Supreme Court dismisses appeal due to respondent's failure to appear and lack of legal summons. Appeal rejected; costs awarded to insurer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the case against an absent insurance company. The respondent failed to appear at the hearing despite being legally summoned, violating procedural requirements. Consequently, the court ruled the hearing inadmissible and ordered the appellant to pay the insurer's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate according to legal requirements without valid summons, the hearing is declared inadmissible and the case is remitted for a new summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 418 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 418/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. συζ. Ε. Κ., το γένος Κ. Μ., 2) Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/43/1/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 259/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-1-2021 αίτησή του και τους από 10-12-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 1507/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 12-1-2021 αίτηση και τους από 10-12-2021 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 259/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Ο αναιρεσείων επαναφέρει για συζήτηση την υπόθεση και ζητεί εκ νέου την αναίρεση της 259/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης με την από 28-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023,ΑΠ 1191/2023).
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1544/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (54-2024), σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, από τη σειρά της στο πινάκιο, η πρώτη και ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...,...-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Κ. Ν. που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους ως άνω αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προκείμενη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 555 ΚΠολΔ, δεύτερη αναίρεση του ιδίου διαδίκου κατά της αυτής απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Η θεσπιζομένη με την εν λόγω διάταξη απαγόρευση δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή κατά τις προσβαλλόμενης απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην κάποιου διαδίκου υπήρχε δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 1045/2001). Έτσι, η άσκηση της δεύτερης αναίρεσης μετά την άρση του κωλύματος εκείνου, δεν προσκρούει στην παραπάνω απαγορευτική διάταξη (ΟλΑΠ 1138/1974, ΑΠ 1047/2013).
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον υπάρχει ακόμη η νόμιμη προθεσμία, ο αναιρεσείων δύναται παραδεκτώς να προσβάλλει την ίδια, όπως προηγουμένως, απόφαση, για τον ίδιο ή διαφορετικό αναιρετικό λόγο, χωρίς τούτο να αντίκειται στο άρθρο 555 ΚΠολΔ (ΑΠ 1455/2023, ΑΠ 730/2021,ΑΠ 692/2021, ΑΠ 1316/2014, ΑΠ 1048/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση κατά της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 259/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ο αναιρεσείων είχε ασκήσει και την προγενέστερη από 12-1-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2/2021) αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση αυτή μετά των από 10-12-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ.8/2022) προσθέτων λόγων, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1507/2022 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι είχε ασκηθεί κατά απόφασης η οποία μπορούσε, κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης, να προσβληθεί από τους αναιρεσίβλητους, που δικάσθηκαν ερήμην στο Εφετείο, με ανακοπή ερημοδικίας, της οποίας η προθεσμία δεν είχε αρχίσει λόγω μη επίδοσης της απόφασης στους τελευταίους και, επομένως, δεν είχε συμπληρωθεί.
Ακολούθως, όπως προκύπτει από τις υπ αριθμ. ..., ...-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Κ. Ν. και την υπ` αριθμ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Γ. Δ., ο αναιρεσείων επέδωσε στις 2-11-2022 την προσβαλλόμενη με αριθμό 259/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης στους εναγόμενους-εφεσίβλητους Ζ.
σύζυγο Ε. Κ., Ε. Κ. και την ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ ΕΘΝΙΚΗ". Η ως άνω απόφαση, όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ. ...-2022 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Θράκης δεν προσβλήθηκε με ανακοπή ερημοδικίας εντός της οριζόμενης στο άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών, που αρχίζει από την επομένη της επίδοσης (άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), και συνεπώς κατέστη τελεσίδικη στις 18-11-2022.
Επομένως, η ένδικη από 28-11-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ.71/28-11-2022) αίτηση αναίρεσης κατά του εναγόμενων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και κατά της υπ` αριθμ. 259/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που ορίζεται από το άρθρο 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία αρχίζει από όταν η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 553 του ιδίου Κώδικα.
Σημειώνεται ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 555 ΚΠολΔ και στην απαγορευόμενη δι` αυτού από τον ίδιο διάδικο δεύτερη αναίρεση κατά της αυτής απόφασης, δεδομένου ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η πρώτη αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή κατά τις προσβαλλόμενης απόφασης, που είχε εκδοθεί ερήμην κάποιου διαδίκου, υπήρχε δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 1455/2023, ΑΠ 730/2021,ΑΠ 692/2021, ΑΠ 1316/2014, ΑΠ 1048/2014).
Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νόμιμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 259/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Ο ήδη αναιρεσείων Χ. Χ. με την από 30-6-1999 προγενέστερη αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας με την ασφαλιστική του εταιρεία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ" (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), ιστορούσε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Ζ.
σύζυγος Ε. Κ., οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου Ε. Κ. και ασφαλισμένο για την προς τρίτους ασφαλιστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά της τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με το οδηγούμενο από τον ίδιο ΙΧΕ αυτοκίνητο και τον τραυματισμό του κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή.
Ζητούσε, δε, να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναγραφόμενα ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του. Μετά από συνεκδίκαση της αγωγής του αυτής με την από 1-10-1999 αντίθετη αγωγή, που άσκησαν η πρώτη και δεύτερος των ως άνω εναγόμενων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 47/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές.
Μετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων από τους διαδίκους εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 400/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι ασκηθείσες εκατέρωθεν εφέσεις, απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση των νυν αναιρεσίβλητων, ενώ έγινε δεκτή η έφεση του νυν αναιρεσείοντα και μετά την εξαφάνιση της απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του τελευταίου.
Ασκηθείσης αναιρέσεως από τον νυν αναιρεσείοντα εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1590/2003 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ 400/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης για παράβαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και, μετά την άσκηση αναίρεσης από τον νυν αναιρεσείοντα, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 132/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την τελευταία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω εφετειακή απόφαση και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα αυτοκινήτων και κατά το κεφάλαιο των αιτούμενων με την αγωγή του ενάγοντα-αναιρεσείοντα κονδυλίων για την πλασματική αμοιβή της συζύγου και την εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωση.
Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο Θράκης δικάζοντας ως δικαστήριο παραπομπής μόνο την έφεση του εδώ αναιρεσείοντα εξέδοσε την υπ'αριθμ. 238/2011 απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση, έκρινε συνυπαίτιους τους οδηγούς των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων κατά τα ίδια ποσοστά, όπως η αναιρεθείσα απόφαση, ήτοι κατά ποσοστό 80% για τον ενάγοντα και εδώ αναιρεσείοντα και 20% για την νυν πρώτη αναιρεσίβλητη, και στη συνέχεια επιδίκασε στον ενάγοντα και νυν αναιρεσείοντα τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για θετική ζημία και αποζημίωση εκ του άρθρου 931ΑΚ .
Ακολούθως, μετά την άσκηση αναίρεσης από τον και εδώ αναιρεσείοντα, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 923/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την υπ'αριθμ. 238/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης κατά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας των οδηγών και τα κεφάλαια των αναφερόμενων αγωγικών κονδυλίων για θετική ζημία και αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ.
Στη συνέχεια, κατ'εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση κρατήθηκε από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση κατ'ουσία στο ίδιο Τμήμα σε ιδιαίτερη συζήτηση και ακολούθως εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1788/2017 απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος συνυπαίτιος ήταν αφενός ο ενάγων νυν αναιρεσείων κατά ποσοστό 65% και η νυν πρώτη αναιρεσίβλητη κατά ποσοστό 35%, ενώ επιδικάστηκαν στον ίδιο τα αναφερόμενα ποσά για την θετική και αποθετική ζημία, που υπέστη μέχρι την άσκηση της αγωγής και αποζημίωση κατ άρθρο 931ΑΚ λόγω της προκληθείσας από το ένδικο ατύχημα αναπηρίας, όπως και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης.
Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης (υπ'αριθμ. 1788/2017) ο ενάγων στρεφόμενος κατά των αυτών ως άνω εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος την ένδικη από 31-1-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 43/1/31-1-2018) αγωγή του, στην οποία ιστορούσε ότι, μετά την άσκηση της πρώτης του αγωγής ανέκυψαν σοβαρές συνέπειες και περιπλοκές στην υγεία του προερχόμενες από τον σοβαρό τραυματισμό του από το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 48.725,79 ευρώ ως αποζημίωση για την περαιτέρω θετική και αποθετική ζημία του και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.259/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, το οποίο, αφού απέρριψε ως αόριστο το αίτημα για μελλοντική θετική ζημία, στη συνέχεια, κρίνοντας επί της προβληθείσας από τους εναγομένους ένστασης πενταετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεών του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 17-9-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 16/17-9-2019) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην των εφεσίβλητων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεχόμενο, με διαφορετική αιτιολογία ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα έχουν παραγραφεί.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης, ή βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή (ΑΠ 565/2023,ΑΠ 735/2021, ΑΠ 206/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 637/2017).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχάς, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή, [πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει], η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 981/2023,ΑΠ 401/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί.
Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 981/2023 ,ΑΠ 401/2020, Απ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Η παραπάνω πενταετής παραγραφή, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται, όμως, αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, ισχύει νέα αυτοτελής πενταετής παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 981/2023,ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 52/2018).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 981/2023, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015). Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης.
Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή πρόσθετου ποσού αποζημίωσης για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή.
Έτσι, αν από το χρόνο γνώσης από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία η αξίωση αποζημίωσης που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή (ΟλΑΠ 40/1996). Μόνον αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν, όταν καθορίσθηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 1365/2010, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του Α.Κ. ορίζεται ότι : "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται, κατ' αρχάς, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.
Και τούτο διότι, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, και το μέρος αυτό της αξίωσης, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 24/2003, ΟλΑΠ 38/1996).
Αναγκαία όμως προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο, να μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί, διότι σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και τις αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, σε εικοσαετή, κατά τους όρους του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003, Ολ ΑΠ 38/1996, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
Συνεπώς, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης για την ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων.
Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ν. 489/ 1976, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, στην μεν παράγραφο 1 ορίζεται ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή", στην δε παράγραφο 2 ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 ΑΚ από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής, δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση στον εναγόμενο (άρθρο 215 ΚΠολΔ). Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, διότι αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Από το συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ.1β`ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1670/2023, ΑΠ 1220/2023 ΑΠ 436/2020, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 679/2011).
Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.
Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 248/2020, ΑΠ 359/2017). Αναιρετικός δε λόγος, ο οποίος, σε περίπτωση που γίνει δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, είναι και ο ερειδόμενος στον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 684/2024, ΑΠ 354/2021, ΑΠ 1028/2019, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1840/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 259/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, δικάζοντας επί της ένδικης (δεύτερης κατά χρονολογική σειρά) αγωγής του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα και κρίνοντας τον λόγο έφεσης του εκκαλούντα -ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με τον οποίο αυτός παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων περί πενταετούς παραγραφής των αγωγικών του αξιώσεων και απέρριψε τον καθ' υποφορά με την αγωγή του προβληθέντα ισχυρισμό του περί επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή και ύπαρξης δεδικασμένου δυνάμει της με αριθμό 400/2001 απόφασης του Εφετείου Θράκης, δέχθηκε τα ακόλουθα: ".....
Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι άσκησαν σε βάρος του ενάγοντος και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία: "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΕ", την από 30-6-1999 αγωγή τους και ο ενάγων άσκησε σε βάρος των εναγομένων την 1-10-1999 αντίθετη αγωγή του, αμφότερες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, αιτούμενοι αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για το ένδικο ατύχημα που συνέβη στις 24-2-1998, όπου συγκρούστηκαν τα οχήματα που οδηγούσαν ο νυν ενάγων και η πρώτη εναγομένη, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 47/1179/86/835/57/2000 οριστική του ως άνω δικαστηρίου, που δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αγωγές.
