Legislator Case Law & Legislation
419/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding vague document reference while allowing others.

Case Number 419/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's fifth ground of appeal as inadmissible due to its vagueness in identifying the specific document alleged to be distorted. While the court rejected this specific argument, it accepted the fourth and seventh grounds concerning the violation of interpretative rules on arbitration clauses. Consequently, the contested judgment was annulled and the case remitted to the Athens Court of Appeal for further proceedings with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground citing a distorted document is inadmissible if it fails to identify the specific document by name or content, rendering the alleged distortion unassessable.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal ground vague document reference arbitration clause interpretation remittal to lower court partial annulment judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 419/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παναγιωτόπουλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία «Μ. Α. Σ. Μ. Ε. Π. «Ε. και το δ.τ. «B. A. S. «Μ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή της Σ. Μ., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Κανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 163/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3100/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2022 αίτησή του και τους από 13-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-01-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 385/39/17-01-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 105/2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 13-09-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 102/16-09-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677-681 ) του ΚΠολΔ ), με αριθμό 3100/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε :

α) την από 04-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10894/723/05-02-2020 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Χ. Κ.. Κ. και β) την αντίθετη από 07-05-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36899/2559/2020 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «Μ. Α. Σ. Μ. Ε. Π. Ε. και το διακριτικό τίτλο «B.

A. S. Μ..Ε..Π..Ε.. κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με αριθμό 163/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της 05-08-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 79503/276/10-08-2015 αγωγής της ενάγουσας εταιρείας, με αντικείμενο την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής για την εκπόνηση μελέτης συγκεκριμένου έργου, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση της.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές και τη μεν έφεση του εναγομένου απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τη δε έφεση της ενάγουσας δέχθηκε κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων εκατόν πενήντα τεσσάρων ευρώ και δεκατριών λεπτών (30.154,13), με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., υπολογιζόμενου με βάση το ποσοστό του φόρου αυτού, που θα ισχύει κατά τον χρόνο της καταβολής και έκδοσης των οικείων παραστατικών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 17-01-2022 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 01-07-2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επίσης, οι από 13-09-2022 δια ιδίου δικογράφου και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 102/16-09-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 16-09-2022 και επίδοση αυτού, την ίδια ημέρα, στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5922Γ'/16-09-2022 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δήμητρας Κρανίτη, ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες, πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 18-10-2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Κατά το άρθρο 681 του Α.Κ., με τη σύμβαση έργου, ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, ενώ, κατά μεν το άρθρο 682 εδ.

α/ του ίδιου Κώδικα, η αμοιβή λογίζεται πως έχει συμφωνηθεί σιωπηρά, αν το έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνο με αμοιβή, κατά δε το άρθρο 694 του ίδιου Κώδικα η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου (εδ. α') και αν η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνουν τμηματικά, η αμοιβή καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος (εδ.

γ'). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α, 3 παρ. 1, 4, 6, 80 παρ. 1, 229 παρ. 2 και 230 παρ. 2 του π.δ/τος 696/1974 "Περί αμοιβών μηχανικών δια σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν, κ.λπ. συγκοινωνιακών, υδραυλικών και κτηριακών έργων, ως και τοπογραφικών κτηματογραφικών και χαρτογραφικών εργασιών και σχετικών τεχνικών προδιαγραφών μελετών ", όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το π.δ/μα 515/1989, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του ν.δ/τος της 17 Ιουλίου 1923 " Περί σχεδίων πόλεων κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", ως έχει τροποποιηθεί δια του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953, προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών, για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων, μπορεί να καθορίζεται και σε ποσοστά επί της εκατό του προϋπολογισμού των μελετωμένων έργων, με βάση προβλεπόμενο από την παρ. 2 αυτού μαθηματικό τύπο, στον οποίο Σ είναι ο προϋπολογισμός κάθε έργου, υπολογιζόμενος σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 αυτού.

Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για το υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, όπως αυτός εγκρίνεται από τον εργοδότη, σύμφωνα με αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών, που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων, κατά το χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης, που έχει ανατεθεί στον ίδιο μελετητή με την οικεία σύμβαση (Α.Π. 82/2016).

Ειδικότερα, ο προϋπολογισμός, επί του οποίου υπολογίζεται, σε ποσοστά επί τοις εκατό, η αμοιβή για τη μελέτη συγκεκριμένου έργου, αποτελεί οικονομικό μέγεθος, το οποίο διαμορφώνεται με βάση αφενός τα " κονδύλια" του έργου και αφετέρου τις " τιμές μονάδας εργασιών ". Ως κονδύλια του έργου νοούνται οι συνεχόμενες προς την εκτέλεσή του, αναγκαίες υποδιαιρέσεις αυτού, οι οποίες είτε αποτελούν επί μέρους ζητήματα της μελέτης, είτε συνίστανται σε κατ' ιδίαν εργασίες ή υλικά, που διαμορφώνουν το κόστος.

Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού, αφορά τα κονδύλια, δηλαδή τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό, που συντάσσει ο μηχανικός, ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό, που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.

Η ανάγκη "έγκρισης", εκ μέρους του εργοδότη, αναφέρεται στα κονδύλια του έργου, με την ως άνω έννοια και όχι στις τιμές μονάδας εργασιών, οι οποίες κατά κανόνα, είναι εκ των προτέρων δεδομένες, ως εγκεκριμένες από την αρμόδια αρχή. Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση (Α.Π. 82/2016 ).

Και, βέβαια, η έγκριση απαιτείται για τα μέρη του έργου, που δεν είχαν προβλεφθεί με τη σύμβαση ανάθεσης της μελέτης, διότι στην έκταση που τα κονδύλια αυτά είχαν εξ αρχής συμφωνηθεί, η εκ νέου έγκρισή τους από τον εργοδότη καθίσταται περιττή (Α.Π. 1146/2012). Ως εκ τούτου, στην αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η είσπραξη της αμοιβής μηχανικού για την εκπόνηση μελέτης, είτε απ' ευθείας από αυτόν τον ίδιο, είτε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, που δύναται να τον υποκαθιστά εκ του νόμου, αρκεί η αναφορά ότι έγινε ανάθεση της εκπόνησης συγκεκριμένης μελέτης και εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, εκ μέρους του μηχανικού, οπότε με βάση τα κονδύλια του έργου και τις τιμές μονάδας των εργασιών, που πρέπει, επίσης, να παρατίθενται, διαπιστώνεται το οικονομικό μέγεθος του προϋπολογισμού και η επ' αυτού αναλογία της οφειλόμενης αμοιβής.

