Legislator Case Law & Legislation
419/2018 AI generated

419/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 419/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5846/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5469/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

419/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
exclusion from consortium redundancy cessation of benefits right to disconnect cyclical unemployment temporary layoff
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 419/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μούκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5846/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5469/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/6/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 6/11/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, σε περίπτωση όμως που κριθεί ότι ασκήθηκε παραδεκτά να απορριφθούν οι λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5469/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας ερήμην της αναιρεσίβλητης, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 5846/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατά ένα μέρος, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και κατά τα λοιπά, ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 17.2.2007 αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση, όπως προκύπτει από την ....5.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Έ., επιδόθηκε νόμιμα στην ερημοδικασθείσα αναιρεσίβλητη στις 23.5.2014 και το δικόγραφο της ένδικης αίτησης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος αυτήν ως άνω Δικαστηρίου στις 19.6.2014, ήτοι μετά την, συνομολογούμενη (άρθρο 261 ΚΠολΔ), άπρακτη παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 495, 503 παρ. 1, 533 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιούμενη στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 AK προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013).

Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία υπόκειται σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995.

Παρόλη, όμως, την διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τόσο οι διατάξεις του προμνημονευθέντος π.δ/τος, εφόσον εναρμονίζονται προς την φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αυτής συμβατικής μορφής, όσον και εκείνες περί εντολής του ΑΚ (ΑΠ 812/1991).

Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013). Στην περίπτωση της σύμβασης απλής διανομής, εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 ΑΚ, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συναλλασσόμενους σ’ αυτήν.

Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, ο εντολέας έχει το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελεύθερα και απεριόριστα, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, καθώς επίσης και να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς επίκληση λόγου ή προθεσμίας. Δεν αποκλείεται πάντως, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, να συμφωνήσουν οι συμβληθέντες (άρθρο 361 ΑΚ), ότι η καταγγελία της σύμβασης θα γίνεται με χρονική προθεσμία.

Λόγω της φύσης της σύμβασης εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί, όμως, στον εντολοδόχο διανομέα το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, την οποία υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής.

Το ίδιο δικαίωμα έχει ο εντολοδόχος διανομέας (άρθρο 723 ΑΚ), αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004). Ο διανομέας δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης που αξιώνει η άνω διάταξη (ΑΠ 163/2011).

Έτσι, η καταγγελία λύνει τη σύμβαση και ο διανομέας δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα διαφυγόντων κερδών για το χρόνο μετά τη λύση αυτής. Μόνο εάν με τη σύμβαση ορίστηκε προθεσμία για την καταγγελία και δεν την τήρησε ο εντολέας, μπορεί να αξιώσει ο διανομέας αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά του εντολέα η οποία του προκάλεσε ζημία και μόνο για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που ορίστηκε και έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία.

Έτσι, στην περίπτωση που η ζημία του διανομέα προήλθε από τον περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του εντολέα, αποκαθίσταται η ζημία του με την παροχή αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά και η σύμβαση εξακολουθούσε και κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που είχε οριστεί και όχι πέραν αυτού.

Τούτο διότι η αποθετική ζημία του διανομέα, επειδή η σύμβαση λύνεται ελεύθερα, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της προθεσμίας, είτε στηρίζεται στην ενδοσυμβατική του ευθύνη, είτε σε άλλες διατάξεις, δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας, από την εξακολούθηση της σύμβασης και πέραν αυτής της προθεσμίας για όσο διάστημα επιθυμεί αυτός, αφού η καταγγελία ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης εξάρτησης του διανομέα από αυτόν, δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου, επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης.

Έτσι, τυχόν αξίωση του διανομέα για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν είναι νόμιμη. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στην επικαλούμενη από αυτόν απλή προσδοκία για συνέχιση της αορίστου χρόνου σύμβασης και πέραν των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η οποία, όμως, δεν δικαιολογείται, αφού ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει ούτε νομική ούτε συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της, αλλά δικαιούται να καταγγείλει και να λύσει την σύμβαση ελεύθερα και οποτεδήποτε, και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη, πέραν της ως άνω προθεσμίας.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, και το οποίο βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης.

Η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη τα οποία, στην περίπτωση που αφορά την υπόθεση, θα αποκέρδαινε ο διανομέας από τις πωλήσεις των προϊόντων, τις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές που θα εισέπραττε, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, μέχρι να συμπληρωθεί, κατά τα προαναφερόμενα, η προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 4/2015).

Η διάταξη αυτή είναι δικονομικού χαρακτήρα μόνο κατά το μέρος, προκειμένου περί διαφυγόντος κέρδους, που επιτρέπει στο δικαστήριο να αρκεσθεί μόνο στην πιθανολόγηση του κέρδους αυτού, κατά τα λοιπά όμως η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού περιεχομένου, λόγω του ότι καθορίζει τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ να εκτίθενται στην αγωγή (ΑΠ 615/2015).

Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, τα οποία καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, ως και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 823/2015).

Έτσι, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 175/2010).

Δεν είναι απαραίτητο όμως να εξειδικεύονται τα στοιχεία που προσδίδουν τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών (ΑΠ 536/2011), όπως, επίσης, δεν είναι ανάγκη να αναγράφεται στην αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας, ο οποίος γίνεται βάσει των αποδείξεων, μετά πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το εφετείο, εάν το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης (ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 107/2003).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο κανόνας αυτός προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή (ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ’ αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ’ αυτήν (ΑΠ 1825/2014, ΑΠ 1185/2009), ενώ ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 308/2015, ΑΠ 387/2015).

Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που προέβαλε με την αγωγή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε, ως αόριστο, αφού η απόρριψη αγωγικού αιτήματος, ως μη νόμιμου, είναι δυσμενέστερη γι’ αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αόριστου (ΑΠ 1464/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 17.2.2007 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εξέθετε, σε σχέση με την μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης-εναγόμενης συμβατική σχέση, όπως δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής:

Ότι από 29.3.1983 υπήρξε διαρκής συνεργασία με συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής ανταλλακτικών αυτοκινήτων που καταρτίζονταν μεταξύ αυτής και της εναγομένης, γενικής εισαγωγέως στην Ελλάδα όλων των τύπων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών με το εμπορικό σήμα "...", κατέστη μέλος του δικτύου διανομής των ανταλλακτικών αυτοκινήτων της τελευταίας.

Ότι με βάση τις παραινέσεις της εναγομένης για την κατά το δυνατόν αποκλειστική προμήθεια ανταλλακτικών από αυτήν, προμηθεύονταν από την εναγόμενη ποσοστό σχεδόν 80% των ανταλλακτικών που πωλούσε, μολονότι δεν είχε επίσημη σχετική συμβατική δέσμευση, σε ειδικές εκπτωτικές τιμές που εκείνη καθόριζε μονομερώς με σχετικές εγκυκλίους, γεγονός που αποδεδειγμένα δημιούργησε σχέση οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας από την προμηθεύτρια εναγόμενη, ενώ επιτύγχανε διαρκώς τους στόχους πωλήσεων που η τελευταία έθετε, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα οικονομικά ευεργετήματα (bonus) και όντας από τα πλέον αξιόπιστα, γνωστά και δραστήρια μέλη του δικτύου επίσημων εμπόρων ανταλλακτικών αυτοκινήτων ....

Ότι η εναγομένη αιφνιδίως την 29.10.2003, παράνομα και αδικαιολόγητα, επιδεικνύοντας πρωτοφανή αντισυμβατική, αντίθετη στα χρηστά ήθη και κακόπιστη συμπεριφορά και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση για διακοπή των μεταξύ τους εμπορικών σχέσεων, αρνήθηκε να της πωλήσει τα προϊόντα της. Ότι η εναγομένη απαντώντας σε σχετική εξώδικη διαμαρτυρία της, δήλωσε ότι δεν θα εκτελούσε πλέον τις παραγγελίες της ενάγουσας για προμήθεια ανταλλακτικών αυτοκινήτων, διότι έτσι της υπαγόρευε ο Κανονισμός ΕΚ 1400/2002, καθόσον η μητρική εταιρεία ...

είχε εφαρμόσει σύστημα επιλεκτικής διανομής των προϊόντων της. Ότι, το γεγονός αυτό της επιλογής του συστήματος επιλεκτικής διανομής, δεν είχε γνωστοποιήσει η εναγομένη, ως όφειλε εξαιτίας της μακροχρόνιας εμπορικής τους συνεργασίας και της επερχόμενης με την εφαρμογή του διακοπής των εμπορικών τους σχέσεων, και της σχέσης οικονομικής εξάρτησης απ’ αυτήν στην οποία τελούσε, αλλά είχε καταστήσει γνωστό, ήδη από τον Οκτώβριο του 2002, στους υπόλοιπους ανταγωνιστές της διανομείς του δικτύου και ανεξάρτητους εμπόρους ανταλλακτικών, οι οποίοι έτσι έσπευσαν να αναπροσαρμόσουν την εμπορική τους πολιτική στρεφόμενοι σε απευθείας εισαγωγές ανταλλακτικών από την Ε.Ε.

