Legislator Case Law & Legislation
419/2019 AI generated

419/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 419/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

419/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού ο 1ος και η 2η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Keywords

AI generated
unfit notwithstanding health condition knee injury benefits foot injury health impairment in military insurance physiotherapy coverage accident consequences
AI generated
2176/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2545/2003 μη οριστική και 2951/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 8136/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2008 αίτησή του.
2017/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
1043/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
525/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/7/2003 και 2/6/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, την από την από 2/12/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων και την με αριθμό κατάθεσης 3249/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26201/2005 μη οριστική και 2167/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 265/2008 μη οριστική και 2078/2009 οριστική του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/6/2010 αίτησή του.
1473/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 419/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Γερασίμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Α., 2) Ι. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάστηκε με την από 11-11-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1545/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 20-11-2017 (αρ. κατ. 50/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 11, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από τις υπ' αρ. …51β' και …52β'/12-4-2018 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας, Δ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον 1ο και στη 2η των αναιρεσιβλήτων, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Επομένως, αφού ο 1ος και η 2η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Η κρινόμενη από 20-11-2017 (αρ. κατ. 50/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 9/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), όπως προαναφέρθηκε, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Pressos Compania Naviera S.A. κ.ά. κατά Βελγίου, (Α332) (1995) παράγρ. 28 επ., Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας (Α222) (1992) παράγρ. 51 κ.α.). Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 Α.Κ. (ΑΠ Ολ. 40/1998, ΑΠ 600/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 72/2012).

Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, ως πρόσθετη χρηματική παροχή - ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, κατ' ανάλογη εφαρμογή προς την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (πρβλ.

ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 1717/2017).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 600/2018, ΑΠ 1717/2017, ΑΠ 150/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 1717/2017, ΑΠ 198/2015).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλόμενη απόφαση, κυρίως, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 Συντ/τος, 932 ΑΚ και άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή αυτών, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί, αφού το ποσό αυτό είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το αιτηθέν από αυτήν, ύψους 150.000 ευρώ και με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

Άλλως, επικουρικά, η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει το ανωτέρω ποσό, κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς του ουσιώδες ζήτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Επίσης, με τον ίδιο 1ο αναιρετικό λόγο, κατά το Β' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κυρίως, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει σ' αυτήν ως πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 10.000 ευρώ, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, αφού το ποσό αυτό είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το αιτηθέν από αυτήν, ύψους 100.000 ευρώ και με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

Άλλως, επικουρικά, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο με το να της επιδικάσει το ανωτέρω ποσό κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας, παραβίασε και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα διατάξεις με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πρόσθετης χρηματικής παροχής - ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου κατά το Α' και Β' σκέλος αυτού (κύριο και επικουρικό) προκύπτει ότι, στις 11-3-2013, στην επαρχιακή οδό Π. - Α. Α., συνέβη τροχαίο ατύχημα, μεταξύ του με αρ.

κυκλοφορίας ...54 ΙΧΦ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, κυριότητας της 2ης αναιρεσίβλητης, θυγατέρας του, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και της με αρ. κυκλοφορίας ...75 δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε η αναιρεσείουσα και ότι κατά το ατύχημα αυτό τραυματίστηκε η αναιρεσείουσα.

Η παθούσα άσκησε εναντίον των υποχρέων αναιρεσιβλήτων την από 30-7-2014 (αρ. κατ. 436/2014) αγωγή, με την οποία ζητούσε συνολικά το ποσό των 288.081,03 ευρώ ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες που υπέστη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση-χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ.

Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, η αναιρεσείουσα αξίωνε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 150.000 ευρώ, εκ των οποίων 100.000 ευρώ καταψηφιστικά και 50.000 αναγνωριστικά και ως αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ, εκ των οποίων 70.000 καταψηφιστικά και το υπόλοιπο ποσό αναγνωριστικά.

Παράλληλα, η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 11-11-2014 (αρ. κατ. 572/2014) παρεμπίπτουσα αγωγή κατά των συνεναγομένων της - ασφαλισμένων σ' αυτήν, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι δεν καλύπτει ασφαλιστικά το ζημιογόνο αυτοκίνητο διότι ο οδηγός τελούσε σε κατάσταση μέθης. Επί της κύριας αγωγής και της αναγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 212/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και μεταξύ άλλων κονδυλίων επιδίκασε στην ήδη αναιρεσείουσα - ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 44 ευρώ, που η ενάγουσα είχε επιφυλαχθεί να αναζητήσει ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγουσα, καθώς επίσης ως πρόσθετη παροχή του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 7.000 ευρώ.

Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 28-9-2015 (αρ. κατ. 39/2015) έφεση, με τον 1ο και 2ο λόγο της οποίας, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, παραπονέθηκε αντίστοιχα, για τα επιδικασθέντα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης.

Ας σημειωθεί, ότι το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, όπως και το κεφάλαιο της παρεπίμπτουσας αγωγής δεν αφορά την αναιρετική δίκη. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ δέχθηκε το 2ο λόγο της έφεσης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, επιδίκασε ως πρόσθετη παροχή - ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 10.000 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο ως προς τις σωματικές βλάβες, που υπέστη η παθούσα, προκειμένου να επιδικάσει τα ανωτέρω ποσά, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, περί των πραγμάτων, κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τα προσδιοριστικά στοιχεία και τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος μέχρι τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η ενάγουσα, εξαιτίας του παραπάνω αυτοκινητικού ατυχήματος, τραυματίστηκε σοβαρά.

Ειδικότερα, αμέσως μετά το τροχαίο συμβάν, μεταφέρθηκε στο Εθνικό Νοσοκομείο …, όπου διαπιστώθηκε πως είχε υποστεί αιμοπεριτόναιο το οποίο προκλήθηκε από τη ρήξη του ήπατος, πνευμοθώρακας δεξιά και θλαστικό τραύμα πρόσθιας - έσω επιφάνειας αριστερή κνήμης άνω 1/3 μόριο με ανοικτό συντριπτικό κάταγμα των κνημιαίων κονδύλων (plateau).

Εισήχθη στο χειρουργείο, υπό πλήρη αναισθησία, και υπέστη πλύση της περιτοναϊκής κοιλότητας και επιπωματισμό με κομπρέσες στη διαφραγματική επιφάνεια του δεξιού λοβού ώστε να επιτευχθεί η αιμοδυναμική σταθεροποίηση. Έγινε συρραφή του τραύματος της κνήμης, ενώ τοποθετήθηκε και γυψονάρθηκας στο αριστερό της πόδι.

Λόγω δε του πνευμοθώρακα που υπέστη, είχε εισαχθεί αέρας στον πνεύμονα και γι' αυτό τοποθετήθηκε billow, προκειμένου να εξέλθει ο αέρας αυτός. Την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 12.03.2013, υπεβλήθη σε επανεπέμβαση για την αφαίρεση των αιμοστατικών κομπρέσων και πλύση της περιτοναϊκής κοιλότητας και τοποθετήθηκαν δύο παροχετεύσεις στην κοιλιακή χώρα ύπερθεν του δεξιού τριγώνου συνδέσμου και έγινε συρραφή του τραύματος.

Μετά την παρέλευση οκτώ (8) ημερών και συγκεκριμένα στις 19.03.2013 διακομίσθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο …., όπου νοσηλεύτηκε μέχρι και τις 24.04.2013. Στις 22.03.2013, υπό γενική αναισθησία και με την ασθενή σε ύπτια θέση, έγινε ανάταξη κατάγματος κνημιαίων κονδύλων και σταθεροποίηση με υβριδικό σύστημα εξωτερικής οστεοσύνθεσης και στις 27.3.2013 και 15.04.2013, υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο, έγινε διόρθωση του άξονα του συστήματος της εξωτερικής οστεοσύνθεσης.

Από το Νοσοκομείο εξήλθε στις 24.04.2013 και της συνεστήθη συνέχιση του προγράμματος των φυσιοθεραπειών και παρακολούθηση ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Τον Ιούνιο του 2013 η ενάγουσα επανεισήχθη στην εν λόγω Κλινική λόγω φλεγμονής και στις 19 Ιουλίου 2013 έγινε αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης. Κατά την εξέταση το Σεπτέμβριο του 2013 εμφάνισε πώρωση του κατάγματος, βάδιζε χωρίς βακτηρίες μασχάλης και της συνεστήθη αποχή από την εργασία της για δυο (2) μήνες και επανεξέταση.

Επίσης στις 04.11.2014 υπεβλήθη σε διορθωτική οστεοτομία κνήμης και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δυο (2) μηνών".

Περαιτέρω, αναφορικά με την αξίωση της πρόσθετης παροχής - ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, συνεπεία των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, απέκτησε μετεγχειρητικές ουλές στην κοιλιακή της χώρα, καθώς και στο αριστερό της πόδι (βλ.

προσκομισθείσες φωτογραφίες), που αναμφίβολα συνιστούν σωματική παραμόρφωση, ο τραυματισμός δε της ενάγουσας και οι εκ τούτου αισθητικές συνέπειες, ουδέποτε θα αποκατασταθούν πλήρως. Η παραμόρφωση αυτή καθ' αυτή αποτελεί παράγοντα ανασταλτικό στην κοινωνική της εξέλιξη και την προσωπική της ζωή, δεδομένου ότι η ενάγουσα διάγει ήδη το 30ο έτος της ηλικίας της (γεννήθηκε το έτος 1987) και δεν έχει αποκτήσει ακόμη οικογένεια.

