Legislator Case Law & Legislation
419/2017 AI generated

419/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 419/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα - Εισηγητή, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

419/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της αποφάσεως αυτής, η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έφεσή της με λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνισή της εκκαλούμενης, ώστε ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κατ' αυτής αγωγή.

Keywords

AI generated
abandonment of employment right to disconnect dismissal or termination of contract waiver of wage claims job offer severance pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 419/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα - Εισηγητή, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αθηναίο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... - ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΑΔΑΜ ΕΚΔΟΣΕΙΣ" που έδρευε στην … Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από την καθολική της διάδοχο, μετά από συγχώνευση με απορρόφηση, ανώνυμη εταιρεία γραφικών τεχνών με την επωνυμία "... - ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Α.Β.Ε.Ε." με διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο … Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανυφαντή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3506/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4043/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/6/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό το άρθρο 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν.2112/1920 και 1 και 5 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη και καταχρηστική και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου κατά τη διεκδίκηση από αυτόν, νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, των δικαιωμάτων του, χωρίς να ασκεί επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις προπετούς προβολής προφανώς αστήρικτων αξιώσεων (ΑΠ 809/2014, 307/2010, 791/2008).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, και πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξαιτίας των οπίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 809/2014, 307/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (oλ.

ΑΠ 4/2014, 2/2013, 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 361/2014).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΑΠ 941/2012, 1175/2012). Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν τα εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του ( ΑΠ 11/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 26.11.2012 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι προσλήφθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία που έχει ως αντικείμενο την εκτέλεση εκτυπωτικών εργασιών την 9.1.2003, ως υπάλληλος γραφείου, για να εργασθεί στο τμήμα οργάνωσης παραγωγής, βιβλιοδεσίας και ποιοτικού ελέγχου της εκτυπωτικής παραγωγικής διαδικασίας, με μηνιαίο μισθό ύψους 1.772,53 ευρώ και με ωράριο εργασίας οκτάωρο καθημερινά και 40 ώρες εβδομαδιαίως, με πενθήμερη απασχόληση.

Ότι, η απασχόληση της συνίστατο αποκλειστικά στην παραγωγική διαδικασία εντός του εργοστασίου και όχι στην τυπική υπηρεσία του υπαλλήλου γραφείου. Ότι με αυτά τα καθήκοντα εργάστηκε στο εργοστάσιο της εναγομένης μέχρι την 29.8.2012, οπότε η τελευταία προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν άκυρη ως καταχρηστική και οφειλόταν σε λόγους εκδίκησης, εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτή (ενάγουσα) είχε υποβάλλει εγγράφως αίτημα προς τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης να την εντάξουν, αναδρομικά από της προσλήψεώς της, στην κλάση των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του ΙΚΑ, όπου υπαγόταν με βάση την προαναφερόμενη απασχόλησή της ώστε να έχει την αντίστοιχη ασφαλιστική και συνταξιοδοτική κάλυψη και όχι σ' αυτήν του απλού υπαλλήλου γραφείου, κατηγορία για την οποία κατέβαλαν τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές.

Επικουρικά δε ισχυρίστηκε ότι, αν κριθεί, ότι η απόλυση της έγινε για οικονομικοτεχνικούς λόγους που αφορούσαν την κακή πορεία του εκδοτηρίου υπήρχαν και άλλοι εργαζόμενοι που με βάση τα κριτήρια της αρχαιότητας και της οικογενειακής κατάστασης θα έπρεπε να απολυθούν αντ' αυτής. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε:

α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να την απασχολεί στο μέλλον στη θέση που κατείχε και υπό τους όρους που την απασχολούσε πριν την απόλυση της, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών της ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει το ποσό των 22.156,61 ευρώ για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από το χρονικό σημείο που ήταν καταβλητέος κάθε επιμέρους μισθός.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 3506/2013 απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία αφού απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, δέχθηκε αυτήν κατά την κύρια βάση της και α) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 29.8.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, β) υποχρέωσε την εναγόμενη να απασχολεί την ενάγουσα στο μέλλον στη θέση που κατείχε και υπό τους όρους που την απασχολούσε πριν την απόλυση της, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών της ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης και γ) υποχρέωσε την εναγομένη να της καταβάλλει το ποσό των 22.156,61 ευρώ για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από το χρονικό σημείο που κάθε επιμέρους ποσό ήταν απαιτητό.

Κατά της αποφάσεως αυτής, η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έφεσή της με λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνισή της εκκαλούμενης, ώστε ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κατ' αυτής αγωγή.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Η εκκαλούσα - εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία "... - ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε." και έχει έδρα στην … Αττικής, όπου το κεντρικό Κατάστημα της, με υποκατάστημα στην Αθήνα, οδός …. Το αντικείμενο δραστηριότητας της, από το έτος 1993, είναι η εκτέλεση εκδοτικών εργασιών, ειδικότερα, γραφικών, τυπογραφικών, λιθογραφικών, εκτυπωτικών και βιβλιοδετικών.

