Legislator Case Law & Legislation
419/2020 AI generated

419/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 419/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες ("μιριγιέ", τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), (γ) τις αφιερωμένες γαίες ("βακούφια"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("μετρουκέ", οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες ("μεβάτ", τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Legislator headnote

AI generated

419/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Keywords

AI generated
property ownership sovereignty clause sole ownership retention of title land and buildings direct possession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 419/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1.Λ. Ι. του Γ., 2Μ. Ι. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Ιάκωβο Παραδείση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ αριθμ εκθ. Κατάθεσης 408/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και την 67/2010 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297 ΕΜ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 90/2015 μη οριστική, 62/2018 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την 21-6-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-6-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 62/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Με αυτήν έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που ζητούσαν τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής του επίδικου ακινήτου με ένδειξη ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ώστε να καταχωριστούν αυτοί ως συγκύριοι τούτου, ενώ αντίθετα απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κυρία παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος κατά το μέρος που και αυτό ζητούσε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής του ίδιου επίδικου ακινήτου, ώστε να καταχωρισθεί αυτό ως κύριος, αφού προηγουμένως έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε δεχθεί τα αντίθετα και εξαφανίστηκε η τελευταία.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 148/2016).

1. Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες ("μιριγιέ", τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), (γ) τις αφιερωμένες γαίες ("βακούφια"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("μετρουκέ", οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες ("μεβάτ", τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (βλ. ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 222/2017, ΑΠ 34/2019).

2. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17 (29).11./ 1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω β.δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019, ΑΠ 303/2015, ΑΠ 148/2016).

Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/1979. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφάνειας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.

Με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά των Κυκλάδων (επομένως και στη Σύρο), σύμφωνα τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. 3.

Όσον αφορά στα αδέσποτα ακίνητα, καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1837 ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ... ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν εις το Δημόσιον".

Στη συνέχεια η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.

Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.

Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ ...1/2014, ΑΠ 34/2019).

4.Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 12-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ71880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένεντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ ...1/20, ΑΠ 34/2019).

5.Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50.14), ν 2 παρ. 20 πανδ.(41.4), ν 6 παρ. 1 πανδ. (44.3)// ν.76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4.

του αν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία (ολΑΠ 75/1987, ΑΠ 148/2016).

Πλην όμως προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 34/2019, ΑΠ 1840/2017).

6. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω στους αριθμούς 1 ως και 4, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιάς τέτοιας αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο. Για τον ίδιο λόγο το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών του σε ασκηθείσα από το ίδιο αυτοτελή αίτηση, αγωγή ή κυρία παρέμβαση (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 368/2015). Συνακόλουθα, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών φέρει το Ελληνικό Δημόσιο είτε ως εναγόμενο και ενιστάμενο (και όχι ο ενάγων), είτε ως ενάγον η κυρίως παρεμβαίνον, ώστε, αν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, στην μεν πρώτη περίπτωση η εναντίον του αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 847/2013), στη δε δεύτερη περίπτωση η δική του αγωγή ή η κυρία παρέμβαση θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον -κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμούς του περί κτήσης κυριότητας από αυτό του επίδικου:

α) δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης β) άλλως, ως δάσους κατά τις διατάξεις του βδ της 17/29-11-1836, γ) άλλως ως αδέσποτου κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.

της 21.6/10-7-1937 και δ) άλλως ως λειβαδιού και βοσκότοπου κατά το άρθρο 1 του βδ της 12-12-1833. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο έκρινε αναπόδεικτους τους εν λόγω ισχυρισμούς για τους εκτιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους (βλ. παρακάτω το κείμενο της απόφασης), μεταξύ των οποίων "διότι το κυρίως παρεμβαίνον, που έχει το βάρος της απόδειξης δεν απέδειξε την κτήση της κυριότητας με έναν από τους τρόπους που επικαλείται στην κύρια παρέμβαση του".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα τούτο, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, καθόσον οι συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης του επικαλούμενου γεγονότος ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και όχι οι αναιρεσίβλητοι - αιτούντες, ούτε οι τελευταίοι έφεραν το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της 30ετούς έκτακτης χρησικτησίας στο επίδικο κατά τις διατάξεις του βρδ, μέχρι τις 11-9-1915, προϋπόθεση της οποίας, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Όπως προεκτέθηκε στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδισπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του κατά τις διατάξεις του βρδ μέχρι τις 11-9-1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 34/2019, ΑΠ 1840/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, ήτοι φυσική εξουσίαση του ακινήτου με διάνοια κυρίου, καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος που πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 περ.α και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.

Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαρειά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος αποδείξεις.(ΑΠ 40/2014). Η φυσική δε εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ'αυτού που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401/2018,ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Το ένδικο ακίνητο είναι ένα γεωτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση …της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ..., φέρει τον ΚΑΕΚ ... στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου-..., έχει εμβαδόν κατά την εμβαδομέτρηση του Ο.Κ.Χ.Ε. 4.371 τ.μ., συνορεύει ανατολικά με δρόμο, βόρεια με δύο γεωτεμάχια που φέρουν τους ΚΑΕΚ ...

αντίστοιχα, δυτικά με το γεωτεμάχιο που φέρει τον ΚΑΕΚ ... και νότια με το γεωτεμάχιο που φέρει τον ΚΑΕΚ ..., στις πρώτες εγγραφές φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη, με την παρατήρηση ότι το σύνολο ή τμήμα του διεκδικείται από το (κυρίως παρεμβαίνον) Ελληνικό Δημόσιο (Διεύθυνση Δασών Ν.Κυκλάδων) και στο κτηματολογικό φύλλο αυτού έχουν καταχωριστεί τρεις δουλείες διόδου υπέρ των δεσποζόντων ακινήτων που φέρουν τους ΚΑΕΚ ... ...

και ..., με βάση το με αριθ..../7.3.1988 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σύρου Ι. Π., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ...., αριθ....), και δουλειούχους δυνάμει αυτού τους Γ. Μ. Δ., Κ. Α. Β. και Α. Ρ., το γένος Γ. Δ., αντίστοιχα. Οι αιτούντες, που εκθέτουν ότι έχει περιέλθει στην συγκυριότητά τους, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 50% στον καθένα, καθώς και ότι αυτό αποτελεί τμήμα άλλοτε ευρύτερης ενιαίας έκτασης, από την κατάτμηση της οποίας προέρχεται, επικαλούνται και προσκομίζουν τους αμέσως παρακάτω τίτλους ιδιοκτησίας.

Σύμφωνα με το με αριθ. .../15.9.1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ε. Γ. Σ., συζ. Α. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ...., αριθ….), περιήλθε σ'αυτούς (αιτούντες), κατά ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 50% στον καθένα, λόγω πώλησης από τον κύριο αυτού Ι. Ξ. του Τ., ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Πάγου Σύρου, έχει έκταση 4.395,38 τ.μ.

και προέρχεται από την κατάτμηση μεγαλύτερης και άλλοτε ενιαίας αγροτικής έκτασης στην ως άνω θέση, συνολικής επιφάνειας (της μεγαλύτερης αυτής έκτασης) κατά μεν τον (αμέσως παρακάτω) τίτλο κτήσης, του καλλιεργήσιμου τμήματος της ενός και μισού (1 1/2) στρέμματος, της δε ακαλλιέργητης σκληρής μισού (1/2) στρέμματος, μετά δε από πρόσφατη ακριβή καταμέτρηση 17.231,50 τ.μ. (όπως το εμβαδόν της ευρύτερης έκτασης τόσο κατά τον αναφερόμενο τίτλο κτήσης όσο και κατά την πιο πρόσφατη εμβαδομέτρηση αναφέρεται στο με αριθ. ...15.9.1992 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο έτερο τμήμα με αριθ.

….της εν λόγω ευρύτερης έκτασης πωλήθηκε στους γονείς των αιτούντων Γ. Ι. του Λ. και Ι. σύζ. Γ. Ι., διότι το αντίστοιχο φύλλο από το προσκομιζόμενο ως άνω με αριθ. .../15.9.1992 συμβόλαιο, που - προφανώς - περιέχει και τα όρια του ενδίκου ακινήτου, λείπει), περιήλθε δε στον πωλητή δυνάμει του με αριθ. .../12.7.1963 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...