Δεν απαιτείται, όμως, η επίκληση της έγκρισης των επί μέρους κονδυλίων του έργου, εφόσον αυτά ως υποδιαιρέσεις του έργου ή ζητήματα της μελέτης, δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που είχαν ανατεθεί με τη σύμβαση. Η εκδοχή ότι, για τη θεμελίωση της αξιώσεως του μηχανικού σχετικά με την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης, πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος, κατά τα ανωτέρω, ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός, ως προς άπαντα τα επί μέρους κονδύλια ή το συνολικό ύψος του κόστους αυτών, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξίωσης του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού και έτσι να ματαιώσει τη γένεση αξίωσης καταβολής της νόμιμης αμοιβής του μηχανικού.

Δηλαδή, για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του, από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης, με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στον χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της αμοιβής (Α.Π. 82/2016, Α.Π. 1146/2012, Α.Π. 2317/2009, Α.Π. 579/2009, Α.Π. 790/2008 Α.Π. 1699/2007, Α.Π. 743/2000).

Αν ο εργοδότης αμφισβητεί τον αναφερόμενο στην αγωγή ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό, με βάση τον οποίο προσδιορίζεται η αξιούμενη αμοιβή του μηχανικού για την εν λόγω, κατά νόμο, θεμελίωση της αξίωσης του τελευταίου προς λήψη της νόμιμης αμοιβής του, απαιτείται να αποδεικνύεται και να αναφέρεται στην απόφαση ότι ο εργοδότης έχει εγκρίνει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ/τος 696/1974, εκτός από τη μελέτη και τον αρχικό προϋπολογισμό, που συντάσσει ο μηχανικός, ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του (Α.Π. 279/2016, Α.Π. 765/2000).

Εξάλλου, ο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή μηχανικού ισχύει και για τα ενδιάμεσα στάδια μελέτης, δηλαδή και για την αρχιτεκτονική προμελέτη και οριστική αρχιτεκτονική μελέτη. Επιχείρημα υπέρ της αντίθετης εκδοχής, δεν μπορεί να εξαχθεί από τη διατύπωση της παραγράφου 4 του άρθρου 3, κατά την οποία : "για ενδιάμεσα στάδια μελέτης, ο προϋπολογισμός υπολογίζεται με την ακρίβεια που απαιτείται από τις αντίστοιχες προδιαγραφές", αφού στο επόμενο εδάφιο της ιδίας παραγράφου αναφέρεται ότι : "για τον υπολογισμό της αμοιβής (προδήλως των ενδιάμεσων αυτών σταδίων), ο προϋπολογισμός Σ (δηλαδή αυτός που υπολογίζεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 3), λαμβάνεται με τις ποσότητες του προωθημένου σταδίου της μελέτης που έχει ανατεθεί " (Α.Π. 82/2016).

Παραπομπή, για τον υπολογισμό της αμοιβής του μηχανικού, όσον αφορά τις μελέτες ενδιαμέσων σταδίων, στον προσεγγιστικό προϋπολογισμό, ο οποίος αποτελεί απλώς στοιχείο της αρχιτεκτονικής προμελέτης και αποβλέπει στη γενική ενημέρωση του εργοδότη, σχετικά με τη δαπάνη του έργου, δεν γίνεται με τις ανωτέρω διατάξεις (Α.Π. 82/2016, Α.Π. 1905/2014 Α.Π. 1146/2012, Α.Π. 2317/2009, Α.Π. 790/2008, Α.Π. 1699/2007).

Τέλος, κατά το άρθρο 104 παρ. 2 εδ. 1 του εν λόγω π.δ/τος : "Δια τα ιδιωτικά έργα η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκρισιν ή έκδοσιν της τυχόν απαιτουμένης αδείας". Με την διάταξη αυτή, για την πληρωμή της αμοιβής του μηχανικού, εισάγεται παρέκκλιση από την, από το άρθρο 694 του Α.Κ., καθιερωμένη αρχή, κατά την οποία η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται συγχρόνως με την παράδοση του έργου και ορίζεται ότι η καταβολή της αμοιβής του μηχανικού, για την εκπόνηση μελέτης, προς έκδοση εγκρίσεως ή αδείας ανεγέρσεως οικοδομής, γίνεται μόλις ολοκληρωθεί η μελέτη και πριν αυτή υποβληθεί στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, προς έκδοση της άδειας.

Δεν καταβάλλεται μάλιστα αυτή (αμοιβή) στα χέρια του μηχανικού, αλλά κατατίθεται στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, για λογαριασμό του, μετά την κατάθεση δε αυτής, ο μηχανικός υποβάλλει το φάκελο μαζί με την απόδειξη προκατάθεσης της αμοιβής του στην Πολεοδομική Υπηρεσία. Εάν δεν προσκομίσει την απόδειξη αυτή, ο φάκελος θεωρείται ελλιπής και δεν επιτρέπεται να εκδοθεί άδεια.

Συνεπώς, η αμοιβή του μηχανικού είναι καταβλητέα μόλις αυτός ολοκληρώσει τη μελέτη, η ολοκλήρωση δε της παράδοσης αυτής (του έργου ) γίνεται με την υποβολή της μελέτης στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για την έκδοση της άδειας (Α.Π. 1363/2019, Α.Π. 445/2019, Α.Π. 686/2007, Α.Π. 551/2007, Α.Π. 225/2003). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του ν. 3919/2011 "Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση των επαγγελμάτων" (ΦΕΚ Α' 32/02.03.2011), που σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 αυτού αρχίζει να ισχύει από 03.07.2011, η αμοιβή των μηχανικών, για την μελέτη των έργων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ/τος 696/1974 (ΦΕΚ Α' 301), καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων.

Οι προβλεπόμενες στο προεδρικό διάταγμα τούτο, ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές, παύουν εφεξής να ισχύουν με αυτόν το χαρακτήρα ( παρ. 1). Οι αναφερόμενες στο π.δ/μα 696/1974 "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές ", νοούνται εφεξής ως νόμιμες αμοιβές, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ίδιου διατάγματος, όπως αντικαθίσταται με την παράγραφο 8 και, πέραν της λήψεως υπόψη για τον υπολογισμό νόμιμων εισφορών και δικαιωμάτων από το Τ.Ε.Ε., κατά την προηγούμενη παράγραφο, λαμβάνονται επίσης υπόψη από τα δικαστήρια, κατά την εκδίκαση διαφορών από αμοιβές μηχανικών για την παροχή εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ, όταν δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αυτών (παρ. 5).

Ειδικά για την έκδοση οικοδομικών αδειών, ο προϋπολογισμός που αναφέρεται στο άρθρο 3 του π.δ/τος 696/1974 εξάγεται είτε βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε σύμφωνα με τις τιμές μονάδας, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, κατόπιν γνώμης του Τ.Ε.Ε., η οποία λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής, όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων (άρθρο 41 του ν. 1249/1982 ( ΦΕΚ Α'43) όπως κάθε φορά ισχύει (παρ. 6 ).