Κατά της αποφάσεως άσκησαν έφεση: α) οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής και εναγόμενοι της δεύτερης αγωγής και ήδη πρώτος και δεύτερος των εφεσίβλητων και η εναγόμενη της δεύτερης αγωγής και ήδη τρίτη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και β) ο ενάγων της δεύτερης αγωγής και εναγόμενος της πρώτης αγωγής και ήδη εκκαλών και η εναγομένη της πρώτης αγωγής και μη διάδικος στην παρούσα δίκη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΕ" με τις από 27-7-2000 και 9-8- 2000 αντίθετες εφέσεις αντίστοιχα, μετά την συζήτηση των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία, αφού δέχθηκε ότι υπαίτιοι του ατυχήματος ήταν ο νυν ενάγων κατά ποσοστό 80% και η νυν πρώτη εναγομένη κατά ποσοστό 20%, απέρριψε κατ' ουσία την από 27-7-2000 έφεση των ήδη εφεσίβλητων και δέχθηκε κατ' ουσία την από 9-8-2000 αντίθετη έφεση του ενάγοντος και της ασφαλιστικής εταιρίας ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην αγωγή του νυν ενάγοντος και υποχρέωσε τους εναγόμενους της ως άνω αγωγής να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 5.731.787 δραχμών και ήδη 16.821,09 ευρώ.
Στη συνέχεια ο νυν ενάγων και η ασφαλιστική εταιρία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΕ" άσκησαν την από 7-1-2002 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1590/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης, αναιρέθηκε στο σύνολό της η με αριθμό 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, για λόγο που εμπίπτει στον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Το Εφετείο Θράκης, ως δικαστήριο παραπομπής, με τη με αριθμό 34/2006 απόφασή του, έκρινε ότι στις 24-2-1998 ο ενάγων Χ. Χ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην επαρχιακή οδό Καστανέων-Ορεστιάδας με κατεύθυνση προς Καστανιές, στο ύψος της Κοινότητας Καβύλης, από έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής εισήλθε εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε μετωπικά με το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη Ζ. Μ. πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ενόψει της προσεγγίσεώς της σε κλειστή αριστερή στροφή, το δε όχημα που οδηγούσε ήταν ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου Ε. Κ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ.
Δέχθηκε περαιτέρω ότι η σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών και ειδικότερα του τότε ενάγοντος- εναγομένου Χ. Χ. κατά ποσοστό 80% και της τότε εναγομένης- ενάγουσας Ζ. Μ. συζύγου Ε. Κ. κατά ποσοστό 20%. Ακόμη δέχθηκε ότι εξαιτίας του ατυχήματος ο ενάγων υπέστη κάταγμα αριστερής κοτύλης ενδαρθρικό, για την αντιμετώπιση του οποίου νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Διδυμοτείχου από 24-2-1998 έως 27-2-1998 και εν συνεχεία μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, όπου νοσηλεύθηκε έως 16-4-1998.
Από την αξονική τομογραφία διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων υπέστη κάταγμα στην αριστερή κοτύλη της λεκάνης και το οπίσθιο εξάρθρημα κεφαλής του μηριαίου οστού, με εκτεταμένη κάκωση του αρθρικού θύλακα και χόνδρου αυτών και επιπλέον κάκωση και θλαστικά τραύματα του σύστοιχου γόνατος, υποβλήθηκε δε σε χειρουργική ανάταξη του εξαρθρήματος και οστεοσύνθεση των καταγμάτων στις 5-3-1998 και τέθηκε σκελετική έλξη του αριστερού σκέλους μέχρι τις 30-3-1998, εν συνεχεία δε παρέμεινε κλινήρης στην οικία του μέχρι τις 30-6-1998 και υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπείες.
Στις 7-9-1998 διαπιστώθηκε εκ νέου ο κατακερματισμός της οροφής της αριστερής κοτύλης, προς τα έξω παρεκτόπιση της οπίσθιας κολώνας της κοτύλης, συσσώρευση υπέρπυκνου ιστού που παρεκτοπίζει την κεφαλή του αριστερού μηριαίου προς τα έξω και προς τα πίσω και οστεοαρθρικές αλλοιώσεις της αριστερής κατά γόνατο αρθρώσεως και στις 26-3-1999 υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση στο Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, για βελτίωση της κινητικότητας λόγω επώδυνης δυσκαμψίας του αριστερού ισχίου, από όπου εξήλθε στις 2-4-1999 και κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 67% από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι τις 27-4-1999.
Συνεπεία των ανωτέρω, το Εφετείο με τη με αριθμό 34/2006 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία την από 27-7-2000 έφεση των Ζ. Κ., Ε. Κ. και της ασφαλιστικής τους εταιρίας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 9-8-2000 έφεση του εκκαλούντος Χ. Χ. και της ασφαλιστικής του εταιρίας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ", εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 1-10-1999 αγωγή του ενάγοντος.
Ειδικότερα με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι ο ενάγων υπέστη από το ένδικο ατύχημα: Α) θετική ζημία: 1) για την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος του, ύψους 2.000.000 δραχμών, β) για υπεύθυνες δηλώσεις πελατών του ύψους 110.500 δραχμών, γ) για μεταφορά του οχήματος του ύψους 22.000 δραχμών, δ) για νοσήλια και ιατρικές εξετάσεις μέχρι την άσκηση της αγωγής συνολικού ύψους 2.501.435 δραχμών, Β) αποθετική ζημία από τη μη άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου για το χρονικό διάστημα από 24-2-1998 έως 30-6-1998 ύψους 3.500.000 δραχμών, ενώ είχε κριθεί ανάπηρος από την αρμόδια επιτροπή σε ποσοστό 67% έως 27-4-1999 και συνολικώς υπέστη ζημία ύψους 8.658.935 δραχμών, ενώ απορρίφθηκαν ως αβάσιμα κατ' ουσία με την ίδια απόφαση:
Α) το κονδύλιο ύψους 1.580.000 δραχμών για υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου της συζύγου του για το διάστημα από 24-6-1998 έως 30-6-1998 και από 26-3-1999 έως 25-4- 1999, β) η αιτούμενη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ. Λόγω δε της / συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στο ατύχημα (80%) υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 1.731.787 δραχμών ως αποζημίωση και το ποσό των 4.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικώς το ποσό των 5.731.787 δραχμών και ήδη 16.821,09 ευρώ.
