Legislator Case Law & Legislation
419/2022 AI generated

419/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 419/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

419/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 419/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Παπακωνσταντίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ" που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρχοντία Αλιγιζάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2020 του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/10/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία του άρθρου 13 του Ν 1418/1984 και ήδη του άρθρου 77 του Ν 3669/2008, υπ'αριθμ. 1/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ υποχρεούται να της καταβάλει για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε με προφορική σύμβαση το ποσό των 389.275,22 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 7 παρ. 1 του Ν 1418/1984 ορίζεται ότι "ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου...", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου "Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν.

Αν προκύπτει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παραγρ. 3 του άρθρου 8 του ΠΔ334/2000 , συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου.

Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.

Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης. Στο ως άνω ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή συντάξεως τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου. Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης".

Περαιτέρω, στο άρθρο 34 παρ. 2 του ΠΔ 609/1985 ορίζεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφο διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, σε επείγουσες δε περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίνεται προφορικά στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο.

Εξάλλου, στο άρθρο 43 του ίδιου ως άνω προεδρικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα εξής: "1. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν 1418/1984 , όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996...

Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2.Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών" που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων... (όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο μόνο του ΠΔ 402/1996).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής, συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου.

Της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας.

Ακολουθεί η υπογραφή συμβάσεως για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής συμβάσεως, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο (ΣτΕ 121/2018, 2638/2016, 1258/2013, 1768/2012).

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται, και ούτε υποχρεούται, κατ' αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιότητα και το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, κατ' απόκλιση από τη σύμβαση έργου, και, επίσης, ότι δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορική εντολή της υπηρεσίας, στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού, και χωρίς προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Α.Π.Ε., αν δε συντρέχει περίπτωση, και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. (ΣτΕ 2243/2017, 45/2016, ΑΠ 178/2015, 1258/2013).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή ο ανάδοχος, δηλαδή, αν εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, χωρίς τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της υπηρεσίας, δεν δικαιούται ούτε αποδόσεως της ωφέλειας του λήπτη με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ828/2019, ΣτΕ 45/2016, 749/2016, 2387/2014).

Κατ' εξαίρεση, όμως, από τον ανωτέρω κανόνα, και ανεξάρτητα από τη σύναψη τελικά συμπληρωματικής συμβάσεως ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, αποδεχόμενος σχετική έγγραφη εντολή του εργοδότη ή και μόνο προφορική εντολή καταχωρημένη στο ημερολόγιο του έργου, αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, έχει δε η αμοιβή αυτή συμβατικό χαρακτήρα, αφού η εντολή του εργοδότη και η αποδοχή της από τον ανάδοχο δημιουργούν το αναγκαίο συμβατικό πλαίσιο.

Μάλιστα δικαιούται τότε ο ανάδοχος αμοιβής ακόμη και αν η δαπάνη των πρόσθετων εργασιών υπερέβη το 50% του αρχικού συμβατικού κόστους, την οποία, αντίθετα, δεν δικαιούται ούτε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν ενήργησε χωρίς εντολή του εργοδότη (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΣτΕ 5117/2012). Πάντως, και στην περίπτωση αυτή, η συμβατική σχέση ολοκληρώνεται και οριστικοποιείται, κατά κανόνα, με τη σύναψη σχετικής συμβάσεως, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και γνώμη του τεχνικού συμβουλίου του εργοδότη, στο πλαίσιο είτε του εγκεκριμένου Α.Π.Ε.

είτε και αποκλίνοντας απ' αυτόν (ΑΠ 1726/2014). Περαιτέρω, όμως, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εκτελέστηκαν χωρίς να τηρηθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, χωρίς, δηλαδή, την κατάρτιση συμπληρωματικής συμβάσεως και χωρίς έγγραφη ή προφορική, εντολή του κυρίου του έργου (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 902/2011), να κριθούν στη συνέχεια από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο εφετείο, ως αναγκαίες, δηλαδή ως εργασίες οι οποίες επιβάλλονται για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με τη σύνταξη Α.Π.Ε.

και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής συμβάσεως, οπότε το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα οφείλεται με βάση τη νέα σύμβαση μετά την σύναψή της (ΑΠ828/2019, ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΑΠ 902/2011, ΣτΕ 782/2018, ΣτΕ 2253/2017, ΣτΕ 45/2016, ΣτΕ 2256/2016, ΣτΕ 2638/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 256/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η ένδικη αγωγή, που κατά τη μοναδική της βάση επιχειρείται να στηριχθεί στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα- ανάδοχος του έργου δεν δικαιούται την απόδοση της ωφέλειας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου-λήπτη των υπηρεσιών και του παρασχεθέντος έργου για τις πρόσθετες υπερσυμβατικές εργασίες που εκτέλεσε.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ'αυτό τα εξής : " Ότι με την από 12-11-1996 σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ αυτής και του εναγομένου ΝΠΔΔ ανέλαβε την εκτέλεση του έργου <Συμπληρωματικές εργασίες αποπεράτωσης Γ φάσης εγκαταστάσεων Πολυτεχνείου Κρήτης>, προϋπολογισμού ύψους 254.000.000 δρχ.

