Legislator Case Law & Legislation
418/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance judgment for failure to explicitly record witness affidavits in reasoning.

Case Number 418/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Aegaeon Court of Appeal's decision, ruling that the lower court erred by failing to explicitly mention witness affidavits in its reasoning. While the appellants argued these documents were distinct evidence requiring specific citation, the Court found the first ground of appeal valid but dismissed the second, noting that other documents and witness statements were adequately covered by a general reference to all evidence. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The failure to specifically mention witness affidavits in the reasoning of a judgment constitutes a violation of the law and warrants annulment, whereas a general reference to all evidence suffices for other documents and witness statements.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure witness affidavits judicial reasoning annulment of judgment remand for retrial distinct evidence legal violation

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 418 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 418/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ι. συζύγου Ι. Ζ. το γένος Α. και Α. Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. χήρας Ε. Α., θυγατέρας του Α. και της Α. Κ., κατοίκου ..., 3) Ι. Γ. του Γ. και της Κ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός του Κ. χήρας Γ. Γ., το γένος Α. και Α. Κ., κατοίκου ..., 4) Γ. χήρας Γ. Κ. το γένος Ε. και Α. Α., κατοίκου ..., 5) Α. Κ. του Γ. και της Γ., κατοίκου ..., 6) Ε. Κ. του Γ. και της Γ., κατοίκου ..., 7) Α. Κ. του Γ. και της Γ., κατοίκου ..., 8) Μ. Κ. του Γ. και της Γ., κατοίκου ..., όλων των ανωτέρω υπό στοιχεία 4 έως 8, (Γ. Κ., Α. Κ., Ε. Κ., Α. Κ. και Μ. Κ.), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την 19-09-2011 Γ. Κ. του Α. και της Α., κατοίκου εν ζωή Ά. Μ. Μ. Κ., 9) Χ. Κ. του Α. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καραμπά και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η κλήση: 1) Α. Ζ. του Π. και της Μ., κατοίκου ..., 2) Γ. Ζ. του Π. και της Μ., κατοίκου ..., 3) Ε. χήρας F. M. K. το γένος Π. και Μ. Ζ., ..., 4) Λ. χήρας Χ. Ζ., το γένος B. και ?Α.- Μ. W., κατοίκου ..., 5) Μ. συζύγου Γ. Δ., το γένος Χ. και Λ. Ζ., κατοίκου ..., 6) Ν. χήρας Δ. Ζ., το γένος T. και M. E., ιδιωτικής υπαλλήλου, πρώην κατοίκου ..., …, 7) Ν. Κ. διαζευγμένης συζύγου D. L., το γένος Δ. και Ν. Ζ., ..., 8) Κ. Α. συζύγου Τ. Τ., το γένος Δ. και Ν. Ζ., κατοίκου ..., 9) Μ. Τ. διαζευγμένης συζύγου Μ. Σ., το γένος Δ. και Ν. Ζ., πρώην κατοίκου της πόλεως Φ. Λ., της πολιτείας Ι. Η..Π..Α.. και ήδη αγνώστου διαμονής, 10) Π. Ν. Ζ. του Δ. και της Ν., ..., 11) Ε. χήρας Θ. Ζ., το γένος Ζ. και Μ. Σ., κατοίκου ... Ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Χρυσανθακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2005 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η απόφαση 503/2011 του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες, με την από 12-7-2019 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες και ο β' αναιρεσίβλητος, παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ.α, 287, 290 291, 292 και 313 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα κάι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν

από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομιάς. Η πρόσκληση προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση των αντιδίκων τους προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 47/2018, ΑΠ 1891/2014).

Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ., ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαία διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.

α ΚΠολΔ, αναιρεσίβλητος μπορεί να καταστεί εκείνος που ήταν διάδικος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή ο καθολικός διάδοχος του ή ο κληροδόχος του. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000).

Αν όμως ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Εφετείου ή, πολύ περισσότερο, μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δε υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 598/2021 ΑΠ 715/2020) και τα ένδικα μέσα κατά της άνω αποφάσεως άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται ή αναλόγως να ασκούνται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ή 556 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων του αποβιώσαντος) ή αναλόγως να ασκούνται από τους κληρονόμους αυτού (ΑΠ 988/2018, ΑΠ 728/2014, ΑΠ 644/2014).

II. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 26/2023, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔικ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ. αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010).

