Legislator Case Law & Legislation
41/2008 AI generated

41/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 41/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

41/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Keywords

AI generated
recommitment to an institution modification of maintenance rehabilitation capability administrative status reapplication for disability benefits previous legal status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 41 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 41/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:......... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαλάνη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ....... και 2. ........., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παππά ο οποίος ανακάλεσε την από 22-10-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1784/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 683/2004 του Εφετείου Αθηνών. Κατά την ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 285/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 149/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποία ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2006 αίτησή της και με τους από 17-10-2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 12-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ν. 3327/11-3-2005 "Μέτρα ενίσχυσης του εσωτερικού ελέγχου και της διαφάνειας στη δικαιοσύνη", η ισχύς της οποίας αρχίζει από τις 16-9-2005 (άρθρο 5 του νόμου), στο άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ προστίθεται εδάφιο τελευταίο ως εξής: "Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και στην περίπτωση, που για οποιονδήποτε λόγο δεν εκδοθεί απόφαση μέσα σε οκτώ μήνες από τη συζήτηση πολιτικής υπόθεσης.

Μόλις συμπληρωθεί οκτάμηνο, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέσως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης". Η αμέσως πιο πάνω διάταξη θεσπίστηκε, προκειμένου, κατά τα ειδικότερα στην εισηγητική έκθεση του νόμου αναφερόμενα, να ελαχιστοποιηθούν οι παρουσιαζόμενες καθυστερήσεις έκδοσης των αποφάσεως και, επίσης, να απομακρυνθεί η υπόνοια πως η καθυστέρηση είναι δυνατόν να οφείλεται και σε άλλους λόγους.

Η νομοθετική αυτή ρύθμιση, η οποία ενισχύει οπωσδήποτε τον ελεγκτικό μηχανισμό, αφορά την υποχρέωση του δικαστή να επιστρέψει τη δικογραφία μόλις συμπληρωθεί οκτάμηνο από την ημερομηνία της συζήτησης της υπόθεσης, σε περίπτωση δε μη τήρησης της εν λόγω υποχρέωσης, η ευθύνη της αφαίρεσης της δικογραφίας από το δικαστή που την έχει χρεωθεί, μετατίθεται στη διεύθυνση της εσωτερικής υπηρεσίας του οικείου δικαστηρίου, προκειμένου να χωρήσει άμεσα νέα συζήτηση της υπόθεσης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, η παράλειψη της τήρησης της προβλεπόμενης από τη διάταξη που προπαρατέθηκε υποχρέωσης του δικαστή ή της διεύθυνσης του οικείου δικαστηρίου δεν τάχθηκε με ποινή ακυρότητας της απόφασης που θα εκδοθεί μετά την πάροδο οκταμήνου από τη συζήτηση της υπόθεσης, ώστε να συγχωρείται εξαιτίας αυτής - παράλειψης, αναίρεση για οποιονδήποτε από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ λόγους.

Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό τη σωρευτική επίκληση των αριθμών 2, 4, 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται - και μάλιστα αόριστα χωρίς σαφή και συγκεκριμένη καταγραφή των σχετικών αναιρετικών πλημμελειών-, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 εδάφιο τελευταίο Κ.Πολ.Δ, ανυπόστατη, αφού εκδόθηκε στις 17-1-2006, δηλαδή μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών και πέντε (5) ημερών από τη συζήτηση της έφεσης στις 12-5-2005, είναι απαράδεκτος.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά ο πρώτο μέρος του, λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με το να διαλάβει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι η τροποποιητική πράξη της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν δεσμεύει την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, είναι όμως ισχυρή, αφού καμιά μείωση δεν επήλθε στον ωφέλιμο χώρο του επίδικου τμήματος της υπό στοιχείο Ρ2 θέσης στάθμευσης, που ανήκει στην ίδια.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα ενός διαμερίσματος με στοιχείο "πίνακα Ε2 του πέμπτου ορόφου της πολυκατοικίας με το στοιχείο Α, το οποίο συνιστά αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία και (την κυριότητα) μιας θέσης στάθμευσης με στοιχείο πίνακα Ρ2 του, περίκλειστου, υπογείου της ίδιας πολυκατοικίας, η οποία συνιστά, επίσης, αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, με βάση το υπ’ αριθμ. .........

