Legislator Case Law & Legislation
418/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance contract termination due to improper notification to the wrong statistical office.

Case Number 418/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against the First Instance Court of Athens regarding a car insurance dispute. The appellant argued that the insurer failed to properly notify the statutory information center of the contract termination, violating the 16-day waiting period requirement. The court found the lower court erred in accepting notification to the wrong statistical office, which lacked jurisdiction at the time, and thus allowed the appeal to proceed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible if the lower court incorrectly applied the law regarding the mandatory notification of contract termination to the specific competent information center and the subsequent 16-day period.

Keywords

AI generated
car insurance contract contract termination statutory notification competent authority appeal admissibility Code of Civil Procedure statistical office

Cited Legislation

AI generated
Article 681 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, Number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 418 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 418/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. (νυν Α.) Σ. του Σ. (τέως A. και νυν Α. S.), κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αγγελόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-10-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος, αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το λόγο στη συνέχεια έλαβε ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, ο οποίος αντέλεξε στο αίτημα του αντιδίκου του.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-7-2015 και 8-12-2015 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 25-4-2016 αγωγή του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 899/2018 οριστική, ως προς τις από 15-7-2015 και 25-4-2016 αγωγές και μη οριστική, ως προς την από 8-12-2015 αγωγή, του ίδιου Δικαστηρίου και 5160/2019 μη οριστική και 6692/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19-05-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3459/481/19-05-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6692/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6692/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 15-07-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 77568/4096/30-07-2015 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στρεφόμενος κατά των: 1) Ε.

Κ. του Κ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." και ήδη αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκε ότι στις 02-05-2011, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΙΚΒ-... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου ο ίδιος υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες.

Ότι κατόπιν άσκησης από αυτόν προγενέστερης αγωγής του κατά του πρώτου εναγόμενου - οδηγού και κατά του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", με την οποία ζητούσε αποζημίωση για τη ζημία του από το ένδικο ατύχημα για το χρονικό διάστημα από 2.5.2011 έως 28.2.2012, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση, λόγω αναπηρίας, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., η οποία συνεκδικάστηκε με την προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του πρώτου εναγόμενου κατά της δεύτερης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1126/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως προς το εκεί εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", επειδή κρίθηκε ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανασφάλιστο και ότι υφίσταται ασφαλιστική ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, έναντι του ενάγοντος - παθόντος, και έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ενώ απορρίφθηκε και η συνεκδικαθείσα ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή του πρώτου εναγόμενου κατά της δεύτερης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Ότι για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 1.3.2012 έως 31.06.2015, το επίδικο ατύχημα εξακολουθούσε να επιφέρει τις επιζήμιες συνέπειες, οπότε δικαιούται, όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, (για το μετέπειτα αυτό χρονικό διάστημα), να ζητήσει αποζημίωση για τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, καθώς και τα διαφυγόντα εισοδήματά του από την εργασία του.

Ότι η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη αυτή, για το λόγο ότι η ασφαλιστική της ευθύνη εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, διότι αυτή δεν είχε προβεί στις ενέργειες που προβλέπονται από το νόμο, ώστε να θεωρείται λυθείσα και μη ανανεωθείσα η ασφαλιστική σύμβαση έναντι τρίτων και δη του ενάγοντος - παθόντος, με συνέπεια αυτή να του οφείλει αποζημίωση για τη ζημία του από το ένδικο ατύχημα, για το χρονικό διάστημα από 2.5.2011 έως 31.06.2015, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αποζημίωση, λόγω αναπηρίας, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ..

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι, για τις ειδικότερα αναφερόμενες αιτίες, ο πρώτος εναγόμενος του οφείλει συνολικά το ποσό των 51.136,80 ευρώ και η δεύτερη εναγόμενη συνολικά το ποσό των 390.905,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε: 1) με την από 08-12-2015 αγωγή του ενάγοντος κατά των ιδίων ως άνω εναγόμενων και 2) την από 25-04-2016 αγωγή του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", στη θέση του οποίου υπεισήλθε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e - Ε.Φ.Κ.Α.)" κατά επίσης των ιδίων ως άνω εναγόμενων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 899/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία:

α) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη από 15-07-2015 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και αναγνωρίστηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη - αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 141.598,40 ευρώ για αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ., καθώς και ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το συνολικό ποσό των 15.008 ευρώ για αποζημίωση, β) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 08-12-2015 αγωγής του ενάγοντος, και γ) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 25-04-2016 αγωγή του ΙΚΑ και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 13.249,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης η δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 18-05-2018 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47789/3234/18-05-2018) έφεσή της κατά ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α., ως διαδόχου του Ι.Κ.Α.), παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, και για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασής της περί έλλειψης παθητικής της νομιμοποίησης, την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως, λόγω του ότι, όπως ισχυρίστηκε, δεν ασφάλιζε με ισχυρή σύμβαση ασφάλισης, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, το ζημιογόνο όχημα του ιδιοκτήτη και οδηγού του - πρώτου εναγόμενου Ε.

Κ. του Κ.. Επί της ανωτέρω έφεσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 5160/2019 μη οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί η απόφαση του Αρείου Πάγου επί της από 10-01-2018 αίτησης αναίρεσης της εναγόμενης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά της υπ' αριθμ. 4799/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, [επί της προγενέστερης από 07-09-2011 αγωγής του άνω παθόντος Α.

Σ. κατά του Ε. Κ. και του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", και της συνεκδικασθείσας από 02-02-2012 παρεμπίπτουσας αγωγής του Ε. Κ. του Κ. κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας], είχε κριθεί ότι, η, μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της ιδιοκτήτη και οδηγού του ζημιογόνου οχήματος Ε.

Κ., ασφαλιστική σύμβαση, ήταν ισχυρή και δεν είχε λυθεί κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος και, κατόπιν αυτού, είχε γίνει δεκτή η από 02-02-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή του Ε. Κ. του Κ. κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσίβλητης) και είχε υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον κριθέντα ως ασφαλισμένο της, παρεμπιπτόντως ενάγοντα Ε.

Κ., κάθε ποσό που αυτός θα καταβάλει στον παθόντα - αναιρεσείοντα, η εν λόγω δε, υπ' αριθμ. 4799/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναιρέθηκε στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 625/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου (για την προσκόμιση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης), ως προς το κεφάλαιο της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής μόνο, κατά το μέρος δηλαδή, που αφορούσε την ύπαρξη ισχυρής ασφαλιστικής σύμβασης στη, μεταξύ των άνω συμβαλλομένων μερών, ήτοι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου (αναιρεσίβλητης και Ε.

Κ., αντίστοιχα), σχέση. Μετά τη νομίμως επαναληφθείσα συζήτηση της υπόθεσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6692/2020 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-05-2018 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 899/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορούσε τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ένδικη από 15-07-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος κατά το οποίο στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1, 16 και 19 του Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 237/1986, προκύπτει ότι ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, πρέπει να έχει ασφαλίσει αυτό σε μία νομίμως λειτουργούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία.

Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες ο παθών έχει ευθεία αγωγή κατά του υπαιτίου ασφαλισμένου και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημίωσής του μέχρι το ποσό, που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζομένου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού (ΑΠ368/2018).

Περαιτέρω, με το άρθρο 11 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, [όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του Ν. 3557/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (02.05.2011) και πριν καταργηθεί με το άρθρο 169 παρ. 14 του Ν. 4261/2014 ] οριζόταν ότι: "2. Κατά ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση, η λύση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11α".

Εξάλλου, με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007, ο οποίος τροποποίησε το Π.Δ. 237/1986, με το οποίο είχε κωδικοποιηθεί ο Ν. 489/1976, προστέθηκε άρθρο 11α, με την υπ' αριθμ. 1 παράγραφο του οποίου [όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (02.05.2011) και πριν το άρθρο αυτό αντικατασταθεί με το άρθρο 169 παρ. 15 Ν. 4261/2014 ] οριζόταν ότι: "1.

Τα μέρη που συμβάλλονται στην Ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία. Η λύση της σύμβασης γνωστοποιείται, με επιμέλεια του ασφαλιστή, στο Κέντρο Πληροφοριών, που προβλέπεται στο άρθρο 27β και ισχύει έναντι των τρίτων μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή".

Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι παρέχεται στα μέρη η δυνατότητα, με αντίθετη έγγραφη συμφωνία τους, χωρίς, δηλαδή, να υπάρξει καταγγελία από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, να λύσουν την ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 625/2019, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 1594/2012, ΑΠ 1304/2010, ΑΠ 1240/2010). Η ίδια, πάντως, διάταξη δεν υποβάλλει, κατά την ορθότερη άποψη, στο συστατικό τύπο του εγγράφου την (αντι)συμφωνία αυτή των μερών, αν ληφθεί υπόψη ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν καταρτίζεται οπωσδήποτε εγγράφως και το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό έγγραφο (ΑΠ Ολομ. 9/2014, ΑΠ 625/2019, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 512/2014), οπότε και για την κατάργησή της δεν απαιτείται συστατικό έγγραφο (ΑΠ Ολομ. 24/1994, ΑΠ 625/2019, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 564/1997).

Για την κατά τα άνω λύση της σύμβασης ασφάλισης, όσον αφορά τις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου σχέσεις, δεν απαιτείται η γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών και η πάροδος της ως άνω προθεσμίας των δεκαέξι (16) ημερών, όπως αντίθετα απαιτείται για την περίπτωση που προβάλλονται αξιώσεις από τον ζημιωθέντα τρίτο κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 625/2019, ΑΠ 612/2016).

Ειδικότερα, για την ισχύ της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι των τρίτων, απαιτείται η γνωστοποίηση αυτής από τον ασφαλιστή στο Κέντρο Πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 27β του ν. 489/1976 και παρέλευση 16 ημερών από την εν λόγω γνωστοποίηση. Κατά συνέπεια, αν δεν γίνει νομότυπα ή δεν γίνει καθόλου η γνωστοποίηση αυτή της λύσης της σύμβασης ασφάλισης στο Κέντρο Πληροφοριών, τότε ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της έναντι του ασφαλισμένου, εξακολουθεί, κατά το νόμο, να ευθύνεται έναντι του τρίτου που ζημιώθηκε και, επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (ΑΠ Ολομ. 3/2005, ΑΠ 94/2022, ΑΠ 612/2016, ΑΠ 232/2015 ).

Η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών της λύσης της σύμβασης ασφάλισης προκειμένου αυτή να ισχύει έναντι τρίτων, έχει σκοπό την άρση της αμφισβήτησης για το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι την αποτροπή συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος τρίτων (ΑΠ 94/2022).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 27β του κωδικοποιημένου Ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του Π.Δ. 10/2003, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας 2000/26/ΕΚ, "Συνιστάται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Γενική Γραμματεία Εμπορίου, Κέντρο Πληροφοριών. 1.Το Κέντρο Πληροφοριών αποτελεί οργανική μονάδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.

Η δημιουργία της οργανικής μονάδας, η ένταξη της στον Οργανισμό της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας της, καθώς και τα ιδιαίτερα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του προϊστάμενου της μονάδας και του λοιπού προσωπικού, όπως σε θέματα ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, ρυθμίζονται με Προεδρικό Διάταγμα".

Ακολούθως, η παραπάνω παράγραφος 1 του άρθρου 27β αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 93557/2007, κατά το οποίο: "1. Συνιστάται στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ 38 Α'), ως υπηρεσιακή μονάδα του, Κέντρο Πληροφοριών.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, ρυθμίζονται η ένταξη του Κέντρου Πληροφοριών στον Οργανισμό της ΕΠ.Ε.Ι.Α., η διάρθρωση, η οργάνωση και η λειτουργία του, ο αριθμός των οργανικών θέσεων των υπαλλήλων του κατά κατηγορία, κλάδο, ειδικότητα και είδος σχέσης εργασίας, τα ειδικά προσόντα του προϊσταμένου του Κέντρου Πληροφοριών και των υπαλλήλων του και οι γνώσεις αυτών σε θέματα, όπως ανάλυσης συστημάτων πληροφορικής, διαχείρισης βάσης δεδομένων, διαχείρισης δικτύων, χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια".

Ήδη, το εν λόγω Κέντρο Πληροφοριών αποτελεί, από 1-12-2010, υπηρεσιακή μονάδα του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 ν. 3867/2010 (ΦΕΚ Α' 128/3-8-2010) και 278 παρ.10 ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α' 13/5-2-2016) που αντικατέστησε, εκ νέου, το άρθρο 27β παρ.1 του κωδικοποιημένου ν. 489/1976 (ΑΠ 612/2016).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 19/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6692/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέβαλε τον ισχυρισμό ? ένσταση, που επαναφέρει στην παρούσα δίκη με σχετικό λόγο έφεσης, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της, καθόσον, όπως ισχυρίστηκε, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν υπήρχε μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου σ' αυτήν οδηγού, Ε.