Ότι με τον τρόπο αυτό η εναγομένη αφενός καταχράστηκε τη σχέση οικονομικής εξάρτησης που είχε η ενάγουσα προς αυτήν, αφετέρου προέβη σε ενέργειες αθέμιτου ανταγωνισμού, καθόσον με τη συμπεριφορά της αυτή ευνόησε αποδεδειγμένα τόσο το επίσημο δίκτυο των εξουσιοδοτημένων διανομέων της, όσο και όλους τους λοιπούς ανταγωνιστές της ανεξάρτητους εμπόρους ανταλλακτικών, οι οποίοι απέκτησαν συντριπτικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι αυτής.

Ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης να παραλείψει την ειδοποίηση της ενάγουσας για τη διακοπή της εμπορικής τους σχέσης, είναι παράνομη και καταχρηστική, αφού λίγο χρόνο πριν την αιφνίδια αυτή διακοπή της απέστειλε τηλεομοιοτυπικά μηνύματα τα οποία απευθύνονταν στο επίσημο δίκτυο εμπόρων της, διαβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό, σκόπιμα και παραπλανητικά, ότι η ενάγουσα ήταν και θα παρέμενε στο επίσημο δίκτυο των εμπόρων ανταλλακτικών της εναγόμενης.

Ότι η εναγόμενη αποσιώπησε στην εξώδικη απάντησή της την ύπαρξη τόσο από τον Κανονισμό 1400/2002, όσο και από την από 22.2.1994 σύμβαση αυτών, προθεσμίας καταγγελίας την οποία δεν τήρησε. Ότι ο ανωτέρω Κανονισμός δεν υποχρεώνει τις προμηθεύτριες εταιρείες να αρνηθούν την πώληση προϊόντων τους υπό καθεστώς επιλεκτικής διανομής, ούτε υπό τέτοιο καθεστώς απαγορεύονται οι πωλήσεις ανταλλακτικών προς τρίτους ανεξάρτητους εμπόρους ανταλλακτικών και συνεπώς η απόφαση διακοπής της εμπορικής σχέσης με την ενάγουσα ήταν κυριαρχική επιλογή της εναγομένης, η οποία, μάλιστα, κατόπιν σχετικών οδηγιών της, εκδηλώθηκε και από τα επίσημα μέλη του δικτύου της, με αποτέλεσμα αυτομάτως η ενάγουσα να βρεθεί αντιμέτωπη με πολυμελές μποϋκοτάζ, καθόσον έτσι στερούσαν από αυτή τη δυνατότητα προμήθειας ανταλλακτικών που εμπορεύονταν από την εγχώρια αγορά, και αφήνοντας ως μόνη λύση την προμήθεια ανταλλακτικών μόνο από τους εγχώριους ανταγωνιστές (ανεξάρτητους εμπόρους ανταλλακτικών), καθόσον οι εισαγωγές τούτων προϋπέθεταν νέες επαφές με εμπόρους του εξωτερικού, μακρύ χρόνο υλοποίησης και εξεύρεση κεφαλαίων.

Ότι συνεπεία των ανωτέρω. περιήλθε σε αδυναμία να προμηθεύεται ανταλλακτικά προς μεταπώληση σε πελάτες της και έτσι έχουν μειωθεί δραματικά οι πωλήσεις και απώλεσε μεγάλο μέρος της πελατείας και έχει μειωθεί η κερδοφορία της, υφίσταται δε συνεχώς απώλεια πελατών επειδή αδυνατεί να προμηθεύσει τους πελάτες της με ανταλλακτικά.

Ότι αναγκάστηκε να προμηθεύεται ανταλλακτικά από ανταγωνιστές της σε υψηλές τιμές, με ελάχιστο περιθώριο κέρδους, σε τιμές κόστους ή και με ζημία προκειμένου να διατηρήσει την πελατεία της, χωρίς όμως να σταματήσει η απώλεια των πελατών της και περαιτέρω αναγκαστικά αποκαλύπτονταν στους ανταγωνιστές της επιχειρηματικά απόρρητα αυτής, καθόσον με τις παραγγελίες της αποκάλυπτε στους ανταγωνιστές ποια ανταλλακτικά είναι ιδιαιτέρως εμπορεύσιμα, οι δε διανομείς του επίσημου δικτύου της εναγομένης καρπώνονται τους δυσαρεστημένους πελάτες αυτής, ενώ εξαιτίας της απώλειας της πελατείας παραμένουν πλήθους ανταλλακτικών στις αποθήκες της χωρίς να πωλείται.

Ότι η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης συνεπάγεται τον εξοβελισμό της ενάγουσας από την οικεία αγορά, καθώς και την απόσυρση των λοιπών ανεξάρτητων εμπόρων ανταλλακτικών, μετατρέποντας την αγορά σε μονοπωλιακή αγορά του δικτύου της εναγομένης. Ότι η άρνηση της πώλησης ανταλλακτικών στην ενάγουσα εκ μέρους της εναγομένης συνιστά ευθεία παραβίαση των κανόνων του ελεύθερου και αθέμιτου ανταγωνισμού και κυρίως των άρθρων 1, 2 και 2α του ν. 703/1977, 1 του ν. 146/1914 και των άρθρων 914 και 919 ΑΚ.

Ότι συνεπεία της άρνησης πώλησης ανταλλακτικών οι πωλήσεις της ενάγουσας κατά την επόμενη της διακοπής της πώλησης εταιρική χρήση μειώθηκαν κατά ποσό 269.557, 92 ευρώ, δεδομένου ότι κατά την προηγούμενη χρήση είχαν ανέλθει σε 774.165,25 ευρώ, ενώ κατά την επόμενη από 1.7.2003 έως 30.6.2004 ανήλθαν σε 504.607,33 ευρώ, ότι οι δυσμενείς συνέπειες εξακολουθούν και στις επόμενες εταιρικές χρήσεις καθόσον από 1.7.2004 έως 30.6.2005 οι πωλήσεις ανήλθαν σε 462.703,72 ευρώ, από 1.7.2005 έως 30.6.2006 ανήλθαν σε 484.326,69 ευρώ και από 1.7.2006 έως 31.10.2006 σε 184.558,46 ευρώ και συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των πωλήσεων της εταιρίας κατά την τελευταία πριν τη διακοπή των συναλλακτικών σχέσεων και με δεδομένο ότι κατά τα τελευταία έτη, σύμφωνα με τη φυσική πορεία των πραγμάτων οι ετήσιες πωλήσεις της ενάγουσας αυξάνονται κάθε έτος κατά ποσοστό 10%, εξαιτίας της άρνησης αυτής έχουν μειωθεί οι πωλήσεις κατά τα ποσά των 269557,92 ευρώ, 311461,53 ευρώ, 289838,56 ευρώ και 220489,87 ευρώ.

Ότι η μείωση των πωλήσεων είχε συνέπεια τη μείωση των κερδών της ενάγουσας, η οποία με βάση το συντελεστή των κερδών κατά τα τελευταία έτη που ανέρχονταν σε 22%, ανέρχεται στο ποσό των 240.096,51 ευρώ, άλλως, με βάση το μοναδικό συντελεστή κέρδους από ποσοστό 16% ανέρχεται σε 174.615,66 ευρώ. Με το ιστορικό τούτο ζητούσε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει ως αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη) το ως άνω χρηματικό ποσό.

Με συνεκτίμηση όλων των εκτιθέμενων στην αγωγή ως άνω πραγματικών περιστατικών και των επικαλούμενων πρόσθετων στοιχείων, η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους δεν έχει το χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής, αλλά της απλής διανομής, ενόψει του ότι δεν υποχρεούται η παραγωγός αναιρεσίβλητη να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη γεωγραφική περιοχή, στην αναιρεσείουσα διανομέα τα συμβατικά εμπορεύματα, ούτε η πρώτη αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές της δεύτερης μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα η αναιρεσείουσα να υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή, αλλά αφενός μεν ουδόλως έχει καθοριστεί ορισμένη περιοχή πώλησης των προϊόντων αυτών από την αναιρεσείουσα, αυτή δε διένειμε και άλλα ανταγωνιστικά προϊόντα (ανταλλακτικά αυτοκινήτων) στις περιοχές δραστηριοποίησής της.

Κατ’ ακολουθία δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, ούτε εκείνες του Κανονισμού 1475/1995 και του Κανονισμού 1400/2002, επομένως και οι προθεσμίες καταγγελίας της σύμβασης που προβλέπονται από τις διατάξεις τους. Επομένως, η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους, λύεται με καταγγελία και της εντολοδόχου αναιρεσίβλητης ελεύθερα και απεριόριστα, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να είναι άκυρη η καταγγελία επειδή είναι άκαιρη, αιφνίδια ή αντιστρατεύεται στα χρηστά ήθη ή έγινε με σκοπό τον αθέμιτο ανταγωνισμό ή με εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης ή της σχέσης οικονομικής εξάρτησης.