Η εφεσίβλητη - ενάγουσα Π. X., γεννηθείσα το έτος 19…, είναι απόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου και κάτοχος πτυχίου της Ανώτερης Σχολής Γραφικών και Διακοσμητικών Τεχνών του Κέντρου Ανώτερης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, ενώ δεν έχει γνώσεις τεχνίτη - εκτυπωτή. Με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε, προφορικώς, την 9.1.2003, μεταξύ των διαδίκων, η εφεσίβλητη - ενάγουσα απασχολήθηκε, συνεχώς, από 1.1.2003 μέχρι 29.8.2012, ως "υπάλληλος γραφείου", στο κεντρικό Κατάστημα της επιχειρήσεως της εκκαλούσης, με μηνιαίο μισθό και κωδικό πακέτου κάλυψης "101" - μικτά ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδος εργασίας, ήτοι από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και επί οκτώ ώρες ημερησίως, ήτοι από ώρα 7.00 μέχρι ώρα 15.00.

Συγκεκριμένα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι 29.8.2012, το αντικείμενο απασχολήσεως της εφεσίβλητης - ενάγουσας, ως υπαλλήλου γραφείου, ήταν α) να επικοινωνεί με τους πελάτες για τις παραγγελίες, β) να συμπληρώνει τα έντυπα των παραγγελιών, ως προς την ποιότητα - ποσότητα του χαρτιού, την ποιότητα του μελανιού και τον χρόνο παραδόσεως του προϊόντος εκτυπώσεως (εμπορεύματος), γ) να ενημερώνεται, από την παραγωγή, για τον χρόνο ετοιμασίας του προϊόντος εκτυπώσεως και δ) να συγκρίνει το προϊόν εκτυπώσεως, μετά την ετοιμασία του από την παραγωγή, με τα στοιχεία της παραγγελίας.

Αντίθετα, η εφεσίβλητη - ενάγουσα, καθ' όλο τον ως άνω χρόνο από 1.1.2003 μέχρι 29.8.2012, δεν απασχολήθηκε, ως υπεύθυνη, με την οργάνωση παραγωγής βιβλιοδεσίας και με τον ποιοτικό έλεγχο στην εκτυπωτική - παραγωγική διαδικασία, ειδικότερα, δεν είχε απασχόληση στην προετοιμασία της εκτυπώσεως, δηλ. στη μελέτη της εκτυπώσεως ώστε να "χωράει" η ύλη της κάθε σελίδας και στον καθορισμό του χαρτιού εκτυπώσεως ούτε είχε ενημέρωση για την κατάλληλη θέση των κειμένων και των φιλμς στο κασέ για την εκτύπωση των σελίδων στη σωστή θέση και για την ακριβή αποτύπωση των χρωμάτων της εικόνας.

Τούτο διότι η σχετική απασχόληση απαιτεί γνώσεις τεχνίτη - εκτυπωτή, τις οποίες η εφεσίβλητη, ως άνω, δεν είχε....Την 6.7.2012, για πρώτη φορά, η εφεσίβλητη - ενάγουσα αιτήθηκε από την εκκαλούσα - εναγομένη "την αλλαγή" του ως άνω "πακέτου" της καλύψεως στο ΙΚΑ - ΤΕΑΜ. Το σχετικό έγγραφο - "φαξ" της εφεσίβλητης - ενάγουσας προς την εκκαλούσα - εναγομένη έχει, όπως παρακάτω (επί λέξει): "ΑΙΤΗΣΗ. ... 06.07.2012, ιδιοχείρως, ΘΕΜΑ:

Αλλαγή πακέτου κάλυψης από μεικτά ΙΚΑ - ΤΕΑΜ (101) σε μεικτά Βαρέα ΙΚΑ - ΤΕΑΜ (105), Παρακαλώ, όπως διορθώσετε το πακέτο κάλυψης ενσήμων στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφεξής χάριν συντομίας "ΙΚΑ") από μεικτά ΙΚΑ - ΤΕΑΜ με κωδικό πακέτου κάλυψης 101 σε μεικτά Βαρέα ΙΚΑ - ΤΕΑΜ με πακέτο κωδικού κάλυψης 105, όπου εν τοις πράγμασι ανήκει η ειδικότητα μου για τη χρονική περίοδο από 1.1.2003 μέχρι σήμερα και να με ενημερώσετε εγγράφως για τις ενέργειες Σας".

Η εκκαλούσα - εναγομένη, αμέσως μετά τη λήψη του συγκεκριμένου εγγράφου, την 6.7.2012, ενημέρωσε, προφορικώς, την εφεσίβλητη - ενάγουσα ότι "απασχολείται στην επιχείρηση, ως υπάλληλος γραφείου και, έτσι, δικαιούται, κατά νόμο, να έχει κωδικό πακέτου κάλυψης 101 μικτά ΙΚΑ - ΕΤΑΜ". Στη συνέχεια, την 20.7.2012, η εφεσίβλητη - ενάγουσα ζήτησε από την εκκαλούσα - εναγομένη να την ενημερώσει για τα "καθήκοντα" της.

