Legislator Case Law & Legislation
419/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against contract termination, ruling reliance on good faith exceeds lost profits.

Case Number 419/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Plotha Parking AEE against the Thessaloniki Port Organization's termination of a parking contract. The appellant argued that the port authority violated substantive law by inducing reliance through a suspensive option, claiming damages based on lost profits from the non-concluded agreement. The court rejected this, holding that the legal characterization of the situation relies on the principle of good faith rather than lost profits, as the contract's formation depended on the port authority's sovereign will which was not legally bound to conclude it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 298, 914, 919 of the Civil Code; The principle of good faith governs the legal characterization of events rather than lost profits when contract formation depends on the sovereign will of one party.

Keywords

AI generated
principle of good faith contract termination inducement of reliance sovereign will freedom of contract unjust enrichment civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 298 of the Civil Code
Articles 914 and 919 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 419/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΛΩΤΑ ΠΑΡΚΙΓΚ ΑΕΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καυκόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ" (ΟΛΘ ΑΕ), που εδρεύει στο Λιμένα Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2864/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1074/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 1-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αναίρεσης από την ανωτέρω διάταξη ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Παραβίαση ελεγχόμενη από τον ως άνω αναιρετικό λόγο λαμβάνει χώρα και επί παραλείψεως επιβαλλόμενης ανάλογης εφαρμογής του κανόνα και αντιστρόφως, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν καταφεύγει σε νόμω επιτρεπτή ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, γεγονός που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή προσήκοντος κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το ουσιαστικό Δικαστήριο (πρωτοδικείο ή εφετείο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται από τα επικαλούμενα κατά τρόπο σαφή πραγματικά περιστατικά.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 199 του ΑΚ: "Σε περίπτωση πλειστηριασμού, η σύμβαση, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ωσότου δοθεί μεγαλύτερη προσφορά ή ωσότου ματαιωθεί η κατακύρωση". Από την ενδοτικού χαρακτήρα ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι η διακήρυξη δημοπρασίας, που εξομοιώνεται με τον πλειστηριασμό, ενέχει πρόσκληση προς το κοινό για την υποβολή προτάσεων.

Αυτός που υπέβαλε την πιο συμφέρουσα προσφορά-πρόταση (υπερθεματιστής) δεσμεύεται μέχρι την υποβολή καλύτερης προσφοράς ή την ματαίωση της κατακύρωσης, ενώ αυτός που προκήρυξε το διαγωνισμό δεσμεύεται, μόνο μετά από την κατακύρωση, εκτός αν συνάγεται κάτι άλλο από την προκήρυξη της δημοπρασίας. Επομένως, εκείνος που προκηρύσσει δεν δεσμεύεται να αποδεχθεί την πρόταση, ακόμη και αν αυτή πληροί τους όρους που έταξε, είναι δηλαδή ελεύθερος να αποκρούσει την προσφορά και να ματαιώσει τον πλειστηριασμό, ενδέχεται όμως να υπέχει ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του Α.Κ.

Εξάλλου, από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, κατά την πρώτη των οποίων (άρθρο 197 ΑΚ): "Κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη" και κατά τη δεύτερη (άρθρο 198 ΑΚ): "Όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξένησε υπαίτια στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, συνάγεται ότι η προσυμβατική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει:

α) στάδιο διαπραγματεύσεων, το οποίο στην περίπτωση σύναψης σύμβασης με πλειστηριασμό καλύπτει τη συναλλακτική επαφή που αρχίζει με την έκδοση της διακήρυξης της δημοπρασίας και τελειώνει με την κατά τους όρους του νόμου κατάρτιση της σύμβασης, η οποία επέρχεται είτε με μόνη την κατακύρωση είτε με την επακόλουθη αυτής διατύπωση που τυχόν απαιτεί ο νόμος ή η διακήρυξη του πλειστηριασμού (άρθρο 199 εδ.