Πρέπει όμως, να τηρηθεί η προθεσμία που, κατά την αγωγή, ορίστηκε με τη σύμβαση για την καταγγελία. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη, κατά τα όσα εκτίθενται στην αγωγή, δεν τήρησε την εξάμηνη προθεσμία καταγγελίας, η αξίωση της αναιρεσείουσας για την αποζημίωση δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνέχιση της σύμβασης για το χρόνο μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής και συνεπώς η αγωγή αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη τα οποία θα απολάμβανε εάν η σύμβαση συνεχιζόταν και μετά την προθεσμία αυτή, δεν είναι νόμιμη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή αποζημίωσης για την αποθετική ζημία της αναιρεσείουσας, ως αόριστη. Ωστόσο, για το διάστημα μετά την προθεσμία η αγωγή ήταν μη νόμιμη. Παρά το σφάλμα τούτο της προσβαλλόμενης, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση, καθόσον η απόρριψη ως μη νόμιμου του σχετικού αιτήματός της είναι δυσμενέστερη της απόρριψης ως αόριστου και κατά το μέρος τούτο ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Κατά το υπόλοιπο μέρος του ίδιου αιτήματος, ήτοι της καταβολής αποζημίωσης διαφυγόντων κερδών κατά το χρονικό διάστημα των έξι μηνών της μη τηρηθείσας από την αναιρεσίβλητη προθεσμίας για την καταγγελία της σύμβασης, προς αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας λόγω της άρνησης της τελευταίας να την προμηθεύσει με ανταλλακτικά αυτοκινήτων και την απώλεια των κερδών που θα είχε από την πώληση αυτών σύμφωνα με τη δραστηριότητά της, στην αγωγή δεν αναφέρονται τα ακαθάριστα έσοδα της αναιρεσείουσας κατά τα προγενέστερα έτη, καθώς και εκείνα του κρίσιμου αυτού διαστήματος και μάλιστα σε σχέση μόνο με τα ανταλλακτικά που προμηθεύονταν η αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη και όχι στο σύνολο της εμπορικής της δραστηριότητας, αφού, όπως εκτίθεται στην αγωγή, εμπορεύονταν ανταλλακτικά και άλλα εκτός εκείνων που προμηθεύονταν από την αναιρεσίβλητη, καθόσον με τη μη τήρηση της προθεσμίας συνάπτεται η ζημία που υφίσταται από την καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη και τη διακοπή από αυτήν της προμήθειας με ανταλλακτικά, ούτε οι συγκεκριμένες προπαρασκευαστικές ενέργειες της αναιρεσείουσας που καθιστούν πιθανό και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το κέρδος που επικαλείται ότι θα είχε αν δεν είχε καταγγελθεί η σύμβαση.

Επομένως, κατά το μέρος τούτο, με το να απορρίψει το Eφετείο την αγωγή, ως αόριστη, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο κανόνας του άρθρου 298 ΑΚ προς θεμελίωση του δικαιώματος αποζημίωσης, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες αβάσιμα αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 του ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος, μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης.

Επί προσβολής της προσωπικότητας για την αξίωση αποζημίωσης καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκεί δε κάθε είδους υπαιτιότητα, από δόλο ή από αμέλεια (ΟλΑΠ 2/2008). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξης είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (ΑΠ 933/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 81 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγών, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των συναλλασσομένων πρόσθετων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.

Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 189 της ΣυνθΕΚ, εκδόθηκε ο Κανονισμός 1475/1995 της 28.6.1995 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για την εφαρμογή του άρθρου 85 παρ. 3 της ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, που ρύθμιζε συμφωνίες σχετικά με την προώθηση της διανομής, της πώλησης και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση ορισμένων προϊόντων του τομέα των αυτοκινήτων οχημάτων σε καθορισμένη περιοχή.

με τον οποίο εισάγεται στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας ομαδική απαλλαγή από τις απαγορεύσεις των κανόνων περί ανταγωνισμού του άρθρου 81 της Συνθήκης για την ίδρυση της ΕΚ, επιτρέπονται συμφωνίες με τις οποίες ο ένας συμβαλλόμενος (προμηθευτής) αναθέτει στον άλλο αντισυμβαλλόμενο (διανομέα-μεταπωλητή) την προώθηση της διανομής της πώλησης και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση ορισμένων προϊόντων του τομέα των αυτοκινήτων, σε καθορισμένη περιοχή και ο προμηθευτής αναλαμβάνει, έναντι του διανομέα, την υποχρέωση να διαθέτει τα προϊόντα της συμφωνίας, στην καθορισμένη με τη συμφωνία περιοχή, μόνο στον διανομέα ή, εκτός αυτού, σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων του δικτύου διανομής, με σκοπό την μεταπώληση τους ή να διαθέτει μόνο σ’ αυτόν αυτοκίνητα με σκοπό τη μεταπώληση τους σε ορισμένο τμήμα του εδάφους της κοινής αγοράς.

Το άρθρο 1 του Κανονισμού, αφενός μεν προϋποθέτει πώληση των οχημάτων προς τον "διανομέα" με σκοπό τη μεταπώλησή τους, καθώς και την πώληση στον ίδιο διανομέα ανταλλακτικών προς εξυπηρέτηση μόνο των αυτοκινήτων αυτών, επίσης προς μεταπώλησή τους, αφετέρου δε δεν θεσπίζει υποχρεωτικές διατάξεις που να θίγουν άμεσα το κύρος ή του περιεχόμενο συμβατικών ρητρών ή να υποχρεώσουν τους αντισυμβαλλόμενους να προσαρμόζουν το περιεχόμενο της συμβάσεώς τους με αυτούς, αλλά περιορίζεται στη θέσπιση όρων, όπως η διάρκεια της συμφωνίας, οι προϋποθέσεις καταγγελίας, κλπ, οι οποίοι, εφόσον πληρούνται, έχουν ως αποτέλεσμα ορισμένες συμβατικές ρήτρες να διαφεύγουν την απαγόρευση (απαλλαγή κατά κατηγορία) και συνεπώς την αυτοδίκαιη ακύρωση που προβλέπει το άρθρο 85 παρ. 1 και 2 της Συνθήκης ΕΟΚ και ήδη άρθρο 81 παρ. 1 και 2 της Συνθήκης ΕΚ για τις συμπράξεις (συμφωνίες) που είναι αντίθετες προς τον ανταγωνισμό.

Ειδικότερα, όταν μια συμφωνία δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπει ένας Κανονισμός περί απαλλαγής, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 82 παρ. 1, μόνο αν έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον αισθητό περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και αν μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών (ΑΠ 214/2006).

Η ισχύς του άνω Κανονισμού έληγε στις 30.9.2002. Έτσι, έλαβε χώρα σχετική τροποποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας με τη θέση σε ισχύ του νέου 1400/2002 Κανονισμού της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 85 παρ. 3 της ΣυνθΕΚ), σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Ο εν λόγω Κανονισμός, έθεσε νέες προδιαγραφές εμφάνισης και λειτουργίας των δικτύων διανομής στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας και βασιζόταν στην απαγόρευση του συνδυασμού αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής που επέτρεπε ο Κανονισμός 1475/1995 και οι κατασκευαστές πρέπει να επιλέγουν μεταξύ δημιουργίας επιλεκτικών ή αποκλειστικών δικτύων διανομής, όταν ορίζουν τους διανομείς τους.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο. Όμως, η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος ενδείκνυται και για τους αποκλειστικούς διανομείς που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, και προσομοιάζουν κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας.

Όπως δε ήδη εκτέθηκε, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής διανομής. Η σύμβαση απλής διανομής λύεται εάν μεν είναι ορισμένου χρόνου με την παρέλευση του χρόνου αυτού, εάν δε είναι αορίστου χρόνου με καταγγελία των συμβαλλόμενων.

Η καταγγελία τέτοιας σύμβασης μπορεί να είναι τακτική, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από της καταγγελίας και δεν συνεπάγεται για τον καταγγέλλοντα επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματος του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά.

Τούτο διότι, κάθε πράξη που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού με αυτόν απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αποτελεί παράνομη συμπεριφορά, που κατά το άρθρο 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση (Ολ ΑΠ 13/2004).

Έτσι, η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη. Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης απ’ αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 1519/2013).

Έτσι, μόνο το γεγονός της αιφνίδιας, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την παροχή εύλογης προθεσμίας, διακοπής της συνεργασίας των συμβαλλομένων, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, δεν καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και παράνομη. Επίσης, κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία αξίωσης προς παράλειψη πράξης που γίνεται από το φορέα επιχείρησης κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη.

Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκειμένου της πράξης και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους.

Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι οι εξής: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, περιλαμβάνουσα τόσο τις θετικές ενέργειες όσο και τις παραλείψεις, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση επαγωγής ζημίας, γ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της επελθούσας ζημίας.

Η αντικείμενη δε στα χρηστά ήθη συμπεριφορά είναι αντικειμενικώς παράνομη πράξη, ανεξαρτήτως του εάν αυτή επιτρέπεται από το νόμο (ΑΠ 855/2015, ΑΠ 455/2014). Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν κατ’ αρχήν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 571/2011, ΑΠ 55/2003).

