Legislator Case Law & Legislation
419/2010 AI generated

419/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 419/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ... προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 14-7-1975 με το βαθμό της Υπολογίστριας μετά από επιτυχία στον εξωτερικό διαγω-νισμό της 20-4-1975. Προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', την 15-12-1994 με ημερομηνία προαγωγής 1-5-1991 και στο βαθμό της Υποδιευθύντριας, στις 1-11-2001. Είναι Προϊσταμένη της Υποδιεύθυνσης Συστημάτων Διοίκησης της Διεύθυνσης Διαρκούς Βελτίωσης από την 1-11- 2001, θέση στην οποία υπηρετεί μέχρι σήμερα.

Legislator headnote

AI generated

419/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρίση δε του διοικητικού συμβουλίου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια μόνο κατά τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ δηλ. αν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως, των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο που καταφανώς υπερτερεί ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του.

Keywords

AI generated
banking profession banking policy economic financial dependence unemployment benefits of directors microprudential tasks bank account holders
AI generated
1669/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
1632/2018
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.
4/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2863/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4923/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2013 αίτησή της.
1577/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
440/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 419 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 419/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στρούζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1205/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5707/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας διάβασε την από 15-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως κατά τον πέμπτο λόγο αυτής και την απόρριψή της, ως προς τους λοιπούς.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, εδ. α-γ, 102, 103, 104 παρ. 1 εδ. α, 106 παρ. 3 εδ. α και 107 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 270/1973, κυρώθηκε με το ν.δ 213/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του τμηματάρχη Α' στο βαθμό του υποδιευθυντή, γίνονται κατ' απόλυτη εκλογή, από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.

Το συμβούλιο αποφαίνεται, με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101-104 του Οργανισμού ΑΤΕ και είναι, τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινομένων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά την κρίση του συμβουλίου, χρήσιμο για την αξιολόγηση των κρινόμενων στοιχείο.

Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται οι υπάλληλοι εκείνοι που διακρίνονται μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα τόσο τη γενική (χρόνος προσλήψεως) όσο και την ειδική (στον κατεχόμενο βαθμό), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.

Η κρίση δε του διοικητικού συμβουλίου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια μόνο κατά τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ δηλ. αν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως, των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο που καταφανώς υπερτερεί ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του.

Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει όταν, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εφαρμόζεται αυτός ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει.

Εξάλλου, κατά τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Αν το δικαστήριο απέρριψε κάποιον ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν έγινε δεκτός. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο δεν είναι αρκετά, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του εάν αυτά μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό, καθώς επίσης και όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. "Αντίφαση", εξάλλου, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.

Αντίθετα δεν υπάρχει αντίφαση, όταν αυτή αναφέρεται στα νομικά επιχειρήματα της απόφασης ή αυτή σημειώνεται μεταξύ των νομικών συλλογισμών. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", την 17-4-1985 και εξελίχθηκε έκτοτε στην υπηρεσιακή ραρχία, προαχθείς κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχης Α από 28-6-1994.

Είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Βατερλώ του Καναδά στον τομέα των Οικονομικών και της Διοίκησης Επιχειρήσεων, ενώ κατέχει και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (MASTER) στα Οικονομικά από το ίδιο ως άνω Πανεπιστήμιο. Επίσης, έχει πραγματοποιήσει διδακτορικές σπουδές στα Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο στον Καναδά, στο οποίο και δίδαξε για δύο χρόνια.

Έχει άριστη γνώση της Αγγλικής γλώσσας και γνωρίζει καλά και την Γαλλική. Από άποψη επιμόρφωσης έχει παρακολουθήσει δεκαπέντε (15) συνολικά σεμινάρια με διοργανωτές το Ινστιτούτο Μελέτης της Ελληνικής Οικονομίας, το Εκπαιδευτικό Κέντρο της εναγομένης, την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών και τη Συντονιστική επιτροπή Προώθησης της Ελληνικής Οικονομίας.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως :α) Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Μεγάλων Πελατών της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών από 1-12-1992 μέχρι 6-7-1994, β) Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Εξωτερικού Εμπορίου της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών από 7-7-1994 μέχρι 16-11-1995, γ) Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Έρευνας και Ανάλυσης της Αγοράς της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών από 17-11-1995 μέχρι 24-4-1997, στο οποίο άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου από 25-4-1997 μέχρι 1-11-1998, δ)Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Λοιπών Εργασιών της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, από 2-11-1998 μέχρι 6-3-2002 και ε) Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Εξυπηρέτησης Μετόχων της Υπο-διεύθυνσης Χρεωγράφων και Θεματοφυλακής της Διεύθυνσης Εργασιών Υποστήριξης, από 7-3-2002, καθήκοντα τα οποία ασκούσε μέχρι και το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής του.

Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην εναγόμενη ο ενάγων συμμετείχε σε Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας, καθώς και στην εκπαίδευση του προσωπικού της εναγομένης ως εισηγητής -εκπαιδευτής στα σεμινάρια του Εκπαιδευτικού της Κέντρου, ενώ έχει να παρουσιάσει και πλούσιο συγγραφικό έργο και αρθρογραφία σε οικονομικά περιοδικά και στον ημερήσιο τύπο, πάνω σε θέματα χρηματοοικονομικά.

