Legislator Case Law & Legislation
41/2007 AI generated

41/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 41/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Απριλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

41/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνης αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Keywords

AI generated
traffic violation hit-and-run driving while unfit to drive overtaking maneuver extreme speeding offence motorcycle road accident
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 41 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 41/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... και 2. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Δημητρακόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.,χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Απριλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη ή υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υποχρέου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να εκφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και η μεν κρίση (α) περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνης αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη περίπτωση, το ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Στις 17-10-1996 και περί ώρα 3.30 π.μ., η Χ οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο επί της εθνικής οδού Τριπόλεως - Πύργου με κατεύθυνση προς Τρίπολη, όταν έφθασε στο 137,4 χιλιόμετρο της ως άνω οδού και αφού είχε πραγματοποιήσει δεξιά στροφή σε σχέση με την πορεία της, αντιλήφθηκε το ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο της αποκλειστικής κυριότητος της δεύτερης των αναιρεσειόντων, οδηγούμενο από τον πρώτο απ΄ αυτούς, που εκινείτο επί της ιδίας εθνικής οδού αλλά με αντίθετη, προς Πύργο, κατεύθυνση, να παραβιάζει τη διπλή διαχωριστική γραμμή της άνω οδού και να εισέρχεται στο δικό της (προς Τρίπολη) ρεύμα πορείας.

Η Χ, προκειμένου να αποφύγει την, επερχόμενη κατά τη λογική πορεία των πραγμάτων, μετωπική σύγκρουση, πραγματοποίησε αποφευκτικό αυτής ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της, εισελθούσε έτσι στο αντίθετο ρεύμα πορείας, το οποίο προσπάθησε διαγωνίως να διασχίσει. Παρόλα αυτά δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρώσει τον εν λόγω αποφευκτικό της συγκρούσεως ελιγμό, διότι το όχημα που οδηγούσε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων προσέκρουσε με το δεξιό τμήμα του επί της δεξιάς πλευράς του οχήματος της Χ, το οποίο, αφού περιστράφη περί τον εαυτό του, κατέληξε επί του ρεύματος πορείας του, με αποτέλεσμα τον, εκ της σφοδροτάτης αυτής σύγκρουσης, βαρύτατο τραυματισμό της Χ.

Αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος είναι ο οδηγός του ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, δεύτερος των αναιρεσειόντων, διότι από αμέλειά του, αυτός δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του αν και το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό εξαιτίας προηγηθείσας βροχής, δεν είχε την προσοχή του τεταμένη στην οδήγηση του οχήματός του και δεν ασκούσε την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενόψει μάλιστα και της ολισθηρότητας της οδού, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οδηγούμενου από αυτόν αυτοκινήτου, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να αιφνιδιάσει την αντιθέτως κανονικώς κινουμένη οδηγό ( αναιρεσίβλητη), η οποία, για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση ενήργησε τον πιο πάνω αποφευκτικό αυτή ελιγμό.

Σε σχέση με τον ελιγμό προς τα αριστερά που ενήργησε η Χ θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός ήταν ο ενδεδειγμένος, καθόσον αυτή δεν μπορούσε να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της και τούτο διότι αφενός μεν υπήρχε στην άκρη του δρόμου ρείθρο που εξασφάλιζε σ΄ αυτή βέβαιη την πρόσκρουση του αυτοκινήτου της σ΄ αυτό, αφετέρου δε διότι εφόσον το ζημιογόνο όχημα εκινείτο προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία αυτής, ο ενδεδειγμένος από αυτήν αποφευκτικός ελιγμός που έπρεπε να διενεργήσει ήταν αυτός που πράγματι διενήργησε, ήτοι προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της για να αποφύγει το απειλητικά κατευθυνόμενο προς αυτήν όχημα των αναιρεσειόντων.

Με βάση τις παραδοχές αυτέ στο Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 137/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου, που δέχθηκε τα ίδια, κατόπιν της από 6.4.2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ, στο οποίο εκχωρήθηκαν από το νόμο (άρθρο 10 παρ. 5 ν.δ. 4104/1960, άρθ. 18 Ν. 4476/1965 και άρθ. 18 Ν. 1654/1986) οι αξιώσεις της ασφαλισμένης σ΄ αυτό, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ως άνω παθούσας Χ, και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν σ΄ αυτό, εις ολόκληρον έκαστος, το αναφερόμενο ποσό.

Με αυτά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, με την εξενιχθείσα κρίση του, τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 2, 4, 9 και 10 του ν. ΓπΝ/1911, καθόσον, το αποφανθέν, με τον αναφερθέντα στην προηγούμενη αιτιολογία τρόπο, δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην υποστηριζόμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια, αφού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η κίνηση του ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου με την ίδια, όπως και προηγουμένως ταχύτητα, αν και το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό εξαιτίας προηγηθείσας βροχής, η παρά του οδηγού του έλλειψη ελέγχου και εποπτείας επ΄ αυτού, η υπό του ιδίου έλλειψη επίδειξης τεταμένης προσοχής κατά την οδήγηση και η, από την απώλεια του ελέγχου του οδηγούμενου από αυτόν αυτοκινήτου, είσοδος αυτού στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αποτελούν γεγονότα, που συνιστούν καθ΄ εαυτά και αντικειμενικώς λαμβανόμενα, πρόσφορη αιτία για την επέλευση της συγκρούσεως των οχημάτων αυτών και του βαρύτατου τραυματισμού της οδηγού του ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, και όχι ο αποφευκτικός της συγκρούσεως ελιγμός της τραυματισθείσας οδηγού προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του οδηγουμένου από αυτήν αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τυγχάνει, ενόψει των επικρατουσών, ως ανωτέρω, συνθηκών της οδού, ενδεδειγμένος.

Επομένως, ο τ΄ αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως τούτων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες να πληρώσουν στο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ τα δικαστικά έξοδα της δίκης, που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις και τα οποία περιορίζονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, δοθέντος ότι η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 19-4-2005 αίτηση των ..... και ..... για αναίρεση της 13/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Και,

-Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