Κατ' εξουσιοδότηση δε της τελευταίας αυτής διάταξης, εκδόθηκε η απόφαση Δ17α/03/8/ΦΝ460 (ΦΕΚ Β' 756/25-7-2012) του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, με την οποία θεσπίστηκε σύστημα καθορισμού των τιμών μονάδος επιφάνειας των οικοδομικών έργων, το οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τρόπο υπολογισμού της "τιμής αφετηρίας" (ΤΑ), ως προς καθένα περιφερειακό διαμέρισμα της Χώρας, επί τη βάσει στοιχείων των πινάκων τιμών του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών και διαφόρων συντελεστών.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εάν η ανατεθείσα μελέτη αφορά στην έκδοση οικοδομικής αδείας, η νόμιμη αμοιβή του μηχανικού υπολογίζεται διαζευκτικώς, βάσει είτε του ως άνω οριζομένου αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε προϋπολογισμού εξαγομένου βάσει της προαναφερομένης Υπουργικής Αποφάσεως (συμβατικού) και ότι οι προβλεπόμενες στο ανωτέρω π.δ/μα 696/1974 αμοιβές, δεν ισχύουν ως κατώτατες αμοιβές, αλλά νοούνται εφεξής ως νόμιμες αμοιβές και λαμβάνονται υπόψη όταν δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη γι' αυτές συμφωνία των συμβαλλόμενων (Α.Π. 245/2020, Α.Π. 362/2020, Α.Π. 783/2017, Α.Π. 82/2016 ).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 4030/2011 "Νέος τρόπος έκδοσης αδειών δόμησης ελέγχου κατασκευών και λοιπές διατάξεις" (Α' 249/25-11-2011), έγκριση δόμησης είναι η πιστοποίηση του δικαιώματος δόμησης, σύμφωνα με τους όρους δόμησης που επιτρέπει την έκδοση της άδειας δόμησης και άδεια δόμησης η άδεια που επιτρέπει την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, που περιγράφονται σε αυτήν και στις μελέτες, που τη συνοδεύουν.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου ως άνω νόμου, για την χορήγηση της πρώτης απαιτείται να υποβληθεί, εκτός από την αίτηση του κυρίου και τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα δόμησης, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 9, ενώ για τη δεύτερη απαιτείται να υποβληθεί, εκτός από την έγκριση δόμησης, αρχιτεκτονική μελέτη, στατική μελέτη, μελέτες ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, μελέτη ενεργειακής απόδοσης κτιρίου, μελέτη χρονικού προγραμματισμού εκτέλεσης έργου, μελέτη υδραυλικών εγκαταστάσεων και αποχετεύσεων, μελέτη ενεργητικής πυροπροστασίας, μελέτη καυσίμου αερίου, υπεύθυνη δήλωση κάθε μελετητή μηχανικού, σχέδιο και φάκελος ασφάλειας και υγείας του έργου, συμβολαιογραφική δήλωση των προβλεπόμενων χώρων στάθμευσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 1221/1981 (ΦΕΚ Α' 292) και πιστοποιητικό μεταγραφής της στο υποθηκοφυλακείο ή καταχώρισής της στο κτηματολογικό γραφείο, αιτιολογική έκθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 1577/1985 ( ΦΕΚ Α' 210 ), αποδεικτικά κατάθεσης κρατήσεων και καταβολής εισφορών των μελετητών και ταυτότητα κτιρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ν. 3843/2010 (ΦΕΚ Α'62 ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013 Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ( Ολ.

Α.Π. 27/1998 ), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006 ). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας, αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009). Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1420/2013) και κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Α.Π. 109/2020).

Εξάλλου, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την εφαρμογή του, αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι προπαρετεθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

Ειδικότερα, οι από τα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ. τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως, αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη εφαρμόζονται, σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία, ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν, έτσι, κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 1098/2011, Α.Π. 426/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 254/2003, Α.Π. 416/1993).

Η διαπίστωση εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, ναι, μεν, μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί, όμως, να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους ( Α.Π. 220/2016 ).

Επομένως, η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, για τη σαφή δήλωση, δηλαδή, εκείνη, όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις, μόνες τους και χωρίς άλλο, αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου ( Ολ.

Α.Π. 324/1978, Α.Π. 482/2010, Α.Π. 516/2009, Α.Π. 838/2005 ). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015).

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη ( ή αναληθή ) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης εταιρεία με την επωνυμία «Μ. Α. Σ. Μ. Ε. Π. Ε. και το διακριτικό τίτλο «B. A. S. Μ..Ε..Π..Ε.., στην από 05-08-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 79503/276/10-08-2015 αγωγή της, εξέθετε ότι έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την εκπόνηση τεχνικών μελετών, σχεδιαγραμμάτων και εκθέσεων και ότι, στα πλαίσια αυτά ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων - ασκών πρόσθετους λόγους αναίρεσης Χ.

Κ.. Κ., της ανέθεσε την εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών, για την έκδοση έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης, σχετικά με την κατασκευή διώροφης οικοδομής, με υπόγειο και κολυμβητική δεξαμενή, στη θέση «Κ.-»Κ., στη Λ., έναντι της νόμιμης αμοιβής. Ότι, αν και εκπόνησε όλες τις απαραίτητες μελέτες, τις οποίες υπέβαλε στην αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης Λευκάδας, μαζί με σχετική αίτηση, υπογεγραμμένη από τον εναγόμενο, ο τελευταίος αρνείται να καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή της, η οποία, ελλείψει συμφωνίας περί αυτής, ανέρχεται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο π.δ/μα 676/1974 και με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, κατά τον επισυναπτόμενο στην αγωγή υπ' αριθμ.

πρωτ. 21411/03-09-2014 πίνακα αμοιβών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, στο συνολικό χρηματικό ποσό των εξήντα χιλιάδων ενενήντα ενός ευρώ και δώδεκα λεπτών (60.091,12). Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, κατά την κύρια βάση της ένδικης αγωγής και, επικουρικώς, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει την άνω οφειλόμενη αμοιβή της, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης σχετικής εξώδικης όχλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής καθώς και τον αναλογούντα Φ.Π.Α., κατά το χρόνο της πληρωμής.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677-681 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 163/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αμοιβή της, το συνολικό χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και δύο λεπτών (3.628,02) με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση, καθώς και το ποσό των οκτακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (834,44) για αναλογούντα στο ανωτέρω ποσό Φ.Π.Α.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μόνο κατά την κύρια βάση της αγωγής, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων από τα διάδικα μέρη, ήτοι : α) της από 04-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10894/723/05-02-2020 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) της αντίθετης από 07-05-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36899/2559/2020 έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3100/2021 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά αμφότερες τις εφέσεις, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την έφεση του εναγομένου, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και, αφού εξαφάνισε, στο σύνολό της, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων εκατόν πενήντα τεσσάρων ευρώ και δεκατριών λεπτών (30.154,13), με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής, με τον αναλογούντα Φ.Π.Α., υπολογιζόμενο με βάση το ποσοστό του φόρου αυτού, που θα ισχύει κατά τον χρόνο της καταβολής και έκδοσης των οικείων παραστατικών.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Η ενάγουσα εταιρεία [ ήδη αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι ], με έδρα την Αθήνα και μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον Σ.