Τέλος, στα Φύλλα Ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας χαρακτηρίζεται "Άριστος", με 395 μονάδες για το έτος 1996, 391 μονάδες για τα έτη 1997 μέχρι 1999 και για το έτος 2000 με μονάδες 391 από τον Α' Κριτή και 395 μονάδες από τον Β' Κριτή, ενώ για τα έτη 1991, 1992 μέχρι 1994 αξιολογήθηκε με 400 μονάδες, που είναι το ανώτερο όριο. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-11-2001 για τη πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης, μετά από πρόταση του Διοικητή αυτής, παρέλειψε τον ενάγοντα και προήγαγε άλλους ομοιόβαθμους αυτού συναδέλφους του και συγκεκριμένα τους ..., ...

και ..., ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και την υπηρεσιακή εξέλιξη των οποίων, όπως αυτά εμφανίζονται στα φύλλα ποιότητας και τις ατομικές καρτέλες καθενός τούτων, προκύπτουν τα ακόλουθα:

1. Η ... προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 14-7-1975 με το βαθμό της Υπολογίστριας μετά από επιτυχία στον εξωτερικό διαγω-νισμό της 20-4-1975. Προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', την 15-12-1994 με ημερομηνία προαγωγής 1-5-1991 και στο βαθμό της Υποδιευθύντριας, στις 1-11-2001. Είναι Προϊσταμένη της Υποδιεύθυνσης Συστημάτων Διοίκησης της Διεύθυνσης Διαρκούς Βελτίωσης από την 1-11- 2001, θέση στην οποία υπηρετεί μέχρι σήμερα.

Είναι κάτοχος Πτυχίου Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Παρακολούθησε ένα σεμινάριο στο Βρετανικό Συμβούλιο, διάρκειας 280 ωρών. Κατά τη διάρκεια της υπαλληλικής της πορείας της ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα ως : α) Αναπληρώτριας Προϊσταμένου του Τμήματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης της Υποδιεύθυνσης Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης από 22-1- 1 μέχρι και 26-2-1991, β) Αναπληρώτριας Προϊσταμένου του Τμήματος Εργασιών Δημοσίου από Κοινοτικούς πόρους της Διεύθυνσης Τραπεζικών Ερ γασιών, από 27-2-1991 μέχρι και 23-10-1996, ενώ από 18-10-1993 μέχρι και 7-10-1996 ήταν αποσπασμένη στο Υπουργείο Οικονομικών, γ) Προϊσταμένης του Τμήματος Κοινοπραξιών και Κεντρικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων της Διεύθυνσης Συνεταιρισμών από 24-10-1996 μέχρι και 9-3-2000, ενώ από 28- 11-1996 μέχρι 8-6-2004 ήταν αποσπασμένη στο ΙΚΑ, δ) Υπεύθυνης Λογαριασμού (θέση ισοδύναμη με Προϊσταμένη Τμήματος) της Υποδιεύθυνσης Αναγκαστικών Μέτρων της Διεύθυνσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίου Δανείων από 10-3-2000 μέχρι 31-10-2001 και ενώ συνεχιζόταν η απόσπαση της στο ΙΚΑ, ε) Προϊσταμένης της Υποδιεύθυνσης Συστημάτων Διοίκησης της Διεύθυνσης Διαρκούς Βελτίωσης από 1-11-2001 μέχρι σήμερα.

Σημειώνεται ότι η ως άνω υπάλληλος από 2-4-1982 μέχρι 24-6-1987 διετέλεσε Νομάρχης ... (μετακλητή), ενώ ήταν αποσπασμένη από 1-7-1987 μέχρι 19-10-1987 στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, από 21-10-1987 μέχρι 30-6-1989 στο Υπουργείο Εργασίας, ως μετακλητή Ειδική Γραμματέας, από 5-2-1990 μέχρι 12-3-1990 στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, από 18-10-1993 μέχρι 7-10-1996 στο Υπουργείο Οικονομικών ως μετακλητή Γενική Γραμματέας και από 28-11-1996 μέχρι 8-6-2004, στο Ι.Κ.Α.

στη θέση του Υποδιοικητή. Στα Φύλλα Ποιότητας της Υπηρεσιακής της Μονάδας (που συντάσσονται από τον άμεσο Προϊστάμενο του κρινόμενου) των ετών από 1991 μέχρι και 1993 χαρακτηρίζεται "Άριστη" με μονάδες 398, και στα αντίστοιχα φύλλα της Επιθεώρησης του έτους (1991) επίσης "Άριστη", με μονάδες όμως 373, ενώ για τα έτη 1994 μέχρι και 2004, δε συντάχθηκαν σχετικά Φύλλα Ποιότητας, λόγω των αποσπάσεων της.

2. Ο ... προσλήφθηκε στις 16-3-1979 με το βαθμό του Υπο-λογιστή μετά από επιτυχία του στον εξωτερικό διαγωνισμό της 17-9-1978. Προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στους βαθμούς: α)Του Τμηματάρχη Α' από 24-7- 1992, β) Του Υποδιευθυντή από 1-11- 2001 και γ) Του Διευθυντή από 19-12-2-2003. Υπηρετεί ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Στρατηγικής και Ομίλου από 23-12-2002 μέχρι σήμερα.

Είναι κάτοχος Πτυχίου της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης και Πτυχίου Γεωπονικής και Δασολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καθώς και Πιστοποιητικού Ινστιτούτου Περιφερειακής Ανάπτυξης Μεταπτυχιακών Σπουδών Παντείου, που είναι ισότιμο με MASTER. Παρακολούθησε ένα σεμινάριο. Κατά το χρονικό διάστημα από 8-7-1980 μέχρι 8-1-1984 ήταν αποσπασμένος στην εταιρία "Ευρυτανία Α.Ε." ως Τεχνικός Διευθυντής.

