Legislator Case Law & Legislation
419/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural default and inadmissible arguments regarding liability and costs.

Case Number 419/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Larissa regarding a liability dispute. The appellant failed to appear or be represented by counsel, while the insurance company was present; the court ruled the appeal inadmissible because the appellant's arguments regarding liability and costs violated procedural rules and lacked standing. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellant, and the insurance company's costs were not awarded due to its absence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 242 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participate properly, the court examines the legality of their summons; if not legally summoned, the hearing is declared inadmissible, and if the party had a legitimate interest to oppose, the appeal is rejected.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural default inadmissible appeal legal standing court costs absence of party liability dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 419/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Ζ. Τ., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "..." (πρώην "...", πρώην "..."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Διανελλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική και ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης , δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα, πρακτικά της παρούσας απόφασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο , η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Λάρισας Δ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-4-2024) επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την προκείμενη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η κρινόμενη από 8-12-2022 (με αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ....

τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015),είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά των ήδη αναιρεσίβλητων την ένδικη, από 21-12-2017 (με αρ.

κατ. 809/2017) αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Τ., οδηγώντας το ιδιοκτησίας της και ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, είναι η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", προκάλεσε από υπαιτιότητά της τον τραυματισμό του, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.

Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να του καταβάλουν και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, καθένας εις ολόκληρον, να του καταβάλουν, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, αρχικά με την υπ' αριθμ. ... μη οριστική απόφασή του διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως με την υπ'αριθμ. ... οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Μετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο συνεκδίκασε τις εφέσεις αντιμωλία των διαδίκων και, αφού απέρριψε την έφεση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων, δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ'ουσία βάσιμη .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Κατά συνέπεια γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Είναι πρόδηλο ότι, η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 1469/2022, ΑΠ 790/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2014).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1187/2023,ΑΠ 285/2023,ΑΠ 916/2020, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν, δε, ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόνο, δε, αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ` αποδοχή της έφεσης ή της αντέφεσης και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ` ουσίαν, μπορεί να πράξει τούτο, γιατί αλλιώς ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

α` ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1187/2023,ΑΠ 158/2021, ΑΠ 1033/2018, ΑΠ 769/2017, ΑΠ 134/2008). Περαιτέρω, σε απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, που γίνεται δεκτή κατ` ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά παραδοχή προβληθείσας από τον εναγόμενο της ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ μειώνεται αναλόγως κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας το αριθμητικό ποσό ζημίας, ο ενάγων δύναται με την έφεσή του να διατυπώσει παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητάς του, ζητώντας με την έφεση την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ, ώστε ο εναγόμενος να κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος.

Στην περίπτωση αυτή συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημίωσης υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης κατά το μνησθέν πρώτο κεφάλαιο της υπαιτιότητας, θα αυξηθεί αναλόγως και το ποσό της αποζημίωσης υπέρ του ενάγοντα, αφού δεν θα γίνει πλέον μείωση κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.

Η συμπροσβολή αυτή του κεφαλαίου της αποζημίωσης είναι αυτονοήτως αναγκαία, παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανσή της για το λόγο, ότι ο εκκαλών ενάγων ασκώντας έφεση επιδιώκει, στην άνω περίπτωση, όχι μόνο την κήρυξη του εναγομένου ως αποκλειστικά υπαίτιου του ατυχήματος, αλλά συγχρόνως την αύξηση της αποζημίωσης που θα επιδικασθεί υπέρ αυτού.

Διαφορετικά, θα προκύπτει το παράδοξο αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται, κατά παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου έφεσης, αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα ο εναγόμενος οδηγός, αλλά , παρόλα αυτά, να μη θίγεται καθόλου το κεφάλαιο της πρωτοδίκως υπέρ του ενάγοντα- εκκαλούντα επιδικασθείσας αποζημίωσης, γιατί θα θεωρείται ότι δεν προσβλήθηκε με την έφεση (ΑΠ 600/2021, ΑΠ 161/2021, ΑΠ 632/2010, ΑΠ 442/2002).Πλην όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, για τον καθορισμό της εξ αυτής αποζημίωσης προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του.

Διότι, οι ως άνω χρηματικές παροχές δεν αποτελούν αποζημίωση, αλλά καθορίζονται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου, με βάση τους προαναφερθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες. Επομένως, η παραδοχή ή μη της συνυπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση του ατυχήματος δεν οδηγεί σε μείωση ή αύξηση της επιδικαζόμενης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ ή της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, με μαθηματικό υπολογισμό, όπως αντίθετα συμβαίνει στην αποζημίωση λόγω περιουσιακής ζημίας, αλλά οδηγεί στη λήψη και συνεκτίμηση της συνυπαιτιότητας ή μη αυτού για τον εύλογο προσδιορισμό της εκ του άρθρου 931 ΑΚ χρηματικής παροχής και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ μαζί με τα υπόλοιπα προσδιοριστικά στοιχεία.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: ".....Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα στις 29-12-2016 και περί ώρα 17.20, οπότε η πρώτη εναγόμενη, οδηγώντας το με αριθ.κυκλ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του ν. 489/1976 στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." και κινούμενη επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... στη Νεάπολη, στην συμβολή των οδών ... με Δαβάκη, παραβίασε τη ρυθμιστική πινακίδα STOP, που είχε την πορεία της, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος της με την πλάγια δεξιά πλευρά της με αριθ. ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων, να εκτραπεί αυτή της πορείας της και να προσκρούσει αρχικά σε μεταλλική περίφραξη δένδρου επί του πεζοδρομίου της οδού Δαβάκη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, και ακολούθως σε σταθμευμένο όχημα επί της ιδίας οδού, με επακόλουθο τον τραυματισμό του ενάγοντος και την πρόκληση υλικών ζημιών στη δίκυκλη μοτοσικλέτα κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα.