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βύρωνα Αττικής Γεωργούλας Κατωπόδη-Ζαβιτσάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η πολυκατοικία αυτή, ευρισκόμενη εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής, στο οικοδομικό τετράγωνο με τον αριθμό ...., έχει πρόσοψη στην οδό ......, όπου έχει τον αριθμό .... Η προαναφερθείσα θέση στάθμευσης, εμβαδού 14 τετρ.

μέτρων, συνορεύει βόρεια με την υπ’ αριθμ. Ρ3 θέση στάθμευσης, ανατολικά με υπέδαφος, νότια με την υπ’ αριθμ. Ρ1 θέση στάθμευσης και δυτικά με ελεύθερο (κοινόκτητο και κοινόχρηστο) χώρο του υπογείου, όπως εμφαίνεται στο από ...... σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ......., που είναι προσαρτημένο στο υπ’αριθμ. .......

συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Πατζή - Κουλαλόγλου, ως αναπληρούσας νόμιμα τη συμβολαιογράφο Βύρωνα Αττικής Γεωργούλα Κατωπόδη-Ζαβιτσάνου, και έχει αναλογία επί του κοινόχρηστου 1/1000. Η πρόσβαση σ’ αυτή τη θέση στάθμευσης ήταν ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας της ύπαρξης, μεταξύ αυτής και της όμορης προς βορρά υπ’ αριθμ.

Ρ3 θέσης στάθμευσης, δοκού στήριξης της πολυκατοικίας και της στενότητας του διαδρόμου του υπογείου. Γι’ αυτό, ύστερα από σχετική τροποποίηση του, νόμιμα μεταγραμμένου, παραπάνω συμβολαίου, με το οποίο συστάθηκαν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της ένδικης πολυκατοικίας, γενόμενη με βάση το υπ’ αριθμ. .......

συμβόλαιο της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μετατοπίστηκαν οι αποθήκες με στοιχεία ΑΠ1 και ΑΠ2 στο πίσω μέρος (ανατολικά) των χώρων στάθμευσης με στοιχεία Ρ2 και Ρ1 αντίστοιχα, οι οποίοι μετακινήθηκαν αντίστοιχα κατά ίσο εμβαδόν με το καταλαμβανόμενο από τις αποθήκες δυτικότερα και, στην προηγούμενη θέση των αποθηκών αυτών, διανοίχθηκε νέα είσοδος του υπογείου.

Στο συμβόλαιο, όμως, αυτό δεν συμβλήθηκε η ενάγουσα, ιδιοκτήτρια της θέσης στάθμευσης με στοιχείο Ρ2. Παραπέρα με την αναιρετική απόφαση και, επομένως, υποχρεωτικά για το παρόν δικαστήριο κρίθηκε ότι με το συμβόλαιο, με το οποίο, η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα της παραπάνω θέσης στάθμευσης (υπ’αριθμ. ........

της συμβολαιογράφου Βύρωνα Αττικής Γεωργούλας Κατωπόδη-Ζαβιτσάνου), οι οικοπεδούχοι και οι εργολήπτες επιφύλαξαν σ’ αυτούς το δικαίωμα στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιέχονται σ’ αυτούς να κάνουν εσωτερικά όποια διαρρύθμιση ή τροποποίηση θέλουν, αρκεί αυτές να μη θίγουν ή βλάπτουν, μεταξύ των άλλων, και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιέχονται στην αγοράστρια με το συμβόλαιο αυτό και ότι για όλα τα παραπάνω, και αν ακόμη αρνηθεί η αγοράστρια, οι εργολήπτες και οι οικοπεδούχοι έχουν το δικαίωμα να υπογράφουν μόνοι τους τις σχετικές τροποποιητικές πράξεις της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, με εντολή και πληρεξουσιότητα που δίνει από τη σύνταξη του πιο πάνω συμβολαίου η αγοράστρια στους εργολήπτες και πωλητές, η οποία είναι ανέκκλητη, αφού αφορά και το συμφέρον των εντολοδόχων πωλητών οικοπεδούχων και εργοληπτών, με αυτοσύμβαση.