Μ. Σ. Π., νόμιμα μεταγραμμένου στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. …, αριθ. ...), σε συνδυασμό με τον θάνατο του δωρητή που ακολούθησε στις 14.5.1977 στο χωριό Πάγος Σύρου. Με το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο, ο Σ. Μ. Ξ. δώρισε στον Ι. Τ. Ξ., με τον όρο να τον περιποιείται και περιθάλπει μέχρι τέλους της ζωής του, μεταξύ άλλων, το παρακάτω ακίνητο, κείμενο στην περιφέρεια της Κοινότητας Πάγου της Σύρου:

ένα σκληροχώραφο περιτοιχισμένο, κείμενο στη θέση ... του χωριού Πάγου Σύρου, προς το μέρος του βορά, έκτασης καλλιεργήσιμης 1/2 στρέμματος, με τρία συκόδενδρα και σκληρής ακαλλιέργητης, έκτασης 1/2 στρέμματος, με όρια ολόγυρα κτήματα Γ. Κ. και Β. Ρ.. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον δωρητή από κληρονομιά, δυνάμει της με αριθ. ...1.2.1957 δημόσιας διαθήκης, ενώπιον του αμέσως ανωτέρω συμβολαιογράφου, της αποβιώσασας στις 24.10.1957 συζύγου του Α.

Σ. Ξ., το γένος Λ. Ρ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθ. 162/31.10.1957 πρακτικό συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Σύρου και αποδέχθηκε αυτός με την με αριθ. .../7.4.1958 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένη στα αυτά βιβλία μεταγραφών (τόμ. ..., αριθ. .... Σύμφωνα δε με τις όπως παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις, το ανωτέρω σκληροχώραφο είχε περιέλθει στην διαθέτιδα Α.

σύζ. Σ. Ξ. με το με αριθ. .../18.10.1918 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ν. Κ., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. ΡΚΑ, αριθ. ...). Κατά το πωλητήριο τούτο (με αριθ. .../18.10.1918) συμβόλαιο, οι σύζυγοι Γ. Α. Β. και Ε. Γ. Β., το γένος Λ. Ρ. πώλησαν και μεταβίβασαν στην Α. Λ. Ρ. ένα περιτοιχισμένο σκληροχώραφο, κείμενο στη θέση ...

προς το μέρος του βοριά του χωριού Πάγου της Σύρου, στην περιφέρεια τότε της ομώνυμης Κοινότητας, έκτασης του καλλιεργήσιμου μέρους μισού στρέμματος με τρία συκόδενδρα, της δε σκληρής επίσης μισού στρέμματος, με όρια ολόγυρα κτήματα Ι. Π., Γ. Ρ., Ν. Ρ., Γ. Φ. και Α. Λ. Ρ., που είχε περιέλθει στους πωλητές από προίκα των γονέων της δεύτερης από αυτούς.

Τέλος, κατά το με αριθ. .../23.3.1903 συμβόλαιο μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων του συμβολαιογράφου Α. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. …, αριθ. ...), που οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν ως απώτερο τίτλο του επιδίκου, στους ανωτέρω Γ. Α. Β. και Ε. σύζ. Γ. Β., το γένος Λ. Ρ., μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα από τον Λ.

Γ. Ρ. και την σύζυγο του Ν., το γένος Μ. Δ., σε εκτέλεση του με αριθ.../26.1.1898 προικοσυμφώνου ενώπιον του αμέσως παραπάνω συμβολαιογράφου, ένας αγρός περίφρακτος στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου Σύρου, έκτασης μισής περίπου ζευγαριάς, που περιείχε τρεις συκιές και συνόρευε με κτήματα Ι. Π., Κ. Γ. Ρ. και των προικοδοτών και ένας αγρός στην ίδια θέση, περίφρακτος, έκτασης επίσης μισής ημέρας περίπου ζευγαριάς, που συνόρευε με κτήματα Κ.