Επί πλέον, με την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/30.5.2020 (ΦΕΚ Α' 104/30.5.2020) με τον τίτλο "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως" επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας, για το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020, ενώ με την παρ. 2 τούτου ορίστηκε ότι σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ή με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι 31.5.2020 ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ή το έκθεμα γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία διαδικαστικά έγγραφα, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την ένδικη από 27.10.2005 αίτηση αναιρέσεως κατά των αναιρεσιβλήτων και της προσβαλλόμενης 283/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε ερήμην των αναιρεσιβλήτων, πλην του παρισταμένου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεύτερου εξ αυτών, Γ.

Ζ. του Π., η 503/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της. Ήδη, με την από 12.7.2019 κλήση των αναιρεσειόντων, φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 28.11.2005 αίτηση αναιρέσεως κατά της 263/2005 προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, μετά την έκδοση της ως άνω 503/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου.

Με την ως άνω κλήση των αναιρεσειόντων η συζήτηση της από 28.11.2005 αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίσθηκε αρχικά για την δικάσιμο της 18.3.2020, κατά την οποία όμως η συζήτηση ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4960/30.5.2020 ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για τη συζήτηση της η 21.10.2020 από την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 26.5.2021, από την οποία επίσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16.3.2022, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως στις 18.3.2020 και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 21.10.2010 για την εκδίκασή της, και την αναβολή της εκδικάσεώς της αρχικά για τη δικάσιμο της 26.5.2021 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 16.3.2022 και τελικά για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, από το γραμματέα του δικαστηρίου έγινε σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που έπρεπε να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε.

Όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 16ης.3.2022, από την οποία αναβλήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Παπαθανασίου, ο οποίος αιτήθηκε την αναβολή της υποθέσεως, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της για τη δικάσιμο της 7ης.12.2022, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Ωστόσο, κατά την ως άνω δικάσιμο οι αναιρεσίβλητοι, πλην του δεύτερου εξ αυτών δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον οι απόντες αναιρεσίβλητοι είχαν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την αμέσως προηγούμενη δικάσιμο της 16ης.3.2022, από την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 7ης.12.2022, και έγινε από το γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που έπρεπε να συζητηθούν κατά την ως άνω ημέρα που ορίσθηκε, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους, καθόσον η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Επίσης, με το δικόγραφο της ως άνω από 19.7.2019 κλήσης για τον προσδιορισμό νέας δικασίμου για τη συζήτηση της από 28.11.2005 αίτησης αναιρέσεως μετά την έκδοση της 503/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, οι αναιρεσείοντες γνωστοποίησαν ότι: α) ότι στις 19.09.2011, δηλαδή μετά την έκδοση της ως άνω 503/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, αποβίωσε ο εκ των αρχικών αναιρεσειόντων Γ.

Κ. του Α. και της Α., για τον οποίο δεν υφίσταται στάδιο διακοπής της δίκης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου 1532/02.07.2012 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Μυκόνου, από τη σύζυγο του Γ. χήρα Γ. Κ., το γένος Ε. και Α. Α. και τα τέκνα του Α. Κ., Ε. Κ., Α. Κ. και Μ. Κ., ήδη τέταρτη, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοη των αναιρεσειόντων οι οποίοι συνεχίζουν την προκειμένη δίκη.

β) ότι στις 02.05.2019, δηλαδή μετά την έκδοση της ίδιας ως άνω 503/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, αποβίωσε η εκ των αρχικών αναιρεσειόντων Κ., χήρα Γ. Γ. το γένος Α. και Α. Κ., για την οποία επίσης δεν υφίσταται στάδιο διακοπής της δίκης και κληρονομήθηκε από τον γιό της Ι. Γ. του Γ. και της Κ., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου 606/09.05.2019 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Μυκόνου, ο οποίος συνεχίζει την προκειμένη δίκη.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 263/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της 52/2003 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 702/2019, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1105/2015).

Περαιτέρω, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται για πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055//2019, ΑΠ 1461/2013).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, νόμιμη κλήτευση του αντίδικου ή παράσταση αυτού, κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσκόμισής της στο Δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε (ΑΠ 702/2019, ΑΠ 1690/2010).

Επί πλέον, κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 1 και 270 παρ. 2 εδ. γ και δ ΚΠολΔικ (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.2915/2001 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του ν.3994/2011) και έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση λόγω του χρόνου ασκήσεως της από 20.10.2003 εφέσεως (ΑΠ 1603/2022, ΑΠ 1552020, ΑΠ 1088/ 2019, ΑΠ 927/2017) με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Σύρου με αριθμό 86/24.10.2003, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.

Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ μετέπειτα κατά το άρθρο 36 του Ν.3994/13-7-2011 περιελήφθηκαν στα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔικ περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου (ή οκτώ αν πρόκειται για την αλλοδαπή), που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.

Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αποκρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις. Ακόμη, από τον συνδυασμό των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επιτρέπεται η ανταπόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου έστω κι αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα, κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 563/2021, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 411/2021).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη, είναι κατά κανόνα παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ή προξένου), που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο και πριν από τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 702/2019, ΑΠ 17/2015, ΑΠ 1686/2011).

Στην παρούσα περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώμενοι ότι το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως ενώπιον του αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του:

α) τις 9375/8.6.2005, 2549/8.6.2005 και 2550/8.6.2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Τσέτου η πρώτη και του συμβολαιογράφου Μυκόνου Μενελάου Παπακωνστάντίνου οι δύο επόμενες, οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους να παραστούν κατ'αυτές, β) τις 17191 και 17192/2002 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη που είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης (αίτησης ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων) και γ) τις 17918/13.2.2003 και 2751/13.2.2003 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη και του Ειρηνοδίκη Αθηνών αντίστοιχα, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους, τις οποίες προσκόμισαν μετ'επικλήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στα πλαίσια της προσθήκης και αντίκρουσης των ενόρκων βεβαιώσεων που είχαν προσκομισθεί από τους εναγομένους, ήδη αναιρεσίβλητους.

δ) τις πρωτοδίκως προσκομισθείσες 6/1994 και 9/1997 Εισηγητικές Εκθέσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, οι οποίες περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως σε προηγούμενες δίκες που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο. Στον ίδιο λόγο αναίρεσης γίνεται σαφής μνεία, ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, περί του οποίου καταθέτουν οι μάρτυρες, ότι η μητέρα τους ασκούσε συγκεκριμένες πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο από τη δεκαετία του 1930 και συνεχώς μέχρι του θανάτου της, την νομή δε αυτού συνέχισαν μετέπειτα οι ίδιοι, καθώς και ότι ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο οι αναιρεσίβλητοι.

Σχετικά με τον λόγο αυτό αναιρέσεως από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προέκυψαν τα ακόλουθα: Επί της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η 52/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή, κατά τα προαναφερόμενα. Στο σκεπτικό της αποφάσεως του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναφέρεται:

α) ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, προς αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων που είχαν προσκομίσει οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, προσκόμισαν εκπρόθεσμα με την από 13.2.2003 συμπληρωματική προσθήκη στις προτάσεις τους, τις 275/13.2.2003 και 17918/13.2.2003 ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκη Αθηνών και του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Αθ.

Τόλη, β) ότι η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων για τη δικάσιμο της 28.2.2003, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έληγε την Παρασκευή 7.2.2003, ενώ η αντίστοιχη προθεσμία κατάθεσης της προσθήκης και αντίκρουσης στις προτάσεις έληγε την Τετάρτη 12.2.2003. γ) ότι οι ήδη αναιρεσείοντες προκειμένου να εξετάσουν μάρτυρες προς αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων επιχείρησαν να επιδώσουν την από 5.2.2003 κλήση - γνωστοποίησης μαρτύρων στην αντίκλητο των τελευταίων στη Μύκονο, πλην όμως ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Νάξου, Δανιήλ Θεοδοσίου, που είχε αναλάβει την επίδοση και επρόκειτο να την επιδώσει στις 7.2.2003, καλώντας τους αναιρεσίβλητους να παραστούν κατά την εξέταση των μαρτύρων μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των δύο ημερών που απαιτεί ο νόμος, δεν μπόρεσε να μεταβεί στη Μύκονο λόγω γενικού απαγορευτικού απόπλου των πλοίων, γεγονός που βεβαιώθηκε από την από 11.2.2003 βεβαίωση του Υπολιμεναρχείου Μυκόνου, δ) ότι επειδή κατά τις επόμενες ημέρες (Σάββατο 8.2.2003 και Κυριακή 9.2.2003) δεν επιτρέπεται να γίνουν επιδόσεις, ο ως άνω δικαστικός επιμελητής επέδωσε την προαναφερόμενη κλήση τη Δευτέρα 10.2.2003, καλώντας τους αναιρεσίβλητους να παραστούν στην εξέταση των μαρτύρων που θα διεξαγόταν την Πέμπτη 13.2.2003.