Με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα ήταν η πρώτη εναγόμενη για όσους λόγους αναφέρονται στην απόφαση, Επειδή το κεφάλαιο της υπαιτιότητας δεν εκκαλείται, δεν έχει μεταβιβαστεί ενώπιον του Εφετείου και γι' αυτό δεν θα εξεταστεί (άρθρο 522 ΚΠολΔ), ενόψει και του ότι, αν εκκαλείται μόνο το κεφάλαιο της αποζημιώσεως, όπως εν προκειμένω, μόνο αυτό μεταβιβάζεται στο Εφετείο, όχι δε και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, διότι αυτό δεν συνέχεται αναγκαστικά με το πρώτο .....αμέσως μετά τη σύγκρουση ο ενάγων διεκομίσθη με ασθενοφόρο όχημα του ΕΚΑΒ στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, όπου κατόπιν αξονικής, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από αριστερά μετωπιαία εξωπαρεγχυματική αιμορραγική συλλογή με χαρακτήρες επισκληριδίου αιματώματος πάχους 8,8 χιλιοστών και μήκους 3,2 εκατοστών σε εγκάρσιο επίπεδο.

Επίσης, στικτή υπέρπυκνη αλλοίωση ελέγχθηκε υψηλά αριστερά μετωπιαία, ενώ αναδείχθηκε εικόνα κατάγματος αριστερού μετωπιαίου οστού, το οποίο επεκτεινόταν έως το σύστοιχο ζυγωματικό οστό (έξω τοίχωμα οφθαλμικού κόγχου) με συνοδό παρουσία φυσαλίδων αέρα εντός του αριστερού οφθαλμικού κόγχου. Παρουσιάστηκε κεφαλαιμάτωμα με φυσαλίδες αέρα στα εξωκράνια μαλακά μόρια πλησίον του κατάγματος και οίδημα του υποδόριου κυτταρολιπώδους ιστού στα παροφθάλμια μαλακά μόρια αριστερά.

Επίσης, διαπιστώθηκε εικόνα υγραερικού επιπέδου εντός των γναθιαίων κόλπων αμφοτερόπλευρα, ενώ επί τα εκτός και πίσω του έξω τοιχώματος του δεξιού ιγμορείου άντρου παρατηρήθηκαν ολιγάριθμες φυσαλίδες αέρα (μικρό κάταγμα στο οπίσθιο τοίχωμα του δεξιού ιγμορείου άντρου),... Στις 30-12- 2016, μετά από νέα αξονική τομογραφία, διαπιστώθηκε ότι το ήδη υπάρχον επισκληρίδιο αιμάτωμα ήταν αυξημένο σε διαστάσεις (πάχος 3,7 εκατοστά έναντι 8,8 χιλ.

και μήκος 7,5 εκατοστά έναντι 3,2 εκ.). Η βλάβη αυτή ασκούσε ήπια πιεστικά φαινόμενα στη σύστοιχη πλάγια κοιλία, ενώ προκαλούσε υποσημαινόμενη μετάθεση των δομών της μέσης γραμμής προς τα δεξιά κατά 4,5 χιλιοστά.... Υποβλήθηκε στις 31-12- 2016 σε κρανιοτομία και παροχέτευση του επισκληρίδιου αιματώματος και εν συνεχεία παρέμεινε νοσηλευόμενος στη ΛΑΕΘ του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας μέχρι την 7-1-2017.

Εν συνεχεία παρέμεινε νοσηλευόμενος στη Νευροχειρουργική Κλινική του άνω Νοσοκομείου μέχρι την 17-1-2017.... Εξάλλου, ο ενάγων συνεπεία του άνω ατυχήματος παρουσίασε οργανικό ψυχοσύνδρομο (γνωσιακά ελλείμματα) επί εδάφους κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, του χορηγήθηκε τρίμηνη αναρρωτική άδεια από 20-2-2017 έως 20-5-2017 και του δόθηκε αγωγή με λήψη αντιεπιληπτικών φαρμάκων Depakine 500 mg ...