Με τον προαναφερόμενο ρητό όρο του συμβολαίου, η ενάγουσα αγοράστρια παρέσχε την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα στους πωλητές οικοπεδούχους και εργολήπτες να συμβάλλονται για λογαριασμό της και να υπογράφουν μόνοι τις τροποποιητικές πράξεις σχετικά με οποιαδήποτε εσωτερική διαρρύθμιση των οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιέρχονται σ’ αυτούς και όχι και των οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιήλθαν στην αγοράστρια με το συμβόλαιο αυτό.

Σύμφωνα με τα παραπάνω κριθέντα (με την αναιρετική απόφαση), η ενάγουσα δεν εκπροσωπήθηκε κατά την προαναφερθείσα τροποποίηση του συμβολαίου σύστασης των οριζόντιων ιδιοκτησιών της ένδικης πολυκατοικίας ούτε από τους συμβληθέντες πωλητές οικοπεδούχους και εργολήπτες, στους οποίους δεν είχε παράσχει τέτοιο δικαίωμα με το υπ’ αριθμ. ........

συμβόλαιο αγοράς και, συνεπώς, δεν δεσμεύεται από την τροποποίηση αυτή. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η κυριότητα του επίδικου τμήματος της παραπάνω θέσης στάθμευσης (με στοιχείο Ρ2), η οποία αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, που, σύμφωνα με την τροποποίηση αυτή, καταλαμβάνει η αποθήκη με στοιχεία ΑΠ1, συνισταμένη σε αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, αποκτηθείσα από τους εναγομένους με βάση το υπ’ αριθμ. .......

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βύρωνα Αττικής Γεωργούλας Κατωπόδη-Ζαβιτσάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, εμβαδού (του καταλαμβανομένου) 6 περίπου τετρ. μέτρων, δεν μεταβιβάστηκε έγκυρα στους εναγομένους και, γι’ αυτό η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία, με ανάλογες σκέψεις, έγινε δεκτό το αντίθετο, έσφαλε και, συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί, κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της έφεσης, γενομένης δεκτής της τελευταίας ως βάσιμης και κατ’ ουσία, και, μετά την παραδοχή αυτής να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί κατ’ ουσία.

Παραπέρα, προέκυψε, ότι: Με την κάλυψη του επίδικου τμήματος της θέσης στάθμευσης ιδιοκτησίας της ενάγουσας με στοιχεία Ρ2 από την αποθήκη συνιδιοκτησίας των εναγομένων με στοιχεία ΑΠ1, δεν έχει μειωθεί η ωφέλιμη επιφάνεια αυτής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, με την παραπάνω τροποποιητική πράξη της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, παραχωρήθηκε στην ιδιοκτησία αυτή, σύμφωνα με το από ........

σχεδιάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού ........., που είναι προσαρτημένο σ’ αυτή, τμήμα ίσου εμβαδού (6 περίπου τετρ. μέτρων), το οποίο αποτελούσε πριν την τροποποίηση κοινόκτητο χώρο του υπογείου. Με τη διαμόρφωση, η οποία αποτέλεσε την υλοποίηση της τροποποιητικής πράξης, διανοίχθηκε νέα είσοδος του υπογείου, η οποία διευκολύνει την πρόσβαση στη θέση στάθμευσης κατ’ εξοχήν του αυτοκινήτου της ενάγουσας.

Την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, έχει αποδεχθεί στην πράξη η ενάγουσα, δεδομένου ότι κάνει χρήση της θέσης στάθμευσης στη μετά την τροποποίηση θέση της τουλάχιστον από το 1992. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν τη διαμόρφωση αυτή του υπογείου, η οποία συνεπάγεται από τον παραπάνω χρόνο την απώλεια του αποθηκευτικού χώρου, όχι μόνο της αρχικής θέσης της παραπάνω αποθήκης ιδιοκτησίας τους, η οποία κατεδαφίστηκε για τη διάνοιξη της νέας εισόδου του υπογείου, αλλά και της όμορης με αυτή, αποθήκης με τα στοιχεία ΑΠ2, τη χρήση της οποίας τους είχε παραχωρήσει η ιδιοκτήτρια αυτής, κατασκευάστρια κοινοπραξία, η οποία κατεδαφίστηκε για τον ίδιο λόγο και από τον ίδιο χρόνο (1992) κάνουν χρήση της αποθήκης που έχει κατασκευασθεί εν γνώσει της ενάγουσας στον επίδικο χώρο, ενώ η άλλη κατεδαφισθείσα αποθήκη δεν κατασκευάσθηκε.

Σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω εκτεθέντα περιστατικά, στους εναγομένους δημιουργήθηκε η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας στην επίδικη έκταση κατ’ αυτών ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί εναντίον τους και η πεποίθηση αυτή δεν δημιουργήθηκε από μόνη την αδράνεια της δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος, η οποία μόνη, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δεν θα αρκούσε καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκησή του, αλλά στην προκειμένη περίπτωση η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που συνοδεύονται με προηγούμενη συμπεριφορά της δικαιούχου (μακρά χρήση της θέσης στάθμευσης, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση) και η ίδια, μεταβάλλοντας τη στάση της, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστάκτες για τους υπόχρεους συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται οι δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα τους επιπτώσεις που αναλύθηκαν παραπάνω και, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας καθίσταται μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης, της ένστασης καταχρηστικής άσκησής της (αγωγής)". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ’ αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αποφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τη μη δέσμευση της αναιρεσείουσας από την επίμαχη τροποποιητική πράξη της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης, στην οποία δεν στήριξε το Εφετείο την απορριπτική της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής κρίση του.

Ο πιο πάνω, επομένως, αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της μη συμμόρφωσης του Εφετείου ως Δικαστηρίου της παραπομπής με τη 285/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη 683/2004 απόφαση του ίδιου Εφετείου, για το λόγο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .......

συμβολαίου αγοράς, αποδίδοντας σ’ αυτό περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο ίδιο, ακολούθως δε, στήριξε την κρίση του περί ανέκκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας για την υπογραφή της τροποποιητικής πράξης αποκλειστικά στο περιεχόμενο του προμνημονευόμενου συμβολαίου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συμμορφώθηκε πλήρως με την αναιρετική απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Ο τρίτος, επομένως, λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι η επέκταση του χώρου στάθμευσης της αναιρεσείουσας στον κοινόχρηστο χώρο κατά έξι (6) τετρ. μέτρα είναι ισχυρή, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν, περαιτέρω δε ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέστη καμιά ζημία από την αμέσως πιο πάνω επέκταση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνονται σ’ αυτόν η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης και δεν προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση του συγκεκριμένου ουσιαστικού κανόνα οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ....... πωλητήριου συμβολαίου, γιατί, από εσφαλμένη ανάγνωσή του, δέχθηκε το κρίσιμο για την έκβαση της ένδικης αγωγής γεγονός, ότι: "Με την κάλυψη του επίδικου τμήματος της θέσης στάθμευσης ιδιοκτησίας της ενάγουσας με στοιχεία Ρ2 από την αποθήκη συνιδιοκτησίας των εναγομένων με στοιχεία ΑΠ1, δεν έχει μειωθεί η ωφέλιμη επιφάνεια αυτής, καθόσον με την παραπάνω τροποποιητική πράξη της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, παραχωρήθηκε στην ιδιοκτησία αυτή, σύμφωνα με το από ......

σχεδιάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού ........, που είναι προσαρτημένο σ’ αυτή, τμήμα ίσον εμβαδού (6 περίπου τετρ. μέτρων), το οποίο αποτελούσε πριν την τροποποίηση κοινόκτητο χώρο του υπογείου". Όπως πράγματι προκύπτει από το προμνημονευόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, το περιεχόμενο του οποίου παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ), οι οικοπεδούχοι και οι εργολήπτες, με ρητό όρο του εν λόγω συμβολαίου (8ο) "έχουν το δικαίωμα στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιέρχονται σ’ αυτούς να κάνουν εσωτερικά όποια διαρρύθμιση τροποποίηση θέλουν, αρκεί......