Μ., αρχιτέκτονα μηχανικό, έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την εκπόνηση τεχνικών μελετών, σχεδιαγραμμάτων, κ.λ.π. Ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων - ασκών πρόσθετους λόγους], μόνιμος κάτοικος ..., με τα 14188/30-5-2011 και 14190/30-5-2011 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Λευκάδας Χαρίκλειας Γράψα - Παρασκευά, απέκτησε κατά κυριότητα, δύο συνεχόμενα ακίνητα, στη θέση " Κάθισμα ", στη Λευκάδα, εκτάσεως 1.508,36 τ.μ.

και 6.652,60 τ.μ. αντίστοιχα, αντί συνολικού τιμήματος 545.000 ευρώ, επιθυμούσε δε να ανοικοδομήσει εντός αυτών ακίνητο ( ξενοδοχείο ή βίλα). Το καλοκαίρι του 2012, ο εναγόμενος, μέσω του τότε δικηγόρου του Ηρακλή Κατσούρη, ήρθε σε επαφή με τον Σ. Μ. και ανέθεσε στην εταιρεία του (ενάγουσα) τη σύνταξη των αναγκαίων μελετών και σχεδιαγραμμάτων, προκειμένου να εκδοθεί έγκριση δόμησης (μετά την εγκατάλειψη της περίπτωσης ανέγερσης ξενοδοχείου ), για το έργο " Νέα διώροφη οικοδομή με υπόγειο και κολυμβητική δεξαμενή " επί του ακινήτου, έναντι αμοιβής, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 15%, επί του πραγματικού προϋπολογισμού του έργου (ο οποίος θα ήταν προφανώς αυξημένος λόγω της πολυτελούς κατασκευής ) και όχι έναντι της αμοιβής αναφοράς του Τ.Ε.Ε., που δεν θα ξεπερνούσε τις 7.500 ευρώ, όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται.

Σημειώνεται ότι το ποσό των 29.786,50 ευρώ, που αναφέρεται ως προϋπολογισμός του έργου, στο με ημερομηνία 11-3-2013 έντυπο υπολογισμού αμοιβών του Τ.Ε.Ε., που υπέβαλε η ενάγουσα στην Πολεοδομία Λευκάδας, βάσει του οποίου προσδιόρισε την αμοιβή της στο ύψος των 5.809,76 ευρώ (μαζί με το Φ.Π.Α.), δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ούτε και στη συμφωνία, τέθηκε δε το χαμηλό αυτό ποσό προϋπολογισμού, για να μην επιβαρυνθεί ο εναγόμενος με υψηλό χρηματικό ποσό, για τις κρατήσεις υπέρ του δημοσίου.

Προκειμένου να εκδοθεί η προαναφερόμενη έγκριση δόμησης και μετά από συνεχείς επικοινωνίες και συνεννοήσεις, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μεταξύ των δύο πλευρών (λόγω της απόστασης Ελλάδας - ...), ο Σ. Μ. άρχισε να εκπονεί την αρχιτεκτονική μελέτη και ο Ά. Α., τοπογράφος μηχανικός, τη σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος, κατ' εντολή του πρώτου.

Για να κατατεθεί η αίτηση στην πολεοδομία Λευκάδας για την έγκριση δόμησης, ο Σ. Μ., το Φεβρουάριο 2013, απέστειλε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στον εναγόμενο το προβλεπόμενο τετρασέλιδο έντυπο, προκειμένου να το εκτυπώσει, να θέσει την υπογραφή του στη θέση " ο δηλών " στην πρώτη σελίδα και να του το αποστείλει.

Σημειώνεται ότι στη δεύτερη σελίδα του εν λόγω εντύπου, συμπληρώνονται τα στοιχεία του διαγράμματος δόμησης του κτιρίου και του περιβάλλοντος χώρου, στην τρίτη σελίδα συμπληρώνονται, από τους αρμοδίους υπαλλήλους της πολεοδομίας οι έλεγχοι που γίνονται και οι σχετικές παρατηρήσεις τους, σχετικά με την έγκριση και την άδεια δόμησης, στη δε τέταρτη σελίδα του εντύπου συμπληρώνονται τα στοιχεία του μελετητή για το κάθε στάδιο του έργου.

Στην προκειμένη περίπτωση, στην τέταρτη σελίδα της αίτησης που απέστειλε ο Σ. Μ. στον εναγόμενο για να την υπογράψει, είχαν συμπληρωθεί μόνο τα στοιχεία του μελετητή της αρχιτεκτονικής μελέτης, ήτοι της ενάγουσας. Στη συνέχεια, το Μάρτιο 2013 ο Σ. Μ. απέστειλε στον εναγόμενο νέα έντυπη αίτηση, με συμπληρωμένα, στην τέταρτη σελίδα, τα στοιχεία της ενάγουσας στη μελέτη και επίβλεψη περιβάλλοντος χώρου, στατικών υδραυλικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων αποχέτευσης, καθώς και τα στοιχεία του Α.

Α., στο τοπογραφικό. Ο εναγόμενος απέστειλε υπογεγραμμένη στην ενάγουσα την αίτηση, που του είχε αποσταλεί το Φεβρουάριο και όχι αυτή που του είχε αποσταλεί το Μάρτιο, ενόψει του ότι δεν επιθυμούσε να δεσμευτεί πέραν της εντολής, που είχε δώσει για την έγκριση δόμησης. Τούτο προκύπτει και από την επικοινωνία που είχε στις 18-3-2013, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το δικηγόρο του Ηρακλή Κατσούρη, κατά την οποία εκφράζει τους ενδοιασμούς του, για την δέσμευση που του ζητήθηκε από την ενάγουσα, πέραν της υποβολής αρχιτεκτονικής μελέτης.

