419/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 419 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 419/2012
Legislator headnote
AI generated419/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 419 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 419/2012
Full text
Απόφαση 419 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 419/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Θ. Ν., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Κοτζαμανίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2. Β. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Τσιλιμίγκρα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.ΠΟλ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." (GENERAL UNION), που εδρεύει στον Πειραιά, της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε οριστικά με την 15275/21-9-2009 απόφ. του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α και ορίσθηκε ειδικός διάδοχος της το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μέτας Αντωνίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10381/1-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31478/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 10-2-2011 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του εναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη στο ζήτημα της υπαιτιότητας της ενάγουσας πεζής και της οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα αυτοκινήτου: "Στις 23-12-2004 και περί ώρα 12η μεσημβρινή, η πρώτη εναγόμενη, οδηγώντας το με αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο που είχε προστήσει την πρώτη (εναγόμενη) στην οδήγηση και ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο με ταχύτητα 35-40 χλμ/ώρα επί της οδού Χαλκιδικής στην περιοχή Θέρμης της Θεσσαλονίκης, (το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα) με κατεύθυνση προς τη διασταύρωση Σαλιάρη πλησιάζοντας στον οικοδομικό αριθμό 1. Η οδός Χαλκιδικής στο σημείο εκείνο καθώς και σε μεγάλη απόσταση είναι διπλής κατεύθυνσης, χωρίς διαγραμμίσεις και οριογραμμές, παρουσιάζει ανωφέρεια και ελαφρά αριστερή καμπύλη σε σχέση με την πορεία του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος επτά (7) μέτρων και αποτελείται από δύο αντίθετα μεταξύ τους ρεύματα κυκλοφορίας, πλάτους (3,50) περίπου μέτρων το καθένα. Από δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, που κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση με το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης, ήτοι με κατεύθυνση από την διασταύρωση για Τριάδι προς την διασταύρωση Σαλιάρη, και πέραν του ασφάλτινου οδοστρώματος της εν λόγω οδού Χαλκιδικής, υπάρχει χωμάτινη αλάνα που ξεκινά από το σημείο που τελειώνει η άσφαλτος, χωρίς να υφίσταται διακριτό τουλάχιστον έρεισμα της οδού, όπου οι περίοικοι συνηθίζουν να σταθμεύουν τα αυτοκίνητα τους. Το οδόστρωμα της προμνησθείσας οδού Χαλκιδικής είναι, στο σημείο, όπου έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, ανηφορικό εμφανίζει, "ανωφέρεια", και σχηματίζει μία ελαφρά αριστερή στροφή, για τα οχήματα που κινούνται προς την διασταύρωση Σαλιάρη. Κατά τον χρόνο του επιδίκου ατυχήματος επικρατούσε βροχόπτωση κατά διαστήματα και το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω της βροχόπτωσης αυτής. Η ορατότητα δεν περιοριζόταν από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και υπήρχε επαρκής φωτισμός ημέρας. Η ενάγουσα, η οποία κατοικούσε τότε στην οδό Χαλκιδικής 1 βρισκόταν πεζή στην προαναφερθείσα αλάνα, όπου είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητο της και τοποθετούσε στο αυτοκίνητο της κάποια προσωπικά της αντικείμενα, όπως και η ίδια ομολογεί στην προανακριτική από 28-12-2004 κατάθεση της έχοντας γυρισμένη την πλάτη της στο οδόστρωμα, όπως την αντίκρισε αρχικά από απόσταση πενήντα