Φ. και Ν. Π., με το δικαίωμα της διόδου από το κτήμα του Κ. Φ.. Με βάση τ' ανωτέρω, ανακύπτει το ζήτημα αν το γεωτεμάχιο το οποίο στους απώτερους τίτλους κτήσης των αιτούντων περιγράφεται ως σκληροχώραφο περιτοιχισμένο, έκτασης καλλιεργήσιμης 1/2 στρέμματος, με τρία συκόδενδρα και σκληρής ακαλλιέργητης, έκτασης 1/2 στρέμματος και στον απώτατο ως αγρός περίφρακτος έκτασης μισής περίπου ζευγαριάς, που περιείχε τρεις συκιές (σημειουμένου ότι οι αιτούντες που επικαλούνται τον ανωτέρω απώτατο τίτλο, δεν προσδιορίζουν αν περιλαμβάνουν σ' αυτόν και τον έτερο αγρό στην ίδια θέση, ομοίως περίφρακτο, έκτασης επίσης μισής ημέρας περίπου ζευγαριάς), ταυτίζεται στο σύνολο του ή κατά ένα μέρος με την ευρύτερη ενιαία έκταση επιφάνειας 17.231,50 τ.μ., η οποία κατατμήθηκε σε τέσσερα τμήματα και εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β.

Τ., συνημμένο στον άμεσο τίτλο ιδιοκτησίας των αιτούντων, ήτοι το με αριθ. .../1992 πωλητήριο συμβόλαιο, τμήμα της οποίας με αριθμό 1 αποτελεί το ένδικο ακίνητο. Για την διακρίβωση του ζητήματος τούτου διατάχθηκε με την με αριθ. 90/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και ορίστηκε, για την περίπτωση που το επίδικο περιλαμβάνεται εν μέρει στους ως άνω τίτλους ιδιοκτησίας, να καθοριστεί κατά ποιο ακριβώς μέρος, κατά θέση, όρια και έκταση περιλαμβάνεται σ' αυτούς.

Κατά την με αριθ. πράξης κατάθεσης …/10.2.2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού Τ.Ε. Α. Γ., ο οποίος διενήργησε την πραγματογνωμοσύνη, το επίδικο περιλαμβάνεται εν μέρει στους επικαλούμενους από τους αιτούντες τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, άμεσου και απώτερων, μνημονεύοντας ότι υπάρχει διαχρονικά μια συνέχεια στους τίτλους αυτούς και ότι οι αναφερόμενες όμορες ιδιοκτησίες στο με αριθ. 15584/1963 δωρητήριο συμβόλαιο και την με αριθ. .../1958 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ήτοι τα κτήματα Κ.

και Ρ., εκτεινόταν, του μεν πρώτου (Κ.) νότια και νοτιοδυτικά, του δε δεύτερου (Ρ.) βόρεια, βορειοανατολικά και βορειοδυτικά. Ωστόσο δεν προέβη σε περαιτέρω προσδιορισμό του επιδίκου κατά τη θέση, την έκταση και τα όρια στους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από τους αιτούντες τίτλους ιδιοκτησίας, δεν προσκομίζονται δε, ούτε γίνεται επίκληση τους, περαιτέρω στοιχεία, πέραν των αναφερομένων ως άνω τίτλων ιδιοκτησίας των αιτούντων, όπως τίτλοι ιδιοκτησίας των αναφερόμενων ως ομόρων ιδιοκτητών Κ.

και Ρ. ή και δικαιοπαρόχων ή δικαιοδόχων τους, για το ότι η ευρύτερη ενιαία έκταση ή προσδιοριζόμενο τμήμα αυτής είχε ως όρια τις εν λόγω ιδιοκτησίες, που θα βοηθούσαν και τον πραγματογνώμονα να προσδιορίσει, με την εφαρμογή τους, τεκμηριώνοντάς την, την εν μέρει υπαγωγή του επιδίκου στους τίτλους ιδιοκτησίας των αιτούντων.

Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων έχει ιδιαίτερη σημασία, ενόψει του ότι 1) έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την με αριθ. 117/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (για την οποία έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης από το Ελληνικό Δημόσιο) ότι έτερο τμήμα, με αριθ. 4, της επικαλούμενης από τους αιτούντες άλλοτε ευρύτερης ενιαίας έκτασης, ανήκει κατά συγκυριότητα στους γονείς τους δυνάμει του (προαναφερθέντος, νόμιμα μεταγραμμένου) με αριθ. ...15.9.1992 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...

Ε. Σ. και 2) ότι υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ άλλων ακινήτων, που φέρουν τους ΚΑΕΚ ... ... και ..., από τα οποία μόνο το δεύτερο είναι όμορο (προς δυσμάς) του επιδίκου (δουλεύοντος), δυνάμει του (νόμιμα μεταγραμμένου) με αριθ. .../7.3.1988 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σύρου Ι. Π., το οποίο δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζουν οι αιτούντες, από το οποίο ωστόσο συνάγεται ότι υφίστανται απώτεροι τίτλοι ιδιοκτησίας ομόρων ιδιοκτησιών, που η επίκληση και προσκόμισή τους θα συντελούσε στην απόδειξη, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, του αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των αιτούντων.