Ακόμη έχουν το δικαίωμα να χωρίζουν κάθε μία από τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, σε δύο ή περισσότερες, να ενώνουν δύο ή περισσότερες σε μία, τροποποιούντες ανάλογα τα σχετικά σχεδιαγράμματα κατόψεις και τον πίνακα αναλογιών, να κάνουν αύξηση ή μείωση της εδαφικής αναλογίας της κάθε μία από αυτές, πάντοτε όμως με τον όρο ότι η αύξηση ή η μείωση αυτή, δεν θα βλάψει ούτε θα θίξει τον σκελετό της πολυκατοικίας, τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιέρχονται στην αγοράστρια με το συμβόλαιο αυτό".

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την αμέσως πιο πάνω παραδοχή της, απέδωσε στο πωλητήριο συμβόλαιο, που προμνημονεύθηκε, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό, δεν κατέληξε, όμως, με βάση το τελευταίο, σε επιζήμιο πόρισμα για την αναιρεσείουσα, αφού η ένδικη αγωγή της απορρίφθηκε ως και κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης των αντιδίκων της περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού της δικαιώματος.

Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο παραπάνω πόρισμά του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά ειδικότερα μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο πιο πάνω πωλητήριο συμβόλαιο.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη, επίσης, στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προμνημονευόμενου πωλητήριου συμβολαίου, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα παρείχε στους οικοπεδούχους και εργολήπτες την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να τροποποιούν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, έστω και αν θίγονται οι κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας, είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει τέτοια παραδοχή.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή να προσφύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων στο επίμαχο (.......) πωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο παρέχεται στους οικοπεδούχους και εργολήπτες η ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να συμβάλλονται για λογαριασμό της αγοράστριας ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και να υπογράφουν τροποποιητικές πράξεις της .....

πράξεις σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών σε σχέση με οποιαδήποτε εσωτερική διαρρύθμιση των οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιήλθαν σ’ αυτούς και μόνο. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το οποίο οδήγησε στην από το Εφετείο ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 § 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα για την αιτία αυτή.

Συνεπώς, η χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά τα άρθρα 269 § 2 και 527 Κ.Πολ.Δ, παράλειψη προβολής, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση δικαιώματος, καθώς και της διατύπωσης αιτήματος απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, συνεπάγεται την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ ως απαράδεκτης, σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή στο Εφετείο το πρώτο (Ολ.ΑΠ 472/1983).

Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 12/2000, Ολ. ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου πιο πάνω άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προβολής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1999). Ως πράγματα που δεν προτάθηκαν θεωρούνται και εκείνα που δεν προτάθηκαν νόμιμα ή προτάθηκαν απαράδεκτα. Στην ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, ειδικότερα, το καθένα από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση του περιεχομένου των από 3-12-2002 προτάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στον πρώτο βαθμό, προκύπτει, ότι οι τελευταίοι, προς απόκρουση της ένδικης σε βάρος τους αγωγής, πρότειναν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, ισχυριζόμενοι, ειδικότερα, τα ακόλουθα: "Ένσταση καταχρηστικής άσκησης αγωγής:

Εκ των ανωτέρω στοιχείων αβίαστα συνάγεται ότι η αντίδικος καταχρηστικά και κατά παράβαση της συναλλακτικής πίστης και των χρηστών ηθών κατέθεσε και κοινοποίησε την επίδικη αγωγή της αποκρύπτοντας όπως προαναφέρθηκε την αλήθεια, ενώ ήταν σε θέση λόγω των γνώσεων και του επαγγέλματος της να γνωρίζει το "καθεστώς" των οικοδομών, όπως αυτό διαμορφώθηκε νόμιμα και με την τροποποιηθείσα πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, σχεδόν αποκλειστικά προς όφελος της ώστε να μπορεί να παρκάρει.