Κατά της τελευταίας αποφάσεως του Εφετείου Θράκης ο ενάγων άσκησε την από 25-11-2008 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 132/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η με αριθμό 34/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά το μέρος, που αφορούσε στην υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αυτοκινήτων και ως προς τα αγωγικά κονδύλια της πλασματικής αμοιβής της συζύγου του, ως αποκλειστικής νοσοκόμας και της αποζημιώσεως κατά το άρθρο 931 ΑΚ.
Στο Εφετείο Θράκης εισήχθη η υπόθεση προς συζήτηση μόνο κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια που αφορούσαν την έφεση του ενάγοντος και εκδόθηκε η με αριθμό 238/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, κρίθηκε η πρώτη εναγομένη υπαίτια του ατυχήματος κατά ποσοστό 20% και συνυπαίτιος ο ενάγων κατά ποσοστό 80% και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα αποζημίωση για πλασματική απασχόληση νοσοκόμου καθώς και αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, το ποσό δε μετά την μείωση του ποσοστού υπαιτιότητάς του, ανήλθε σε 1.036.000 δραχμές ή 3.040,35 ευρώ, για την ενότητα όμως της εκτελέσεως και μόνον η απόφαση συμπεριέλαβε στο επιδικασθέν ποσό και αυτό που είχε ήδη επιδικαστεί αμετακλήτως με τη με αριθμό 34/2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και η συνολική αξίωση του ενάγοντος κατά των εναγομένων ανήλθε στο ποσό των 19.861,44 ευρώ.
Ακολούθως ο ενάγων άσκησε την από 13-3-2014 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζήτησε την αναίρεση της ως άνω 238/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 923/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας των οδηγών και τα κονδύλια της πλασματικής αμοιβής της συζύγου του του ενάγοντος, ως νοσοκόμου - οικιακής βοηθού και της αποζημιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ και παρέπεμψε την υπόθεση προς συζήτηση στο ίδιο Τμήμα, ως προς την από 9-8-2000 έφεση του ενάγοντος μέσα στα όρια που έθεσε η 923 72015 αναιρετική απόφαση.
Κατόπιν των ανωτέρω εκδόθηκε η με αριθμό 1788/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι το ποσοστό υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος ανέρχεται σε 65% και της πρώτης εναγομένης σε 35%. Επίσης έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο ατύχημα προκάλεσε στον ενάγοντα σωματικές βλάβες, οι οποίες του δημιούργησαν μόνιμη χωλότητα λόγω της βράχυνσης του αριστερού σκέλους κατά 4 εκατοστά.
Ακολούθως δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε εν μέρει τη με αριθμό 47/1179/86/835/57/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 1.390 ευρώ ως αποζημίωση για την πλασματική αμοιβή της συζύγου του και το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ λόγω μερικής μόνιμης αναπηρίας του που προκλήθηκε από το ατύχημα.
Λόγω δε του διαφορετικού ποσοστού συνυπαιτιότητας που δέχθηκε για το ένδικο ατύχημα επανακαθόρισε τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτήν κονδύλια της επιδικασθείσας ήδη αμετακλήτως με τη με αριθμό 34/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και συγκεκριμένα προσδιόρισε τη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 15.000 ευρώ και επανακαθόρισε την επιδικασθείσα αποζημίωση ανερχόμενη στο ποσό των 1.731.787 δρχ.
ή 5.082 ευρώ, στο ποσό των 8.893,99 ευρώ, για λόγους δε ενότητας της εκτελέσεως ενσωμάτωσε όλα τα ως άνω κονδύλια στα διατακτικό της αποφάσεως και υποχρέωσε του εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 40.283,99 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η με αριθμό 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης αναιρέθηκε στο σύνολό της με τη με αριθμό 1590/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου και συνεπώς απέβαλε κάθε ισχύ και δεν παράγει δεδικασμένο για την υπό κρίση υπόθεση, αφού η υπόθεση παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου προς περαιτέρω εκδίκαση.
Δεδικασμένο απορρέει εν μέρει από τη με αριθμό 34/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης, ως προς τον τόπο, χρόνο και συνθήκες του ατυχήματος, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και την ιδιότητα εκάστου ως δικαιούχου και υπόχρεου αποζημιώσεως, τις αξιώσεις των δύο πρώτων εναγομένων που κρίθηκαν τελεσιδίκως και τις αξιώσεις αποζημιώσεως του ενάγοντος για θετική και αποθετική ζημία, που αφορούσαν το επίδικο διάστημα της πρώτης αγωγής που αυτός άσκησε σε βάρος των εναγομένων και ότι αυτός έχει αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από το ατύχημα.
Περαιτέρω δεδικασμένο απορρέει και από τη με αριθμό 1788/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας των εμπλεκόμενων οδηγών, την αξίωση αποζημιώσεως για την πλασματική αμοιβή της συζύγου του ενάγοντος, την αποζημίωση για τη μόνιμη μερική αναπηρία του ενάγοντος κατά το άρθρο 931 ΑΚ καθώς και ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, λόγω επανακαθορισμού του ποσοστού συνυπαιτιότητας.
Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων, στρεφόμενος κατά των ιδίων εναγομένων και επικαλούμενος το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, ασκεί τις επικαλούμενες με την αγωγή αξιώσεις του για περαιτέρω θετική και αποθετική ζημία του, καθώς και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 2-11-2005 και ειδικότερα:
α) αποζημίωση για ιατρικές δαπάνες και συναφείς με αυτές αξιώσεις στα πλαίσια της διερευνήσεως του τρόπου αποκαταστάσεως της υγείας του και δαπάνες νοσηλείας του στο Λονδίνο το έτος 2004, όπου υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση, καθώς και τις συναφείς με αυτές δαπάνες μεταφοράς, διαμονής κλπ, συνολικού ύψους 34.945,98 ευρώ, εκ του οποίου ζητεί ποσοστό 35%, δηλαδή το ποσό των 12.231,09 ευρώ, β) αποζημίωση για πλασματική αμοιβή της συζύγου του ως αποκλειστικής νοσοκόμας κατά τη νοσηλεία του το έτος 2004, ύψους 2.750 ευρώ, εκ του οποίου ζητεί ποσοστό 35%, δηλαδή το ποσό των 968,50 ευρώ, γ) διαφυγόντα κέρδη λόγω αδυναμίας ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου από 1-1-1999 έως 5-8-2004 ύψους 52.392,45 ευρώ, εκ του οποίου ζητεί ποσοστό 35% δηλαδή 20.532,20 ευρώ και δ) πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 15.000 ευρώ λόγω της νέας χειρουργικής επεμβάσεως το έτος 2004 και συνολικώς το ποσό των 48.725,79 ευρώ.
Ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν στο ακροατήριο και με τις προτάσεις τους, ότι οι επίδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή από τον χρόνο του ατυχήματος στις 24-2-1999 έως την άσκηση της αγωγής το έτος 2018, διότι η επικαλούμενη με την αγωγή περαιτέρω βλάβη της υγείας του ενάγοντος δεν ήταν απρόβλεπτη, αλλά προβλεπτή ως απότοκος των συνεπειών του τραυματισμού που είχε ήδη υποστεί από το ένδικο ατύχημα, με συνέπεια να τρέχει ήδη η παραγραφή από τον χρόνο του ατυχήματος και ο χρόνος της συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής το έτος 2018.
Ο ενάγων, καθ' υποφοράν με την αγωγή του, προέβαλε αφενός αντένσταση διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της προγενέστερης από 1-10-1999 αγωγής του και αφετέρου επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, μετά την τελεσίδικη επιδίκαση των προγενέστερων αξιώσεών του, με τις με αριθμό 400/2001 και 34/2006 αποφάσεις του Εφετείου Θράκης και τη με αριθμό 1788/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 268 ΑΚ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι σε σχέση με την επίδικη αγωγή τα εξής: "....Ωστόσο, όμως, με τη με αρ. 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, η αξίωση αποκατάστασης της θετικής ζημίας (δαπάνες νοσηλείας, πλασματικές δαπάνες θεραπένιδος) εν συνόλω, η αξίωση αποκατάστασης της αποθετικής ζημίας για τα διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος από την άσκηση του επαγγέλματος του ως δικηγόρου για το χρονικό διάστημα από 24-02- 1998 έως 30-06-1998, αλλά και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την ταλαιπωρία που υπέστη αυτός από τον τραυματισμό του.
Ήδη με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων επικαλούμένος τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά αναφορικά με το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών του και τη μεταγενέστερη επί τα χείρω εξέλιξη της υγείας του, ζητεί την επιδίκαση περαιτέρω αποζημίωσης, διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποίησης, και συνολικά το ποσό των 48.725,79 ευρώ.
Προκύπτει ωστόσο ότι από την επόμενη ημέρα του επίμαχου ατυχήματος (24-02-1998) μέχρι την επίδοση της υπό κρίσης αγωγής στους, εναγομένους που έλαβε χώρα στις 02-02-2018 στους δύο πρώτους και 05-02-2018 στην τρίτη ασφαλιστική εταιρία (..), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι η επικαλούμενη αναπηρία του ενάγοντος δεν ανάγεται σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται επικουρικά ο ίδιος, αλλά ήταν προβλέψιμη και αναμενόμενη από την αρχή, λαμβανομένων υπ' όψιν των εξής:
α) της σοβαρότητας των σωματικών βλαβών που υπέστη από το επίμαχο ατύχημα, όπως αυτή προκύπτει από το είδος και την έκταση αυτών, τον τρόπο αντιμετώπισή τους (χειρουργικά), β) των ισχυρισμών του ενάγοντος που περιλαμβάνονται και στην πρώτη από 01-10-1999 με αρ. κατ. 117/86/1999 αγωγή του περί της ήδη τότε γνωστής επί τα χείρω μεταβολής της κατάστασής του και όχι βελτίωσής του, ζητώντας μάλιστα να του επιδικασθεί και η επιπλέον παροχή του άρθρ. 931 ΑΚ ένεκα της αναπηρίας και παραμόρφωσής του ως απότοκος του ένδικου ατυχήματος, καθώς επίσης λαμβανομένων υπόψη και των εξής βεβαιούμενων:
Στην από 07-03-2000 ιατρική γνωμάτευση της ορθοπεδικής κλινικής του ΓΠΝ Αλεξανδρούπολης, (...) όπου διατυπώνεται ότι ο ενάγων "χρήζει μαγνητικής τομογραφίας ΟΜΣΣ και ισχίων άμφω, καθότι συνέχιζε να έχει χωλότητα στη βάδιση (ένεκα βράχυνσης αριστερού ποδιού κατά τέσσερα εκατοστά του μέτρου) και αστάθεια λόγω μυϊκής αδυναμίας (ένεκα δυσκαμψίας της αριστερής κατ' ισχίο αρθρώσεως) κατόπιν κατάγματος -εξαρθρήματος του αριστερού ισχίου και επιπλέον αρχόμενη οστεοαρθρίτιδα και ενδεχόμενη οστεονέκρωση της κεφαλής του αριστερού μηριαίου οστού του" και στο από 10-03-2000 έγγραφο του Ιατρικού Διαγνωστικού Κέντρου Θράκης με έδρα στην Κομοτηνή (..), όπου διατυπώνεται διάγνωση περί "μετατραυματικής οστεονέκρωσης κεφαλής ΑΡ μηριαίου, οιδήματος της σπογγώδους ουσίας και εκφυλιστικής οστεοαρθρίτιδας", στην από 18-12-2000 γνωμάτευση του ιατρού Τ.