Το σχετικό έγγραφο - "φαξ" της εφεσίβλητης προς την εκκαλούσα - εναγομένη έχει, όπως παρακάτω (επί λέξει): "ΑΙΤΗΣΗ. ..., 20.7.2012. Ιδιοχείρως. ΘΕΜΑ: Νέες Αρμοδιότητες - Καθήκοντα. Από αφετηρίας της εργασιακής μου σχέσης με την Εταιρία, απασχολούμαι ως υπεύθυνη Οργάνωσης Παραγωγής, Βιβλιοδεσίας και Ποιοτικού Ελέγχου.

Τούτο συνέβαινε μέχρι τις 09.07.2012, όταν και μου απαγορεύσατε να εισέρχομαι στον χώρο της παραγωγικής διαδικασίας. Δεδομένων των ανωτέρω, παρακαλώ όπως με ενημερώσετε εγγράφως για τις αρμοδιότητες - καθήκοντα μου". Μετά ταύτα και μέχρι 27.8.2012, η εφεσίβλητη - ενάγουσα είχε την κανονική της άδεια και, την 29.8.2012, η εκκαλούσα - εναγομένη κατήγγειλε, εγγράφως, τη σύμβαση εργασίας της εφεσίβλητης - ενάγουσας, με την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Στην αγωγή, η εφεσίβλητη - ενάγουσα επικαλείται (και) ότι: "Δεν θα είχε περάσει μία εβδομάδα, μετά την υποβολή, την 6.7.2012, του ανωτέρω αιτήματος μου, όταν επικοινώνησε, τηλεφωνικά μαζί μου, η ιδιοκτήτρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας Ε. Α. και μου ζήτησε αιφνίδια να αλλάξω τόπο εργασίας και από τις εγκαταστάσεις της παραγωγικής διαδικασίας στην ...

Αττικής, όπου απασχολούμουν αδιάλειπτα και συνεχώς επί εννέα και πλέον έτη, να μετοικήσω στο ..., όπου, κατά κύριο λόγο βρίσκονται διοικητικές υπηρεσίες. Δεν είχα καμία αντίρρηση για την αλλαγή αυτή και, για το λόγο αυτό, ζήτησα από την Ε. Α. να γνωστοποιηθεί εγγράφως στην κατά τόπο αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας η αλλαγή τόπου παροχής της εργασίας μου και κατόπιν να προσέρχομαι στο ...". "Η απόλυση μου είναι άκυρη και παράνομη, ως καταχρηστική, υποκινούμενη από ταπεινά αίτια και αισθήματα εκδίκησης και πάθους καθώς η αλληλουχία της συμπεριφοράς της εταιρίας προς το πρόσωπο μου, όπως αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά της, προέκυψε ευθύς αμέσως μόλις κατέθεσα, την 6.7.2012, το πρώτο αίτημα μου για αλλαγή του πακέτου κάλυψης αποδοχών μου στο ΙΚΑ".

Εν τούτοις, δεν αποδεικνύεται, από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η εκκαλούσα "ζήτησε" από την εφεσίβλητη "να αλλάξει τόπο εργασίας", ειδικότερα, "να μετοικήσει στο ...". Τέτοιο γεγονός ούτε η εφεσίβλητη - ενάγουσα αναφέρει στο πιο πάνω με ημερομηνία 20.7.2012 έγγραφο - "αίτηση" της προς την εκκαλούσα. Επίσης, δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας η επικαλούμενη, ως άνω, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εκκαλούσης - εναγομένης για καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως της εφεσίβλητης -ενάγουσας, εφ' όσον δεν απεδείχθη ότι η εφεσίβλητη - ενάγουσα, απασχολούμενη, ως υπάλληλος γραφείου, άσκησε, έναντι της εκκαλούσης - εναγομένης, νόμιμη αξίωση, ως προς την ασφαλιστική της κάλυψη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της και ακολούθως, εξετάζοντας την αγωγή την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την ως άνω βάση της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι το αίτημα της αναιρεσείουσας για αλλαγή ασφαλιστικής κάλυψης δεν αποδείχθηκε ότι ήταν νόμιμο υπό την έννοια ότι δεν ήταν αβάσιμο και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετούσε καταχρηστικότητα της καταγγελίας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι την μη καταχρηστικότητα της καταγγελίας στήριξε στο αβάσιμο της αξιώσεως που πρόβαλε εξωδίκως η αναιρεσείουσα, περιστατικό που από μόνο του δεν ασκεί επιρροή στην καταχρηστικότητα της καταγγελίας, που γίνεται για λόγους εκδίκησης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, για την δικαστική ή εξώδικη από τον τελευταίο προβολή κάποιας αξιώσεως, ουδεμία δε αιτιολογία περιλαμβάνει στην προσβαλλομένη απόφασή του για το αν η καταγγελία της συμβάσεως έγινε από εκδίκηση της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, για την μη αρεστή σ' αυτήν συμπεριφορά της αναιρεσείουσας εργαζομένης να ζητήσει την κατά την άποψή της, με βάση τις παρεχόμενες υπηρεσίες, αλλαγή της ασφαλιστικής της κλάσης, όπως διαλαμβάνεται στην αγωγή ή όχι , με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως ο πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως αυτής είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατ` αποδοχή του λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ, την 4043/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017. και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