Ωστόσο η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.

Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ’ επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 1664/2014). Η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι, χωρίς άλλο, αθέμιτη.

Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης. Εξάλλου, η απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης, και η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης, μπορεί, με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών, να είναι αθέμιτες.

Η αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη μπορεί, παράλληλα, να είναι και αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 852/2015). Η καταγγελία και της σύμβασης απλής διανομής και η ανάθεση σε άλλον της επιχειρηματικής δραστηριότητος μπορεί να συνιστά παράβαση της προαναφερθείσης διατάξεως, εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμεταλλεύσεως της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο αντιπρόσωπος για την καθιέρωση των προϊόντων που αντιπροσωπεύει στην αγορά.

Το άρθρο 2 του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", όπως ισχύει (άρθρο 1 παρ. 2 περ. α’ ν. 2296/1995, το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 82 της κωδικοποιημένης ΣυνθΕΚ, ορίζει ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της δεσπόζουσας θέσης τους, στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας.

Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως: α) στον άμεσο ή έμμεσο εξαναγκασμό προς καθορισμό είτε των τιμών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων μη εύλογων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της καταναλώσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως, επί ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπο ώστε ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων με τις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι αποδέχονται πρόσθετες παροχές, ή συνάπτουν πρόσθετες συμβάσεις αι οποίες κατά τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων τούτων.

Η παράβαση του άρθρου 2 του ν. 703/1977 συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διατάξεως αυτής (υπαιτιότητα, από δόλο ή αμέλεια και ουσιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσης ζημίας), ο τρίτος που ζημιώνεται έχει αξίωση για αποζημίωση (AΠ 1154/2015).

Τόσο από την άνω διάταξη του άρθρου 2 ν.703/77, όσο και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΟΚ συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η επίτευξη δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης αυτής. Παρέπεται ότι η κατά παράβαση των διατάξεων αυτών καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης συνιστά αδικοπραξία, από την οποία, αν προκλήθηκε ζημία ή και ηθική βλάβη σε άλλον, συνήθως ανταγωνιστική επιχείρηση, δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης.

Για την τέλεση της αδικοπραξίας αυτής απαιτείται, δεσπόζουσα θέση, δηλαδή θέση οικονομικής δύναμης την οποία έχει μία επιχείρηση, που προϋποθέτει κατ’ αρχήν ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς και η οποία της δίνει τη δυνατότητα να παρεμποδίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό που διατηρείται στη σχετική αγορά δίνοντας της τη δύναμη να συμπεριφέρεται σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες και τέλος τους καταναλωτές.

Για να κριθεί αν μία επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά, συνεκτιμώνται το μερίδιο αυτής στη σχετική αγορά, το ύψος των διαθεσίμων οικονομικών μέσων και δυνατοτήτων της, το προβάδισμα από άποψη τεχνολογικής εξέλιξης και εμποροβιομηχανικών εμπειριών, η εξασφάλιση πρώτων υλών και η ανυπαρξία εναλλακτικού ανταγωνισμού, δηλαδή η υποκατάσταση των προϊόντων με όμοια προϊόντα άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά.

Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με μια ορισμένη αγορά, η οποία οριοθετείται: α) ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών) και β) γεωγραφικώς (σχετική γεωγραφική αγορά), που ταυτίζεται με την περιοχή, μέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται οι επιχειρήσεις ως πωλητές ή αγοραστές των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού (ΟλΑΠ 2/1989).

Καταχρηστική είναι η εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης όταν θίγεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, με την έννοια ότι οι μέθοδοι και πρακτικές (διαμόρφωση τιμών αγοράς ή πώλησης και διαφοροποιημένη μεταχείριση) της δεσπόζουσας επιχείρησης επηρεάζουν τη δομή μιας αγοράς, τόσο σε επίπεδο ομοειδών επιχειρήσεων όσο και σε επίπεδο καταναλωτών (ΑΠ 1554/2008).

Τέλος, το άρθρο 2α του ν. 703/1977, που εισήχθη με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2296/1995 καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3373/2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρο 2 του ν. 3784/2009, ήδη δε ισχύει το όμοιο άρθρο 18α, που προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 3784/2009 στο ν. 146/1914, όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η καταχρηστική δε εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.

Προϋποθέσεις, έτσι, εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) την ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης ή διαθέτει κυρίως σ’ αυτή τα δικά της προϊόντα, (β) απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης υπάρχει όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες είτε μπορεί μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σ’ αυτή προϊόντα ή υπηρεσίες, όμως με σημαντικά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει η θέση της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός το οποίο μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης.

Στο πλαίσιο αυτό κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει, όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει, έτσι, οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε, αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση.

Υπό την έννοια αυτή η παράβαση του άρθρου 2α του ν. 703/1977, συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, συμπεριφορά, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού παρέχεται, σε όποιον ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 650/2016, ΑΠ 533/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εταιρία εμπορευόταν από το έτος 1968 ανταλλακτικά αυτοκινήτων … και είναι από τις πιο παλιές εταιρίες στον κλάδο αυτό.

Με την ίδρυση της εναγομένης εταιρίας το 1983, άρχισε να συνεργάζεται μαζί της προμηθευόμενη ανταλλακτικά και εν συνεχεία πουλώντας τα στην αγορά λιανικής. Στις 2-1-1986 καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "..." και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε." έγγραφη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας η πρώτη εταιρεία ανέλαβε κατ’ αποκλειστικότητα έναντι προμηθείας την πώληση ανταλλακτικών αυτοκινήτων με το εμπορικό σήμα "...", που της προμήθευε η δεύτερη.

Η σύμβαση αυτή διήρκεσε μέχρι την 22-2-1994, οπότε με το υπό ιδία ημερομηνία "ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως συμβάσεως αντιπροσωπείας", που υπογράφηκε μεταξύ τους, η σύμβαση αυτή λύθηκε οριστικά. Στη συνέχεια και μετά τη λύση της ως άνω σύμβασης η εναγομένη "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε." γενική αντιπρόσωπος και διανομέας στην Ελλάδα των προϊόντων "...

A.G." κατήρτισε με την ενάγουσα την από 22-2-1994 νέα "σύμβαση αντιπροσωπείας ανταλλακτικών", δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ορίστηκε απλός διανομέας των ανταλλακτικών αυτοκινήτων με το εμπορικό σήμα αυτής ("..."). Με την ως άνω σύμβαση προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, ότι: α) η εισαγωγέας παρέχει στην ενάγουσα το μη αποκλειστικό δικαίωμα και αυτή αναλαμβάνει την υποχρέωση να διανέμει γνήσια ανταλλακτικά αυτοκινήτων "...", β) η ενάγουσα αναλαμβάνει την υποχρέωση να:

ι) επιλέγει τα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησής της (διεύθυνση ανταλλακτικών) σε απόλυτη συμφωνία με την εναγομένη, η οποία θα δικαιούνταν κατά την κρίση της ν’ αρνηθεί να εγκρίνει την πρόσληψη κάποιου προσώπου στη θέση αυτή, ιι) να χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο γνήσια ανταλλακτικά αυτοκινήτων "..." και αν χρησιμοποιεί μη γνήσια υποχρεούται να ειδοποιεί τους πελάτες της, ιιι) να συντηρεί μια κατάλληλη αίθουσα πώλησης ανταλλακτικών αυτοκινήτων, καθώς και κατάλληλη αποθήκη αυτών, οι οποίες θα ανταποκρίνονται στις ισχύουσες εκάστοτε προδιαγραφές της εναγομένης, ιν) να διερευνά συστηματικά την αγορά, να υποστηρίζει με κάθε τρόπο την πώληση ανταλλακτικών αυτοκινήτων της "...

ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε." και να διαφυλάσσει άμεσα ή έμμεσα τα συμφέροντα της τελευταίας, ν) να διατηρεί αποθέματα γνήσιων ανταλλακτικών αυτοκινήτων "...", ανάλογα με τον κύκλο εργασιών της, αποθήκη οργανωμένη με τις προδιαγραφές που θα έθετε η αντισυμβαλλόμενη της, η οποία μάλιστα μπορεί βάσει των προϋπολογισμών των πωλήσεων να υποδεικνύει την ελάχιστες ποσότητες αποθέματος γνησίων ανταλλακτικών, νι) να διαμορφώνει την οργάνωση των πωλήσεων των ανταλλακτικών αυτοκινήτων και να χρησιμοποιεί συστήματα οργάνωσης και μηχανογράφησης, με βάση τις υποδείξεις και προδιαγραφές της "...", νίί) να υποβάλει στην εναγόμενη τους ισολογισμούς, λογαριασμούς κερδών και ζημιών, μέσα σ’ ένα μήνα από την εξαγωγή τους και viii) να υποστηρίζει τα διαφημιστικά μέτρα της εναγομένης, να συμμετέχει οικονομικά στις διαφημίσεις της τελευταίας, ν’ ακολουθεί τις υποδείξεις της "..." κατά τη διαμόρφωση των εγκαταστάσεων του καταστήματος της (εσωτερικά και εξωτερικά] και των εμπορικών της εντύπων.