α' ΑΚ), β) συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων του ενός διαπραγματευόμενου απέναντι στον άλλο που είναι αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γ) ζημία, δ) υπαιτιότητα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, δηλαδή εκείνου που δεν τήρησε την πρέπουσα συμπεριφορά, και ε) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας.

Κατά συνέπεια αυτός που, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης και μετά από (πλειοδοτική) δημοπρασία, θα ματαιώσει τη σύναψη αυτής, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την έννοια της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας (κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασσομένου) και θα προξενήσει, υπαίτια, ζημία, σε εκείνον που πίστεψε στις διαβεβαιώσεις ότι η σύναψή της πρέπει να θεωρείται βέβαιη, συνδεόμενη αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αποζημίωση στην περίπτωση αυτή συνίσταται στο "διαφέρον εμπιστοσύνης" και περιλαμβάνει κάθε ζημία του υπερθεματιστή, θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος), η οποία συναρτάται με την δημιουργία της υπαιτίως διαψευσθείσας πεποιθήσεως για τη βέβαιη κατάρτιση της συμβάσεως (υποβολή δαπανών, ματαίωση ευκαιριών κ.λ,π.), όχι δε και τη ζημία από την μη εκπλήρωση αυτής (συμβάσεως), αφού η τελευταία αυτή ζημία προϋποθέτει καταρτισμένη σύμβαση.

Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, δεν είναι, κατ' αρχήν, πράξη αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η ενέργεια, καθ' εαυτή, εκείνου που προκηρύσσει, έστω και αν δεν υπάρχει στην διακήρυξη σχετική επιφύλαξη, να κηρύξει άγονη την δημοπρασία και να μην προβεί σε κατακύρωση, στη συνέχεια δε να καταρτίσει τη σύμβαση με τρίτο που δεν είχε συμμετάσχει στη δημοπρασία, εκτός αν υπάρχει αντίθετος όρος στην διακήρυξη.

Τούτο, διότι, όπως αναφέρθηκε, η διακήρυξη δεν αποτελεί, κατά την σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 199 ΑΚ, πρόταση για την κατάρτιση σύμβασης, αλλά πρόταση αποτελεί (μέχρι την επόμενη μεγαλύτερη προσφορά, την κατακύρωση ή τη ματαίωσή της) μόνον η προσφορά εκείνου που συμμετέχει στη δημοπρασία (ΟλΑΠ 806/1973, ΑΠ 1955/09, ΑΠ 1292/10).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ουσιώδους περιεχομένου της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, σ' αυτήν η τελευταία εξέθετε τα ακόλουθα: Ότι η αναιρεσίβλητη με διακήρυξή της προκήρυξε διεθνή δημόσιο διαγωνισμό, διενεργηθησόμενο κατά τις κείμενες περί προμηθειών του Δημοσίου διατάξεις, για την παραχώρηση, με εκμίσθωση, τμήματος του Α' προβλήτα λιμένος Θεσσαλονίκης για την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση πλωτού σταθμού σταθμεύσεως αυτοκινήτων, στον οποίο, διενεργηθέντα, στις 5/5/05, συμμετείχε και η ιδία, καθώς και η ένωση των εταιρειών "ACTE PARK Βορείου Ελλάδος-Ανάπτυξη και Εκμετάλλευση Πλωτών Σταθμών ΕΠΕ" και "CAPITAL CONNECT Α.

Ε. Διαχείριση ΑΚΕΣ", μετά δε την απόρριψη, με την 2676/2005 απόφαση του Δ.Σ. του εναγόμενου οργανισμού, των προσφυγών που υποβλήθηκαν από τους συμμετέχοντες κατ' αλλήλων, η Επιτροπή του Διαγωνισμού, αξιολογώντας τις τεχνικές προσφορές των διαγωνιζομένων, εισηγήθηκε την απόρριψη της προσφοράς της ιδίας και την αποδοχή της ετέρας διαγωνιζόμενης ένωσης εταιρειών, εισήγηση που έγινε δεκτή κατά πλειοψηφία από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, με την 2843/2005 απόφασή του.