Του ανατέθηκαν καθήκοντα: α) Αναπληρωτή Προϊστάμενου του Τμήματος Φορέων Γεωργικών Βιομηχανιών της Διεύθυνσης Γεωργικών Βιομηχανιών από 11-6-1991 μέχρι 16-9-1993 και από 22-4- 1994 μέχρι 16-5-1994, β) Προϊστάμενου του ίδιου Τμήματος της Διεύθυνσης Γεωργικών Βιομηχανιών από 17-9-1993 μέχρι 21-4-1994 και από 17-5-1994 μέχρι 16-11-1995, πλην όμως, με τη με αριθμό 2/94 Διαπιστωτική Πράξη της Διοίκησης (σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 2190/1994), επανήλθε στη θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του παρα-πάνω Τμήματος Φορέων Γεωργικών Βιομηχανιών την 22-4-1994, γ) Προϊστάμενου του Τμήματος Πολιτικής και Σχεδιασμού της Υποδιεύθυνσης Θυγατρικών Εταιριών από 17-11-1995 μέχρι 20-6-1996, δ) Αναπληρωτή Προϊστάμενου της Υποδιεύθυνσης Θυγατρικών Εταιριών, από 21-6-1996 μέχρι 12-11-1998, ε) Προϊστάμενου της ίδιας Υποδιεύθυνσης Θυγατρικών Εταιριών, με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 13-11-1998 μέχρι 31-10-2001 και οριστικά με το βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-2001, μέ-χρι 22-12-2002 και στ) Προϊστάμενου της Διεύθυνσης Στρατηγικής και Ομίλου με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Διευθυντή από 23-12-2002 μέχρι 18-12-2003 και οριστικά με το βαθμό του Διευθυντή από 19-12-2003 μέχρι σήμερα.

Στα Φύλλα Ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας χαρακτηρίζεται "Άριστος" (με 400 μονάδες).

3. Ο ... προσλήφθηκε στις 29-7-1985 με τον βαθμό του Αρχιλογιστή, συν ένα χρόνο, με επιλογή. Προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στους βαθμούς: α) Του Τμηματάρχη Α' από 11-9-1989, β) Του Υποδιευθυντή από 1-11-2001 και γ) Του Διευθυντή από 19-12-2003. Υπηρετεί στη Δι-εύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων ως Προϊστάμενος αυτής από 23-12-2002 μέχρι σήμερα.

Είναι κάτοχος πτυχίου Γεωπονίας της Γεωπονικής και Δασολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Διδακτορικού Διπλώματος Αγροτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας Μπέρκλεϋ Η.Π.Α. Παρακολούθησε τρία σεμινάρια. Του ανατέθηκαν και άσκησε καθήκοντα: α) Προϊστάμενου του Γραφείου Χρηματοδοτικού Προγράμματος του Τμήματος Πιστωτικών Εργασιών Γενικής Φύσης της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 4-1-1988 μέχρι 26-12-1993, β) Αναπληρωτή Προϊστάμενου του Τμήματος Χρηματοδότησης Γεωργικών Οργανισμών και Οργανώσεων της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 27-12-1993 μέχρι 18-7-1994, γ) Προϊστάμενου του ιδίου Τμήματος της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 19-7-1994 μέχρι 30-6-1999.

Κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-95 μέχρι 22-7-1996 απασχολήθηκε ως Credit Adviser της Victoria Bank της Μολδαβίας και το διάστημα από 1-9-1998 μέχρι 30-6-1999 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ανασυγκρότησης, ως υπεύθυνος έργου, διατηρώντας ταυτόχρονα και τη θέση του Προϊστάμενου του Τμήματος της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης, δ) Προϊστάμενου της Υποδιεύθυνσης Διαχείρισης Κινδύνων με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή από 1-7-1999 μέχρι 31-10-2001 και με το βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-2001 μέχρι 22-12-2002.

Από 1-7-2000 μέχρι 31-12-2000, άσκησε παράλληλα και τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Συστήματος Πιστοδοτήσεων με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή και ε) Προϊστάμενου της Διεύθυνσης Διαχείρισης Κινδύνων με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Διευθυντή από 23-12-2002 μέχρι 18-12-2003 και οριστικά με το βαθμό του Διευθυντή από 19-12-2003 μέχρι σήμερα.

Στα Φύλλα Ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών από 1994 μέχρι και 1998 χαρακτηρίζεται "Άριστος" (με μονάδες από 394 μέχρι 400). Από τη συνολική αξιολόγηση και συνεκτίμηση των προσόντων των παραπάνω ομοιόβαθμων συναδέλφων του ενάγοντος που αντιπροτείνονται για σύγκριση με τα προσόντα του ίδιου, όπως αυτά αναλυτικά προαναφέρθηκαν και αποτυπώνουν την εικόνα και την εν γένει υπαλληλική παράσταση όλων των ανωτέρω υπαλλήλων, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Τόσο ο ενάγων όσο και οι ως άνω προαχθέντες αξιολογήθηκαν από τους βαθμολογητές τους, ως άριστοι, ενώ κάποιες αυξομειώσεις που παρουσιάζονται μεταξύ τους δεν συνιστούν την ειδοποιό υπέρ της καταφανούς υπεροχής του ενάγοντος διαφορά, αφού όλοι κατηγοριοποιούνται στα πλαίσια του άριστου υπαλλήλου και βεβαίως δεν αποτελεί προφανή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ υπέρβαση η μεταξύ αρίστων υπαλλήλων προαγωγή ενός από αυτούς.