Παρά ταύτα, προκύπτει ότι, μετά από επικοινωνία μεταξύ των μερών, οι ενδοιασμοί του εναγομένου υποχώρησαν, αφού απέστειλε στον Σ. Μ. την από 10-4-2013 έγγραφη εξουσιοδότηση, σύμφωνα με την οποία τον ορίζει αντίκλητο και τον εξουσιοδοτεί να υπογράφει αντ' αυτού και για λογαριασμό του αιτήσεις, ενστάσεις προς και από οποιαδήποτε υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της Υπηρεσίας Δόμησης Λευκάδας, με σκοπό την έγκριση και την έκδοση άδειας δόμησης " Νέας διώροφης κατοικίας, με κολυμβητική δεξαμενή ", σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, στη θέση Κ. - Κ.

του Δ. Λ.. Από την εξουσιοδότηση αυτή προκύπτει καθαρή εντολή του εναγόμενου, προς το Σ. Μ., να καταθέσει αίτηση, όχι μόνο για έγκριση δόμησης, αλλά και για έκδοση άδειας δόμησης του άνω έργου στο ακίνητό του, δεν υπάρχει δε περίπτωση παρερμηνείας από τον εναγόμενο του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, ενόψει του ότι είχε ήδη διατυπώσει επιφυλάξεις, σε αμέσως προηγούμενο χρονικό σημείο και ήταν προϊδεασμένος είχε, δε, σε κάθε περίπτωση, τη συμβουλή του δικηγόρου του, Ηρακλή Κατσούρη, πάνω στο θέμα αυτό.

Στα πλαίσια της εντολής αυτής, ο Σ. Μ. συμπλήρωσε στην τέταρτη σελίδα του αποσταλέντος από τον εναγόμενο υπογεγραμμένου εντύπου, τα στοιχεία του ιδίου στην αρχιτεκτονική μελέτη τα στοιχεία της ενάγουσας στη γενική επίβλεψη έργου, στη μελέτη και επίβλεψη περιβάλλοντος χώρου, στατικών, υδραυλικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων αποχέτευσης, καθώς και τα στοιχεία του Α.

Α., στο τοπογραφικό. Ενόψει του ότι αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε δώσει την εντολή στην ενάγουσα για την έκδοση και της άδειας δόμησης και, κατά συνέπεια, την εκπόνηση των σχετικών μελετών, που απαιτούνται για την έκδοσή της, ο ισχυρισμός του περί νόθευσης του περιεχομένου της αίτησης, που κατέθεσε ο Σ.

Μ. στην πολεοδομία Λευκάδας, με αριθμό πρωτοκόλλου…, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της από 4-2-2020 έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονείται για την όμοια κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως αβάσιμου. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση, είναι άνευ έννομης σημασίας και το γεγονός ότι οι υπογραφές του εναγόμενου στη θέση " ο δηλών " στην πρώτη σελίδα της ως άνω αίτησης, δεν είναι οι πρωτότυπες υπογραφές του, αλλά αποτελούν έγχρωμη εκτύπωση αυτών ( όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο βεβαίωση γραφολογικής εξέτασης της δικαστικής γραφολόγου Ιωάννας Τζουρά ), καθώς ο Σ.

Μ., βάσει της από 10-4-2013 έγγραφης εξουσιοδότησης του εναγόμενου, είχε τη δυνατότητα να θέσει ο ίδιος την υπογραφή του στην εν λόγω αίτηση. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο Σ. Μ., ενεργώντας για λογαριασμό της εταιρείας του ( ενάγουσας ), εκπόνησε την αρχιτεκτονική μελέτη, για διώροφο κτίριο, επιφάνειας 229,48 τ.μ., με πισίνα 31,98 τ.μ., μελέτη για την ενεργειακή του απόδοση και μελέτη για διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου, ο δε Ά.

Α. συνέταξε το τοπογραφικό διάγραμμα, τα οποία μετά από μετατροπές και διορθώσεις, που έλαβαν χώρα ( όπως προκύπτει από τις εγγραφές στην τρίτη σελίδα του εντύπου της με αρ. πρ. 10920/26-4-2013 αίτησης έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης), καθ' υπόδειξη των ελεγκτών υπαλλήλων της πολεοδομίας Λευκάδας και του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής, απεστάλησαν στον εναγόμενο και εγκρίθηκαν απ' αυτόν.

Η διαδικασία αυτή διήρκησε μέχρι τον Απρίλιο 2014, οπότε απεστάλη στους διαδίκους το με αρ. πρ. 13276φ/5.29.5 από 14-5-2014 έγγραφο της πολεοδομίας, με το οποίο τους ενημέρωνε ότι, για να εκδοθεί η έγκριση δόμησης, θα έπρεπε να προσκομιστούν οι απαραίτητες πληρωμές φορολογικών και αμοιβών μηχανικών, διότι, άλλως, ο φάκελος θα επιστρεφόταν.

Στο χρονικό αυτό σημείο, ο Σ. Μ. ζήτησε από τον εναγόμενο να του καταβάλει, για λογαριασμό της ενάγουσας, για την έκδοση έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης, συνολική αμοιβή, ύψους 75.842,96 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., εισφορών, κ.λ.π., κρατήσεων), ο εναγόμενος αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι είχε δώσει εντολή μόνο για σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης και ότι ήταν διατεθειμένος να καταβάλει κάποιο ποσό μόνο για τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τα σχέδια περιβαλλοντικής αποκατάστασης, καθώς και για τον επιπλέον χρόνο, για τα ταξίδια στη Λευκάδα, ζητούσε δε αναθεώρηση της άνω αμοιβής (βλ.

μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3-6-2014 ). Στη συνέχεια, καθώς δεν βρέθηκε αποδεκτή και από τα δύο μέρη λύση, ο εναγόμενος ανακάλεσε την εντολή που είχε δώσει στο Σ. Μ. (βλ. μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 8-7-2014 ) και εξουσιοδότησε νέο μηχανικό, το Ζ. Μ., για να εκδώσει έγκριση δόμησης και άδεια δόμησης στο ακίνητό του.

Η ενάγουσα στις 30-6-2014 υπέβαλε την με αρ. πρ. 17301 αίτηση στο Τ.Ε.Ε., με την οποία ζήτησε τον καθορισμό των αμοιβών της για τις εργασίες και μελέτες που είχε συντάξει για λογαριασμό του εναγόμενου, στη συνέχεια δε με τις από 1-7-2014, από 1-8-2014 και από 20-8-2014 αιτήσεις της, κατέθεσε στο Τ.Ε.Ε. συμπληρωματικά στοιχεία.

Ακολούθησε η ανταλλαγή εξωδίκων μεταξύ των διαδίκων, όπου παρατέθηκαν οι αντικρουόμενες μεταξύ τους απόψεις, ο δε φάκελος, που είχε κατατεθεί από το Σ. Μ., στην πολεοδομία Λευκάδας, για λογαριασμό του εναγομένου, επεστράφη στις 28-11-2014, χωρίς να εκδοθεί καμία άδεια. Το Τ.Ε.Ε., με το με αρ. πρ. 21411/3-9-2014 έγγραφό του, υπολόγισε την αμοιβή της ενάγουσας, βάσει του αναλυτικού προϋπολογισμού, που της υποβλήθηκε, για κάθε στάδιο του έργου, από το μηχανικό, στο συνολικό ποσό των 60.091,12 ευρώ.