Οι παραμορφωτικές ουλές την επηρεάζουν δυσμενώς στις κοινωνικές της επαφές, με αποτέλεσμα να υφίσταται αρνητικές συνέπειες στην εξέλιξή της ως προσωπικότητα και γυναίκα. Για τους παραπάνω λόγους, δηλαδή της παραμορφώσεως του σώματος της στην κοιλιακή χώρα και το αριστερό πόδι και τις απ' αυτές επιδράσεις στην κοινωνική και προσωπική της εξέλιξη, πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως αποζημίωση κατά το άρθρο 931 του ΑΚ.

Η εκκαλούμενη επιδίκασε στην ενάγουσα για την παραπάνω αιτία αποζημίωση 7.000,00 ευρώ. Κρίνοντας όμως έτσι, έσφαλε διότι εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται η ενάγουσα με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς της, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός". Στη συνέχεια, το Εφετείο αναφορικά με την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε επίσης τα ακόλουθα: "Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 30.044,00 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 44,00 ευρώ το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει ως πολιτική αγωγή στο Ποινικό Δικαστήριο, απομένοντος υπολοίπου του ποσού των 30.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από τη σε βάρος της αδικοπραξία, το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ως άνω τροχαίο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού οχήματος και του βαθμού πταίσματος αυτού, το είδος και τη σοβαρότητα του τραυματισμού της, τη διάρκεια της νοσηλείας της, την ηλικία της, τις συνέπειες που είχε για την ενάγουσα ο τραυματισμός της στην εν γένει ζωή της, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, χωρίς ωστόσο να ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και τούτο διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική.

Η εκκαλούμενη επιδίκασε στην ενάγουσα για την παραπάνω αιτία το ίδιο ως άνω ποσό. Κρίνοντας έτσι δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και το νόμο εφάρμοσε, απορριπτόμενου του πρώτου λόγου της εφέσεως...".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καθορίσει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ και ως πρόσθετη παροχή - ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 10.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως, άλλως, ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας που επιτάσσουν οι ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 Συντάγματος, άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι τα ποσά που το Εφετείο επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως πρόσθετη παροχή του άρθρου 931 ΑΚ δεν υπολείπονται και μάλιστα, καταφανώς, εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, ούτε προσβάλλουν το ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, που προστατεύεται με την ανωτέρω υπερονομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ, αφού υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ του θεμελιακού αυτού δικαιώματος της περιουσίας και των επιδικασθέντων ως άνω ποσών.

Η περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο δεν διαλαμβάνει αιτιολογία αναφορικά με την επίδραση της παραμόρφωσης, που αυτή υπέστη, στο οικονομικό της μέλλον, είναι απαράδεκτη, διότι η αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση, που συνδέεται κατ' ανάγκη με την απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας και συνεπώς, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης των άρθρων 914 και 929 του ΑΚ, αλλά το Δικαστήριο επιδικάζει ένα εύλογο ποσό κατά τη διακριτική του ευχέρεια, με βάση το είδος και την έκταση της παραμόρφωσης (αναπηρίας), η δυσμενής επίδραση της οποίας είναι δεδομένη στο κοινωνικό, προσωπικό και οικονομικό μέλλον του παθόντα, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την τυχόν συνυπαιτιότητά του.

Σε κάθε περίπτωση, τα ανωτέρω στοιχεία το Εφετείο τα συνεκτίμησε στην περίπτωση της αναιρεσείουσας και ανελέγκτως αναιρετικά επιδίκασε σ' αυτήν το ποσό των 10.000 ευρώ, ως πρόσθετη παροχή, λόγω της παραμόρφωσης που αυτή υπέστη από τις ουλές στην κοιλιακή χώρα και στο αριστερό πόδι, χωρίς σύνδεση με κάποια συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να προσδιοριστεί λόγω της παραμόρφωσης.

Επομένως, ο 1ος λόγος αναίρεσης, κατά το Α' και Β' (κύριο και επικουρικό) σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει σ' αυτήν τα προαναφερόμενα ποσά, που είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 Συντάγματος, 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 931 και 932 του ΑΚ, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους από όσα ο νόμος απαιτεί, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3, περ.

Β' εδ. δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ δεν θα επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας δικαστική δαπάνη και υπέρ του 1ου και της 2ης των αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα,

όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2017 (αρ. κατ. 50/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