Drobny μεταφρασμένη στην ελληνική (..) όπου διαπιστώνεται ότι "το σκέλος αριστερά είναι σίγουρα βραχύτερο κατά 2cm. ο ασθενής βαδίζει χωρίς μπαστούνι, αλλά χωλαίνει σαφώς. ..εμφανίζεται νέκρωση της κεφαλής του αριστερού ισχίου., η κοτύλη εμφανίζει ίχνη νέκρωσης και παραμόρφωσης". Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει το προβλεπτό της χωλότητας και της βλάβης του σώματος του ενάγοντος που έχρηζε επί μακρόν και δη από το χρόνο του ατυχήματος και εφεξής συνεχή ιατρική παρακολούθηση με επεμβάσει και αντίστοιχες δαπάνες, δυνάμει του ήδη τελεσιδίκως και με δύναμη δεδικασμένου αναγνωρισθέντος συμβάντος, με την απόφαση με αρ. 400/2001 του Εφετείου Θράκης.
Ομοίως, και στην από 05-05-2001 γνωμάτευση του ιατρού Δ. Β. (...) διατυπώνεται ότι "...ο ασθενής εμφανίζει μεγάλου βαθμού χωλότητα με έντονο άλγος τόσο, κατά τη βάδιση όσοι και εν ηρεμία αστάθεια κατά τη φόρτιση στο ισχίο και το σύστοιχο γόνατο και βράχυνση του αριστερού σκέλους κατά 3-4 εκατοστά..". Η ως άνω περιγραφόμενη ζημία του ενάγοντος, η οποία είναι συνέπεια του ένδικου ατυχήματος, δεν οφείλεται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, δυσμενή εξέλιξη των ως άνω, σωματικών του βλαβών και σε απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, αλλά ενόψει του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του, ήταν προβλεπτή, αναμενόμενη, κατά τους κοινούς κανόνες και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και γνωστή στον ενάγοντα από το χρόνο του τραυματισμού του, καθώς επίσης και ο περαιτέρω προσδιορισμός και υπολογισμός της εκτάσεώς της (ζημίας του).
Κατά συνέπεια, πρέπει η νομίμως προταθείσα από τους εναγόμενους ένσταση παραγραφής, να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, αφού οι αξιώσεις του ενάγοντος έχουν παραγραφεί, καθώς -κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας- ούτε η άσκηση της προηγούμενης αγωγής, ούτε οι επιχειρηθείσες στο πλαίσιο εκείνων των δικών διαδικαστικές πράξεις διέκοψαν την παραγραφή και την προαναφερόμενη μη περιλαμβανόμενη σε εκείνη ένδικη αξίωση.
Οι ένδικες δαπάνες νοσοκομειακής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων το ένδικο χρονικό διάστημα από 2000 έως το 2004, οι δαπάνες πλασματικής αμοιβής της συζύγου του, ακόμη δε και η ηθική βλάβη που υπέστη κατά τα έτη 2000-2004, ήταν προβλεπτές κατά την άσκηση της πρώτης από 01-10-1999 αγωγής του επί της οποίας εκδόθηκε η τελεσίδικη 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με συνέπεια να μη δύναται να γίνει λόγος για επιμήκυνση σε εικοσαετή παραγραφή, με τελικό αποτέλεσμα από την ημέρα του ατυχήματος 24-02-1998 και σε κάθε περίπτωση από την 01-10-1999 που ασκήθηκε η πρώτη αγωγή του ενάγοντος, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής την 31-01-2018, που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 02-02-2018 (στους δύο πρώτους) και 05-02-2018 (στην τρίτη ασφαλιστική) αντίστοιχα, να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και να παραγραφούν οι ένδικες αξιώσεις.
Οι ως άνω δαπάνες, διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της γενέσεως της αξιώσεως, του προβλεπτού της και της παραγραφής της με την πάροδο άκαρπου του νόμιμου χρόνου και δικαιολογούν την παραδοχή της ένστασης παραγραφής των εναγομένων και την απόρριψη της ένδικης αγωγής...".
Με το σκεπτικό αυτό απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω παραγραφής (πλην του ως άνω κονδυλίου μελλοντικής ζημίας που είχε απορριφθεί ως αόριστο). Με τις ανωτέρω παραδοχές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο από τη με αριθμό 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, διότι αυτή αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου με τη με αριθμό 1590/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με αποτέλεσμα να μην παράγει οποιαδήποτε συνέπεια και επομένως ούτε δεδικασμένο.
Δεδικασμένο απορρέει σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, τη συνυπαιτιότητα των οδηγών και την ευθύνη των εναγόμενων έναντι του ενάγοντας προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τις ασκηθείσες με την προγενέστερη από 1-10-1999 αγωγή αξιώσεις από τη με αριθμό 34/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης και από τη με αριθμό 1788/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις που εκτέθηκαν ανωτέρω.
Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ζημίες του ενάγοντος ήταν προβλεπτές κατά τον χρόνο του ατυχήματος, όπως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνομολογεί ο ενάγων με την αγωγή του / και ιδίως με την υπό κρίση έφεση και τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Επομένως, εφόσον οι ζημίες ήταν προβλεπτές, όπως ισχυρίζονται όλοι οι διάδικοι, ο χρόνος παραγραφής για την όλη ζημία του ενάγοντας, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, άρχισε να τρέχει από τον χρόνο του ατυχήματος στις 24-2-1998, εφόσον από τότε ο ενάγων έμαθε τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος και τον υπαίτιο προς αποζημίωση και ήταν πενταετής για τους δύο πρώτους εναγομένους κατά το άρθρο 937 ΑΚ, και διετής για την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία από τον χρόνο του ατυχήματος, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ 2 Ν. 486/1976 όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος (ενώ κατέστη πενταετής με το άρθρο 7 Ν. 3557/2007), θα ληφθεί όμως υπ' όψιν η πενταετία που πρότεινε με τις προτάσεις της η τρίτη εναγομένη, συμπληρώθηκε δε η παραγραφή στις 24-2-2003.