Ενόψει των ανωτέρω και ανεξαρτήτως της φύσης του επιδίκου ως δασικής έκτασης κατά το μεγαλύτερο μέρος, όπως ισχυρίζεται το κυρίως παρεμβαίνον και θα εκτεθεί κατωτέρω, οι αιτούντες, που έχουν το βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον απώτατο τίτλο ιδιοκτησίας τους, ήτοι το με αριθ. .../23.3.1903 συμβόλαιο μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων του συμβολαιογράφου Α.

Β.. Κατόπιν τούτου, πρέπει να ερευνηθεί η επικουρική βάση της αίτησης περί κτήσης της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, προϋπόθεση της οποίας είναι, βέβαια, να μην είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας και δη να μην έχει περιέλθει στην κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου μ' έναν από τους τρόπους που επικαλείται στην υπό κρίση κύρια παρέμβασή του.

Επί της από 30.3.2009 σχετικής αίτησης των αιτούντων στη Διεύθυνση Δασών Νομού Κυκλάδων και κατόπιν της από 3.7.2009 αυτοψίας και της με αριθ. πρωτ. .../21.12.2009 έκθεσης - φωτοερμηνείας και εισήγησης της Δασολόγου της Δ. Δασών Ν. Κυκλάδων Ε. Γ., εκδόθηκε η με αριθ. πρωτ. .../22.12.2009 πράξη χαρακτηρισμού (άρθρ. 14 ν. 998/1979) του Δ/ντή Δασών Ν.

Κυκλάδων, με την οποία χαρακτηρίστηκε το τμήμα 02 του ενδίκου ακινήτου, όπως απεικονίζεται στο από Μαρτίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Ε. Μ., εμβαδού 3.579,71 τ.μ., ως δασική έκταση, "κατά την έννοια των παραγράφων παρ. 2 και 3 του άρθρου 3 του Ν. 998/79, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν και πλέον ισχύουν με το άρ. 1 του Ν. 3208/03, αποτελούμενη από άρκευθο να εμφανίζεται σε μέσο ποσοστό κάλυψης μεγαλύτερο του 30%, χωρίς να αναγνωρίζονται στοιχεία παλαιότερης αγροτικής δραστηριότητας", και το τμήμα 01 αυτού, όπως απεικονίζεται στο ίδιο διάγραμμα, εμβαδού 706,68 τ.μ., ως αγροτικής μορφής, "κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/79, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν και πλέον ισχύουν με το Ν. 3208/03, διότι είναι έκταση εμπίπτουσα στις διατάξεις της παρ. 6.α του άρ. 3 του Ν. 998/79, αγροτικής μορφής με διαχρονικώς αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής (ήπια κλίση εδάφους, έδαφος επιδεκτικό καλλιέργειας)".

Σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας - εισήγηση, που λήφθηκε υπόψη για την έκδοση της πράξης χαρακτηρισμού, το τμήμα 02 του ενδίκου ακινήτου έχει ήπιες κλίσεις εδάφους, εμφανίζεται ως έκταση δασικής μορφής, με ποσοστό εμφάνισης της βλάστησης μεγαλύτερο του 35%, χωρίς να αναγνωρίζονται επ' αυτού στοιχεία παλαιότερης αγροτικής δραστηριότητας, με φυόμενο είδος την άρκευθο (juniperus sp), αποτελεί οργανική ενότητα δυνάμενη να εξυπηρετήσει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979 λειτουργίες, ειδικότερα δε εμπίπτει στην παρ. 3.3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, δεν είναι κηρυγμένη αναδασωτέα, ούτε τελεί υπό καθεστώς κήρυξης, ενώ στα ζεύγη των σχετικών αεροφωτογραφιών .../1945 και .../1960, που εξετάστηκαν, δεν διαπιστώθηκαν ποτέ στο παρελθόν ικανά ίχνη αγροτικής δραστηριότητας, η δασική βλάστηση είναι εμφανής σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30% από το 1960 και έπειτα, ενώ το 1945 η δασική βλάστηση δεν είναι εμφανής, αλλά δεν υπάρχει ένδειξη καλλιέργειας.