Ενόψει της έλλειψης έγγραφης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την αμοιβή της ενάγουσας, της προφορικής συμφωνίας για αμοιβή με ποσοστό επί του πραγματικού προϋπολογισμού του έργου, ο υπολογισμός αυτής θα γίνει, κατά το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011 βάσει του αναλυτικού προϋπολογισμού, για κάθε στάδιο του έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974.

Οι μελέτες που παραδόθηκαν στον εναγόμενο και εγκρίθηκε με τον τρόπο αυτό, ο αρχικός προϋπολογισμός τους από τον τελευταίο, με συνέπεια να μην ασκεί επιρροή η αμφισβήτηση από τον τελευταίο του αναλυτικού προϋπολογισμού αυτών, είναι η αρχιτεκτονική μελέτη, η μελέτη ενεργειακής απόδοσης κτιρίου και η μελέτη διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου ... ".

Συνεχίζοντας το Εφετείο, δέχθηκε, ότι η νόμιμη αμοιβή που δικαιούται η ενάγουσα για τη σύνταξη των άνω μελετών, με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, τον οποίο επικαλέστηκε με την αγωγή της, ως συμφωνημένο και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Τ.Ε.Ε., στο οποίο προσέφυγε η ενάγουσα, διαμορφώνεται ως εξής :

Α) για τη μελέτη των αρχιτεκτονικών εργασιών του κτιρίου 11.260,75 ευρώ, Β) για τη μελέτη των αρχιτεκτονικών εργασιών της πισίνας 3.236,79 ευρώ, Γ) για τη μελέτη διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου 4.789,83 ευρώ και Δ) για τη μελέτη ενεργειακής απόδοσης κτιρίου 2.252,15 ευρώ. Επιπλέον, δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται ως αμοιβή της, για εργασίες που δεν έχουν ως βάση υπολογισμού τον αναλυτικό προϋπολογισμό, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά :

Α) για τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος από τον Τοπογράφο - Μηχανικό Ά. Α. 2.833,70 ευρώ, Β) για μελέτη υφιστάμενης οδού, από τον ίδιο ως άνω Τοπογράφο - Μηχανικό 1.927,65 ευρώ, Γ) για μελέτη οδού από τον Τοπογράφο - Μηχανικό Ά. Α. και την Πολιτικό Μηχανικό Κ. Χ. 1.700,37 ευρώ, Δ) για τον χρόνο απασχόλησής της 4.673,60 ευρώ και Ε) για πρόσθετη αμοιβή μελέτης εκτός έδρας 1.544,33 ευρώ.

Συνολικά, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι το ποσό που δικαιούται η ενάγουσα, ως αμοιβή της, ανέρχεται στο ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων δέκα εννέα ευρώ και δέκα επτά λεπτών ( 34.219,17 ) - ( ήτοι 11.260,75 ευρώ συν 3.236,79 ευρώ συν 4.789,83 ευρώ συν 2.252,16 ευρώ συν 2.833,70 ευρώ συν 1.927,65 ευρώ συν 1.700,37 ευρώ συν 4.673,60 ευρώ συν 1.544,33 ευρώ), έναντι του οποίου ο εναγόμενος είχε προκαταβάλει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ και τεσσάρων λεπτών (4.065,04), πλέον του ποσού των εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (934,96) για Φ.Π.Α.

και, ως εκ τούτου, όφειλε το υπόλοιπο ποσό των τριάντα χιλιάδων εκατόν πενήντα τεσσάρων ευρώ και δέκα τριών λεπτών (30.154,13), κατά μερική παραδοχή της σχετικής ένστασης εξόφλησης, που αυτός είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ απέρριψε, ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, τα υπόλοιπα αγωγικά κονδύλια, που αφορούσαν τις μελέτες που συνέταξε η ενάγουσα για λογαριασμό του εναγομένου, ήτοι στατικών - αντισεισμικών εργασιών, παθητικής πυροπροστασίας, χρονικού προγραμματισμού, ύδρευσης, αποχέτευσης, κλιματισμού, ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, ενεργειακής απόδοσης ύδρευσης - αποχέτευσης ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και κλιματισμού, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι τα κονδύλια αυτά της αμοιβής είχαν υπολογιστεί με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό, τον οποίο ο εναγόμενος αμφισβήτησε, χωρίς να έχει λάβει χώρα έγκριση του αρχικού προϋπολογισμού τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε στο σύνολό της την τότε εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή σχετικώς οριζόμενα, και, αφού κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση ( άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ ), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία, το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων εκατόν πενήντα τεσσάρων ευρώ και δέκα τριών λεπτών ( 30.154,13 ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., υπολογιζόμενου με βάση το ποσοστό του φόρου αυτού, που θα ισχύει κατά τον χρόνο της καταβολής και έκδοσης των οικείων παραστατικών, ενώ απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους την έφεση του εναγομένου, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' και αριθμός 19 του ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, έτι δε περαιτέρω και εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας και συγκεκριμένα στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, καθόσον δεν παραθέτει με σαφήνεια και επάρκεια τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, ώστε να θεμελιώνεται σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, ήτοι περί του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμοστέος ήταν ο υπολογισμός της αμοιβής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για τις μελέτες αρχιτεκτονικών εργασιών του κτιρίου, της πισίνας, της διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου και της ενεργειακής απόδοσης κτιρίου, με βάση τον αιτούμενο αναλυτικό προϋπολογισμό, ή με βάση τον συνήθη και, κατά κανόνα, χαμηλότερο συμβατικό προϋπολογισμό.

Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι η αμοιβή της για τη σύνταξη των αναγκαίων μελετών και σχεδιαγραμμάτων, προκειμένου να εκδοθεί έγκριση δόμησης, για το εν λόγω έργο συμφωνήθηκε προφορικά, σε ποσοστό 15%, επί του πραγματικού προϋπολογισμού, στη συνέχεια, ελλείψει έγγραφης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την αμοιβή της, υπολόγισε αυτήν, κατά το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011, βάσει του αναλυτικού προϋπολογισμού, για κάθε στάδιο του έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος 696/1974 χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίσει τον χρόνο σύνταξης και παράδοσης στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα των μελετών αυτών και, συνακόλουθα, χωρίς να αναφέρει τον χρόνο έγκρισης του αρχικού προϋπολογισμού του έργου.