Η ενάγουσα διατήρησε το δικαίωμα να εμπορεύεται και να διανέμει προϊόντα άλλων παραγωγών, μη ανταγωνιστικά προς τα προϊόντα της εναγομένης. Ακόμη, καθορίστηκαν οι εκπτώσεις στις τιμές πωλήσεως από την εναγομένη στην ενάγουσα καθώς και οι λεγόμενοι στόχοι πωλήσεων δηλαδή, τα κατώτατα όρια αγορών από την ενάγουσα των προϊόντων της εναγόμενης, ενώ συμφωνήθηκε και η τήρησή δοσοληπτικού λογαριασμού από την εναγομένη, στον οποίο ως χρεώσεις θα καταγράφονταν οι προς την ενάγουσα πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης εταιρείας και ως πιστώσεις θα καταγράφονταν οι καταβολές της ενάγουσας προς τη "...".

Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίστηκε για δύο χρόνια, ενώ η λύση της επέρχετο με την παρέλευση της διαρκείας της ή με καταγγελία σε περίπτωση παραβιάσεως οποιουδήποτε όρου αυτής από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο, τηρούμενης προθεσμίας έξι μηνών. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση μπορεί να παραταθεί για άλλα τέσσερα χρόνια ή να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου κατά την κρίση της εναγομένης, η οποία θα γνωστοποιεί τη πρόθεσή της, με μονομερή δήλωση προς την ενάγουσα.

Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα αγόραζε για λογαριασμό της τα εμπορεύματα της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας και στη συνέχεια τα μεταπωλούσε στο όνομα της, βάσει τιμών που καθόριζε η ίδια, ενεργώντας στην περίπτωση αυτή με δικό της κίνδυνο και με δικό της κέρδος που συνίστατο στις εκπτώσεις που χορηγούσε η εναγόμενη επί της τιμής αγοράς και στην πρόσθετη αμοιβή (πριμ) (που της χορηγούσε η εναγόμενη) όταν η ενάγουσα πετύχαινε το συμφωνημένο "στόχο πωλήσεως" δηλαδή, ένα ελάχιστο ετησίως αριθμό πωλήσεων σε ανταλλακτικά αυτοκινήτων "...".

Την 22-2- 1996 η ως άνω σύμβαση έληξε λόγω παρέλευσης της διαρκείας της και η ενάγουσα υπέβαλε προς την εναγόμενη εταιρεία αίτημα περί παρατάσεως της μεταξύ τους σχέσης. Η εναγόμενη με την από 2-5-1996 έγγραφη επιστολή προς την ενάγουσα, της γνωστοποίησε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω σύμβαση, την πρόθεση της περί παράτασης της συμβατικής τους σχέσης μέχρι την 31-12-1996.

Στη συνέχεια, μετά τη λύση της ως άνω σύμβασης, τα διάδικα μέρη μετέβαλαν το πλαίσιο των σχέσεων τους, καταρτίζοντας τα από 25-11-1997, 10-10-1998 και 23-11-1999 ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία δεν έθεταν πλέον στην ενάγουσα καμία από τις αναφερόμενες στην από 22-2-1994 σύμβαση υποχρεώσεις, αλλά ονόμαζαν την ενάγουσα "εξουσιοδοτημένο κατάστημα ανταλλακτικών", ιδιότητα που διατηρούσε από την παλαιότερη συνεργασία τους, καθόριζαν δε τις εκπτώσεις στις τιμές πωλήσεως από την εναγόμενη στην ενάγουσα καθώς την πρόσθετη- αμοιβή (πριμ) που της χορηγούσε η "...", όταν η ενάγουσα πετύχαινε το συμφωνημένο "στόχο πωλήσεως".

Κατά το χρονικό διάστημα από 25-11-1997 έως 29-10-2003, υπήρχαν εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων με τη μορφή πωλήσεων διαφόρων προϊόντων από την εναγόμενη στην ενάγουσα (χονδρεμπόριο). Συγκεκριμένα, η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" δεν ήταν εμπορική αντιπροσωπεία της εναγόμενης, αλλά μεταπρατική επιχείρηση, διατηρούσε το ίδιο εμπορικό κατάστημα επί της οδού ..., συναλλασσόταν, μέσω του εκπροσώπου της, αυτοτελώς με τους πελάτες, του καταστήματος της, με ίδιο εμπορικό όνομα, απασχολούσε ίδιο προσωπικό, τηρούσε δικό της λογιστικό σύστημα ανεξάρτητο της εναγόμενης, επεδίωκε την πραγματοποίηση ίδιου εμπορικού κέρδους και επέβαλλε τους δικούς της όρους πωλήσεως, δρούσε δε ως ανεξάρτητη φορολογούμενη, μεταπωλούσε τα ήδη αγορασθέντα απ’ αυτήν ανταλλακτικά αυτοκινήτων σε τρίτους, τα οποία ήταν κυρίως "...".

Το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία σε αλληλογραφία προς την ενάγουσα (10-4- 2003, 12-6-2003, 10-6-2003, 9-7-2003) την ονομάζει επίσημη έμπορο, δεν σήμαινε ότι είχε την αντιπροσώπευση της εναγομένης, αλλ’ απλώς παρείχε γνήσια ανταλλακτικά αυτοκινήτων της, που αγόραζε από αυτήν (εναγόμενη) και τα διέθετε προς εξυπηρέτηση των πελατών της, που ήταν ιδιοκτήτες κυρίως αυτοκινήτων τύπου "..." και υπό την ως άνω έννοια η εναγόμενη εταιρεία, ως γενικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας "...", αναγνώριζε το κατάστημα της ενάγουσας, ως επίσημο κατάστημα που πωλούσε γνήσια ανταλλακτικά αυτοκινήτων τύπου "...", όπως πειστικά κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγομένης, Η εν λόγω μονάδα της ενάγουσας λοιπόν, λειτουργούσε με οικονομική και εμπορική αυτοτέλεια, η σχέση της δε με την εταιρεία "...", με την οποία δεν αποτελούσε ενιαία επιχείρηση, αναφερόταν μόνο στον καθορισμό απ’ αυτήν του τιμήματος πωλήσεων των ανταλλακτικών αυτοκινήτων.

Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε κοινοτικό επίπεδο μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς που ρύθμιζε τη διανομή αυτοκινήτων, ανταλλακτικών αυτοκινήτων και παροχής τεχνικής εξυπηρέτησης μετά την πώληση. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός 123/85 της 12ης Δεκεμβρίου 1984, παρείχε στις συμβάσεις αντιπροσωτΤείας που συνάπτονταν στα πλαίσια ενός μόνο δικτύου διανομής (αυτοκινήτων ή ανταλλακτικών αυτών) απαλλαγή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 1 της Συνθήκης ΕΚ (άρθρο 85 παρ. 3 των ΕΚ).

Η μητρική της εναγόμενης αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "..." είχε οργανώσει παράλληλα με το δίκτυο της για τη διανομή αυτοκινήτων και ένα δίκτυο διανομής ανταλλακτικών αυτοκινήτων, που το αποτελούσαν εξρυσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι εξειδικευμένοι στη διανομή των προϊόντων αυτών και επειδή διατηρούσε ένα ομοιογενές σύστημα διανομής στον τομέα των ανταλλακτικών αυτοκινήτων, επετύγχανε, σύμφωνα με τον προϊσχύοντα κανονισμό 123/85, την απαλλαγή από τους περιορισμούς του ελεύθερου ανταγωνισμού (άρθρο 85 παρ. 3 των ΕΚ) κατά κατηγορίες, ήτοι και στις συμβάσεις αντιπροσωπείας στο δίκτυο διανομής αυτοκινήτων και στο δίκτυο διανομής ανταλλακτικών αυτών.

Ο Κανονισμός 1475/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995 (EE L 145, σ. 25) που άρχισε να ισχύει από 1-7-1995 και η εφαρμογή του ορίστηκε από 1-10-1995 έως 30-9-2002, όρισε ότι η διανομή έπρεπε να γίνει πλέον μέσω κάθετων μονάδων (αντιπρόσωποι αυτοκινήτων με ανταλλακτικά και συνεργείο), ώστε μόνο το δίκτυο διανομής που συνδύαζε όλα τα παραπάνω προϊόντα να απαλλάσσεται από την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 1 της Συνθήκης ΕΚ, ήτοι ο ως άνω Κανονισμός κάλυπτε πλέον από την άποψη της απαλλαγής, τη διανομή ανταλλακτικών, μόνον εφόσον συνδέεται με το δίκτυο διανομής των αυτοκινήτων.

Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με την σαφή κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, η οποία περιέχεται στα ταυΤάριθμα με την εκκαλουμένη πρακπκά, κατέστη απόλυτη αναγκαιότητα, για τη μητρική εταιρεία της εναγόμενης ήτοι την ..., να λύσει τις συμβάσεις με τους αντιπροσώπους - διανομείς του δικτύόυ των ανταλλακτικών αυτοκινήτων, όπως αυτή της ενάγουσας και να οργανώσει ένα νέο σύστημα διανομής ανταλλακτικών αυτοκινήτων μέσω κάθετων μονάδων^ προκειμένου να μην απωλέσει το ευεργέτημα της απαλλαγής της.

Από όλα συνεπώς τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχτηκε ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας, ο οποίος επαναφέρεται με τον 2° λόγο έφεσης, ότι η σύμβαση διανομής που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων μερών την 22-2-1994, ανανεώθηκε σιωπηρά μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της και κατέστη αορίστου χρόνου, αφού αυτή παρατάθηκε άτυπα μέχρι την 31-12- 1996 και έκτοτε έληξε οριστικά, γεγονός που επιβεβαιώθηκε με την από 2-5- 1996 επιστολή της εναγομένης προς την ενάγουσα, όπου η τελευταία έκανε λόγο για παράταση της σύμβασης αντιπροσωπείας ανταλλακτικών μέχρι την 31-12-1996, όπως προεκτέθηκε.

Άλλωστε η μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου, προϋπέθετε σχετική γνωστοποίηση εκ μέρους της εναγόμενης, η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα.

Συνεπώς, δεν υφίστατο υποχρέωση της τελευταίας να καταγγείλει τηρώντας μάλιστα και την προειδοποιητική προθεσμία των άρθρων 5, 6 Καν. 1475/1995 και 3 παρ. 4 Καν 1400/2002 μια "μη υφιστάμενη πλέον συμβαπκή σχέση". Αυτό συνέβη με όλες τις συμβάσεις διανομής ανταλλακτικών, με συνέπεια στο τέλος του 1996 να μην υπάρχει δίκτυο εξουσιοδοτημένων εμπόρων ανταλλακτικών της ....

Έτσι η ενάγουσα από 1-1-1997 δεν ήταν επίσημος διανομέας - μέλος δικτύου διανομής αλλά πελάτης χονδρικής της εναγόμενης, ο οποίος ως μεγάλος πελάτης, απολάμβανε επιπλέον εκπτώσεων στις αγορές της. Μάλιστα, υπό το καθεστώς της Αγορανομικής Διάταξης 10/1999, από 1-1-2000 έως 30- 9-2003 , οπότε διεκόπη η συνεργασία της ενάγουσας με την εναγομένη, η ενάγουσα αγόραζε ανταλλακτικά με έκπτωση 30% επί των τιμών λιανικής, ήτοι μεγαλύτερη αυτής που απολάμβανε τα έτη 1997, 1998 και 1999 βάσει των προεκτεθεισών συμβάσεων.

Περαιτέρω, ήδη πριν από το έτος 2002 ήταν γνωστό - βάσει συζητήσεων που είχαν λάβει μεγάλη δημοσιότητα - τόσο στους κατασκευαστές αυτοκινήτων όσο και στους αντιπροσώπους, στους διανομείς των κατασκευαστριών εταιρειών - συνακόλουθα δε και στην ενάγουσα έμπορο - ότι κατά την 30.9.2002 έληξε η ισχύς του υπ’ αριθμ. 1475/1995 Κανονισμού της Επιτροπής της 28ης Ιουνίου 1995 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 παρ. 3 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής, πωλήσεως και εξυπηρετήσεως μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων (Επίσημη Εφημερίδα αριθ.

L145 της 29.6.1995 σελ. ...), γεγονός άλλωστε που αναφερόταν και στον ίδιο τον ως άνω Κανονισμό, και που όφειλε να γνώριζε η ενάγουσα ως άμεσα ενδιαφερόμενη. Με τη θέση σε ισχύ του νέου υπ’ αριθμ. 1400/2002 Κανονισμού της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 2002, τροποποιήθηκε η κοινοτική νομοθεσία. Ο νέος Κανονισμός, εισάγοντας νέα δεδομένα για την εφαρμογή του άρθρου 85 παρ. 3 της ΣυνθΕΚ σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας (Επίσημη Εφημερίδα αριθ.

L 203 της 1.8.2002 σ. 0030-0041) επέφερε κατ’ ανάγκη αλλαγή και στο σύστημα διανομής της μητρικής εταιρείας της εναγομένης. Ο Κανονισμός αυτός έθετε (άρθρο 10) μεταβατική περίοδο εφαρμογής του μέχρι τις 30-9- 2003. Από την ημερομηνία εκείνη και μετά (δηλ από τις 1-10-2003 και εφεξής) όλα τα συστήματα διανομής αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και τεχνικής εξυπηρέτησης ώφειλαν να συμμορφωθούν στον Κανονισμό 1400/02 ώστε να μη παραβαίνουν τους κοινοτικούς (και αντίστοιχους ελληνικούς ν. 703/77) κανόνες περί του ανταγωνισμού.

Χαρακτηριστικό του Κανονισμού 1400/02 είναι ότι ως προς τα ανταλλακτικά και τα συνεργεία επιβάλλει την χρήση ουσιαστικά μόνον συστήματος επιλεκτικής διανομής, δηλαδή ενός συστήματος με προκαθορισμένα κριτήρια ένταξης, αποκλεισμένου του συστήματος αποκλειστικής διανομής. Τούτο διότι για να μπορεί κανείς να έχει σύστημα αποκλειστικής διανομής ή ποσοτικής επιλεκτικής διανομής, το μερίδιο αγοράς έπρεπε να είναι χαμηλότερο του 30% της σχετικής αγοράς προϊόντος, ενώ στα ανταλλακτικά θεωρείται "εκ προοιμίου ότι o εισαγωγέας μιας μάρκας αυτοκινήτων ξεπερνάει το ποσοστό αυτό στα ανταλλακτικά που αφορούν αυτή τη μάρκα, με αποτέλεσμα να μπορεί να εφαρμόζει μόνο "ποιοτικό σύστημα επιλεκτικής διανομής" (άρθρο 3.1 Καν. 1400/02, Προοίμιο §§ 7 και 8).

Ειδικά δε για τα ανταλλακτικά, ένα τέτοιο σύστημα επιτρέπει την πώληση μόνο μεταξύ των μελών τόυ επιλεκτικού δικτύου και προς τελικούς καταναλωτές και προς ελεύθερα συνεργεία (βλ. Προοίμιο Καν. 1400/02 § 19) που τα χρειάζονται για επισκευές: στο πλαίσιο ποιοτικού συστήματος επιλεκτικής διανομής ανταλλακτικών μπορεί να τεθεί νόμιμα η απαγόρευση πώλησης προς ελεύθερους εμπόρους ανταλλακτικών (άρθρο 4.1.Θ, Καν. 1400/02).

Επιπλέον, ο νέος Καν. 1400/02, σε αντίθεση με τον προηγούμενο Καν. 1475/95, απαγόρευε πλέον τις υποχρεωτικές "κάθετες μονάδες" (υποχρεωτική δραστηριότητα πώλησης αυτοκινήτων και υπηρεσιών μετά την πώληση- aftersales, δηλαδή ανταλλακτικών και συνεργείου) και επέβαλε την διάσπαση πώλησης αυτοκινήτων από την παροχή υπηρεσιών μετά την πώληση, ώστε να μην υποχρεούται - αλλά να δύναται - ένας έμπορος αυτοκινήτων να διατηρεί και δραστηριότητα μετά την πώληση, (Προοίμιο Καν. 1400/02 §21).

Εν όψει τούτων ελήφθη η απόφαση από την .... σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μεταξύ των άλλων, να μη διανέμονται τα γνήσια ανταλλακτικά ..., παρά μόνον μέσω των εξουσιοδοτημένων συνεργείων, που τηρούν τις προδιαγραφές ένταξης στο επιλεγμένο δίκτυο συνεργείων.

Συνεπώς, στα πλαίσια του πανευρωπαϊκού συστήματος διανομής της ...., η εναγόμενη, ως θυγατρική εταιρία, ώφειλε να παύσει στις 30-9-2003 να πωλεί γνήσια ανταλλακτικά ... μέσω επιχειρήσεων άλλων, πλην των εξουσιοδοτημένων συνεργείων. Αυτή η απόφαση διοργάνωσης του δικτύου, που ήταν δικαίωμα, ("κρίσιμο στοιχείο της επιχειρηματικής ελευθερίας της εναγόμενης"), συνεπαγόταν την πλήρη διακοπή κάθε εμπορικής συνεργασίας με τις ελεύθερες επιχειρήσεις εμπορίας ανταλλακτικών, με τις οποίες μέχρι τις 30-9-2003 συνεργαζόταν.

