419/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated419/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι όμως δυνατόν, η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως και τα αιτήματα της διεκδικητικής αγωγής του άρθρου 1094 Α.Κ. (τα οποία είναι η αναγνώριση της κυριότητος του ενάγοντος και η απόδοση σε αυτόν του πράγματος, όχι δε και η αποβολή του εναγομένου από αυτό, η οποία απλώς αποτελεί μέσον παρεχόμενο στον δικαστικό επιμελητή σύμφωνα με το άρθρο 943 § 1 Κ.Πολ.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 419 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 419/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Π. και 2) Π. Ρ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μελιτά.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αδαμόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2004 αγωγή της αρχικής διαδίκου, Φ. χήρας Ι. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3703/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1864/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 2-11-2014 και 15-11-2014 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 30-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως και: 1) την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν α) του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου και του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως των Α. και Π. Ρ. και β) του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Α.. 2) Την απόρριψη των λοιπών λόγων αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων Α. Ρ. και Π. Ρ., ζήτησε την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης του αντιδίκου και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 2 Νοεμβρίου 2014 και 15 Νοεμβρίου 2014 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 1864/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 573 Κ.Πολ.Δ., καθόσον υπάγονται στην ίδια διαδικασία, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α) Επί της από 2 Νοεμβρίου 2014 αιτήσεως αναιρέσεως των 1) Α. Ρ. και 2) Π. Ρ. κατά του Ι. Α..
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Εξ’ άλλου, κατά το άρθρο 505 Α.Κ., "Ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή ή στον σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή", κατά το άρθρο 507 Α.Κ., "Ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά" και κατά το άρθρο 509 Α.Κ., "Η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με δήλωση προς τον δωρεοδόχο.
Αφού γίνει η ανάκληση, αποσβήνεται η υποχρέωση του δωρητή για παροχή και αναζητείται η παροχή που εκπληρώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι από την εισαγωγή του Αστικού Κωδικός η ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας δεν γίνεται με δικαστική απόφαση μετά από άσκηση διαπλαστικής αγωγής του δωρητού, αλλά με μονομερή δήλωση του τελευταίου, η οποία είναι άτυπη, έστω και αν αφορά ακίνητο και επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στον δωρεοδόχο.
Μετά την δήλωση αυτή, ο δωρητής δικαιούται να αναζητήσει το δωρηθέν πράγμα εγείρων αγωγή με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904, 908 ΑΚ) και ειδικότερα λόγω λήξεως της αιτίας για την οποία δόθηκε το πράγμα. Η αγωγή αυτή είναι προσωπική (ενοχική) και όχι εμπράγματη, στηρίζεται δε στην ενοχική υποχρέωση του δωρεοδόχου προς απόδοση του άνευ αιτίας κατεχομένου πράγματος μετά την ανάκληση της δωρεάς.
Είναι όμως δυνατόν, η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως και τα αιτήματα της διεκδικητικής αγωγής του άρθρου 1094 Α.Κ. (τα οποία είναι η αναγνώριση της κυριότητος του ενάγοντος και η απόδοση σε αυτόν του πράγματος, όχι δε και η αποβολή του εναγομένου από αυτό, η οποία απλώς αποτελεί μέσον παρεχόμενο στον δικαστικό επιμελητή σύμφωνα με το άρθρο 943 § 1 Κ.Πολ.Δ.
για την αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως) να σωρευθούν στην αγωγή του άρθρου 949 Κ.Πολ.Δ. περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως. Στην περίπτωση αυτήν, η με την συνδρομή του νομικού πλάσματος του άρθρου 949 Κ.Πολ.Δ. δήλωση βουλήσεως και η δια συμβολαιογραφικού εγγράφου αποδοχή αποτελούν τίτλο εκτελεστόν κατά το άρθρο 904 § 1 περ.