ενώ δυνάμει της από 14-7-2017 ιατρικής βεβαίωσης- γνωμάτευσης συστήθηκε σε αυτόν η διαρκής φροντίδα και συμπαράσταση από άλλο πρόσωπο. Εν συνεχεία, διαπιστώθηκε από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ μετά από αξιολόγηση της κατάστασής του ότι πάσχει από τις παρακάτω παθήσεις κατά βαθμό και βαρύτητα:

Οργανικό Ψυχοσύνδρομο, Προφυλακτική Αντιεπιληπτική αγωγή υπό Φαρμακευτική Αγωγή σε έδαφος χειρουργηθέντος επισκληρίδιου αιματώματος μετωποκροταφικά αριστέρα και κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 80% για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 25-5-2017, και κατά ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα από 26-5-2017 έως 31-5-2018, ενώ κρίθηκε ότι ποσοστό 80% της αναπηρίας του οφείλεται στο επίδικο ατύχημα...

Περαιτέρω, διαπιστώθηκε από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ μετά από την εκ νέου αξιολόγηση της κατάστασής του ότι πάσχει από τις παρακάτω παθήσεις κατά βαθμό και βαρύτητα: διαταραχές ανακλητικής μνήμης, προσοχής και συγκέντρωσης και κρίσεις επιληψίας υπό μονοθεραπεία επί εδάφους τραυματικού επισκληριδίου αιματώματος παροχετευθέντος (12/2016).

Δεν φέρει ποσοστό αναπηρίας στην κινητική αναπηρία, ενώ κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα από 1-6-2018 έως 31-5-2020. Περαιτέρω κρίθηκε ότι ποσοστό 67% οφείλεται στο επίδικο ατύχημα...Περαιτέρω η ως άνω διορισθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας Μ. Κ., δυνάμει της με αριθμ. ... έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και της με αριθμ. 43/30-7-2019 συμπληρωματικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης διαπίστωσε, ότι ο ασθενής υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση μετά αιμορραγιών μετωτοκροταφικά αριστερά, όπου έγινε νευροχειρουργική παρέμβαση και νοσηλεύτηκε στη ΜΕΘ.

Διευκρίνισε ότι όσον αφορά το ερώτημα που τέθηκε από το ως άνω Δικαστήριο με την με αριθμ. ... μη οριστική απόφαση του αν ο ενάγων παρουσιάζει στην παρούσα φάση οργανικό ψυχοσύνδρομο δεν δύναται να απαντηθεί από την ίδια λόγω της ειδικότητά της. Ωστόσο, σημείωσε ότι ο ενάγων λαμβάνει αγωγή με Depakine από ψυχίατρο σαν σταθεροποιητή του συναισθήματος, αλλά και σαν αντιεπιληπτική αγωγή.

To Dekapine δεν το ελάμβανε πριν από την ενδοκρανιοεγκεφαλική κάκωση (αυτό ανήκει στην κατηγορία των κατασταλτικών φαρμάκων του κεντρικού νευρικού συστήματος). Όσον αφορά τη συνέχιση του φαρμάκου νευρολογικά έκρινε απαραίτητη τη συνέχιση λήψης αυτού. Επιπρόσθετα η ως άνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι στην παρούσα φάση ο ενάγων δεν εμφανίζει επιληπτικές κρίσεις και φέρει τελείως φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα.

Ωστόσο, η ως άνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι υφίσταται αδυναμία του ενάγοντος να ανακαλέσει γευστικές μνήμες, αρώματα, τη γεύση και την όσφρηση λειτουργίες σημαντικότατες για την άσκηση του επαγγέλματος του οινολόγου-τεχνικού οινοποιείου. Στην παρούσα φάση ο ασθενής δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί, παρόλα αυτά στον επαγγελματικό τομέα παρουσιάζει δυσχέρεια γεύσης και όσφρησης, ενώ ελλείμματα στην κινητικότητα και την αισθητικότητα καθώς και στις παρεγκεφαλιδικές λειτουργίες δεν υπάρχουν.

Συμπέρανε δε, ότι η ουσιαστικά η αναπηρία η οποία παρουσιάζεται στον ενάγοντα εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος είναι η ανάκληση των γεύσεων δηλαδή μία μορφή αγνωσίας και δεδομένου ότι δεν γίνεται ανάπλαση νευρικού ιστού είναι μόνιμη δυσλειτουργία-αναπηρία. Οι υπολειμματικές αυτές βλάβες εφόσον δεν αφορούν στη κινητικότητα, αισθητικότητά και στις παρεγκεφαλιδικές λειτουργίες δεν κρίνεται απαραίτητη η παρουσία τρίτου προσώπου.

Η ως άνω πραγματογνωμοσύνη (αρχική και συμπληρωματική) της άνω πραγματογνώμονας κρίνεται πειστική και πλήρως αιτιολογημένη, καθόσον η ως άνω πραγματογνώμονας ρητώς και κατηγορηματικώς αναφέρει το είδος της αναπηρίας από την οποία πάσχει ο ενάγων εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος, ενώ περαιτέρω διευκρινίζει ότι αυτή η αναπηρία είναι μόνιμη διότι ότι δεν γίνεται ανάπλαση νευρικού ιστού είναι μόνιμη.

