σαφή απόκρουση κάθε αντίθετης αρνητικής εκδοχής όσο απέρρεε και από το πιο πάνω Βούλευμα ότι "ο αναιρεσίβλητος αποκλειστικά δαπάνησε εξ ιδίων χρημάτων για τη διενέργεια των εταιρικών δαπανών", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω έγγραφο ως τεκμήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης, που όπως προβάλλεται, λόγω της σχέσης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσειόντων, αφορά μόνο τη δεύτερη αναιρεσείουσα, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2008 αίτηση και το από 16-7-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1120/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