δ’ Κ.Πολ.Δ., διαφορετικόν της από την δικαστική απόφαση, ως εκτελεστόν τίτλο, πηγαζούσης απαιτήσεως, προς παράδοση ή απόδοση του πράγματος, εφόσον αυτό απετέλεσε και αντικείμενο της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αποβιώσασα ενάγουσα, της οποίας την δίκη συνεχίζουν οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι εκ δημοσίας διαθήκης κληρονόμοι της Α. και Π. Ρ., εκθέτει στην αγωγή της, ότι με το νομίμως μεταγραφέν υπ’ αριθ. .../27-2-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίας συζ. Αποστ. Καραγιαννοπούλου εδώρισε, χωρίς να θέσει οιονδήποτε όρο, στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο Ι.
Α., την ψιλή κυριότητα του σαφώς κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφομένου οικοπέδου και της υφισταμένης σε αυτό οικίας, παρακρατήσασα εφ’ όρου ζωής την επικαρπία. Ισχυριζομένη δε περαιτέρω η ενάγουσα ότι ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμά του αχάριστος έναντι εκείνης, με εξώδικο έγγραφο επιδοθέν νομίμως στον εναγόμενο ανεκάλεσε την δωρεά και ότι, κατά λέξιν, "...
αφού ανακλήθηκε η δωρεά, δικαιούμαι να απαιτήσω την απόδοση σε εμένα της ψιλής κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου μου ... κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού ο εναγόμενος κατέχει την ψιλή κυριότητα αυτού χωρίς νόμιμη αιτία ...", ζητεί εν τέλει, "Να αναγνωρισθεί, ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ανάκλησης της δωρεάς, που έκανα προς τον εναγόμενο ...
και η γενομένη ανάκληση. Να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως και να υποχρεωθεί να μου μεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα ... και να αποδώσει αυτήν σε μένα. Να διαταχθεί η αποβολή του εναγομένου από την ψιλή κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου μου και η εγκατάσταση εμού σ’ αυτήν ...". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ήτοι ανεγνώρισε ότι εγκύρως εχώρησε η ανάκληση της δωρεάς και υποχρέωσε τον εναγόμενο να προβεί σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου περί αναμεταβιβάσεως στους αντιδίκους του της ψιλής κυριότητος του ακινήτου, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα α’ ) της αποδόσεως της ψιλής κυριότητας του ακινήτου και β’ ) της αποβολής του εναγομένου από αυτήν.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατόπιν εφέσεως των κληρονόμων της εναγούσης με την οποία ζητούσαν να εξαφανισθεί μερικώς η πρωτόδικη απόφαση και ειδικότερα όσον αφορά το τμήμα το σχετικό με την απόρριψη των εν λόγω δύο αιτημάτων και να γίνει δεκτή η αγωγή των και ως προς αυτά, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...
Στην προκειμένη περίπτωση, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής σωρεύεται παραδεκτά αναγνωριστική αγωγή, με αντικείμενο τη συνδρομή του προβαλλόμενου λόγου ανάκλησης της ένδικης δωρεάς και αγωγή για απόδοση του αντικειμένου της, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρθ. 904 ΑΚ). Επειδή κατά τα εκτιθέμενα αντικείμενο της ένδικης δωρεάς είναι η ψιλή κυριότητα ακινήτου, που μεταβιβάστηκε από την αρχική ενάγουσα-δωρήτρια στον εναγόμενο-δωρεοδόχο με συμβολαιογραφικό έγγραφο, νόμιμα μεταγεγραμμένο, το αίτημα της σωρευόμενης, ενοχικής, αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, είναι η αναμεταβίβαση της δωρηθείσης ψιλής κυριότητας του ακινήτου, η οποία γίνεται με την καταδίκη του εναγομένου-δωρεοδόχου σε σχετική δήλωση βούλησης (αρθ. 949 ΚΠολΔ) ενώπιον συμβολαιογράφου, όπως νόμιμα ζητείται εν προκειμένω, με σχετικό αγωγικό αίτημα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, και όχι (και) με την αποβολή του εναγομένου από την ψιλή κυριότητα του εν λόγω ακινήτου- που συνιστά το κύριο αίτημα της διεκδικητικής αγωγής (ΑΚ 1094) - καθόσον η εμπράγματη κατάσταση αυτού δεν μεταβλήθηκε με τη δηλωθείσα ανάκληση της δωρεάς του, και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες της πρώτης έφεσης με τον μοναδικό λόγο αυτής είναι αβάσιμα.