Το συμπέρασμα της άνω πραγματογνωμοσύνης ενισχύεται και από τις προγενέστερες ανωτέρω αναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις και ιδιαιτέρα από την με αριθμ. ... γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΚΕΠΑ που έκρινε ότι ο ενάγων πάσχει από διαταραχές ανακλητικής μνήμης, προσοχής και συγκέντρωσης και κρίσεις επιληψίας υπό μονοθεραπεία επί εδάφους τραυματικού επισκληριδίου αιματώματος παροχετευθέντος, ενώ δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από την από 5-11-2019 έκθεση της τεχνικού συμβούλου Α.

Π., που διόρισε η 2η των εναγόμενων, διότι τούτη δεν κρίνεται πειστική, καθόσον ως προς την αδυναμία του ενάγοντος να ανακαλεί γεύσεις αν και αποφαίνεται ότι "η αναφερόμενη βλάβη αφορά μεμονωμένη δυσχέρεια ανάκλησης γεύσεων και αρωμάτων, δηλαδή διαταραχή της μνήμης των αισθήσεων και αρωμάτων .. και η συγκεκριμένη μεμονωμένη διαταραχή της μνήμης γεύσεων και αρωμάτων (αγνωσία) δεν μπορεί να διαπιστωθεί και να αξιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο" εν συνεχεία αναφέρει ότι "η γευστική και οσφρητική αγνωσία είναι μία σπάνια κατάσταση, η οποία μπορεί να παρατηρηθεί σε βλάβες κροταφικών λοβών του εγκεφάλου, οπότε πρέπει να σημειωθεί ότι στην ένδικη περίπτωση οι βλάβες αφορούσαν τον μετωπιαίο και όχι τους κροταφικούς λοβούς", χωρίς να λαμβάνει περαιτέρω υπόψη της ότι ο ενάγων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση μετά αιμορραγιών μετωποκροταφικά αριστερά.

Οι ανωτέρω παραδοχές της εκκαλουμένης δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος φορούσε προστατευτικό κράνος, και κατά την οδήγηση και κατά το χρόνο που ήταν πεσμένος στο οδόστρωμα όπως ρητά κατέθεσε η αυτόπτης μάρτυρα του ατυχήματος, Γ. Δ., το όνομα της οποίας αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα αρμόδιο όργανα του Τ.Τ.

Λάρισας, στην 14-3-2017 ένορκη εξέταση μάρτυρα, που λήφθηκε μετά το ατύχημα στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανακρίσεως αλλά και ως μάρτυρας και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συνεδρίασης της 7ης-6-2-18. Την ύπαρξη του κράνους άλλωστε επιβεβαιώνει και η πρώτη εναγόμενη, Α. Τ., .....Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο ενάγων, οδηγός της μοτοσικλέτας, τραυματίστηκε στο κεφάλι, αφού σε περίπτωση μη χρήσης οι κακώσεις στο κρανίο θα ήταν πολύ μεγαλύτερης έκτασης, δεδομένου ότι ο ενάγων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση την οποία δεν θα μπορούσε vα αποτρέψει το κράνος αφού αυτή οφείλεται στην βίαιη πτώση σε ανένδοτη επιφάνεια και δη οδόστρωμα και στην σφοδρή πρόσκρουση της κεφαλής του σ' αυτό που προκάλεσε και ράγισμα του κράνους.

Άλλωστε κατά τα κοινώς γνωστά το κράνος σε σφοδρή σύγκρουση ή πτώση περιορίζει την έκταση των τραυματισμών στο κεφάλι αλλά δεν τα αποτρέπει πάντοτε εντελώς ....Ούτε επίσης οδηγεί σε αντίθετη κρίση το γεγονός ότι στην έκθεση αυτοψίας δεν καταγράφεται ως εύρημα στο τόπο του ατυχήματος το κράνος, αυτό αφού αφαιρέθηκε από τον τραυματισθέντα ενάγοντα από το πλήρωμα του ασθενοφόρου προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες και είναι άγνωστο που αφέθηκε ενώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι κατά το χρόνο που κατέφθασαν στο τόπο του ατυχήματος τα αρμόδια όργανα του Τ.Τ.

Λάρισας που συνέταξαν την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, ο ενάγων είχε ήδη είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Εξάλλου, τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, όπως η Έκθεση Αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα επί τροχαίου ατυχήματος, την αλήθεια των οποίων οφείλει να διαπιστώσει αυτός που συντάσσει το εν λόγω έγγραφο, παρέχουν πλήρη απόδειξη όμως επιτρέπεται κατ' αυτών ανταπόδειξη, (αρθ. 440 ΚΠολΔ), και σύμφωνα με τα αναλυτικά εκτιθέμενα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έφερε προστατευτικό κράνος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε ότι συνυπαίτιος του ένδικου τραυματισμού του σε ποσοστό 20% ήταν ο ενάγων διότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, κατά παραδοχή εν μέρει ως ουσία βάσιμης της, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, ένστασης των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος - παθόντος στην έκταση του τραυματισμού του, που προέβαλαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εναγόμενοι με επιγραμματική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται στις έγγραφες προτάσεις τους και τον οποίο επαναφέρει η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με λόγο έφεσης της, εσφαλμένα έκρινε και επομένως ο σχετικός πρώτος (1ος) λόγος έφεσης του ενάγοντος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του.