πλέον ΦΠΑ. Ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου παρέστη ανάγκη εκτέλεσης νέων εργασιών, τις οποίες εκτέλεσε με εντολή της αρμόδιας διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας. Ότι συνετάγη ο 1ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών, προκειμένου να συμπεριληφθούν οι αυξομειώσεις ποσοτήτων ορισμένων εργασιών και να τιμολογηθούν οι νέες εργασίες, απαραίτητες για την ολοκλήρωση του έργου, συνολικής δαπάνης 28.454.718 δρχ.

Ότι το Τεχνικό Συμβούλιο του εναγομένου αποφάσισε να εισηγηθεί στη Σύγκλητο την έγκριση του ως άνω ΑΠΕ, πλην όμως αυτή με την 4/2000 απόφασή της δεν τον ενέκρινε. Ότι κατ'αυτής της αποφάσεως άσκησε αίτηση θεραπείας και προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο Χανίων που απορρίφθηκαν και στη συνέχεια άσκησε αίτηση αναιρέσεως στο ΣΤΕ, το οποίο την δέχθηκε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ΔΕφΧανίων προς περαιτέρω κρίση, το οποίο με την 164/2009 απόφασή του απέρριψε την προσφυγή, καταλήγοντας στην κρίση ότι η ενάγουσα-προσφεύγουσα δεν δικαιούται αποζημίωσης.

Ότι κατ'αυτής της αποφάσεως άσκησε εκ νέου αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε. Ότι η προφορικώς συναφθείσα σύμβαση για τις πρόσθετες εργασίες δεν είναι έγκυρη λόγω μη τήρησης του συστατικού έγγραφου τύπου. Ότι το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της, εξοικονομώντας το ως άνω ποσό, δεδομένου ότι θα έπρεπε να το καταβάλει σε άλλον εργολάβο για να αποκτήσει το ίδιο έργο".

Με βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 389.275,22 ευρώ, νομιμοτόκως από τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά σημεία εξώδικης οχλήσεως, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθόσον, η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα επικαλείται υπερσυμβατικές εργασίες, που έγιναν χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του εναγομένου ή με προφορική εντολή του δοθείσα στον τόπο του έργου και καταχωρηθείσα στο ημερολόγιο αυτού σε επείγουσα περίπτωση, που όμως δεν αναφέρεται τέτοια στην αγωγή, αφού σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων, ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποδόσεως της ωφέλειας του λήπτη βάσει των διατάξεων των άρθρων 904 επ.ΑΚ για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή σε επείγουσες περιπτώσεις, χωρίς προφορική εντολή του εργοδότη, η οποία να έχει δοθεί στον τόπο εκτελέσεως του έργου και να έχει καταχωρηθεί στο ημερολόγιο αυτού.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι η ενάγουσα - ανάδοχος του έργου δεν δικαιούται την απόδοση της ωφέλειας του εναγομένου - λήπτη των υπηρεσιών και του παρασχεθέντος έργου για τις πρόσθετες υπερσυμβατικές εργασίες που εκτέλεσε, διότι πρόκειται για υπερσυμβατικές εργασίες που έγιναν χωρίς προηγούμενη σύναψη νέας μεταξύ των αντισυμβαλλομένων συμβάσεως, κατόπιν διαπραγματεύσεων και προηγούμενη σύνταξη και έγκριση ΑΠΕ, καθώς και για εργασίες που έγιναν χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του εναγομένου-κυρίου του έργου ή εφόσον υπήρχε επείγουσα περίπτωση, περίσταση που δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι συνέτρεχε εν προκειμένω, με προφορική εντολή δοθείσα στον τόπο του έργου και καταχωρηθείσα στο ημερολόγιο αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσης, τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ και δεν παραβίασε αυτήν ευθέως.

Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή, ανακοπή κλπ απορρίφθηκε ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 701/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, σε κάθε δε περίπτωση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος.

Κατά τα άρθρα 13 αρθμ.6 του Ν 1418/1984 και 77 του Ν 3669/2008, που έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9,16, 17,19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΑΠ1392/2017, ΑΠ1499/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ'επικλήσεως αποδεικτικά μέσα και δη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο δεκατρία έγγραφα. Ο αναιρετικός όμως αυτός λόγος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος, καθόσον αυτός δεν περιλαμβάνεται στους ανωτέρω περιοριστικά αναφερόμενους λόγους αναίρεσης αποφάσεων του Πενταμελούς Πολιτικού Εφετείου.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα αυτού (άρθρα 106,176,183,189 αρθμ.1, 191 αρθμ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.1/2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