Ειδικότερα, προκειμένου περί μελέτης μηχανικού, ως παράδοση αυτής στον εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 694 του Α.Κ., νοείται, εκτός από την υλική παράδοση των γραπτών στοιχείων ( σχεδιαγραμμάτων κ.λ.π.) και η προσπόριση της μελέτης στον εργοδότη, όταν ο μηχανικός διατηρεί μεν την κατοχή του φακέλου των σχεδίων, ο εργοδότης, όμως, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη μελέτη αυτή, λαμβάνοντας αντίγραφα, κ.λ.π.

και γενικά να έχει όλες τις ωφέλειες, που πηγάζουν από τη μελέτη, ως φορέα επιστημονικής αξίας, δηλαδή άϋλου αγαθού, δεκτικού πρακτικής εφαρμογής (πρβλ. Α.Π. 594/2006). Πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καθίσταται σαφές, πότε τέθηκαν στη διάθεσή του οι μελέτες αυτές, μετά του αρχικού προϋπολογισμού του έργου και ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ο χρόνος σύνταξης και παράδοσης σε αυτόν των συγκεκριμένων μελετών, τις οποίες η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκπόνησε για την κατάθεση στην Πολεοδομία αίτησης έκδοσης οικοδομικής άδειας, ώστε, συνακόλουθα, να διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος αμφισβητεί το ύψος του αναφερόμενου στην αγωγή αναλυτικού προϋπολογισμού του έργου, ενέκρινε ρητά ή έστω σιωπηρά τον αρχικό προϋπολογισμό, μνημονεύοντας συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να μην αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η συναγόμενη βούλησή του, επέχει έγκριση αυτού.

Επιπλέον, δεν προσδιόρισε ούτε τον χρόνο σύνταξης του τοπογραφικού διαγράμματος, της μελέτης υφιστάμενης οδού, της μελέτης οδού του χρόνου απασχόλησης και της πρόσθετης αμοιβής μελέτης εκτός έδρας, στοιχείο κρίσιμο για την υπόθεση, ενόψει των ενδοιασμών και των επιφυλάξεων, που αρχικά είχε διατυπώσει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, σχετικά με την επιθυμία του να δεσμευτεί, πέραν της εντολής που είχε δώσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, για την σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης.

Εξάλλου, δεν διευκρινίζεται αν η από 10-04-2013 εξουσιοδότησή του, η οποία φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του, από το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Σύδνευ, ισοδυναμεί με (σιωπηρή) έγκριση του αρχικού προϋπολογισμού. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "... μετά από επικοινωνία μεταξύ των μερών, οι ενδοιασμοί του εναγομένου υποχώρησαν, αφού απέστειλε στον Σ.

Μ. την από 10-4-2013 έγγραφη εξουσιοδότηση, σύμφωνα με την οποία τον ορίζει αντίκλητο και τον εξουσιοδοτεί να υπογράφει, αντ' αυτού και για λογαριασμό του αιτήσεις, ενστάσεις προς και από οποιαδήποτε υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της Υπηρεσίας Δόμησης Λευκάδας, με σκοπό την έγκριση και την έκδοση άδειας δόμησης " Νέας διώροφης κατοικίας, με κολυμβητική δεξαμενή ", σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, στη θέση Κ. - Κ.

του Δ. Λ. ... ". Ωστόσο, δεν καθίσταται σαφές αν η εξουσιοδότηση αυτή αφορούσε, εκτός των άλλων, και την έγκριση του αρχικού προϋπολογισμού του έργου, αφού καμία σχετική αναφορά γίνεται. Άλλωστε, η ως άνω εξουσιοδότηση δόθηκε στις 10-04-2013, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο, δεν προέκυψε ότι είχαν συνταχθεί οι μελέτες (αρχιτεκτονική μελέτη και τοπογραφικό διάγραμμα), αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η διαδικασία εκπόνησης των απαραίτητων μελετών, για την κατάθεση αίτησης έκδοσης οικοδομικής άδειας, διήρκησε μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2014, οπότε και εκ του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ως άνω εξουσιοδότηση ισοδυναμεί με σιωπηρή έγκριση του αρχικού προϋπολογισμού του έργου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ρηθείσες διατάξεις, κρίνεται βάσιμος.

Περαιτέρω, όμως, απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, καθόσον οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, με τις οποίες ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια ότι, το δικαστήριο της ουσίας με ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (29.786,50), που αναφέρεται ως προϋπολογισμός του έργου, στο με ημερομηνία 11-3-2013 έντυπο υπολογισμού αμοιβών του Τ.Ε.Ε., που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη στην Πολεοδομία Λευκάδας και με βάση τον οποίο προσδιόρισε την αμοιβή της στο ύψος των 5.809,76 ευρώ (μαζί με το Φ.Π.Α.), δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ούτε και στη συμφωνία, μολονότι τούτο δεν προέκυψε από οποιοδήποτε έγγραφο από την αλληλογραφία του με τον νόμιμο εκπρόσωπό της, πλήττουν εμμέσως, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υπολόγισε την αμοιβή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με βάση το π.δ/μα 696/1974, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 59 παρ. 1 εδ.

α' και 2 του από 17-07/16-08-1923 ν.δ/τος, 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 του π.δ/τος 696/1974 και 7 του Ν. 3919/2011, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος. Και τούτο διότι, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, περί προφορικής συμφωνίας των διαδίκων για αμοιβή αυτής, με ποσοστό επί του πραγματικού προϋπολογισμού του έργου, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπολόγισε την αμοιβή της, για την εκπόνηση του ανατεθέντος έργου, κατά το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011, βάσει του παρατιθέμενου στην αγωγή αναλυτικού προϋπολογισμού, για κάθε στάδιο του έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), ως " πράγματα " θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει και όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ. Α.Π. 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σε αυτή (Ολ. Α.Π. 294/1981) και το δικαστήριο της ουσίας τα έλαβε υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο (Α.Π. 1152/2017, Α.Π. 1765/2005).

Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991, Ολ. Α.Π. 25/2003 Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Επίσης, δεν θεωρούνται " πράγματα ", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008), ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 2019/2007), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ( Ολ.

Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014, Α.Π. 1720/2013, Α.Π. 232/2009, Α.Π. 147/2008 ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν είχαν προταθεί με την αγωγή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, προβάλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχε προφορική συμφωνία για την αμοιβή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με ποσοστό επί του πραγματικού προϋπολογισμού του έργου και ότι ο ίδιος ενέκρινε τον αρχικό προϋπολογισμό του έργου, ισχυρισμούς τους οποίους όμως, δεν είχε προβάλει με την αγωγή της, προς θεμελίωση αυτής και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθμός 8 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ. Ωστόσο, από την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, στην οποία επισυνάπτεται ο υπ' αριθμ. πρωτ. 21411/03-09-2014 πίνακας αμοιβών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, συνάγεται ότι, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η αντίδικός του επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, την κατάρτιση της σύμβασης, το ανατεθέν έργο, την εκτέλεση της εργασίας και όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τον καθορισμό της αμοιβής της, ήτοι εξέθετε το είδος των εργασιών κατά κατηγορία, τις εργασίες που εκτελέσθηκαν και τη νόμιμη αμοιβή της η οποία, ελλείψει συμφωνίας περί αυτής, ανήλθε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο π.δ/μα 676/1974 και με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, στο ποσό των εξήντα χιλιάδων ενενήντα ενός ευρώ και δώδεκα λεπτών (60.091,12 ).