Αντίθετα, ο αντίστοιχος πρώτος (1ος) λόγος της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας με τον οποίο παραπονείται ότι έπρεπε να καταλογισθεί μεγαλύτερο ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντος στην έκταση του τραυματισμού του (80%), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, με την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μη εκκληθέν μέρος της το οποίο όμως ερευνάται υποχρεωτικά, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ως συμπροσβαλλόμενου αναγκαίως κεφάλαιο της ( άρθρο 522 ΚΠολΔ ) έγινε δεκτό ότι ο ενάγων για χρονικό διάστημα επτά (7) μηνών από την έξοδο του από το νοσοκομείο βρισκόταν σε αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης και υπήρχε ανάγκη βοήθειας από τρίτο πρόσωπο και ότι η μητέρα του καθ' υπέρβαση των συνήθων υποχρεώσεων από τον συγγενικό δεσμό της με τον ενάγοντα προσέφερε υπηρεσίες νοσοκόμας οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό το ποσό των 600,00 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 4.200,00 ευρώ μειωμένο κατά το αναγνωρισθέν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της ζημίας της (20%), ήτοι δικαιούται το ποσό των 3.360,00 ευρώ (4.200,00 ευρώ -20%).

Ενόψει όμως της παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμου του ανωτέρω πρώτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος που αφορά την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του και επηρεάζει το ύψος των κονδυλίων, η αποζημίωση που θα πρέπει να του επιδικασθεί για την αιτία αυτή ανέρχεται στο ποσό των 4.200,00 ευρώ(7 μήνες χ 600,00 ευρώ μηνιαίως) αντί του πρωτοδίκως εσφαλμένως επιδικασθέντος ποσού των 3.360,00 ευρώ (4.200,00 ευρώ -20%).

Περαιτέρω, κατά την εξέταση του την 1-9-2017 από τον πλαστικό χειρουργό Ε. Χ. διαπιστώθηκαν τα εξής "7. Διαταραχή της επιφάνειας της αριστερός μετωποβρεγματικής χώρας η οποία εμφανίζει κατά τόπους, εναλλασσόμενες, εμβαθύνσεις και διογκώσεις.2) Κάθετη μετατραυματική ουλή αριστερός μετωποβρεγματικής χώρας, μήκους 7 εκατοστών περίπου, η οποία εμφανίζει διαπλάτυνση και κατά τόπους υπερτροφία, προκαλώντας μετατραυματική αλωπεκία στο τριχωτό της κεφαλής στην αντίστοιχη περιοχή, με εμφανείς τις ουλές από τα σημεία εισόδου και εξόδου των ραμμάτων.

Μέγιστο πλάτος της προαναφερθείσας ουλής, 1,5 εκατοστό περίπου.3) Ημικυκλική μετεγχειρητική ουλή, με το κοίλο μετωπιαία, αποτέλεσμα της προηγηθείσας κρανιοανάρτησης, μήκους 17 εκατοστών, η οποία εμφανίζει διαπλάτυνση (μέγιστο πλάτος 1 εκατοστό περίπου) και προκαλεί μετατραυματική αλωπεκία στο τριχωτό της κεφαλής στην αντίστοιχη περιοχή.4) Υπερχρωσική-μελαγχρωματική βλάβη, στην περιοχή της αριστερής πηχεοκαρπικής άρθρωσης, μήκους 12 εκατοστών και μέγιστου πλάτους 0,5 εκατοστών περίπου, ως πιθανό αποτέλεσμα εγκαύματος τριβής, από αναφερόμενη πρόσδεση του ασθενούς επί της κλίνης, κατά τις φάσεις διέγερσής του.5) Αντίστοιχη βλάβη στην περιοχή της δεξιάς πηχεοκαρπικής άρθρωσης, μήκους 4 εκατοστών και μέγιστου πλάτους 0,5 εκατοστών περίπου.

Για την διόρθωση κατά το μέγιστο δυνατόν, των ως άνω περιγραφέντων βλαβών κρίνεται απαραίτητη η διενέργεια επεμβάσεων αποκατάστασης, με την χρήση εξειδικευμένων τεχνικών της Πλαστικής χειρουργικής, καθώς και η χρήση ειδικών προσθετικών υλικών καθώς και φαρμακευτικών σκευασμάτων, επί μακρό χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 6 μηνών), το κόστος συνολικά των οποίων αναμένεται να ανέλθει στο ύψος των 6.000,00 ευρώ περίπου.

Ακόμη και μετά το πέρας των πιθανών επεμβάσεων αποκατάστασης, το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα θα υπολείπεται του φυσιολογικού". Κατά την εξέταση του όμως στις 17-7-2019 η ορισθείσα πραγματογνώμονας, Κ. Μ., διαπίστωσε ότι ο ενάγων εμφάνιζε δύσμορφες μετατραυματικές ουλές στις οποίες έγιναν χειρουργικές και πλαστικές παρεμβάσεις.

