Legislator Case Law & Legislation
41/2006 AI generated

41/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 41/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. Α' του ΚΠΔ έλλειψη ακρόασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτήν ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικού αιτήματος.

Legislator headnote

AI generated

41/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να είναι δε ο λόγος αυτός ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Keywords

AI generated
professional misconduct professional secret safety regulations violation protective equipment endangerment by explosives dangerous substance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 41 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τρίμη, περί αναιρέσεως της 8890/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Γ. του Γ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.11.2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2102/2004.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. Α' του ΚΠΔ έλλειψη ακρόασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτήν ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικού αιτήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης διατείνεται ότι υπέβαλε αίτημα να αναγνωσθούν τα εξής έγγραφα: 1) οι μηχανογραφημένες μισθοδοτικές καταστάσεις της κρισίμου περιόδου, 2) οι υπ' αριθμ. 1467/20-10-1999 και 4873/12-10-2000 "καταστάσεις προσωπικού και ωρών εργασίας", 3) η από 10-3-1998 "έκθεση ένορκης εξέτασης" του μάρτυρα Χ.

Π., η από 20-3-1999 όμοια του μάρτυρος Σ. Κ., η από 7-4-1998 όμοια του μάρτυρος Γ. Ε. και η από 29-4-1998 "ένορκη κατάθεσή" του ιδίου, ως μάρτυρα, κατά το στάδιο της προδικασίας 4) η από 26-5-1998 "έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα" του παθόντος, 5) οι υπ' αριθμ. 14104/2004, 14105/2004, 14106/2004 και 14107/2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών των μαρτύρων Ι.

Φ., Χ. Π., Γ. Μ. και Ε. Σ., αντίστοιχα. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν ζητήθηκε η ανάγνωση των προαναφερθέντων εγγράφων και το Δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικού αιτήματος. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, είναι αβάσιμος.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 264, 266 και 314 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση των πλημμελημάτων του εμπρησμού και της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτριος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε και επί πλέον για τον εμπρησμό από την πυρκαγιά να προκλήθηκε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Για να είναι δε ο λόγος αυτός ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλο, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφο.

3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 8890/2004 απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, στη Μάνδρα Αττικής στις 9-3-1998 Α) από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε πυρκαγιά από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ανθρώπους, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήχθη από την παρακάτω πράξη του.

Συγκεκριμένα, τυγχάνων χημικός μηχανικός, διευθύνων σύμβουλος και εκπρόσωπος της βιομηχανίας χρωμάτων "ΒΕΡΝΙΚ ΑΕ", και υποχρεωμένος από τις παραπάνω ιδιότητές του να συντηρεί και να διατηρεί σε καλή κατάσταση, τόσο τις δύο τσιμπίδες γείωσης στατικού ηλεκτρισμού, που ήταν τοποθετημένες η μία στη ζυγαριά, με την οποία ζύγιζαν το διαλυτικό υγρό, και η άλλη στις παροχές του υγρού, όσο και τις σταθερές άκρες που ήταν πάνω στις τσιμπίδες, αυτός δεν μερίμνησε για τη συντήρηση αυτών και τη διατήρηση τους σε καλή κατάσταση και δεν αντιλήφθηκε ότι οι σταθερές συνδέσεις αυτών είχαν φθαρεί, ώστε να προβεί στην επισκευή τους ή την αντικατάστασή τους με άλλες καινούργιες.

Έτσι, όταν ο εργαζόμενος στην ανωτέρω Βιομηχανία ως βοηθός χημικού Δ. Γ. έκανε χρήση των τσιμπίδων αυτών, προκειμένου να γεμίσει ένα δοχείο μεταλλικό, χωρητικότητας 30 έως 40 λίτρων με διαλυτικό υγρό, να μη λειτουργήσουν οι γειώσεις, με συνέπεια να μην εξουδετερωθεί ο συσσωρευμένος στο χώρο στατικός ηλεκτρισμός και να προκληθεί σπινθήρας από τον οποίο προκλήθηκε πυρκαγιά.

Από την πυρκαγιά που μεταδόθηκε εντός του χώρου του κτιρίου, κάηκε μεγάλη ποσότητα διαλυτικού υγρού, πρώτες ύλες παρασκευής χρωμάτων και υπέστη ζημία η δομική κατασκευή του κτιρίου, δημιουργηθέντος κοινού κινδύνου σε ανθρώπους και συγκεκριμένα σχετικά με τη ζωή, την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των εντός του κτιρίου εργαζομένων υπάλλήλων και πελατών.

Ειδικότερα ο ανωτέρω Δ. Γ. υπέστη εγκαύματα, μερικού κατά τόπους και ολικού πάχους, προσώπου, πτερυγίων των ώτων, ράχεως άκρων χειρών άνω άκρων και οπίσθιας επιφανείας μηρών άμφω συνολικής έκτασης 20%. Τελικώς η πυρκαγιά κατασβέσθηκε από την παρέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Β) Τυγχάνων υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του στην καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήχθη από την παρακάτω πράξη του.