Η άσκηση της προγενέστερης από 1-10-1999 αγωγής από τον ενάγοντα δεν διέκοψε την παραγραφή για τις επίδικες αξιώσεις, όπως ισχυρίστηκε στην αγωγή του και ισχυρίζεται με την υπό κρίση έφεση, διότι οι αξιώσεις αυτές δεν συμπεριελήφθησαν στην πρώτη αγωγή και σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία και όχι για τις μέλλουσες ζημίες.
Περαιτέρω μετά την έκδοση της τελεσίδικης με αριθμό 34/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, ο χρόνος παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος που είχε ασκηθεί επιμηκύνθηκε από πενταετής σε εικοσαετή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α' ΑΚ. Η εικοσαετής αυτή παραγραφή αφορά και το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, διότι θεωρείται ότι βεβαιώθηκε και αυτό με δύναμη δεδικασμένου κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του ενάγοντος γενικά.
Η επιμήκυνση αυτή προϋποθέτει όμως ότι το μέρος της αξιώσεως που δεν ασκήθηκε δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, αφού η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση η πενταετής παραγραφή των επίδικων αξιώσεων συμπληρώθηκε το έτος 2003, πριν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση επί της προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος που έγινε το έτος 2006 και συνεπώς δεν επιμηκύνθηκε αυτή σε εικοσαετή, αφού συμπληρώθηκε ο χρόνος της πριν από την τελεσιδικία της αρχικής αξιώσεως.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος από το ένδικο ατύχημα ήταν προβλεπτές και η πενταετής παραγραφή τους, που άρχισε από τη γέννησή τους, η οποία συμπίπτει με τον χρόνο του ατυχήματος, συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής, που επιδόθηκε στις 2-2-2018 στους δύο πρώτους εναγομένους και στις 5-2-2018 στην τρίτη εναγομένη, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, αφού δεν περιλαμβάνονταν σε αυτήν και χωρίς να επιμηκυνθεί η παραγραφή σε εικοσαετή, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγων, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις περί παραγραφής, διακοπής της παραγραφής και δεδικασμένου (άρθρα 247, 251, 261, 268, 298, 914, 937 ΑΚ, 10 παρ 2 Ν. 486/1974, 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ), έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ιδίως ως προς τον χρόνο που επήλθε η τελεσιδικία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ)...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Θράκης απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του εκκαλούντα ήδη αναιρεσείοντα . Ήδη με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου από τη με αριθμό 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία αναιρέθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, μερικά και όχι ολικά από τη με αριθμό 1593/2003 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και συνακόλουθα, εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι για τις ένδικες αγωγικές του αξιώσεις που αφορούν προβλεπτή μελλοντική ζημία επιμηκύνθηκε η παραγραφή σε εικοσαετή κατ άρθρο 268 ΑΚ.
Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προαναφερθείσας της υπ'αριθμ. 1590/2003 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και της αναιρεθείσας με αυτήν (υπ` αριθμ.400/2001) απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, (το δεδικασμένο της οποίας φέρεται ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα εξής:
Με την υπ αριθμ. 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεων αντίθετων εφέσεων, απορρίφθηκε η έφεση των νυν αναιρεσίβλητων, ενώ έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση του νυν αναιρεσείοντα και της ασφαλιστικής του εταιρείας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΕ", με την οποία παραπονείτο, μεταξύ άλλων, για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της νυν πρώτης αναιρεσίβλητης.
Ακολούθως, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Ειδικότερα, κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ότι οι οδηγοί των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα αυτοκινήτων ήταν συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 80% ο νυν αναιρεσείων και 20% η νυν πρώτη αναιρεσίβλητη και ακολούθως επιδικάσθηκαν στον νυν αναιρεσείοντα τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες και ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' άριθμ. 1590/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η από 7-1-2002 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3/2002) προσβάλλουσα την ανωτέρω απόφαση αίτηση αναίρεσης του νυν αναιρεσείοντα και δη κατά τον τρίτο λόγο της, που ανάγετο στον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ δεν ερεύνησε τους λοιπούς λόγους.
Συγκεκριμένα, με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι, το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των οχημάτων που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα καθίσταται αμφίβολο, αν έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την υπ'αριθμ. 133/2000 αμετάκλητη απόφαση του απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστειάδας.
Για το λόγο αυτό αναιρέθηκε η υπ'αριθμ. 400/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Από το διατακτικό της πιο πάνω υπ` αριθμ. 1590/2003 απόφασης του Αρείου Πάγου, με το οποίο ορίζεται ότι
"Αναιρεί την 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή" σε συνδυασμό με το λόγο, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για τον οποίο έγινε δεκτή η αναίρεση, σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση της πιο πάνω απόφασης υπήρξε ολική, ως προς τον αναιρεσείοντα, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα με την παραδοχή του λόγου αυτού, πλήττεται κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης ως προς αυτόν.