Εξέθετε, περαιτέρω, ότι κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως άσκησε διοικητική προσφυγή-ένσταση, καθώς και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αιτουμένη την αναστολή εκτελέσεώς της, η οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη και μετά ταύτα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγή ακυρώσεως των ως άνω αποφάσεων του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την παραδοχή ότι ο επίμαχος διαγωνισμός διενεργήθηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που δεν εμπίπτει στις διατάξεις των νόμων 2854/2000 και 2522/1997 και δεν αφορούσε σύμβαση προμηθείας, ασκήθηκε δε κατ' αυτής έφεση που εκκρεμεί. Εξέθετε, τέλος, ότι η πρώτη από τις ανωτέρω αποφάσεις του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης είναι, κατά το μέρος που έκανε δεκτή τη συμμετοχή της ανθυποψηφίου της στο διαγωνισμό ενώσεως εταιρειών, μη νόμιμη και ακυρωτέα, διότι παραβιάζει συγκεκριμένες διατάξεις της διακηρύξεως, ενώ ομοίως, μη νόμιμη και αναιτιολόγητη, κατά παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας, είναι η αξιολόγηση της τεχνικής προσφοράς της ιδίας ενώσεως εταιρειών, κατά την αναλυτική στο αγωγικό δικόγραφο παράθεση των αιτιάσεών της, ως προς τη νομιμότητα των αποφάσεων αυτών και ότι μη νόμιμη, επίσης, και ακυρωτέα, ως παραβιάζουσα συγκεκριμένους όρους της διακηρύξεως, όπως αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο εκτίθεται, τυγχάνει η αξιολόγηση και βαθμολόγηση της τεχνικής προσφοράς της ιδίας.

Κατ' ακολουθίαν του ιστορικού αυτού η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) διατεινόμενη ότι η κατά τη λήψη των άνω αποφάσεων συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, δια των αρμοδίων οργάνων της, που οδήγησε στον αποκλεισμό της από τον ένδικο διαγωνισμό, υπήρξε παράνομη, ως προσκρούουσα σε απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, αλλά και υπαίτια, καθώς ενήργησε εν γνώσει της και παρά τις επισημάνσεις της ιδίας για το παράνομο των ενεργειών της, ζήτησε, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ν' αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να της αποκαταστήσει την αποθετική ζημία που υπέστη από την εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά της, ανερχόμενη στο ποσό των 130.071.457 ευρώ, αντιστοιχούσα στα κέρδη που απώλεσε από την μη ανάληψη του επίμαχου έργου και την εκμετάλλευσή του κατά το προβλεπόμενο από τη διακήρυξη δεκαπενταετές χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, επικαλούμενη προς νομική θεμελίωση των ανωτέρω αξιώσεών της τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 σε συνδυασμό με 197 και 198 ΑΚ.

Ζήτησε, επίσης, μετά την τροπή και του αιτήματος αυτού από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη υποχρεούται να της καταβάλει επί πλέον και το ποσόν του 1.00.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, τόσο από την παράνομη αποβολή της από τον διαγωνισμό, όσο και από την δια του τύπου κοινολόγηση του γεγονότος αυτού σε ευρύτατο κύκλο ανθρώπων, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.

Το Εφετείο, με την απόφασή του έκρινε απορριπτέο το αίτημα της αγωγής, για αποζημίωση της αναιρεσείουσας, συνιστάμενης στα διαφυγόντα κέρδη της από την μη κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης με την αναιρεσίβλητη, κατόπιν ανακηρύξεώς της ως πλειοδότριας στον επίμαχο διαγωνισμό, καθόλες τις επιχειρηθείσες νομικές θεμελιώσεις του, δεχόμενο, μετά την παράθεση των νομικών του σκέψεων, τα ακόλουθα: "...