περίπου μέτρων η πρώτη εναγομένη. Η πρώτη εναγομένη προβληματίστηκε αρχικά με τη θέα της ενάγουσας από απόσταση πενήντα περίπου μέτρων και συνέχισε με προσοχή την πορεία της, όταν δε πλησίασε σε απόσταση δύο (2) μέτρων από το σημείο που βρισκόταν η ενάγουσα, η τελευταία, προφανώς χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία που υπήρχε εκείνη την ώρα στο' οδόστρωμα, εντελώς αιφνίδια ξεκίνησε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα, δεδομένου ότι απέναντι βρισκόταν το σπίτι της, με φορά από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κίνηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη. Έτσι, όταν εισήλθε κάθετα στο οδόστρωμα σε απόσταση ογδόντα (80) περίπου εκατοστών εντός του ασφάλτινου οδοστρώματος, από το δεξιό άκρο αυτού, παρενεβλήθη στην πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από αυτό, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας (η επιφάνεια του αυτοκινήτου που κτύπησε την πεζή είναι η δεξιά πλευρά προς τα εμπρός με συνέπεια να έχουμε θραύση του εμπρόσθιου παρ μπρίζ και του δεξιού καθρέπτη). Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα, από το κτύπημα που δέχθηκε, εκτινάχθηκε στο εμπρόσθιο παρ μπρίζ του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη και στη συνέχεια κατέπεσε στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας προς τη διασταύρωση Σαλιάρη. Το ότι η ενάγουσα μετά το κτύπημα του αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη βρέθηκε εντός του ασφάλτινου δρόμου, ομολογεί και η ίδια στην από 28-12-2004 προανακριτική της κατάθεση, όπου καταθέτει αυτολεξεί "... Σηκώθηκα και ήθελα να βγω εκτός του δρόμου για να μην γίνει άλλο ατύχημα", γεγονός που δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι το σημείο συγκρούσεως είναι μέσα στο ασφάλτινο οδόστρωμα, δεδομένου ότι, αν η ενάγουσα, όπως ισχυρίζεται, βρίσκονταν εν στάση στο άκρο της ασφάλτου και δέχονταν κτύπημα με την δεξιά εμπρόσθια γωνία του αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη, η τελική θέση αυτής, σύμφωνα με τους στοιχειώδεις κανόνες της Φυσικής θα ήταν στην προαναφερθείσα αλάνα. Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν ενισχύει την θέση της ενάγουσας, ότι κατά την ώρα του ατυχήματος βρίσκονταν εκτός της ασφάλτου και στο άκρο αυτής, αλλά κινήθηκε προς τα εμπρός, γι' αυτό και μετά το κτύπημα από τον εμπρόσθιο δεξιό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη εκτινάχθηκε στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, στοιχείο που μαρτυρεί κίνηση αυτής προς τα εμπρός και όχι στασιμότητα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας πεζής, η οποία, παρότι στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχε διάβαση πεζών, δεν ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού, ώστε προοδευτικά από την άκρη του οδοστρώματος, όταν διαπίστωνε ότι υφίστανται οι κατάλληλες συνθήκες και βεβαιώνονταν ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων και συγκεκριμένα του ως άνω οχήματος, που οδηγούσε η πρώτη των εναγομένων, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αλλά επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα τελείως ανέλεγκτα, παραβιάζοντας έτσι /τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ.4 περ. ε, και 50 του Ν. 2696/ 1999. Αντίθετα, την πρώτη εναγομένη δεν βαρύνει κάποια υπαιτιότητα, αφού εκινείτο κανονικά στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της και με κανονική ταχύτητα (35-40 χλμ/ώρα). (Σημειωτέον ότι η ενάγουσα σηκώθηκε μόνη της μετά τον τραυματισμό της) λόγω δε της παντελώς αιφνίδιας κίνησης της ενάγουσας πεζής, για να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, όταν το αυτοκίνητο αυτής είχε πλησιάσει περί τα δύο (2) μέτρα, δεν ήταν δυνατόν ν' αντιδράσει, επιχειρώντας τον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, πάντοτε με την προϋπόθεση ότι δεν εκινείτο αυτοκίνητο στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία της ρεύμα κυκλοφορίας, ή τροχοπέδηση, δεδομένου ότι η απόσταση που τη χώριζε από την πεζή ήταν ελάχιστη (δύο (2) μέτρα).