Συνεπώς, η αναιρεθείσα απόφαση απέβαλε την ισχύ της και, μετά ταύτα, έπαυσε να παράγει δεδικασμένο επί οιουδήποτε ζητήματος αυτή έκρινε, οι δε διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την έκδοση αυτής (άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου, ο ανωτέρω πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτεπαγγέλτως, ως όφειλε με το άρθρο 255 ΑΚ την αναστολή της παραγραφής λόγω ανωτέρας βίας που προκύπτει με βεβαιότητα από τα αναφερόμενα έγγραφα. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 Ν.4139/2013 την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΚΠολΔ 1. Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. 2. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Επίσης, οι διατάξεις των άρθρων 215 και 221 του ΚΠολΔ ορίζουν ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Η επίδοσή της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής (ΑΠ 582/2023, ΑΠ 1174/2022, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 1667/2014, 98/2015). Εάν όμως, προταθεί η ένσταση της παραγραφής, το Δικαστήριο εξετάζει εάν, όντως, επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στο λόγο της ένστασης, σε συνδυασμό με τη θέση του καθ' ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να απαντήσει με αντένσταση, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή (ΑΠ 969/2024, ΑΠ 792/2021). Τέλος, λόγοι αναστολής της παραγραφής είναι, κατ` άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανωτέρα βία και ο δόλος του υποχρέου. Ανώτερη δε βία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων, αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια (ΑΠ 582/2023, Α.Π 157/2021, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1544/2012, ΑΠ 1284/2010).
Τέλος, στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη ο ουσιαστικός δικαστής, Καθιερώνει, δε, ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού (ορισμένου) του λόγου αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το έγγραφο της αναιρέσεως δηλ.
πρέπει να αναφέρεται στο έγγραφο της αναίρεσης ότι ο στηρίζων τον λόγο (αναίρεσης) ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα ότι νομίμως προτάθηκε [άρθρα 118 αριθμός 4, 577 παρ. 3, 566 παρ. 1, 240, 520 ΚΠολΔ]. Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός πρέπει να ληφθεί υπ' όψη, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, αφού λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω εξαιρέσεις.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους αναιρετικούς λόγους, ακόμη και σε εκείνο του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 353/2023,ΑΠ 93/2020, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 30/2006, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 194/1998). Με βάση τα προεκτεθέντα, ο ανωτέρω παρατεθείς λόγος αναίρεσης τυγχάνει μη νόμιμος, εφ' όσον ο ισχυρισμός περί διακοπής ή αναστολής της παραγραφής δεν λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, Σε κάθε, δε, περίπτωση, προτεινόμενος το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, προβάλλεται απαραδέκτως, εφ όσον από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντα προκύπτει, ότι ο ως άνω ισχυρισμός( περί αναστολής, κατ' εφαρμογήν του δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 261 ΑΚ), δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεσή του, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής του λόγω παραγραφής, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει ορθά δεκτό, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι για την αξίωσή του για αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από το ένδικο ατύχημα υφίσταται δεδικασμένο από τη με αριθμό 400/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Ότι, όμως, απορρίπτοντας την έφεσή του επί της ουσίας με αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, κατέστησε επιβλαβέστερη την θέση του, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι -εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση ή αντέφεση και επί πλέον ερημοδίκησαν στην κατ' έφεση δίκη. Κατά τον αριθμ. 8 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ... και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νοούνται και εκείνα των οποίων δεν έγινε νομότυπη και παραδεκτή επίκληση από τον διάδικο που τα επικαλείται.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται ότι με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απορρίψει την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, την δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 522, 534 και 536 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εάν το αιτιολογικό της εκκαλούμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση.
Σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν, δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος να έχει ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι το εφετείο, προκειμένου να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθά ή όχι, δεσμεύεται από την έκταση των παραπόνων που περιλαμβάνονται στην έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Εάν η αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση κατ' ουσίαν, εν όλω ή εν μέρει και ο ενάγων με την έφεσή του παραπονείται για την απόρριψή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εάν κρίνει ορθό το διατακτικό της απόφασης, αλλά εσφαλμένο το αιτιολογικό της, μπορεί, εφ' όσον δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντα, να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση και να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αντικαθιστώντας, απλώς, τις εσφαλμένες αιτιολογίες του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με νέες, ορθές, που αναφέρονται στο ίδιο θέμα.
Τούτο, όμως, μπορεί να γίνει μόνον εφ' όσον οι νέες αιτιολογίες δεν έχουν το χαρακτήρα νέων, οριστικών διατάξεων, δηλαδή νέου διατακτικού, επιβλαβέστερου του αρχικού για τον εκκαλούντα, το οποίο δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί χωρίς να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 1686/2010) Η παράβαση δε του Εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ` άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ` όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΟλΑΠ 8/2008, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 924/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 821/2020, ΑΠ 871/2019, ΑΠ 782/2019).
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου (ΚΠολΔ 561 § 2), ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος με τους λόγους έφεσης ότι η εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 59/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστειάδας αν και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση, που πρόβαλε καθ' υποφοράν με την αγωγή του, περί επιμήκυνσης της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ'αριθμ. 400/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του, εν τούτοις, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, απέρριψε την αγωγή του αποδεχόμενη ως νόμω και ουσία βάσιμη την ένσταση παραγραφής των εναγόμενων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων και ζήτησε με την έφεση την παραδοχή της αγωγής στο σύνολό της.
Με τους ανωτέρω λόγους έφεσης μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο η αγωγή όσο και η κατ' αυτής ένσταση παραγραφής, αλλά και η ως άνω προβληθείσα από τον ίδιο (καθ'υποφοράν με την αγωγή) αντένσταση επιμήκυνσης της παραγραφής ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα διατυπούμενα παράπονα για την κρίση της εκκαλούμενης ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης παραγραφής.
Επομένως, η μέσα στα όρια της έφεσης του ενάγοντα, προπαρατεθείσα, κρίση του Εφετείου περί του εσφαλμένου αιτιολογικού, αλλά της ορθότητας του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης και την εντεύθεν απόρριψη της έφεσης με αντικατάσταση των αιτιολογιών, δεν κατέστησε επιβλαβέστερη την θέση του εκκαλούντα-ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα χωρίς άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από τους εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους και επιπρόσθετα οι νέες αιτιολογίες δεν έχουν το χαρακτήρα νέων, οριστικών διατάξεων, δηλαδή νέου διατακτικού, επιβλαβέστερου του αρχικού για τον εκκαλούντα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, γιατί, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από από 28-11-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ.71/28-11-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 259/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