Εν όψει τούτων αλλά και του προπαρατεθέντος περιεχομένου της ενδίκου αγωγής, κατά το σκέλος της με το οποίο διώκεται η αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας της εναγούσης εταιρείας, ως προς το οποίο δυνητικά διεκδικεί την επιστήριξή της σε περισσοτέρους νομοθετικούς κανόνες, αυτή, κατά τη βάση της, την επιχειρουμένη να θεμελιωθεί σε ευθύνη της εναγόμενης εκ των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ, δηλονότι σ' αυτή εκ των διαπραγματεύσεων, στάδιο νοούμενο εδώ αυτό που άρχισε με την έκδοση της ενδίκου διακηρύξεως και περατώθηκε με την απόρριψη της συμμετοχής της εναγούσης από την περαιτέρω διαδικασία του διαγωνισμού, παρίσταται μη νόμιμη και απορριπτέα εκ του λόγου τούτου, προεχόντως γιατί, ενώ γίνεται επίκληση πταίσματος του εναγομένου οργανισμού κατά το, υπό την προαναφερθείσα έννοια, στάδιο των διαπραγματεύσεων, που οδήγησε στον αποκλεισμό της εναγούσης από την περαιτέρω διαδικασία του διαγωνισμού, δεν ζητείται η ανόρθωση της αιτιωδώς συνδεομένης με αυτό ζημίας, δηλονότι του διαφέροντος εμπιστοσύνης, το οποίο και μόνο, σύμφωνα με όσα εκτενώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, αποκαθίσταται σε περίπτωση ευθύνης εκ των διαπραγματεύσεων, αλλά το πλήρες διαφέρον εκ της μη εκπληρώσεως της υπό κατάρτιση συμβάσεως, η αποκατάσταση του οποίου όμως προϋποθέτει εγκύρως καταρτισμένη οριστική σύμβαση και την υπαίτια μη εκπλήρωσή της από το αντισυμβαλλόμενο μέρος ...

επίσης κατά το σκέλος της με το οποίο διώκεται η αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας της εναγούσης εταιρείας, αυτή, κατά τις βάσεις της, με τις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί σε ευθύνη της εναγόμενης εκ των διατάξεων των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, παρίσταται μη νόμιμη και απορριπτέα, προεχόντως γιατί η διωκομένη ν' αποκατασταθεί ζημία της εναγούσης εταιρείας, συνισταμένης στα διαφυγόντα κέρδη της από την μη κατάρτιση της συμβάσεως, για την οποία εχώρησε η ένδικη διακήρυξη και ενεργήθηκε, ακολούθως, ο αντίστοιχος διαγωνισμός, είναι, με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αβέβαιη, ενδεχομένη και υποθετική και όχι προσδοκώμενη κατά βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όπως ο νόμος απαιτεί.

Εξ άλλου, κατά το αυτό σκέλος της η ένδικη αγωγή και κατά το μέρος που επιχειρείται να επιστηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 919 του ΑΚ, είναι μη νόμιμη και για τον επί πλέον λόγο ότι το δικόγραφο της δεν περιέχει ειδικώς απαιτούμενα στην περίπτωση αυτή για τη νομική θεμελίωσή της στοιχεία και δη αναφορά σε δολία προαίρεση των νομίμων εκπροσώπων και οργάνων της εναγομένης, κατευθυνομένη στην πρόκληση ζημίας της και τα κίνητρα και το σκοπό, που φέρεται να υπαγόρευσε την επικαλουμένη συμπεριφορά τους.

Εν όψει πάντων τούτων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού ερεύνησε την εν δυνάμει υπαγωγή της ενδίκου αγωγής, κατά το προαναφερθέν, το αναφερόμενο στην αποθετική ζημία της εναγούσης, σκέλος της, τόσο στις περί προσυμβατικής ευθύνης διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ, όσο και σε αυτές των άρθρων 914 και 919 του ιδίου Κώδικα και, ακολούθως, υπό τις αυτές, αν και συνοπτικότερες, αιτιολογίες, απέρριψε, κατά το σκέλος της αυτό, την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ...".