Με την ίδια έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας - εισήγηση το τμήμα 01 του ενδίκου ακινήτου κρίνεται ως επιδεκτικό καλλιέργειας, με ήπια κλίση, εμφανίζεται ως αγροτικής μορφής, με διαχρονικά ίχνη αγροτικής δραστηριότητας, με φυόμενο είδος την άρκευθο, με ποσοστό εμφάνισης μικρότερο του 15%, που προστατεύεται απολύτως με την ΔΑΔ 07/2000 και συνακόλουθα δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε επέμβαση επ' αυτής χωρίς την άδεια της ως άνω Δασικής Υπηρεσίας, δεν αποτελεί δε οργανική ενότητα δυνάμενη να εξυπηρετήσει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979 λειτουργίες, δεν είναι έκταση κηρυγμένη αναδασωτέα, ούτε τελεί υπό καθεστώς κήρυξης, στα δε ζεύγη των σχετικών αεροφωτογραφιών .../1945 και .../1960, που εξετάστηκαν, "η υφή και το χρώμα της επιφάνειας του εδάφους αποτελεί στοιχείο αγροτικής δραστηριότητας".

Ως προς το μεγαλύτερο με αριθ. 02 τμήμα του ενδίκου ακινήτου που έχει χαρακτηριστεί ως διαχρονικά δασικής μορφής, το κυρίως παρεμβαίνον προσκομίζει και επικαλείται και απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη έτους λήψης 1998, με όμοια, όπως και το 1960, κάλυψη από δασική βλάστηση, επικαλείται δε επίσης ότι έκταση που συνορεύει στα νότια με το εν λόγω ακίνητο έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την με αριθ.

πρωτ. 1022/1999 απόφαση, που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ 305/6.5.1999. Βλ. τα με αριθ. πρωτ. 227/16.5.2008 και οικ. 454/9.2.2011 έγγραφα της Δ/νσης Δασών Ν. Κυκλάδων). Ωστόσο, κρίσιμο στοιχείο για το αν το ένδικο ακίνητο και, ειδικότερα, το τμήμα 01 αυτού ήταν ανέκαθεν δασική έκταση και, συνεπώς, ανήκει κατά τεκμήριο στην κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, είναι αν το 1945, έτος λήψης των παλαιοτέρων αεροφωτογραφιών που διαθέτει το κυρίως παρεμβαίνον, ήταν πράγματι δασική έκταση.

Ως προς αυτό, η διαπίστωση της Διεύθυνσης Δασών Ν. Κυκλάδων με βάση την φωτοερμηνεία του ζεύγους των αεροφωτογραφιών 1945 είναι, όπως προαναφέρθηκε, ότι "το 1945 η δασική βλάστηση δεν είναι εμφανής, αλλά δεν υπάρχει ένδειξη καλλιέργειας", δηλαδή η ανέκαθεν (διαχρονική) μορφή της δασικής έκτασης στηρίζεται από το κυρίως παρεμβαίνον στο ότι το 1945 δεν υπήρχε ένδειξη καλλιέργειας στο τμήμα 01 του ενδίκου ακινήτου.

Επί αυτού πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Το τμήμα 01 έχει ήπια κλίση, όπως και το τμήμα 02 και, πέραν της δασικής βλάστησης από άρκευθο που εμφανίζεται μετά το 1945 στο τμήμα 01 σε μέσο ποσοστό κάλυψης μεγαλύτερο του 30%, άλλα χαρακτηριστικά που να διαφοροποιούν τα δύο τμήματα δεν προκύπτουν. Τούτο δε, διότι τα αναφερόμενα διαχρονικά ίχνη αγροτικής δραστηριότητας που διαπιστώθηκαν στο τμήμα 02 είναι κατά την έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνίας ότι "η υφή και το χρώμα της επιφάνειας του εδάφους αποτελεί στοιχείο αγροτικής δραστηριότητας" και κατά την με αριθ.