Πλην, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει παραστατικά από τα οποία να προκύπτει σε ποιο ιδιωτικό θεραπευτικό ίδρυμα έγιναν αυτές και ποιο ήταν αναλυτικά κατ'είδος το κόστος αυτών και επομένως το σχετικό αγωγικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενου του περί αντιθέτου τέταρτου (4ου) λόγου της έφεσης του ενάγοντος......Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ως άνω αγνωσία του ενάγοντος συνιστά μόνιμη δυσλειτουργία- αναπηρία του και έχει επηρεάσει την ικανότητά του προς εργασία, αφού ο ενάγων προ του ατυχήματος δραστηριοποιείτο κυρίως στο χώρο της εμπορίας οίνων και ποτών καθόσον είναι τεχνικός οινολογίας-γευσιγνώστης.

Ειδικότερα, το χρονικό διάστημα από 2009 έως το 2013 διατηρούσε κατάστημα εμπορίας οίνων και ποτών στη Θεσσαλονίκη και το έτος του 2014 και 2015 συνεργάστηκε με τον ... και το ..., ως τεχνικός οινολογίας. Η ως άνω επαγγελματική ενασχόληση του ενάγοντος που προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους.

Συνεπώς, η ως άνω αναπηρία του ενάγοντας σε συνδυασμό με την μακροχρόνια λήψη της ως άνω φαρμακευτικής αγωγής Depakine 500 mg, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αντενδείκνυται με τη χρήση αλκοόλ καθιστά την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος το οποίο σχετίζεται με τη λήψη (γεύση) αλκοόλ ιδιαιτέρως δυσχερή, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη συρρίκνωση της επαγγελματικής του απασχόλησης, την οποία, ενόψει και της ηλικίας, του, δεν μπορεί εύκολα να μεταβάλει.

Σύμφωνα, επομένως, και με τα προαναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, ο ενάγων δικαιούται ειδική αποζημίωση, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ...η οποία ανέρχεται, ενόψει της ηλικίας του (37 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), το φύλο, το είδος του τραυματισμού, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, τη μόνιμη αναπηρία του, τις προαναφερθείσες επιπτώσεις αυτής, καθώς και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, στο εύλογο ποσό των 17.000,00 ευρώ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη προσδιόρισε το ύψος της οφειλόμενης στον ενάγοντα αποζημίωση κατ' άρθρ. 931 ΑΚ στο ποσό των 15.000,00 (συνεκτιμωμένης της αναγνωρισθείσης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού της και του ποσοστού αυτής) εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις δεκτού γενομένου εν μέρει ως βάσιμου και κατ' ουσίαν του δεύτερου (2.Ι) ως προς το σχετικό σκέλος του, λόγου της έφεσης του ενάγοντος.

Αντίθετα ο δεύτερος (2ος) ως προς το σχετικό σκέλος του, λόγος της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, με τον οποίο παραπονείται για το ύψος της εκ του άρθρου 931 ΑΚ πρόσθετης αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο εναγών, συνέπεια του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και της εξ αυτού ταλαιπωρίας του, αλλά και όλων των εξ αυτού συνεπειών, που ανωτέρω περιγράφονται υπέστη ηθική βλάβη, για την' αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.

Ενόψει δε των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, του είδους και της έκτασης του επελθόντος τραυματισμού του, εξαιτίας του οποίου ο τελευταίος ένιωσε έντονο σωματικό άλγος και ισχυρή ψυχολογική αναστάτωση και ταλαιπωρία, και υπέστη τις εκτιθέμενες ανωτέρω συνέπειες, της ηλικίας του και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται ανέρχεται σε 37.000,00 ευρώ, πέραν του ποσού των 30,00 ευρώ που επιφυλάχθηκε να αναζητήσει από το αρμόδιο ποινικά δικαστήριο παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων για τον ένδικο τραυματισμό του, το οποίο, μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υπόθεσης αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 παρ. 1 Συντ. 2,9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ....) Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό των 35.000,00 ευρώ (συνεκτιμωμένης της αναγνωρισθείσης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού της και του ποσοστού αυτής) έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, παραβιάζοντας τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και την αρχή της αναλογικότητας, και επομένως ο δεύτερος ((2.II) ως προς το σχετικό σκέλος του, λόγος έφεσης του ενάγοντος με το οποίο παραπονείται ότι έπρεπε να του επιδικαστεί υψηλότερη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία αβάσιμος.

Αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος (2ος), ως προς το σχετικό σκέλος του, λόγος της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας με τον οποίο παραπονείται ότι έπρεπε να επιδικαστεί στον ενάγοντα χαμηλότερη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.....". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο αν και δέχθηκε το λόγο της έφεσής του περί μη συνυπαιτιότητάς του στην έκταση του τραυματισμού του και επομένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κρίνοντάς τον συνυπαίτιο κατά ποσοστό 20% στην έκταση του τραυματισμού του, εν τούτοις, κατά τον υπολογισμό των ποσών που δικαιούτο ως αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, επιδίκασε μικρότερα ποσά από εκείνα που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθιστώντας με τον τρόπο χείρονα τη θέση του.