Ακολούθως δε το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του ως άνω αγωγικού αιτήματος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 199 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα του επίμαχου διαγωνισμού, ο οποίος, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, έφερε εκείνον της δημόσιας πλειοδοτικής δημοπρασίας, αλλ' ούτε εκείνες των άρθρων 709 παρ. 2, σε συνδυασμό με 204, 207, 281, 288 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες αναλογικώς στην επίδικη περίπτωση, διότι τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό τούτων. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται, ότι η τυχόν ευνοϊκότερη αξιολόγηση της προτάσεως της αναιρεσείουσας έναντι εκείνης της άλλης υποψηφίας και η ανάδειξή της ως υπερθεματίστριας, δεν θα επέφερε αυτοδικαίως την καθίδρυση της επίμαχης συμβατικής σχέσεως, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για επέλευση του προσδοκώμενου από την αναιρεσείουσα εννόμου αποτελέσματος (κατάρτιση συμβάσεως), ως συνέπεια πληρώσεως αναβλητικής αιρέσεως (ανάδειξή της ως πλειοδότριας), κατ' άρθρο 201 ΑΚ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα. Τούτο δε, διότι όπως ήδη αναφέρθηκε, η αναιρεσίβλητη δεν δεσμευόταν να αποδεχθεί την πρόταση της αναιρεσείουσας, ακόμη και αν αυτή πληρούσε τους όρους που είχε τάξει.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, με την απόρριψη του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωσή του στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, υπό την επίκληση των ίδιων περιστατικών, που αφορούσαν την επικαλούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης κατά το προσυμβατικό στάδιο.

Τούτο, διότι, ανεξάρτητα από το ότι το άρθρο 298 ΑΚ δεν καθιδρύει ευθύνη προς αποζημίωση, αλλά προσδιορίζει το περιεχόμενο της αποζημίωσης, σε περίπτωση συνδρομής τέτοιας ευθύνης, η τυχόν άμεση ζημία της αναιρεσείουσας, η συνδεόμενη κατά πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την εν λόγω συμπεριφορά, που εκδηλώθηκε σε προσυμβατικό στάδιο (και ως αδικοπρακτική εκτιμώμενη), συνίσταται και πάλι στο "διαφέρον εμπιστοσύνης" και όχι στα διαφυγόντα κέρδη της από την μη εκπλήρωση της συμβάσεως, εφόσον η ζημία αυτή προϋπέθετε καταρτισμένη σύμβαση, η σύναψη της οποίας εξαρτάτο από την κυριαρχική βούληση της αναιρεσίβλητης ή νομική υποχρέωση προς κατάρτισή της, περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη περίπτωση, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που ισχύει στο ιδιωτικό δίκαιο.

Εξάλλου, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης συνίσταται στη ματαίωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως αναφέρθηκε, η επέλευση του εν λόγω εννόμου αποτελέσματος, δεν τελούσε υπό την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αναβλητική αίρεση.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, πλήττεται η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση την οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμο, το παραπάνω αγωγικό αίτημα, κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωσή του στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, τυγχάνει αβάσιμος.

Τέλος, αλυσιτελώς προβάλλεται ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση, επίσης, της πλημμέλειας από τον αρ. ια του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, πλήττεται η επάλληλη, πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (σχετικά με την μη αναφορά δόλιας προαίρεση των νομίμων εκπροσώπων και οργάνων της εναγομένης, κατευθυνομένη στην πρόκληση ζημίας της και των κινήτρων και του σκοπού, που φέρεται να υπαγόρευσε την επικαλουμένη συμπεριφορά τους), με βάση την οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμο, το παραπάνω αγωγικό αίτημα, κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωσή του στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ.

Τούτο, διότι το αντίστοιχο απορριπτικό διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης7στηρίζεται με επάρκεια στην ως άνω κύρια απορριπτική αιτιολογία, ως προς την οποία δεν αποβαίνει λυσιτελής ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά τα προαναφερθέντα.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Ιουλίου 2012 αίτηση της εταιρείας "ΠΛΩΤΑ ΠΑΡΚΙΓΚ Α.Ε.Ε", για αναίρεση της 1074/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