Επίσης, ως προς τους τίτλους σπουδών, ο ενάγων είναι σχεδόν ισοδύναμος με τους ... και ... και υπερτερεί της ... . Σχετικά δε με την αρχαιότητα (γενική υπηρεσιακή και βαθμολογική), ως προς την οποία ο ενάγων υστερεί έναντι των ... και ..., ενώ σε σχέση με τον ..., είναι ισοδύναμοι ως προς την γενική αρχαιότητα και υστερεί έναντι αυτού ως προς την ειδική (βαθμολογική) δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή, καθόσον η αρχαιότητα συνεπάγεται μεν ανάλογη εμπειρία, έχει όμως περιορισμένη σημασία, όταν πρόκειται για προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή (άρθρο 104 παρ.1 του Οργανισμού της εναγομένης), η οποία εξ ορισμού απαιτεί επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις και χωρίς δέσμευση από τη σειρά αρχαιότητας γενικής και ειδικής.

Το γεγονός δε ότι ο ενάγων γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα και καλώς την Γαλλική, δεν τον καθιστά υπέρτερο και ούτε τον περιάγει σε, πλεονεκτικότερη θέση έναντι των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του Πλην όμως, έχει κριθεί νομολογιακά ότι το πλέον νευραλγικής σημασίας, στοιχείο με ιδιάζουσα βαρύτητα για την προαγωγή στους ανώτατους βαθμούς της τραπεζικής ιεραρχίας του Υποδιευθυντή και του Διευθυντή είναι η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, όπως αυτά ανωτέρω αναλύονται, ενώ στην προκειμένη υπόθεση προβλέπεται τούτο ρητά και στην διάταξη του άρθρου 107 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού της εναγόμενης, από την οποία προκύπτει ευθέως ότι προέχουσα θέση για την αξιολόγηση των προακτέων στο βαθμό του Υποδιευθυντή και άνω υπαλλήλων έχουν το ήθος και ο χαρακτήρας τους, με βασικό, όμως και κυρίαρχο κριτήριο την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων σε επιτελικές θέσεις της τράπεζας, από την οποία κρίνεται και αξιολογείται η υπηρεσιακή τους ικανότητα και η επαγγελματική τους καταλληλότητα για να ανταποκριθούν με επιτυχία στα καθήκοντα και τις ιδιαιτερότητες της θέσης της τραπεζικής ιεραρχίας που θα καταλάβουν μετά την προαγωγή.

Έτσι στον τομέα αυτόν ο ενάγων και οι προαχθέντες ... και ..., βρίσκονται σε παράλληλη θέση, με επουσιώδεις αποκλίσεις, γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση περί της μη κατάδηλης (μη καταφανούς) υπεροχής του ενάγοντος έναντι των δύο ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του. Έναντι όμως, της προαχθείσας ..., ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς, ως προς το ουσιώδες, κατά τα προηγούμενα, για την προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή στοιχείο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, δεδομένου ότι η τελευταία ουσιαστικά δεν άσκησε τα υπεύθυνα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, παρά μόνο για τα χρονικά διαστήματα από 1-7-1989 μέχρι 4-2-1990 και από 13-3-1990 μέχρι 17-10-1993, δηλαδή για χρονικό διάστημα μικρότερο των τεσσάρων (4) ετών, συνολικά, για το λόγο ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ως άνω υπάλληλος από 2-4-1982 μέχρι 24-6-1987 διετέλεσε Νομάρχης ... (μετακλητή), από 1-7-1987 μέχρι 19-10-1987 ήταν αποσπασμένη στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, από 21-10-1987 μέχρι 30-6-1989 στο Υπουργείο Εργασίας ως μετακλητή Ειδική Γραμματέας, από 5-2-1990 μέχρι 12-3-1990 στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, από 18-10-1993 μέχρι 7-10-1996 στο Υπουργείο Οικονομικών ως μετακλητή Γενική Γραμματέας και από 28-11-1996 μέχρι 8-6-2004, στο ΙΚΑ στη θέση του δεύτερου Υποδιοικητή, με αποτέλεσμα την αποξένωση της από τον κύκλο των τραπεζικών καθηκόντων της.

Η αξιολόγηση δε αυτή, δεν σημαίνει ότι εκτιμώνται τα καθήκοντα του Νομάρχη, του Γενικού ή Ειδικού Γραμματέα σε Υπουργείο ή Δημόσια Υπηρεσία και του Υποδιοικητή του ΙΚΑ, ως μικρότερης βαρύτητας και σημασίας από τα καθήκοντα που ασκεί στην Τράπεζα ομοιόβαθμος του υπηρετούντος στις παραπάνω θέσεις υπαλλήλου (ΑΠ 1513/2003, όπ.π.), όμως τα συγκεκριμένα καθήκοντα, δεν εντάσσονται στη σφαίρα των τραπεζικών εργασιών και επομένως οι υπάλληλοι που άσκησαν αυτά δεν μπορούν να αξιολογηθούν ως προς τις επαγγελματικές ικανότητες τους, δηλαδή, για τις ικανότητες τους στον τομέα των τραπεζικών εργασιών εφόσον δεν απασχολήθηκαν στον τομέα αυτόν, ή για τις πρωτοβουλίες και το ζήλο που επέδειξαν για την ανάπτυξη των συγκεκριμένων εργασιών και τη μεγέθυνση των αποτελεσμάτων των υπηρεσιακών μονάδων της τράπεζας, αφού ουσιαστικά δεν υπηρέτησαν σε τέτοιες μονάδες και πολύ περισσότερο δεν μπορούν να συγκριθούν με συναδέλφους τους που άσκησαν πραγματικά υπεύθυνα καθήκοντα στον τομέα των τραπεζικών εργασιών.