Από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με την υπ' αριθ. ... απόφασή του, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτια της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος την οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα συνυπαίτιο κατά ποσοστό 20% στην έκταση του τραυματισμού του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 54.260 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.

Ειδικότερα, το ως άνω ποσό με την ως άνω απόφαση αναλύεται ως εξής: α) ποσό των 3360 ευρώ ως αποζημίωση για τις θετικές ζημίες, β) ποσό 15.000 ως χρηματική αποζημίωση κατ άρθρο 931 ΑΚ, γ) ποσό 35.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα, ο ενάγων άσκησε την από 29-3-2021 έφεση παραπονούμενος, μεταξύ άλλων και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο α) τον έκρινε συνυπαίτιο κατά ποσοστό 20% στην έκταση του τραυματισμού του, κατά παραδοχή εν μέρει ως ουσία βάσιμης της ένστασης των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντα-ενάγοντα στην έκταση του τραυματισμού του (πρώτος λόγος έφεσης), β) του επιδίκασε για μεν την αξίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ "το ευτελές ποσό" των 15.000 ευρώ για δε την αξίωση του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το επίσης "ευτελές κονδύλιο" των 35.000 ευρώ (δεύτερος λόγος έφεσης).

Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, με την από 29-3-2021 έφεση του αναιρεσείοντα - ενάγοντα, που ως αίτημά της είχε την εξαφάνιση, άλλως μεταρρύθμιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης ως προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με τις προαπαρατεθείσες παραδοχές, αφού δέχθηκε τους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντα τους αναφερόμενους α) στην συνυπαιτιότητα του παθόντα -εκκαλούντα ενάγοντα, κρίνοντας ότι δεν τον βαρύνει συνυπαιτιότητα στην έκταση του τραυματισμού του και β) στο ύψος των κονδυλίων των αφορώντων τις αξιώσεις από τα άρθρα 931 και 932 ΑΚ, δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ'ουσίαν και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 535 παρ.1 ΚΠολΔ, κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντα, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 59.100 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το ως άνω ποσό, μετά από αποδοχή των λόγων έφεσης σχετικά με την συνυπαιτιότητα του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα -ενάγοντα στην έκταση του τραυματισμού του και το ύψος των κονδυλίων για αποζημίωση, χρηματική αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 ΑΚ ,με την ως άνω απόφαση, αναλύεται ως εξής για τα αναγκαίως συμπροσβληθέντα,κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κεφάλαια αποζημίωσης, χρηματικής αποζημίωσης κατ άρθρο 931 ΑΚ, και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης:

α) ποσό 5.100 ευρώ ως αποζημίωση για τις θετικές ζημίες αυξημένου κατά το αναγνωρισθέν πρωτοδίκως ποσοστό 20% συνπαιτιότητας του ενάγοντα β) ποσό 17.000 ως χρηματική αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, β) ποσό 37.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, ως προς τα τελευταία κονδύλια, τα οποία, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη δεν αποτελούν αποζημίωση, αλλά καθορίζονται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στο ύψος των 37.000 ευρώ και της χρηματικής ικανοποίησης κατ'άρθρο 931 ΑΚ στο ύψος των 17.000 ευρώ, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων κριτηρίων, και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, με τη ρητή μάλιστα επισήμανση ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό των 35.000,00 ευρώ και της χρηματικής ικανοποίησης κατ'άρθρο 931 ΑΚ στο ύψος των 15.000 ευρώ (συνεκτιμωμένης της αναγνωρισθείσης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού της και του ποσοστού αυτής) έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου".

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα - λόγο έφεσης - που προτάθηκε, ούτε κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντα εκκαλούντα. Συνακόλουθα ο πρώτος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.α και 19 αλλά αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 931, 932 του ΑΚ αιτιάται παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

Ο ως άνω λόγος κρίνεται αβάσιμος, διότι με τις προπαρατεθείσες παραδοχές το Εφετείο, α) καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ποσό των 37.000 ευρώ το ύψος της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον ιστορούμενο τραυματισμό του τον οφειλόμενο στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αναφέρεται ρητά στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, στην αποκλειστική υπαιτιότητα της προαναφερόμενης οδηγού, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους της (προσβαλλόμενης) εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.

β) καθορίζοντας το της εκ του άρθρου 931 ΑΚ χρηματικής παροχής σε 17.000 ευρώ, το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το ποσό τούτο, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις για την επιδίκαση της χρηματικής παροχής, κατ' άρθρο 931 ΑΚ.