Επιπλέον, στην αγωγή αυτή ενσωματώνεται η από 11-08-2014 Εξώδικη Απάντηση - Δήλωση - Διαμαρτυρία και Πρόσκληση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, στην οποία γίνεται αναφορά ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε εξέφρασε κάποια αντίρρηση, σχετικά με την αρχική μελέτη και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις, αλλά, αντίθετα, αποδέχθηκε αυτές στο σύνολό τους και ειδικότερα εξέθετε ότι οι αρχιτεκτονικές μελέτες ολοκληρώθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτόν, χωρίς να υπάρξει η οποιαδήποτε αντίρρηση εκ μέρους του και, συνακόλουθα, συνάγεται ότι επικαλέστηκε πως ο τελευταίος ενέκρινε, τον προϋπολογισμό του έργου, μη απαιτούμενης της επίκληση της έγκρισης των επί μέρους κονδυλίων του έργου.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο συναφής πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, με τον ίδιο από τον αριθμό 8 εδαφ.

β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και σε συνάφεια και συνάρτηση με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό και ειδικότερα την προβληθείσα ένσταση πλαστότητας της με αριθμό πρωτοκόλλου 10920/26-04-2013 αίτησης προς την Πολεοδομία Λευκάδας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό, τον οποίο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αφού πρόκειται για την ουσία της υπόθεσης, απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο, ειδικότερα ότι ο ισχυρισμός του περί νόθευσης του περιεχομένου της αίτησης, που κατέθεσε ο Σ.

Μ. στην Πολεοδομία Λευκάδας, με αριθμό πρωτοκόλλου 10920/26-4-2013, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι αποδείχθηκε πως ο εναγόμενος είχε δώσει την εντολή στην ενάγουσα για την έκδοση και της άδειας δόμησης και κατά συνέπεια, την εκπόνηση των σχετικών μελετών, που απαιτούνται για την έκδοσή της και ότι είναι άνευ έννομης σημασίας το γεγονός ότι οι υπογραφές του εναγόμενου στη θέση " ο δηλών" στην πρώτη σελίδα της ως άνω αίτησης, δεν είναι οι πρωτότυπες υπογραφές του, αλλά αποτελούν έγχρωμη εκτύπωση αυτών, αφού ο μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της ενάγουσας εταιρείας Σ.

Μ., βάσει της από 10-4-2013 έγγραφης εξουσιοδότησης του εναγόμενου, είχε τη δυνατότητα να θέσει ο ίδιος την υπογραφή του στην εν λόγω αίτηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.

Α.Π. 23/2008 ). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί ( Ολ.

Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 42/2002 ). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017).

Για να ιδρυθεί, δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 322/2011, Α.Π. 371/2009). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

Α.Π. 42/2002, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 1588/2011, Α.Π. 1652/2009, Α.Π. 331/2004 ). Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (Α.Π. 759/2018, Α.Π. 161/2017, Α.Π. 1967/2009, Α.Π. 1212/2009, Α.Π. 774/1996, Α.Π. 710/1991).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ. Α.Π. 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 516/2017, Α.Π. 2047/2014, Α.Π. 1573/2006 ).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, το φερόμενο, ως μη ληφθέν υπόψη, αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού αυτού μέσου, στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 58/2008 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559, αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ήτοι προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, κρίσιμα έγγραφα που αυτός νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη την από 02-08-2017 Έκθεση Γραφολογικής Εξέτασης της δικαστικής Γραφολόγου Ιωάννης Τζουρά και το από 28-01-2018 συμπληρωματικό σημείωμα της ίδιας ως άνω Δικαστικής Γραφολόγου, από το περιεχόμενο των οποίων (εγγράφων), θα αποδεικνύονταν οι ουσιώδεις, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμοί του και ειδικότερα η βασιμότητα της προβληθείσας ένστασης πλαστότητας της με αριθμό πρωτ. 10920/26-04-2013 αίτησης προς την Πολεοδομία Λευκάδας.

Ωστόσο, από τη ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στο 4ο φύλλο, εμπρόσθια σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι : " ... τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια .... ", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, όπου μάλιστα περιέχονται παραδοχές, σε σχέση με το κρίσιμο στην υπόθεση ζήτημα, για την απόδειξη του οποίου ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όλα τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό, ήτοι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα έλαβε υπόψη του την Έκθεση Γραφολογικής Εξέτασης της δικαστικής Γραφολόγου Ιωάννης Τζουρά, για την οποία, άλλωστε, κάνει ειδική μνεία στο σκεπτικό του.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ( σφάλμα ανάγνωσης ), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά, προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 828/2010). Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002).

Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 696/2019). Κατά την έννοια της άνω διατάξεως, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο :

α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως, ώστε, από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο, περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο ( Α.Π. 194/2005 ), ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο, από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1573/2006) και, επιπλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (Α.Π. 1311/2018, Α.Π. 1875/2006).

Ο αναιρεσείων, εξάλλου, έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του, από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (Α.Π. 533/2009, Α.Π. 437/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ".. ανωτέρω εγγράφου (πρωτοδίκως και σε δεύτερο βαθμό, προσαγόμενο μετ' επικλήσεως έγγραφο, ως σχετ. 10) ...", με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο γι' αυτόν (αναιρεσείοντα) αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων προσδιορίζει το εν λόγω έγγραφο μόνο με τον αύξοντα αριθμό της προσαγωγής του, ως σχετικού, στο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να εξειδικεύει την ταυτότητά του, δεν διαλαμβάνει, δηλαδή, σε ποιο συγκεκριμένο έγγραφο αναφέρεται, ώστε να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο αυτού και να διαπιστωθεί, αν υπήρξε παραμόρφωση αυτού.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμων του πρώτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση και αποδοχή των προβαλλομένων τέταρτου και έβδομου λόγων αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

τους οποίους ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή ( άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).

Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ), λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (πρβλ. Α.Π. 198/2021, Α.Π. 68/2019, Α.Π. 1697/2012, Α.Π. 1228/2009), αλλά και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 εδ. τελ. του ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 3100/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