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια του επιδίκου ατυχήματος είναι η ενάγουσα πεζή και απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της έφεσης, είναι αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας πεζής χωρίς καμία υπαιτιότητα να βαρύνει την πρώτη εναγομένη οδηγό του εμπλακέντος στο ατύχημα αυτοκινήτου. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινισθεί στην απόφαση του Εφετείου, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, αν η τελευταία ολοκλήρωσε την τοποθέτηση των προσωπικών της αντικειμένων στο σταθμευμένο μέσα στην "αλάνα" εκτός του οδοστρώματος αυτοκίνητό της γιατί το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ουσιώδες για την υπόθεση ζήτημα αφού δεν συνδέεται με τις συνθήκες του ατυχήματος οι οποίες όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και επάρκεια χωρίς αντιφάσεις, ούτε, για τον ίδιο λόγο, ήταν αναγκαίο να διευκρινισθεί ο τρόπος με τον οποίο ξεκίνησε η ενάγουσα για να φθάσει από το αυτοκίνητό της στην αρχή του οδοστρώματος και να το επιχειρήσει απροσέκτως να το διασχίσει οπότε παρασύρθηκε από το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Διευκρινίζεται επίσης στην απόφαση ότι ενώ το όριο ήταν 50 χλμ/ώρα, εν τούτοις η εναγόμενη οδηγός εκινείτο με ταχύτητα 35-40 χλμ/ώρα δηλαδή πολύ κάτω του άνω ορίου, πλην όμως η οδηγός δεν μπόρεσε να αποφύγει το ατύχημα γιατί αιφνιδιάσθηκε από την ενάγουσα πεζή, η οποία εισήλθε στο οδόστρωμα σε απόσταση (80) εκατοστών του μέτρου τη στιγμή που το ζημιογόνο αυτοκίνητο βρισκόταν απ' αυτή, προτιθέμενη να περαιωθεί στην απέναντι πλευρά του δρόμου, όπου βρισκόταν η κατοικία της, μόλις απόσταση δύο (2) μέτρων, με αποτέλεσμα να μη μπορέσει ν' αποφύγει την παράσυρσή της. Περαιτέρω τα προσαπτόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτή η αντιφατικότητα των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας δεν συνδέεται με τις κρίσιμες παραδοχές της αποφάσεως αναφορικώς με τις συνθήκες του ατυχήματος και δεν αποτελεί ουσιώδες ζήτημα κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί απλό επιχείρημα που άντλησε το Εφετείο για την ενίσχυση των παραδοχών των που θεμελίωσαν το αποδεικτικό του πόρισμα για την αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας πεζής. Είναι βέβαια αληθές ότι η απόφαση του Εφετείου δεν αναφέρει την τελική θέση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εξηγεί όμως τούτο εκ του λόγου ότι η επιληφθείσα του ατυχήματος Τροχαία Θέρμης δεν αναφέρει και αυτή το στοιχείο τούτο γιατί το οδόστρωμα ήταν υγρό και δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως ούτε το σημείο στο οποίο κατέληξε το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Αλλά και οι τελευταίες αυτές παραλείψεις μη δυνάμενες να συμπληρωθούν από τα υπάρχοντα στοιχεία δεν είναι ουσιώδεις ενόψει των λοιπών παραδοχών της αποφάσεως που μόνες τους στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα για αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας πεζής η οποία παρασύρθηκε όχι ευρισκόμενη εκτός οδοστρώματος, όπως η ίδια ισχυρίσθηκε, αλλά κατά τη στιγμή που επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο βρέθηκε δύο (2) μέτρα μπροστά της και αυτή είχε διασχίσει στο οδόστρωμα (80) εκατοστά του μέτρου. Επομένως όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το μοναδικό από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των μνησθεισών άνω διατάξεων και για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2009 αίτηση της Ν. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