Επομένως, ο σχετικός, λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη τις από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες με τις εξής αιτιάσεις: α) διότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, καθώς, με την παραδοχή ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη συνομολόγησε την υπαιτιότητά της, έκρινε ότι πρέπει να επιδικασθούν οι απαιτήσεις του με τον τόκο υπερημερίας, ενώ, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των δικογράφων των αναιρεσίβλητων, τόσο η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όσο και η δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική ή εταιρεία ισχυρίσθηκαν τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 90% και 80% (αντίστοιχα η κάθε εναγόμενη) στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του, β)σε κάθε περίπτωση διότι η προσβαλλόμενη απόφαση ι) αφενός στερείται παντελώς αιτιολογίας και δεν περιέχει καμία απολύτως σκέψη για το ότι η πρώτη εναγόμενη συνομολόγησε την υπαιτιότητά της και αφετέρου η παραδοχή της αυτή βρίσκεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο των δηλώσεων της πρώτης εναγόμενης όπως αυτές καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και αποτελούν πλήρη απόδειξη, ιι) δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω προβληθέντες ισχυρισμούς των εναγόμενων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του ενάγοντα.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως προς όλα του τα σκέλη ως εξής: Κατά το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02-04-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από τον νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με τον νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι` αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στον δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με τον νόμιμο ή τον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Με βάση αυτά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, ο τόκος υπερημερίας πρέπει να επιδικάζεται κατ` εξαίρεση μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1316/2023,ΑΠ 609/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1059/2017).Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.

αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007).

Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 1008/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις και ιδίως τη συνομολόγηση εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης, οδηγού της υπαιτιότητας της στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και του γεγονότος ότι οι αξιώσεις της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζονται κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου, κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι εξαίρεσης από την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 2 του ν. 4055/2012 (την επιδίκαση τόκων επιδικίας), ήτοι εύλογη αντιδικία όσον αφορά το αντικείμενο της παρούσας δίκης σε σχέση με το ύψος των ανωτέρω αξιώσεων, (ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης βλ και ΑΠ 1207/2017 ΑΠ 1059/2017), και πρέπει να επιδικαστούν οι εν λόγω απαιτήσεις του ενάγοντας με τον τόκο υπερημερίας κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμου εν μέρει του πρωτοδίκως υποβληθέντος σχετικού αιτήματος των εναγομένων.

Η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε όμοια με τα παραπάνω και επιδίκασε της απαίτηση του ενάγοντος με το νόμιμο τόκο υπερημερίας ορθά έκρινε, και πρέπει ο πέμπτος (5ος) λόγος της έφεσης του ενάγοντος που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος....". Σύμφωνα με τα παραπάνω το Εφετείο, απέρριψε τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντα, με τον οποίο αυτός παραπονείτο για το ότι με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτό το αίτημα των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων για την επιδίκαση των κριθέντων ποσών με τον τόκο υπερημερίας και όχι επιδικίας, κρίνοντας ότι συντρέχουν λόγοι εξαίρεσης από την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 2 του ν. 4055/2012 (την επιδίκαση τόκων επιδικίας), ήτοι εύλογη αντιδικία όσον αφορά το αντικείμενο της παρούσας δίκης σε σχέση με το ύψος των ανωτέρω αξιώσεων, (ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αφενός λόγω της συνομολόγησης εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης, οδηγού της υπαιτιότητας της στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και αφετέρου λόγω του γεγονότος ότι οι αξιώσεις της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζονται κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου.

Κατά συνέπεια, είναι ήδη, πρωτίστως, αλυσιτελής ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο και δεύτερο σκέλη του , με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, αναφορικά μόνο με την επάλληλη εσφαλμένη , κατά την άποψή του, αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την οποία η εναγόμενη συνομολόγησε την υπαιτιότητά της, ενώ η προπαρατιθέμενη κύρια αιτιολογία της, σύμφωνα με την οποία υπάρχει εύλογη αντιδικία σε σχέση με το ύψος των επιδικαζόμενων κατ εύλογη κρίση ένδικων αξιώσεων κατά το άρθρο 931 και 932 ΑΚ, η οποία δεν πλήττεται αναιρετικά, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της.

Πέραν, των ως άνω έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα με το να επιδικάσει τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την, κατά τα ανωτέρω, αντικατάστασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτού, καθόσον δέχθηκε, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης αυτής από την επιδίκαση τόκων επιδικίας, ήτοι δέχθηκε ότι συντρέχει το εύλογο της αντιδικίας ιδίως λόγω της συνομολόγησης (το οποίο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, είναι το μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας) και, ως εκ τούτου, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ, την οποία το Εφετείο, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, ορθά εφάρμοσε.

Η ως άνω, δε, αιτιολογία της προσβαλλομένης, ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντα για απόρριψη του αιτήματος των εναγόμενων για την εξαίρεση αυτών από τους τόκους επιδικίας, ότι οι τελευταίοι αντιδικούν εύλογα, είναι επαρκής χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός κατά τα ως άνω σκέλη του υπό στοιχ.α και , β.ι είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, αναφορικά με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης (ως άνω υπό στοιχ. β.ιι) με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών των εναγόμενων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντα- ήδη αναιρεσείοντα, άλλως της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του, είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι στην πρόταση του σχετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ νομιμοποιείται μόνο ο διάδικος που είχε προτείνει τον ισχυρισμό και όχι ο αντίδικός του, καθώς στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση αναίρεσης έννομο συμφέρον (ΑΠ 987/2022 ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 435/2009).

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, γιατί, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-12-2022 (με αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