Συγκεκριμένα, τυγχάνων χημικός μηχανικός, διευθύνων σύμβουλος και εκπρόσωπος της βιομηχανίας χρωμάτων "ΒΕΡΝΙΚ ΑΕ", και διευθυντής του εργοστασίου της, με την πιο πάνω υπό στοιχ. Α' περιγραφόμενη πράξη του προξένησε στον ανωτέρω παθόντα τις σωματικές βλάβες που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος εμπρησμού από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια.

Ο προβληθείς ισχυρισμός περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 267 ΠΚ είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται εάν ο κατηγορούμενος κατέστειλε με ελεύθερη θέλησή του ο ίδιος την πυρκαγιά ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς την αρχή έδωσε αφορμή για την καταστολή της. Κατά πάσα περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η προσδραμούσα Πυροσβεστική Υπηρεσία που κατέσβεσε την πυρκαγιά ειδοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο ή άλλο πρόσωπο κατ' εντολή του. 4.

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314, 264 και 266 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας με σαφήνεια εκτίθενται στο σκεπτικό τα περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνίστανται, κατά τις παραδοχές της απόφασης στην έλλειψη συντήρησης των τσιμπίδων γείωσης και διατήρησής τους σε καλή κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί ότι οι σταθερές συνδέσεις αυτών είχαν φθαρεί, ώστε να προβεί στην επισκευή τους ή την αντικατάστασή τους με άλλες καινούργιες.

Επίσης δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο παθών κατά την πλήρωση του μεταλλικού δοχείου με διαλυτικό υγρό έκανε χρήση των τσιμπίδων, οι οποίες όμως δεν λειτούργησαν λόγω της ελλιπούς συντήρησής τους, με συνέπεια να μην εξουδετερωθεί ο συσσωρευμένος στο χώρο στατικός ηλεκτρισμός και να προκληθεί σπινθήρας από τον οποίο προκλήθηκε πυρκαγιά, χωρίς από τις παραδοχές αυτές δημιουργούνται αντιφάσεις ή ασάφειες, που μπορεί να οδηγήσουν στην εκ πλαγίου παράβαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να προσδιορίζει με σαφήνεια συγκεκριμένες ασάφειες ή αντιφάσεις της απόφασης.

Όσα δε αναφέρονται στους αντίστοιχους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ως προκύπτοντα από τις καταθέσεις μαρτύρων, ότι δηλαδή η συντήρηση των γειώσεων με ειδικό προσωπικό ήταν τακτική και πλήρης, ότι αυτές τις αντικαθιστούσε κατά συχνά διαστήματα, όπως επίσης ότι ο παθών δεν έκανε καθόλου χρήση των τσιμπίδων αυτών, είναι περιστατικά που αφορούν τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης και την αξιολόγηση από το Δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων και δεν δημιουργείται από αυτές καμία αντίφαση ή ασάφεια.

Οι αντιφάσεις δε που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος υπάρχουν στην απόφαση αναφέρονται σε καταθέσεις μαρτύρων ή άλλων αποδεικτικών μέσων που εξετάσθηκαν σε σχέση με το καταδικαστικό πόρισμα της απόφασης και όχι από αντιφάσεις ή ασάφειες του σκεπτικού σε σχέση με το διατακτικό ή μόνο του σκεπτικού ή του διατακτικού της απόφασης.

Η μη ορθή όμως εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

5. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προτεινόμενους, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως είναι και ο προβαλλόμενος από το άρθρο 267 ΠΚ προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή του υπαιτίου εμπρησμού από αμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττει την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 267 ΠΚ σχετικά με την απόρριψη του προβληθέντος από αυτόν, ως προς την πράξη του εμπρησμού από αμέλεια, αυτοτελούς από την εν λόγω διάταξη ισχυρισμού.

Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός περί απαλλαγής του από την ποινή, όπως διατυπώθηκε, με μόνη δηλαδή την επίκληση του αριθμού του σχετικού άρθρου και χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία να στοιχειοθετούν το πραγματικό της διάταξης αυτής, ήταν αόριστος και επομένως το Εφετείο ορθώς με την κύρια σκέψη τον απέρριψε ως αόριστο.

Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός ότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό λόγω της αοριστίας του, με επικουρική σκέψη, διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και σαφή αιτιολογία για την απόρριψή του ως αβασίμου, ενώ περαιτέρω ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 267 ΠΚ. Έτσι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' σχετικοί λόγοι, αναφερόμενοι στο δικόγραφο της κρινομένης αίτησης ως τέταρτος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2004 αίτηση του Γ. Β. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 8890/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