ε) ότι με βάση τα παραπάνω οι αναιρεσείοντες αιτήθηκαν την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της προθεσμίας κατάθεσης της προσθήκης κατάσταση, ώστε να καταστεί δυνατό να θεωρηθούν εμπρόθεσμες και να ληφθούν υπόψη οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις για την αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισαν οι αντίδικοι τους.

Κατόπιν αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου με την 52/2003 απόφασή του, αφού έκρινε το συγκεκριμένο αίτημα των εναγομένων - αναιρεσειόντων παραδεκτό και νόμιμο και δέχθηκε ότι οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα, διότι αποδείχθηκε ότι από λόγους ανώτερης βίας (απαγόρευση απόπλου όλων των πλοίων) δεν μπόρεσαν αυτοί να επιδώσουν έγκαιρα την παραπάνω κλήση τους, έλαβε υπόψη του και αυτές, στις οποίες αναφέρθηκε ειδικά, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Περαιτέρω, μετά την άσκηση της εφέσεώς τους κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι εκκαλούντες - αναιρεσείοντες κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου τις από 9.6.2005 έγγραφες προτάσεις τους στις οποίες έκαναν ρητή αναφορά ότι προσκομίζουν και πάλι και επικαλούνται: 1) τις ως άνω με αριθμούς 2751/13.2.2003 και 1791813.2.2003 ένορκες βεβαιώσεις (με τα σχετικά 27 και 28) που λήφθηκαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη αντίστοιχα, με τη ρητή μνεία ότι αυτές είχαν προσκομισθεί μετ'επικλήσεως και στο πρωτόδικο δικαστήριο, με την προσθήκη και αντίκρουσή τους για την αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεως που είχαν δοθεί για λογαριασμό των αντιδίκων τους εφεσίβλητων, και είχαν γίνει δεκτές από αυτό, ως εμπρόθεσμες, παρά την εκπρόθεσμη λήψη τους, κατά τα προαναφερόμενα, με την παράθεση του ως άνω σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης, (βλ.

σελ. 7-10 των ως άνω προτάσεων). 2) τις με αριθμούς 9375/8.6.2005, 2549/8.6.2005 και 2550/8.06.2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Ελένης Τσέτου και Μυκόνου Μενελάου Παπακωνσταντίνου, με τα σχετικά Θ1, Θ2, Θ3, και τη μνεία ότι αυτές λήφθηκαν νόμιμα ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους να παραστούν κατ'αυτές, όπως αποδεικνύεται από τα αναφερόμενα αποδεικτικά επιδόσεων με τα σχετικά Α1 - Α13 και Β1 - Β11. ( βλ.

σελ. 5, αριθμός 6, των ως άνω προτάσεων). Μετά από τη συζήτηση της εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου στις 10.6.2005, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 263/2005 απόφαση αυτού, στην οποία αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Από την προσήκουσα επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως τούτου, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όσα από τα οποία δεν παρέχουν άμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεδομένου ότι επιτράπηκε η απόδειξη και με μάρτυρες και από την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα...".

Όπως σαφώς προκύπτει από τα παραπάνω, το Εφετείο Αιγαίου δεν έλαβε υπόψη του προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, όλες τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι τόσο αυτές που λήφθηκαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, όσο και εκείνες που λήφθηκαν ενόψει της δευτεροβάθμιας δίκης, παρότι, στις ως άνω έγγραφες προτάσεις των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων, που, σύμφωνα με την κάτωθι από αυτές βεβαίωση του δικαστηρίου κατατέθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του, στις 10.6.2005, έγινε ρητή αναφορά περί της μετ'επικλήσεως προσκόμισής τους.

Επομένως, εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η παντελής έλλειψη της μνείας τους δεικνύει ότι το Εφετείο Αιγαίου δεν τις έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και το τρίτο μέρος του, με τα οποία οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11γ' για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο Αιγαίου, που την εξέδωσε, των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως ως προς το δεύτερο και τέταρτο μέρος του είναι αβάσιμος διότι, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω οικεία νομική σκέψη οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης και οι περιεχόμενες στις Εισηγητικές Εκθέσεις καταθέσεις των μαρτύρων δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ώστε να απαιτείται ειδική μνεία τους, από τη βεβαίωση δε της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα και το περιεχόμενο της δεν προκύπτει αμφιβολία, ότι αυτά συνεκτιμήθηκαν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της εμβέλειας του αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, στο σύνολο της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της εφέσεως των αναιρεσειόντων, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ'εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις όπως αυτή προσδιορίζεται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 263/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ'εκείνον που το κατέθεσε.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση των αναιρεσειόντων, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