41/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Αυγούστου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2004 απαράδεκτη , 150/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 288/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. λοιποί.
Legislator headnote
AI generated41/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν απ' αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.
Full text
Απόφαση 41 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρίτο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Αυγούστου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2004 απαράδεκτη , 150/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 288/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 2, 118 § 4, 216 § 1, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήσαν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για την ουσιαστική βασιμότητα ή αβασιμότητα της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ και, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τα επί μέρους αιτήματα για επιδίκαση α) ποσού 7.200.000 δραχμών για δαπάνες, τις οποίες έκανε στο κατάστημα, που προσυμφώνησε συμβολαιογραφικά την αγορά του και παραδόθηκε σε αυτόν η νομή και η κατοχή του, ώστε τούτο να καταστεί κατάλληλο για την κατά προορισμό χρήση του, ως αόριστη, και β) ποσού 7.350.000 δραχμών, που θα λάμβανε συνολικά από το μισθωτή του καταστήματος ως μισθώματα από 1.1.2000 έως 9.2.2005 (μισθώματα 49 μηνών), ως μη νόμιμη.
Αλλά, ενώ στο αναιρετήριο εκτίθεται η πορεία της υπόθεσης, η άποψη των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένης μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, ενώ κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής έπρεπε να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της την έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα, αλλά απολύτως επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επί πλέον δε ούτε που ακριβώς εντοπίζεται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνος αυτού δικαίου και μάλιστα ως προς ένα έκαστο των κονδυλίων τούτων.
Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την παραβίαση του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και συνεπώς ο πρώτος λόγοςαναίρεσης κατά τα δύο πρώτα μέρη του εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν απ' αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 79/2006, ΑΠ 1802/1984). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος του, και το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως προβάλλει, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, το μεν διότι δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ και απέρριψε το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση ποσού 15.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμο (τρίτο σκέλος πρώτου λόγου), και ότι αν και δέχθηκε την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ δεν του επιδίκασε την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (πρώτο σκέλος δεύτερου λόγου).
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προφανώς αντιφατικοί, διότι δεν είναι νοητό να ψέγεται το Εφετείο, ότι δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ και παράλληλα να εφήρμοσε τη διάταξη αυτή και να μη δέχθηκε το στηριζόμενο στη διάταξη αυτή αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και ως τέτοιοι απαράδεκτοι Επειδή, κατά το αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις".
Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα, δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (ΑΠ 1.543/2005, ΑΠ 759/2005, ΑΠ 1.376/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε, το μεν, μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ, το δε εφαρμογή αυτής και επί της εν λόγω υποθέσεως και παρόλα αυτά απέρριψε το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως, αναφερόμενος μόνο σε πλημμέλεια των, μη επεχουσών θέση διατακτικού, αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και μη συνοδευόμενος και από την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό αυτής, παρεκτός του ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει η επικαλούμενη ταυτόχρονη εφαρμογή και μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, που ελέγχονται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 21 ΚΠολΔ), παρά το νόμο και κατά παράβαση της κρατούσας στην πολιτική δίκη αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 13/1995, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 338/2006, ΑΠ 1596/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του τις επικληθείσες και νομίμως προσκομισθείσες από αυτόν αποδείξεις των .....,....., ....., ....., ..... της εταιρίας ..... ΟΕ και των Αδελφών ....., για απόδειξη του κονδυλίου των 7.200.000 δραχμών, ποσό το οποίο δαπάνησε για εργασίες που πραγματοποίησε στο κατάστημα, που προσυμφώνησε συμβολαιογραφικά την αγορά του και το παρέλαβε στη νομή και στην κατοχή του, ώστε τούτο να καταστεί κατάλληλο για την κατά προορισμό χρήση του.
Σύμφωνα, όμως, με όσα ειπώθηκαν ανωτέρω, οι εν λόγω αποδείξεις δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, γι' αυτό και ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1.546/2005, ΑΠ 671/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του, έστω και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις αποδείξεις των ....., ....., ....., ....., ..... της εταιρίας ..... ΟΕ και των Αδελφών ....., για απόδειξη του κονδυλίου των 7.200.000 δραχμών, ποσό το οποίο δαπάνησε για εργασίες που πραγματοποίησε στο κατάστημα, που προσυμφώνησε συμβολαιογραφικά την αγορά του και το παρέλαβε στη νομή και στην κατοχή του, ώστε τούτο να καταστεί κατάλληλο για την κατά προορισμό χρήση του.
Όμως, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το σχετικό κονδύλιο της αγωγής απορρίφθηκε ως αόριστο και δεν εισήλθε ως προς αυτό στην εκτίμηση τον αποδείξεων, ώστε να επιβάλλεται να λάβει υπόψη τις ως άνω αποδείξεις, γι' αυτό ο τέταρτος και τελευταίος εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις παραπάνω αποδείξεις, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, είναι αβάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, όπως στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2007 αίτηση αναιρέσεως τού Χ για αναίρεση της 288/2006 αποφάσεως τού Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη τού αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