Τον Μάϊο του 2004 προτάθηκε από την εναγομένη η αγορά ανταλλακτικών ... ετήσιας διάρκειας επί μη αποκλειστικής βάσεως αϊτό την ενάγουσα, η οποία όμως δεν κατέληξε σε συμφωνία. Η εναγομένη, κατέχουσα μερίδιο άνω του 40% στις πωλήσεις των ανταλλακτικών αυτοκινήτων με το εμπορικό σήμα "...", υιοθέτησε, όπως εκτέθηκε, το σύστημα "επιλεκτικής διανομής" (άρθρα 7 του προοιμίου και άρθρο 1 στ’ Κανονισμού 1400/2002 στα πλαίσια του οποίου, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί άμεσοι ή έμμεσα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης μόνο σε διανομείς ή επισκευαστές, που έχουν επιλεγεί από αυτήν με προκαθορισμένα κριτήρια, με την επιφύλαξη πάντα της δυνατότητας να πωλούν οι τελευταίοι ανταλλακτικά σε ανεξάρτητους επισκευαστές.

Κατά συνέπεια, η επιλογή της μητρικής εταιρείας της εναγομένης, που αποτέλεσε επιλογή και της τελευταίας (εναγομένης) να αναδιοργανώσει το σύστημα δικτύου της και να μην προμηθεύει μετά την 30-9-2003, (λήξη της περιόδου προσαρμογής στο νέο Κανονισμό) με ανταλλακτικά την ενάγουσα ανεξάρτητη έμπορο, η οποία δεν ανήκε στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής, δεν αντίκειται στον Κανονισμό 1400/2002, ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρχαν κάθετες συμφωνίες (άρθρο 4 στοιχ.

θ1 Κανονισμού 1400/2002) μεταξύ της προμηθεύτριας και των μελών του δικτύου της, που περιόριζαν τις πωλήσεις ανταλλακτικών από τα μέλη του συστήματος επιλεκτικής διανομής σε ανεξάρτητους επισκευαστές, όπως η ενάγουσα, ώστε να κριθεί ότι παραβιάστηκε ο Κανονισμός 1400/2002 και τα άρθρα 81 παρ. 1-3 και 82 Σ. ΕΚ. Η ενάγουσα αποδίδει στην εναγομένη εταιρεία ότι προβαίνει σε ανταγωνιστικές πράξεις, καταχρώμενη τη δεσπόζουσα θέση της, συνιστάμενες:

α) στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων προς πελάτες της ενώπιον των οποίων την αντιπροσωπεύει και β) στην απόσπαση πελατείας που έχει δημιουργήσει χάριν άλλων ανταγωνιστών και υποστηρίζοντας περαιτέρω, ότι κορύφωση όλων αυτών αποτελεί η από 29.10.2003 αιφνίδια διακοπή - καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης διανομής.

Αποδείχθηκε, όπως προεκτέθηκε, ότι η ενάγουσα αποτελούσε ένα ανεξάρτητο έμπορο και όχι απλό διανομέα, μέλος του δικτύου της εναγομένης, συνεπώς δεν απαιτούνταν καμία απολύτως καταγγελία με προθεσμιακή προειδοποίηση, από την άποψη δε αυτή και σε συνδυασμό με τη μεγάλη δημοσιότητα που είχε λάβει το γεγονός της λήξης του Κανονισμού 1475/1995 και της αντικατάστασής του από το νέο Κανονισμό 1400/2002, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διακοπή των εμπορικών συναλλαγών τους έγινε αιφνίδια, όπως προεκτέθηκε.

Όμως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η διακοπή των σχέσεων τους, δεν έγινε λόγω οιασδήποτε αναδιοργάνωσης του δικτύου διανομής αυτής, αλλά χάριν ανταγωνισμού και απόσπασης της πελατείας που έχει δημιουργήσει, χάριν άλλων ανταγωνιστών. Ως προς το θέμα αυτό, αποδείχθηκε ότι από την έναρξη της συνεργασίας των μερών και μέχρι την τελική της μορφής παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

Στο μεσολαβήσαν όμως χρονικό διάστημα σημειώθηκαν δραστικές αλλαγές στις συνθήκες της αγοράς, κυρίως δε με την εφαρμογή των κανονισμών 1475/1995 και 1400/ 2002, που, εκ των πραγμάτων επέβαλαν νέα δεδομένα στην οργάνωση των δικτύων διανομής των ανταλλακτικών αυτοκινήτων.

Συνεπώς, ενόψει όλων αυτών και σε συνάρτηση με το ότι υπάρχει στην αγορά ορισμένος αριθμός ανεξάρτητων επιχειρηματιών, όπως ομολογεί η ίδια η ενάγουσα, ικανός να διακινήσει σε ευρεία κλίμακα τα ως άνω προϊόντα, ενώ και η ίδια δεν στερείται παντελώς ισοδύναμων εναλλακτικών λύσεων, έχουσα ήδη σε λειτουργία παρόμοιες εμπορικές σχέσεις, δεν αποδεικνύεται καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης απαγορευομένης από το άρθρο 2 του ν. 703/1977.

Αλλά ούτε παραβίαση του τότε ισχύοντος άρθρου 2α του ν. 703/1977 αποδείχθηκε, αφού όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη δεν προέβη σε αυθαίρετη και αδικαιολόγητη διακοπή των πράγματι μακροχρόνιων εμπορικών της σχέσεων με την ενάγουσα, αφού επέλεξε, εφαρμόζοντας δικαίωμα παρεχόμενο από τον ισχύοντα Κανονισμό, την αναδιάρθρωση των εμπορικών σχέσεών της με τους πρώην συνεργάτες της, με οικονομοτεχνικά κριτήρια, συμμορφούμενη με τις επιλογές της μητρικής εταιρίας, ενώ ουδόλως υπήρξε καταχρηστική εκ μέρους της εκμετάλλευση της σχέσης της με την εναγομένη, η οποία ήταν αυτή του πωλητή προς αγοραστή.

Μάλιστα ούτε η έννοια της οικονομικής εξάρτησης μπορεί να γίνει δεκτό ότι συνέτρεχε, αφού στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών, η οικονομική εξάρτηση μειώνεται δραστικά από τη δυνατότητα εύρεσης εναλλακτικών πηγών προμήθειας προϊόντων. Ορθά, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε τη βάση της αγωγής με την οποία ζητείτο η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας από αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα".

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικών νόμων και ειδικότερα αυτές των άρθρων 281, 288, 361, 914, 919 ΑΚ, 8 παρ. 2 και 3 π.δ. 219/1991, 2 και 2α Ν. 703/1977 και 1 Ν. 146/1914. Ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2 και 3 του π.δ. 219/1991, όπως και οι λοιπές διατάξεις αυτού, δεν έχουν εφαρμογή στην έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, είτε είχε τη μορφή της απλής διανομής είτε εκείνη των αλλεπάλληλων συμβάσεων πώλησης, ούτε και αναλογικά μπορούν να εφαρμοστούν.

Ούτε, εκτιμώντας το Εφετείο το αποδεικτικό υλικό και καταλήγοντας στην κρίση ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας που συνέδεε αρχικά τους διαδίκους διήρκεσε μέχρι την 22.2.1994, οπότε λύθηκε οριστικά, ότι στη συνέχεια με νέα σύμβαση η αναιρεσείουσα ορίστηκε απλός διανομέας των ανταλλακτικών με το εμπορικό σήμα της αναιρεσίβλητης, διατηρώντας το δικαίωμα να εμπορεύεται παράλληλα και να διανέμει προϊόντα και άλλων παραγωγών, μη ανταγωνιστικά με εκείνα της αναιρεσίβλητης, ότι και η σύμβαση αυτή λύθηκε, ύστερα και από συμφωνημένη παράτασή της, την 31.12.1996 και ακολούθως, με βάση τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων με τα αναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, την 25.11.1997, 10.10.1998 και 23.11.1999, η αναιρεσείουσα δεν αποτελούσε πλέον επίσημο διανομέα-μέλος δικτύου διανομής, αλλά πελάτη χονδρικής πώλησης, με έννομη σχέση να τους συνδέει εκείνη των πωλήσεων ανταλλακτικών αυτοκινήτων από την αναιρεσίβλητη προς την αναιρεσείουσα, χωρίς να αναλαμβάνει πλέον η αναιρεσείουσα οποιαδήποτε υποχρέωση απέναντι της αναιρεσίβλητης, με δεσμεύσεις, όπως στην προηγηθείσα σύμβαση, ότι από την κατάρτιση των συμβάσεων με τα ιδιωτικά συμφωνητικά, η αναιρεσείουσα ονομάζονταν "εξουσιοδοτημένο κατάστημα ανταλλακτικών", δεν ήταν εμπορική αντιπροσωπεία της αναιρεσίβλητης, αλλά μεταπρατική επιχείρηση, διατηρούσε ίδιο εμπορικό κατάστημα, συναλλάσσονταν αυτοτελώς με τους πελάτες του καταστήματός της, μεταπωλώντας τα αγορασθέντα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, κυρίως του σήματος της αναιρεσίβλητης, σε τρίτους, τηρούσε δικό της λογιστικό σύστημα ανεξάρτητο της αναιρεσίβλητης, επεδίωκε την πραγματοποίηση ίδιου εμπορικού κέρδους και επέβαλε τους δικούς της όρους πώλησης, δρούσε δε ως ανεξάρτητη φορολογούμενη, παραβίασε ευθέως το άρθρο 361 ΑΚ, αφού υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά η συνδέουσα τους συμβαλλόμενους σχέση κατά το άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν εκείνη των αλυσιδωτών συμβάσεων πώλησης ανταλλακτικών, και δεν μεταβάλλεται η μορφή της σύμβασης από το γεγονός του καθορισμού των εκπτώσεων στις τιμές πώλησης των ανταλλακτικών από την αναιρεσείουσα και την καταβολή πρόσθετης αμοιβής (πριμ) σε περίπτωση επίτευξης του συμφωνημένου "στόχου πωλήσεως".