Συνεπώς το αίτημα της ένδικης αγωγής για αποβολή του εναγομένου από το εν λόγω ακίνητο είναι μη νόμιμο ...". Ακολούθως δε, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό μοναδικό λόγο και την έφεση στο σύνολό της κατ’ ουσίαν και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο: α) ‘ Οσον αφορά το αίτημα της αγωγής περί αποδόσεως της ψιλής κυριότητος στους ήδη κληρονόμους της εναγούσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και της διεκδικητικής αγωγής, αφού δέχθηκε, ότι η ικανοποίηση της απαιτήσεως από τα άρθρα 904, 908 και 1094 Α.Κ.
για απόδοση της ψιλής κυριότητος γίνεται μόνον με την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως σύμφωνα με το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ. και όχι και με σχετική διάταξη της αποφάσεως με την οποία θα υποχρεώνεται ο εναγόμενος σε απόδοση της ψιλής κυριότητος. Επομένως, κατά το σκέλος αυτό, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως των Α.
και Π. Ρ., ως και ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι βάσιμοι. β) Καθόσον αφορά όμως το αίτημα της αγωγής περί αποβολής του εναγομένου από την ψιλή κυριότητα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. καθόσον δεν παραβίασε τις ίδιες ως άνω διατάξεις, αφού έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθώς απέρριψε το ανωτέρω αίτημα ως μη νόμιμο (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη και συνεπώς, κατά το σκέλος αυτό, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.
γ’ Κ.Πολ.Δ. ως προς το ίδιο θέμα, δηλαδή όσον αφορά την απόδοση της ψιλής κυριότητος.
Β) Επί της από 15 Νοεμβρίου 2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Α. κατά των 1) Α. Ρ. και 2) Π. Ρ.. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ’ όψιν του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσον σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπ όψιν από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο, εφόσον βεβαίως είχαν προσκομισθεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους (Α.Π. 439/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Ι. Α., με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, χωρίς να λάβει υπ’ όψιν τις υπ’ αριθ. .../6-11-2013 και .../6-11-2013 ένορκες βεβαιώσεις των Α. χήρας Δ. Α. και Δ. Γ. αντιστοίχως, οι οποίες συνετάγησαν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, ύστερα από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων του.
Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων, ότι τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αφορούν την ανταπόδειξη του κρίσιμου αγωγικού ισχυρισμού περί αχαριστίας εκείνου, ως δωρεοδόχου, έναντι της εναγούσης δωρήτριας, είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως στο Εφετείο. ‘ Οπως προκύπτει από τις υποβληθείσες από τον ίδιο αναιρεσείοντα εμπροθέσμως, ήτοι επί της έδρας και κατά την συζήτηση της υποθέσεως, προτάσεις του στο Εφετείο (σελίδες 39 και 44), υπήρξε σε αυτές και όχι σε προσθήκη των προτάσεων όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ρητή επίκληση των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, ως και αναφορά για προηγουμένη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων του, προκειμένου οι τελευταίοι να παρίσταντο κατά την σύνταξη των ενόρκων βεβαιώσεων.
Επομένως, το Εφετείο, εφόσον δεν έλαβε υπ’ όψιν τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, όπως ρητώς αναφέρεται στην απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Ακολούθως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων της αιτήσεως του Ι. Α., πρέπει, κατά παραδοχήν αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., η επιστροφή των παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά και να συμψηφισθούν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας εκάστου (άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι 1) την από 2 Νοεμβρίου 2014 αίτηση των α’ ) Α. Ρ. και β’ ) Π. Ρ. και 2) την από 15 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Ι. Α. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1864/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται αμφότερες τις αιτήσεις αναιρέσεως.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