Τα παραπάνω συνάγονται ευθέως και από το γεγονός ότι για την ..., λόγω ακριβώς των συνεχών αποσπάσεων της δεν έχουν συνταχθεί φύλλα ποιότητας παρά μόνον για τα έτη 1991 έως 1993, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει σύγκριση αυτής με τον ενάγοντα ως προς το συγκεκριμένο στοιχείο. Εξάλλου, είναι γεγονός ότι η προαναφερόμενη υπερέχει του ενάγοντος τόσο ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά 10 έτη), όσο και ως προς την ειδική (κατά 3 έτη), πλην όμως το πλεονέκτημα τούτο εξουδετερώνεται πλήρως από την επί δεκαέξι (16) έτη απουσία από την υπηρεσία της εναγομένης, για την οποία έγινε ήδη λόγος παραπάνω.

Επιπρόσθετα δε η υπεροχή του ενάγοντος έναντι της προαναφερόμενης ... καθίσταται εντονότερη αν ληφθεί υπόψη το ότι κατα το παραπάνω σύντομο χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών περίπου της ενασχόλησης της ως άνω υπαλλήλου με τραπεζικές εργασίες σε υπηρεσιακή μονάδα της εναγομένης, αυτή άσκησε μόνον καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένου του Τμήματος Εργασιών Δημοσίου από Κοινοτικούς πόρους της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών, σε αντίθεση με τον ενάγοντα ο οποίος όχι μόνον άσκησε επί είκοσι (20) χρόνια (1992-2002) καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου με δικαίωμα υπογραφής από το έτος 1992 και για ενάμισι χρόνο περίπου (από 24-4-1997 μέχρι 2-11-1998) καθήκοντα Προϊσταμένου σε όλα σχεδόν τα Τμήματα της παραπάνω Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών, αλλά επιπλέον άσκησε και καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου και στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Μετόχων της Υποδιεύθυνσης Χρεωγράφων και Θεματοφυλακής της Διεύθυνσης Εργασιών Υποστήριξης.

Με τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό ότι η υπεροχή του ενάγοντος έναντι της προαναφερόμενης συναδέλφου του, είναι κατάδηλη, ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο της πραγματικής άσκησης υπευθύνων καθηκόντων από τις θέσεις ευθύνης στις οποίες υπηρέτησε, κατά την οποία απέκτησε πλούσια επαγγελματική εμπειρία και ουσιαστική γνώση του αντικειμένου των τραπεζικών εργασιών.

Στο σημείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης, περί υπεροχής της προαχθείσας έναντι του ενάγοντος και εκ του λόγου ότι κατά τις αποσπάσεις της ασχολήθηκε σε υψηλές διοικητικές θέσεις, με συνέπεια να αποκτήσει διοικητικές ικανότητες που την κατέστησαν πλέον κατάλληλη για την τοποθέτηση της ως Υποδιευθύντριας στην Υποδιεύθυνση Συστημάτων Διοίκησης, είναι παντελώς αβάσιμος δεδομένου ότι η προαγωγή υπαλλήλων στους βαθμούς του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή, όπως προκύπτει και από τον οργανισμό της εναγόμενης, είναι πράξη εντελώς ανεξάρτητη από την τοποθέτηση αυτών σε συγκεκριμένη θέση και σε κάθε περίπτωση η προαγωγή προηγείται της τοποθέτησης.

Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 § 7 του Ν. 3051/2002, η οποία προβλέπει ότι "υπάλληλοι που υπηρετούν ή υπηρέτησαν ως μετακλητοί υπάλληλοι σε θέσεις Νομαρχών ή Γενικών Γραμματέων Υπουργείων για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων ετών, επανερχόμενοι στην υπηρεσία τους καταλαμβάνουν προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής τους θητείας, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής τους", η προαγωγή της ...

ήταν υποχρεωτική για την ίδια , είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφενός μεν διότι κατά την επίδικη προαγωγική κρίση της 1-11-2001, δεν ίσχυε ο ως άνω Νόμος , ενώ η προαγωγή της ως άνω υπαλλήλου στο βαθμό του Υποδιευθυντή έγινε ενώ η ίδια εξακολούθησε να είναι αποσπασμένη στο ΙΚΑ μέχρι και την 8-4-2004, οπότε επέστρεψε στην υπηρεσία της εναγόμενης για να αποχωρήσει οριστικά λόγω παραιτήσεως την 28-11-2005 και αφετέρου διότι η εναγόμενη δεν υπάγεται στις διατάξεις του παραπάνω νόμου, ο οποίος εφαρμόζεται μόνον για τους υπαλλήλους που ανήκουν στις υπηρεσίες και επιχειρήσεις του Δημόσιου τομέα, στις οποίες δεν ανήκει η εναγόμενη, σύμφωνα με το Π.Δ/μα 307/29-8-1996, που εκδόθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 § 1 του Ν. 1914/1990 , όπως τροποποιήθηκε με την διάταξη του άρθρου 22 § 1 του Ν. 1947/1991.