Στρέφεται δε εναντίον μας παραβλέποντας οποιοδήποτε κανόνα ήθους και καλής γειτονίας ενώ γνωρίζει ότι τελικά οι μόνοι που ζημιώθηκαν είμαστε εμείς, καθώς πέραν της ηθικής βλάβης την οποία έχουμε υποστεί χωρίς να έχουμε βλάψει κανέναν, αναλάβαμε μόνοι μας όλα τα έξοδα της ΑΠ1 αποθήκης που κτίστηκε εκ νέου, και στερηθήκαμε μία επιπλέον αποθήκη που μας είχε υποσχεθεί η κοινοπραξία, αφού προς όφελος της αντιδίκου αυτή δεν κτίσθηκε ποτέ (ΑΠ2 αποθήκη, που αν είχε κτισθεί η αντίδικος με δυσκολία θα έμπαινε και από τη νέα είσοδο που ανοίχθηκε)".

Διατύπωσαν, επίσης, οι ίδιοι και αίτημα απόρριψης της αγωγής από τον παραπάνω λόγο. Με τις από 21-10-2003 και 20-4-2005, αντίστοιχα, προτάσεις τους στο Εφετείο, οι ήδη αναιρεσίβλητοι επανέφεραν παραδεκτά την προβαλλόμενη στον πρώτο βαθμό ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, χωρίς να προτείνουν νέα πραγματικά περιστατικά θεμελιούντα την εν λόγω ένσταση.

Η συγκεκριμένη ειδικότερα, αναφορά στις αμέσως πιο πάνω προτάσεις τους, ότι: "Η εκκαλούσα ήγειρε την αγωγή της μετά παρέλευση δεκαετίας (10ετίας) από της ως άνω αναφερόμενης τροποποιητικής πράξεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας. Η εκκαλούσα δεν έφερεν αντιρρήσεις εις την δημιουργηθείσα μετά την ρηθείσαν τροποποιητική πράξη νέα κατάσταση των πραγμάτων η οποία εν πάσει περιπτώσει ωφελούσε την εκκαλούσα......", δεν αφορά νέα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αλλά αφορά περιστατικά ενισχύοντα απλώς τα όσα πρωτοδίκως είχαν προταθεί.

Οι συναφείς, επομένως, έκτος και έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 14 και 8 περίπτ. α’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο σιωπηρά τα αμέσως πιο πάνω, θεμελιωτικά της εν λόγω ένστασης, πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαράδεκτα προτάθηκαν για πρώτη φορά ενώπιόν του και παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή, προτάθηκαν απαράδεκτα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Η περιλαμβανόμενη, επίσης, στον έβδομο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης αιτίαση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται ειδικότερα η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια. Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν είναι, δηλαδή, λυσιτελής.

Ο όγδοος, επομένως, λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη με το Εφετήριο, αλλά και με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της αναιρεσείουσας, πρότασή της προς τους αντιδίκους της για ανταλλαγή μεταξύ τους των χώρων στάθμευσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η επίμαχη πρόταση δεν συνιστά λυσιτελή ισχυρισμό.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, χωρίς, δηλαδή, τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 8/2001), συνολικώς, όμως, αυτή εκτιμώμενη με τις λοιπές ειδικές περιστάσεις, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή "πράγμα" και "ζήτημα", κατά την έννοια των αριθμών 8 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο χρόνος, όμως, της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν είναι ανάγκη να μνημονεύεται στην απόφαση αφού η διάρκεια της αδράνειας είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο απόσβεσης του δικαιώματος, που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς.

Έτσι, η τυχόν παράλειψη μνείας του χρόνου της μακράς αδράνειας του δικαιούχου στην απόφαση δεν ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ. Με τα δεδομένα αυτά, ο ένατος, κατά το πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγος του κύριου αναιρετηρίου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 8 περίπτ.