Εξάλλου, με τις παραδοχές ότι υπό τις αναλυτικά εκτιθέμενες περιστάσεις, η διακοπή από την αναιρεσίβλητη των εμπορικών συναλλαγών της με την αναιρεσείουσα, δεν ήταν αιφνίδια, ότι υπάρχει στην αγορά ορισμένος αριθμός ανεξάρτητων επιχειρηματιών ικανός να διακινήσει σε ευρεία κλίμακα τα προϊόντα της πρώτης, ότι η ίδια η αναιρεσείουσα δεν στερείται παντελώς ισοδύναμων εναλλακτικών λύσεων και ήδη έχει παρόμοιες εμπορικές σχέσεις, ότι συνεπώς, δεν αποδεικνύεται καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης που απαγορεύεται από το άρθρο 2 του ν. 703/1977, ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβη σε αυθαίρετη και αδικαιολόγητη διακοπή των μακροχρόνιων εμπορικών της σχέσεων με την αναιρεσείουσα, αλλά επέλεξε, εφαρμόζοντας δικαίωμα που της παρέχονταν από τον ισχύοντα Κανονισμό (1400/2002), την αναδιάρθρωση των εμπορικών με τους πρώην συνεργάτες της σχέσεων, με οικονομοτεχνικά κριτήρια και συμμορφούμενη προς τις επιλογές της μητρικής εταιρίας, ότι δεν υπήρξε καταχρηστική εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμετάλλευση της σχέσης της με την αναιρεσείουσα, αφού δεν συνέτρεχε η έννοια της οικονομικής εξάρτησης, καθόσον υπήρχε στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα εύρεσης εναλλακτικών πηγών προμήθειας ανταλλακτικών, το Εφετείο δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 2 και 2α του ν. 703/1977.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α) Με σαφήνεια δέχεται αναφορικά με το χαρακτήρα της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας μεταξύ αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, κατά το χρονικό διάστημα ισχύος των ιδιωτικών συμφωνητικών, ότι είναι εκείνη του πελάτη χονδρικής πώλησης προϊόντων της και όχι του αποκλειστικού διανομέα, ουδόλως δε στην αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνονται παραδοχές για συμβατική υποχρέωση διανομής των προϊόντων σε ορισμένη περιοχή καθώς και για συμβατική αυτοδέσμευση της αναιρεσίβλητης να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές της αναιρεσείουσας, μέσα στην περιοχή της διανομής, ούτε της τελευταίας για μη διανομή άλλων προϊόντων εκτός εκείνων που προμηθεύονταν από την αναιρεσίβλητη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να μπορεί να χαρακτηριστεί η σύμβαση ως διανομής στην οποία είχαν εφαρμογή ευθεία ή ανάλογη, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 και των ως άνω Κανονισμών.

Ανεξάρτητα δε από τους ορισμούς του Κανονισμού 1475/1995, ο οποίος κατά το χρόνο ισχύος του δεν απαγόρευε το συνδυασμό επιλεκτικής και αποκλειστικής διανομής, το Εφετείο χαρακτηρίζει με τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται, την πραγματική μορφή της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους. β) Με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται ότι η από 22.2.1994 "σύμβαση αντιπροσωπείας ανταλλακτικών" με την οποία η αναιρεσείουσα ορίστηκε απλός διανομέας των ανταλλακτικών αυτοκινήτων της αναιρεσίβλητης, δεν κατέστη αορίστου χρόνου, αφού προβλεπόταν διετής διάρκεια αυτής, η οποία παρήλθε στις 22.2.1996 και ακολούθως τα μέρη συμφώνησαν την παράτασή της πάλι για ορισμένο χρόνο ήτοι μέχρι 31.12.1996, οπότε και λύθηκε με την παρέλευση του χρόνου αυτού, δεν είχαν δε εφαρμογή, όπως ήδη αναφέρθηκε, λόγω της μορφής της σύμβασης αυτής, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 και εκείνες των Κανονισμών 1475/1995 και 1400/2002.

γ) Δεν είναι αντιφατική η αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη είχε επιλέξει το σύστημα επιλεκτικής διανομής των ανταλλακτικών με βάση τον Κανονισμό 1400/2002 στον οποίο η συμμόρφωση έπρεπε να γίνει το αργότερο στις 30.9.2003 και παρά ταύτα δέχεται ότι οι εμπορικές σχέσεις με την αναιρεσείουσα εξακολουθούσαν μέχρι τις 29.10.2003 μολονότι αυτή δεν ανήκε στο επιλεκτικό δίκτυο διανομέων της, καθόσον η αναφορά της εξακολούθησης των εμπορικών σχέσεων μέχρι 23.10.2003 γίνεται με βάση τη διάρκεια των εμπορικών σχέσεων που προβλέπεται στο τελευταίο ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ ρητά αναφέρεται στην απόφαση ότι στις 30.9.2003 διακόπηκε η συνεργασία της αναρεσείουσας με την αναιρεσίβλητη και από τότε έπαυσε η τελευταία να την προμηθεύει με ανταλλακτικά επειδή δεν ανήκε στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής και ότι τούτο δεν αντίκειται στον ως άνω Κανονισμό.

δ) Δεν αποτελεί ασαφή και ενδοιαστική αιτιολογία η παραδοχή αφενός μεν ότι η αναιρεσίβλητη είχε επιλέξει και εφάρμοσε σύστημα επιλεκτικής διανομής των ανταλλακτικών μέσω δικτύου επιλεγμένων επισκευαστών με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει στην αναιρεσείουσα το μήνα Μάιο 2004 την αγορά ανταλλακτικών επί μη αποκλειστικής βάσης, με σύμβαση ετήσιας διάρκειας, αφού η πρόταση αυτή, που δεν κατέληξε σε σύναψη σχετικής συμφωνίας, δεν αναιρεί το σύστημα που δέχεται η προσβαλλόμενη ότι εφάρμοσε η αναιρεσίβλητη, ως προς τη διανομή των προϊόντων της, καθόσον δεν γίνεται παραδοχή περί καταρτίσεως τέτοιων συμβάσεων και συνεπώς περί εφαρμογής και συστήματος επιλεγμένων εμπόρων.

ε) Σαφής και πλήρης είναι η αιτιολογία όσον αφορά τη δραστηριοποίηση στην αγορά αριθμού ανεξάρτητων επιχειρηματιών ικανού να διακινήσει σε ευρεία κλίμακα τα προϊόντα της αναιρεσίβλητης, καθώς και ότι η ίδια η αναιρεσείουσα δεν στερείται εντελώς ισοδύναμων εναλλακτικών λύσεων, αφού διατηρεί παρόμοιες εμπορικές σχέσεις και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει τα μερίδια που κατέχουν στην αγορά κάθε μία από τις επιχειρήσεις αυτές, δέχεται δε ότι η αναιρεσείουσα διατηρεί εμπορικές σχέσεις που αποτελούν ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις για την προμήθεια τέτοιων προϊόντων, ενόψει μάλιστα και της παραδοχής ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ της αναιρεσείουσας και των μελών του δικτύου της, με την οποία περιορίζονταν οι πωλήσεις από τους τελευταίους ανταλλακτικών σε ανεξάρτητους επισκευαστές, όπως χαρακτηρίζει και την αναιρεσείουσα.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά τον Κανονισμό 1400/2002 επιτρέπεται στους εξουσιοδοτημένους επισκευαστές ή διανομείς ανταλλακτικών να πωλούν αυτά που έχουν προμηθευτεί από τον κατασκευαστή σε ανεξάρτητους επισκευαστές. στ) Σαφής και πλήρης είναι και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 2α του ν. 703/1977, καθόσον δέχεται ότι δεν συνέτρεχε η έννοια της οικονομικής εξάρτησης της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη, αφού υπήρχε σ’ αυτήν η δυνατότητα εύρεσης εναλλακτικών πηγών προμήθειας ανταλλακτικών, που αποτελούν ισοδύναμη εναλλακτική λύση, όπως και ανωτέρω έχει εκτεθεί, αλλά και με τη μη πληττόμενη επιτυχώς επάλληλη αιτιολογία, ότι δεν ήταν αιφνίδια και αδικαιολόγητη η διακοπή των μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεών τους.

Επομένως, με όσα κατά τα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν, τις οποίες το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος περί του αντιθέτου λόγος της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 18.6.2014 αίτηση για αναίρεση της 5469/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική ...6.2014 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.6.2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της 5469/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