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων υπερτερεί ολοφάνερα ως προς τα εν γένει προσόντα έναντι της προαχθείσας ... και, συνεπώς, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης να κρίνει προακτέα την καταφανώς υστερούσα έναντι αυτού, ως άνω συνάδελφό του, αντί να προαγάγει τον ενάγοντα στον βαθμό του Υποδιευθυντή, έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις ως άνω διατάξεις του Κανονισμού της εναγομένης όσο και με το άρθρο 281 Α.Κ., συνιστά δηλαδή κατάχρηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώματος.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το ανωτέρω συμπέρασμα, στο οποίο οδηγήθηκε, αφενός και αφετέρου δεν παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, περί προαγωγών του προσωπικού της εναγομένης καθώς και εκείνη του άρθρου 281 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Δεν ενέχει δε αντίφαση η παραδοχή ότι ενώ ο ενάγων "υστερεί ως προς την γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα έναντι της ως άνω ... της εναγομένης ...", καθόσον ναι μεν, κατά νόμο, ο χρόνος της υπηρεσιακής απόσπασης της εναγομένης, θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική θέση, που ανήκε, πλην το δικαστήριο αναφέρεται στα ουσιαστικά προσόντα, ως προς τα οποίο κρίνει ότι υπερτερεί ο ενάγων έναντι της ως άνω υπαλλήλου της εναγομένης, εξαιτίας της ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων, σε θέσεις σημαντικές, επί πολύ περισσότερο χρόνο, σε σχέση με αυτόν της εν λόγω υπαλλήλου.

Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ενάγων άσκησε επί εικοσαετία υπεύθυνα καθήκοντα, οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή, αφού, στη συνέχεια, επεξηγείται το χρονικό αυτό διάστημα, που περιλαμβάνεται μεταξύ των ετών 1991 και 2002. Ούτε, εξάλλου, για τη θεμελίωση του εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ισχυρισμού, απαιτείται, επί προαγωγών, κατά τα ανωτέρω, να υπάρχει "προφανής υπεροχή" του παραλειφθέντος υπαλλήλου σε όλα τα σημεία, που λαμβάνονται υπόψη, για την εν γένει αξιολόγησή του, αλλά το δικαστήριο και κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, από τη σύγκριση των επιμέρους προσόντων των συγκρινομένων και αξιολογώντας αυτά, σύμφωνα με την κρισιμότητα και το "ειδικό βάρος" καθενός, μπορεί να οδηγηθεί σε θετική ή αρνητική κρίση, σχετικά με τα εν γένει προσόντα και την αξία κάθε συγκρινομένου υπαλλήλου, χωρίς να υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή ότι, ο ενάγων, υπερτερεί, γενικά, έναντι συγκρινομένου με αυτόν συναδέλφου του, μολονότι ο τελευταίος υπερτερούσε σε κάποια από τα σημεία αξιολόγησης έναντι του πρώτου.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος, τρίτος, τέταρτο μέρος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος, τρίτος, δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ.8β Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την εκκαλούσα ήδη αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα ισχυρισμούς της, σχετικά με την άσκηση υπεύθυνων υπηρεσιακών καθηκόντων εκ μέρους του ενάγοντος και της ως άνω υπαλλήλου της ..., αλλά και σχετικά με τα εν γένει υπηρεσιακά προσόντα αυτών, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εν λόγω διαδίκου.

Κατά τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.β' Κ.Πολ.Δ.. λόγο, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, κατά δε τον αριθ. 20 του ίδιου άρθρου, παρέχεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "παραμόρφωση" εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο ολοφάνερα διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα ή λάθος στην "ανάγνωση" του εγγράφου.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό στοιχείο όπως πράγματι είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων, προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγοι αναίρεσης, πρώτο δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ 11β και 20 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, προβάλλεται, αφενός ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε, αφετέρου, επικουρικώς, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, με συνέπεια να δεχθεί τελικά ότι η παράλειψη προαγωγής του ενάγοντος ήταν καταχρηστική και ειδικότερα ότι ο ενάγων άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα επί εικοσαετία, αντί της δεκαετίας, περίπου, ότι στα φύλλα ποιότητας των ετών 1994-1998 χαρακτηρίζεται ως "άριστος", μολονότι για το έτος 1997 οι κριτές παρατηρούν ότι "δείχνει δυσκολία στις απαιτήσεις της Τράπεζας, παρόλο ότ οι επιστημονικές του γνώσεις είναι υψηλού επιπέδου και για το έτος 1998 "ότι είναι άριστος υπάλληλος, θα έπρεπε, όμως, να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον".

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο από τον αριθμ. 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, που ανωτέρω επικαλείται η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα τα φύλλα ποιότητας του αναιρεσιβλήτου των ετών1994-1998, τα οποία και αξιολόγησε ως προς την αποδεικτική τους αξία, κατά τα ανωτέρω.

Ο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δεν υπάρχει λανθασμένη ανάγνωση των εγγράφων αυτών εκ μέρους του Εφετείου, αλλά εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων που προσκομίσθηκαν αναφορικά με τα προσόντα του ενάγοντος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 297, 298 του Α.Κ.

σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, που έχει ισχύ νόμου, η Τράπεζα, εναγόμενη από το μισθωτό της για, κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ., παράλειψη προαγωγής του, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση - προς άμυνα κατά της αγωγής - διακωλυτικής (κατά της αξιώσεως του μισθωτού προς προαγωγή) ενστάσεως, που θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής ενός ή περισσοτέρων συναδέλφων του ενάγοντος, οι οποίοι θα είχαν προαχθεί αντ' αυτού, αν δεν είχαν προαχθεί οι κατά την αγωγή προαχθέντες κατά παράλειψη του ενάγοντος.

Η ένσταση αυτή δεν συνιστά δόλια συμπεριφορά της εναγομένης εργοδότριας ούτε αντίκειται στις αρχές της καλής πίστεως αλλά, σε περίπτωση ευδοκίμησης της, επιφέρει απλώς διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως της προαγωγής του ενάγοντος και της προαγωγής των προτεινομένων απΛ αυτόν προς σύγκριση με την αγωγή (Ολ.

ΑΠ 14/1998). Οι αντιπροτεινόμενοι από την Τράπεζα υπάλληλοι της πρέπει να είχαν παραλειφθεί κατά την ημέρα που από το αρμόδιο όργανο της (Διοικητικό Συμβούλιο της εν προκειμένω) συνεδρίασε και αποφάσισε τη μη προαγωγή του ενάγοντος και αντ' αυτού προήγαγε άλλους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ. 17 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή εμφανίζεται αβεβαιότητα, ως προς την διάπλαση ή διάγνωση, που έλαβε χώρα. Αν, όμως, η αντίφαση βρίσκεται μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού, με τη μορφή της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, τότε ιδρύεται ο λόγος από το αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση και σε σχέση με την παραδεκτά από την εναγομένη-αναιρεσείουσα προταθείσα διακωλυτική του δικαιώματος προαγωγής του ενάγοντα ένσταση, σύμφωνα με την οποία και αν δεν είχε προαχθεί η ως άνω ..., θα είχε κριθεί ως προακτέος στη θέση της ένας από τους δύο υπαλλήλους της, που αναφέρει και που υπερείχαν ως προς τα προσόντα έναντι του ενάγοντος, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής:

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-11-2001 δεν προτάθησαν προς προαγωγή αν και είχαν τα προς προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, εκτός του ενάγοντος και οι ... και ..., η υπηρεσιακή εξέλιξη των οποίων όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ατομικές καρτέλες αυτών έχει ως ακολούθως: 1) Ο ..., προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 27-3-1979 με το βαθμό του Υπολογιστή, μετά από επιτυχία του στον εξωτερικό διαγωνισμό στις 16 και 17-9-Η Εισηγήτρια Προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 31-ΠΙ 991.

Έχει πτυχίο Α.Σ.Ο.Ε.Ε. Παρακολούθησε τρία (3) σεμινάρια της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων, του Εκπαιδευτικού Κέντρου ΑΤΕ και της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών. Επίσης, συμμετείχε ως Εισηγητής σε σεμινάρια, που οργάνωσε η Υποδιεύθυνση Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης της εναγομένης. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως: 1)Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Ρευστοποίησης της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 10-7-1987 μέχρι 26-12-1993, β) Προϊστάμενος του Τμήματος Ρευστοποίησης της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 27-12-1993 μέχρι 12-11-1995, γ) Προϊστάμενος του Τμήματος Πολιτικής Διαδικασιών και Προγραμματισμού της Υποδιεύθυνσης Καθυστερήσεων από ΠΙ 1-1995 μέχρι 21-1-1996, δ) Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Καθυστερήσεων από 22-1-1996 μέχρι 13-3-2000, ε) Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίου Δανείων για Θέματα της Υποδιεύθυνσης Αναγκαστικών Μέτρων, με ανάθεση καθηκόντων βαθμού υποδιευθυντή από 14-3-2000.

Στο Φύλλο Ποιότητας της Υπηρεσιακής Μονάδας του έτους 1995 χαρακτηρίζεται "Άριστος" (με μονάδες 396, ενώ για τα έτη 1999 και 2000 δεν συντάχθηκαν φύλλα ποιότητας. 2. Ο ... προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 22-3-1978, μετά από επιλογή, με το βαθμό του Λογιστή Β'. Προήχθη κα' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-5-1986 και στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 19-12-2003.

Είναι πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και έχει Master of Science στα Οικονομικά Πανεπιστημίου του Λονδίνου, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως: α) Προϊστάμενος του Γραφείου Χρηματοδοτικού Προγράμματος του Τμήματος Πιστωτικών Εργασιών Γενικής Φύσεως της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 25-6-1982 μέχρι 2-5-1985, β) Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Ειδικών Δανειοδοτήσεων της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 8-5-1985 μέχρι 9-7-1987, γ) Προϊστάμενος του Τμήματος Ρευστοποίησης της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 10-7-1987 μέχρι 7-12-1987, δ) Προϊστάμενος του Τμήματος Βραχυπρόθεσμων Χορηγήσεων της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 8-12-1987 μέχρι 1-10-2000, ε) Προϊστάμενος του Τμήματος Αγροτών της Υποδιεύθυνσης Ανάπτυξης Εργασιών της Διεύθυνσης Ιδιωτών-Αγροτών από 2-10-2000 μέχρι 26-2-2001 και στ) Προϊστάμενος της Υποδιεύθυνσης Συστήματος Πιστοδοτήσεων με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 27-2-2001 μέχρι 26-8-2002.