α’ και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την αδράνεια της ίδιας για την άσκηση του ένδικου δικαιώματός της, χωρίς να διευκρινίζει επακριβώς το χρόνο διάρκειάς της, ο οποίος άρχισε το έτος 1992, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της και παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Οι ένατος, επομένως, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και ο τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, πρόσθετον λόγος, με τους οποίους προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα στους λόγους αυτούς ειδικότερα μνημονευόμενα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιόν του η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της και παραδοχή της έφεσής της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα, χωρίς καμία εξαίρεση, τα νόμιμα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε αυτοτελώς, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, μέρος του, πρόσθετο λόγο της αναίρεσης και υπό τη σωρευτική επίκληση των αριθμών 1, 8 περιπτ. α’ και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλονται κατ’ ορθή εκτίμησή του, οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 57, 1002, 1117 ΑΚ, 1-5 και 13 του ν. 3741/1929, 1 και 5 του ν. 960/1979 και 1 του ν. 1221/1981, με το να δεχθεί ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ενώ δεν νοείται δημιουργία καλόπιστης πεποίθησης στους ενιστάμενους αναιρεσιβλήτους αναφορικά με το δικαίωμα της κυριότητας της αναιρεσείουσας στον επίδικο χώρο της θέσης στάθμευσής της και με το να δεχθεί ότι με τη διαμόρφωση, η οποία αποτέλεσε την υλοποίηση της τροποποιητικής πράξης, διανοίχθηκε νέα είσοδος του υπογείου που διευκολύνει την πρόσβαση στη νέα θέση στάθμευσης του αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας, χωρίς να διευκρινίζεται αν η τροποποιητική αυτή πράξη έγινε με τη σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών, συμπεριλαμβανομένης και της αναιρεσείουσας, περαιτέρω δε με το να λάβει παρά το νόμο υπόψη ότι στην επίμαχη τροποποιητική πράξη συμμετείχαν όλοι οι συνιδιοκτήτες της πολυόροφης οικοδομής, οι οποίοι και συμφώνησαν για τη μετατόπιση του επίδικου χώρου της ιδιόκτητης θέσης στάθμευσης της αναιρεσείουσας στον κοινόχρηστο χώρο, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από μέρους των αναιρεσιβλήτων παραδεκτά στο Εφετείο προς θεμελίωση της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασής τους.

Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση, ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση της παραβίασης των επίμαχων διατάξεων, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία, καθεαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ), ως προς την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση, επίσης, ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε μη ουσιώδη ζητήματα, και, τέλος, ως προς την από τον αριθμό 8 περίπτ.

α’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση, ως απαράδεκτος, αφού, όπως ειδικότερα, εκτίθεται στον ίδιο λόγο "δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν στο τροποποιητικό συμβόλαιο συμμετείχαν όλοι οι λοιποί συνιδιοκτήτες της πολυόροφης οικοδομής και αν αυτοί συμφώνησαν στη μετατόπιση του χώρου της ιδιοκτησίας (της αναιρεσείουσας) επί του κοινόχρηστου κοινοκτήτου χώρου του υπογείου.......".

Οι συναφείς, επίσης, δεύτερος και τρίτος, αντίστοιχα, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί τα ειδικότερα μνημονευόμενα στο δεύτερο απ’ αυτούς πραγματικά περιστατικά, τα οποία προβλήθηκαν ενώπιόν του από τους αναιρεσιβλήτους για τη θεμελίωση της ένστασης κατάχρησης του ένδικου δικαιώματος της αντιδίκου τους και περαιτέρω με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε στην πράξη την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη διαμόρφωση του υπογείου της πολυόροφης οικοδομής, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν εκτίθεται σ’αυτούς, εάν το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου συνίσταται στην ψευδή ερμηνεία ή στην εσφαλμένη εφαρμογή της αμέσως πιο πάνω ουσιαστικής διάταξης.

Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή της ένστασης κατάχρησης του αγωγικού δικαιώματος, παρά το νόμο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αυτοτελών πραγματικών περιστατικών, ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε στην πράξη την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη διαμόρφωση του υπογείου της πολυόροφης οικοδομής, που συνιστά αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε παραδεκτά από τους αναιρεσιβλήτους με τις πρωτόδικες προτάσεις τους.

Ο ερευνώμενος αυτός πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται, επίσης, σ’αυτόν, ότι τα θεμελιούντα τον εν λόγω ισχυρισμό νέα πραγματικά περιστατικά προτάθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους για πρώτη φορά στο Εφετείο, με τις ενώπιον αυτού από 21-10-2003 και 20-4-2005, αντίστοιχα, προτάσεις τους, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 269 § 2 και 527 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή, απαραδέκτως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-4-2006 αίτηση για αναίρεση της 149/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 17-10-2006 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