πρωτ. .../22.12.2009 πράξη χαρακτηρισμού η ήπια κλίση και έδαφος επιδεκτικό καλλιέργειας, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό των ικανών ιχνών αγροτικής δραστηριότητας που κρίθηκε ότι έλειπαν από το τμήμα 01 (συμπεραινομένου, εξ αντιδιαστολής, ότι υπήρχαν ίχνη, αλλά όχι ικανά, αγροτικής δραστηριότητας σ' αυτό), και το οποίο (τμήμα 01) για τον λόγο μόνον αυτό (ήτοι της έλλειψης ικανών ιχνών αγροτικής δραστηριότητας, ελλείψει εμφανούς δασικής βλάστησης το 1945) χαρακτηρίστηκε ως διαχρονικά, ήτοι και πριν από το 1945, δασική έκταση.

Περαιτέρω, η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ένδικο ακίνητο είναι περιοχή με μεικτές χρήσεις (δασική και αγροτική), με έδαφος γόνιμο και, στο πλαίσιο αυτό, κατά την με αριθ. .../8.10.1996 έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας της δασολόγου Γ. Ν. της Διεύθυνσης Δασών Ν. Κυκλάδων, το με αριθ. 4 τμήμα της ευρύτερης έκτασης των 17.231,50 τ.μ., που αγόρασαν οι γονείς των αιτούντων κατά τα προαναφερθέντα, είναι δασωμένος αγρός.

Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για το ότι ένδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν δασική έκταση, αφού η μορφολογία του εδάφους (ήπια κλίση και γόνιμο έδαφος) επέτρεπε την καλλιέργειά του και η δασική βλάστηση δεν ήταν εμφανής το 1945 και, συνακόλουθα, το κυρίως παρεμβαίνον, που έχει το βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε ότι απέκτησε την κυριότητα του ενδίκου ακινήτου λόγω της μορφής του ως διαχρονικά δασικής έκτασης και του συναφούς τεκμηρίου κυριότητας, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Εξάλλου, με βάση τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, το ένδικο ακίνητο δεν αποτελεί έκταση που λόγω της μορφής της δεν εξουσιαζόταν από κανένα, έτσι ώστε μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας να καταστεί κύριος αυτής το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, αλλά και δεν προέκυψε ότι αποτέλεσε αδέσποτο και ότι με την ιδιότητα αυτή περιήλθε στην κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις - είτε υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος β.ρ.

δικαίου είτε υπό την ισχύ του ΑΚ - που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος - που έχει το βάρος απόδειξης - στο ένδικο ακίνητο με έναν από τους τρόπους που επικαλείται στην κύρια παρέμβασή του, πρέπει να απορριφθεί αυτή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως κατ7 ουσίαν αβάσιμη.

Ακολούθως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι αιτούντες, αφότου αγόρασαν το ένδικο ακίνητο και μετέγραψαν νόμιμα στις 16.9.1992 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. ..., αριθ. …) το με αριθ. .../15.9.1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ε. Γ. Σ., συζ. Α. Β., ασκούσαν συνεχώς σ' αυτό έως την άσκηση της αίτησης (το Νοέμβριο του 2007), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν, τις παρακάτω πράξεις συννομής με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη, βάσει του αμέσως παραπάνω νόμιμου τίτλου τους, έτσι ώστε κατέστησαν συγκύριοι τούτου, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 50% ο καθένας, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Συγκεκριμένα, καθ' όλο ως άνω χρονικό διάστημα επισκέπτονταν και επέβλεπαν το ένδικο ακίνητο, προέβαιναν σε καθαρισμό του, το δήλωναν στην φορολογική τους δήλωση και στο έντυπο Ε9 και κατέβαλλαν τους φόρους που τους αναλογούσαν γι' αυτό. Αφού η περιοχή ... της νήσου Σύρου κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και περαιώθηκε αυτή, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε., που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 263/4/2.12.2004), διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - ...

και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 9.12.2004. Το ένδικο ακίνητο εμφαίνεται ως γεωτεμάχιο με εμβαδόν 4.371 τ.μ. και τον ΚΑΕΚ ... στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - ... και φέρεται στα βιβλία αυτά ως άγνωστου ιδιοκτήτη, με την παρατήρηση ότι το σύνολο ή τμήμα του διεκδικείται από το (κυρίως παρεμβαίνον) Ελληνικό Δημόσιο (Διεύθυνση Δασών Ν.