Στα Φύλλα Ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών από 1988 μέχρι και 2000 χαρακτηρίζεται "Άριστος" (με μονάδες από 377 μέχρι 400).Στα Φύλλα Ποιότητας της Επιθεώρησης των ετών 1991 και 1998 χαρακτηρίζεται "Άριστος" (με μονάδες 380 και 381). Από τη σύγκριση των παραπάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των συγκρινόμενων και ανάλογα με τη βαρύτητα τους αποδεικνύεται ότι, οι ως άνω υπάλληλοι υπερέχουν του ενάγοντος και ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (το έτος 1985 ο ενάγων, το έτος 1979 ο ...

και το έτος 1978 ο ...), και ως προς την ειδική, (το έτος 1994 ο ενάγων, το έτος 1991 ο ... το έτος 1986 ο ...), ενώ ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων είναι ισοδύναμοι αφού και οι τρεις υπηρέτησαν την εναγόμενη από σημαντικής βαρύτητας επιτελικές θέσεις, με υπεροχή έναντι και του ενάγοντος και του ... και του ..., κατά το χρόνο κυρίως ανάθεσης αυτών.

Αντίθετα, ο ενάγων υπερτερεί του ... ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Βατερλώ (Waterloo) του Καναδά στον τομέα των Οικονομικών και της Διοίκησης Επιχειρήσεων, κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (MASTER) στα Οικονομικά από το ίδιο Πανεπιστήμιο, ενώ έχει πραγματοποιήσει και διδακτορικές σπουδές στα Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο στον Καναδά, στο οποίο και δίδαξε για δύο χρόνια, σε αντίθεση με τον ..., ο οποίος κατέχει μόνο πτυχίο ΑΣΣΟΕ.

Ακόμη ο ενάγων υπερτερεί του τελευταίου και ως προς την γνώση ξένων γλωσσών, αφού ο μεν ενάγων έχει άριστη γνώση της Αγγλικής γλώσσας και γνωρίζει καλά και την Γαλλική, ενώ ο συγκρινόμενος δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. Από άποψη επιμόρφωσης υπερτερεί ο ενάγων ο οποίος έχει παρακολουθήσει δεκαπέντε (15) συνολικά σεμινάρια, ενώ ο ..., δύο (2) μόνον σεμινάρια.

Τέλος, ως προς την αξιολόγηση τους από τους προϊσταμένους τους, όπως αυτή προκύπτει από τα σχετικά Φύλλα Ποιότητας και ενόψει του γεγονότος ότι μέχρι και τον κρίσιμο χρόνο της επίδικης προαγωγικής κρίσης για τον ..., προσκομίζεται από την εναγόμενη μόνον το Φύλλο Ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας για το έτος 1995, στο οποίο χαρακτηρίζεται "Άριστος" (με μονάδες 396), ενώ η ίδια η εναγόμενη αναφέρει μεν ότι για τα έτη 1999 και 2000 δεν συντάχθηκαν φύλλα ποιότητας, πλην όμως δεν προσκομίζει τα φύλλα ποιότητας αυτού των λοιπών ετών (τουλάχιστον από το έτος 1991 και μέχρι το έτος 1994, ούτε για τα έτη μέχρι το 1999), για τα οποία, όπως συνάγεται εμμέσως από τους ως άνω ισχυρισμούς τη, συντάχθηκαν φύλλα ποιότητας, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, για τον οποίον προσκομίζονται και από τους δύο διαδίκους τα φύλλα ποιότητας όλων των ετών αυτών (από το έτος 1991 μέχρι και το έτος 2000) στα οποία χαρακτηρίζεται άριστος με μονάδες από 391 μέχρι 400, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω.

Από τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι ο ενάγων υπερείχε έστω και απλώς τουλάχιστον του ενός από τους δύο συναδέλφους του, οι οποίοι προτείνονται από την εναγόμενη προς σύγκριση μαζί του για την θεμελίωση της ως άνω διακωλυτικής ενστάσεως της, η οποία κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να γίνει δεκτή ως βάσιμη η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δε μπορούν να στηρίξουν το ως άνω απορριπτικό της ένστασης διατακτικό, καθόσον, ενώ σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, για το βάσιμο της εν λόγω ένστασης πρέπει (και αρκεί) να αποδειχθεί ότι, έστω και ένας από τους προταθέντες, προς σύγκριση υπαλλήλους που παρελείφθησαν, υπερείχε απλώς έναντι του ενάγοντος, η παραδοχή της απόφασης ότι ο ενάγων "υπερείχε, έστω και απλώς, τουλάχιστον του ενός από τους δύο συναδέλφους του (που δεν τον κατονομάζει), οι οποίοι προτάθηκαν από την εναγομένη, προς σύγκριση", χωρίς περαιτέρω αιτιολογία και εάν υπερείχε και του άλλου συναδέλφου του, δεν είναι επαρκής, για να στηρίξει το απορριπτικό της ένστασης αυτής διατακτικό της, συνακόλουθα κι το αντίστοιχο διατακτικό, με το οποίο έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, αφού η τυχόν αποδοχή της εν λόγω ενστάσεως, θα έχει ως συνέπεια (και) την απόρριψη της αγωγής.

Συνεπώς και κατά παραδοχή του πέμπτου, κατ' ορθή υπαγωγή εκ του άρθρου 559 αριθ. 19, λόγου της ένδικης αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την άνω διακωλυτική ένσταση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 176, 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά ένα μέρος όπως στο σκεπτικό αναφέρεται την 5707|2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το ως άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, που θα απαρτισθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