Κυκλάδων), όπως έχει ήδη αναφερθεί. Επομένως, εφόσον με βάση τ' ανωτέρω προκύπτει η συγκυριότητα των αιτούντων στο ένδικο ακίνητο, πρέπει να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή ως προς τούτο στο κτηματολογικό του φύλλο από το εσφαλμένο άγνωστου ιδιοκτήτη στο ορθό, δηλαδή στα ονόματα των συγκυρίων αιτούντων. Μετά από αυτά, έσφαλε η εκκαλουμένη που έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση και ως βάσιμη κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβαση και, συνακόλουθα, απέρριψε την πρώτη και δέχθηκε την δεύτερη.

Πρέπει, κατά συνέπεια, εφόσον γίνονται δεκτοί οι λόγοι έφεσης ως βάσιμοι κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή και η έφεση στο σύνολο της ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί στο σύνολο της η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και δικαστεί κατ' ουσίαν η υπόθεση, συνεκδικαζομένων της αίτησης και της κύριας παρέμβασης, να απορριφθεί η κύρια παρέμβαση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να γίνει δεκτή η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη ως κατ'ουσίαν βάσιμη, έτσι ώστε να διορθωθεί η πρώτη κτηματολογική εγγραφή ως προς το ένδικο ακίνητο".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτή την αίτηση των αναιρεσιβλήτων κατά το παραπάνω αίτημα της (για διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής), αφού αναγνώρισε ότι αυτοί έχουν καταστεί συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με τακτική χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ που προαναφέρθηκαν, απορρίπτοντας την κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος ως προς το ίδιο αίτημα, αφού απέρριψε ως αναπόδεικτους τους ισχυρισμούς του περί δικής του κυριότητας, θεμελιούμενης σε κάποιον από τους προναφερόμενους στην αρχή της παρούσας τρόπους, δεν παραβίασε τις περί τακτικής χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ που προεκτέθηκαν (1041,1042,1044 ΑΚ), δεδομένου ότι υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Οι επικαλούμενες παραβιάσεις των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας απόφασης πρωτοκόλλων Λονδίνου και της συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, περί γαιών, περί ιδιωτικών δασών, περί αδέσποτου, περί λιβαδιού και βοσκής και των διατάξεων του βρδ περί εκτάκτου χρησικτησίας για το μέχρι τις 11-9-1915 διάστημα, περί δικαιοστασίου, περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων , περί διοικητικής αποβολής, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι έγινε δεκτό ότι το ένδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους που επικαλέστηκε στην κυρία παρέμβασή του και ότι το ακίνητο, ήταν δημόσιο κτήμα και δεκτικό χρησικτησίας μέχρι τις 11-9-1915, ενώ κατά τα ανελέγκτως γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά το ένδικο ακίνητο δεν ήταν δημόσιο κτήμα.

Επομένως, ο υποστηρίζω τα αντίθετα και από τη διάταξη του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη της δασικής μορφής του επίδικου και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη την με αρ.πρωτ. .../2004 πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών και την από 21-12-2009 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας της Δασολόγου της Δ/νσης Δασών Κυκλάδων της Ε.

Γ.. Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, στην οποία (απόφαση) μάλιστα γίνεται αναφορά και αξιολόγηση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο ουδεμία αιτιολογία διέλαβε, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο "δικαιώματι πολέμου", αλλά και ως δάσους κατ' άρθρο 1του βδ της 3/15-12-1833 και τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων για κυριότητα με τακτική χρησικτησία αφού, κατά τα επικαλούμενα, δεν διευκρινίζει, σε ποιόν ανήκε η κυριότητα πριν από την κατάρτιση των συμβολαίων, ποια η μορφολογία του ακινήτου κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και, ακολούθως, ποιο ήταν το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρούφ), που είχε παραχωρηθεί στους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και εάν αυτοί είχαν νεμηθεί το επίδικο τριάντα (30) έτη πριν από τις 12-9-1915.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις (οι κανόνες δικαίου) που φέρεται ότι παραβιάστηκαν. Σε κάθε περίπτωση, ως προς το σκέλος που αναφέρεται στην κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο, ο λόγος στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα και δεκτικό χρησικτησίας μέχρι τις 11-9-1915 πράγμα που δεν δέχθηκε το Εφετείο, όπως αναφέρθηκε και ως προς την απόρριψη του πρώτου λόγου, ενώ εξάλλου οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στο λόγο αυτό είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 62/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