Κ., (πρώτου εναγομένου στην από 15-7-2015 αγωγή) έγκυρη και ενεργή ασφαλιστική σύμβαση, με την οποία να ασφάλιζε το ζημιογόνο και οδηγούμενο από τον ως άνω διάδικο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, αφού η μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση είχε λυθεί με προφορική συμφωνία. Ειδικότερα, επικαλέστηκε ότι μετά τη λήξη της μέχρι την 27-2-2011 ενεργούς ασφαλιστικής σύμβασης, απέστειλε στον ασφαλιστικό της πράκτορα το ανανεωτήριο συμβόλαιο, το σήμα ασφάλισης και την απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων, για το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 μέχρι 27-8-2011, για να παραδοθούν στον ασφαλισμένο οδηγό, Ε.

Κ., ο οποίος, όμως, όταν ειδοποιήθηκε, αρνήθηκε προφορικά την ανανέωση της συμβάσεως ασφαλίσεώς του και εναντιώθηκε σ' αυτήν, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης του αυτοκινήτου του. Κατόπιν τούτου, η εκκαλούσα εξέδωσε στις 16-3-2011 ήτοι 1 1/2 μήνα πριν το ένδικο ατύχημα, πρόσθετη πράξη με την οποία ακυρώθηκε από τις 27-2-2011 η ασφαλιστική σύμβαση των ως άνω μερών, για το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 έως 27-8-2011.

Η εκκαλουμένη απόφαση (899/2018) επί του ισχυρισμού ? ενστάσεως αυτής της εναγομένης, απεφάνθη ότι η ένσταση αυτή "πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, γιατί το ζήτημα αυτό έχει κριθεί τελεσίδικα με την αρ. 4799/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών", η οποία εκδόθηκε, μετά την άσκηση της προγενέστερης από 7-9-2011 (αρ. εκθ.

καταθ. 6541/10-10-2011) αγωγής του Α. Σ. (νυν πρώτου εφεσίβλητου) κατά της εκκαλούσας, του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και του πρώτου εναγομένου Ε.. Κ. [...]. Επί της προβαλλόμενης ως άνω ένστασης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από τα προσκομιζόμενα και νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με το με αριθμό 42814657 ασφαλιστήριο συμβόλαιο η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ) ασφάλιζε το με αρ. κυκλοφ. ΙΚΒ-... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ε. Κ., για το χρονικό διάστημα από 27-8-2010 μέχρι και 27-2-2011. Όμως πριν από τη λήξη της παραπάνω ασφαλιστικής σύμβασης στις 27-2-2011, η εκκαλούσα απέστειλε στον ασφαλιστικό της πράκτορα το ανανεωτήριο συμβόλαιο, το σήμα ασφάλισης και την απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων που αφορούσε το επόμενο εξάμηνο, ήτοι το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 έως 27-8-2011, προκειμένου να παραδοθούν στον ασφαλισμένο, πλην, όμως, αυτός, όταν ειδοποιήθηκε από τον ασφαλιστικό πράκτορα να παραλάβει τα παραπάνω έγγραφα και να πληρώσει τα ασφάλιστρα, αρνήθηκε προφορικά την ανανέωση της σύμβασης ασφάλισής του και εναντιώθηκε σ' αυτήν, δηλώνοντας ταυτόχρονα την πρόθεσή του για μη συνέχιση πλέον της ασφαλιστικής σύμβασης.

Κατόπιν τούτου, επεστράφησαν στην εκκαλούσα όλα τα πιο πάνω έγγραφα (σήμα ασφάλισης, απόδειξη ασφαλίστρων κλπ.) και έτσι, στις 16-03-2011, ήτοι 1 1/2 μήνα πριν το ένδικο ατύχημα, εκδόθηκε η υπ' αρ. .../16-3-2011 πρόσθετη πράξη με την οποία λύθηκε - ακυρώθηκε από τις 27-2-2011 η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των ως άνω μερών, για το χρονικό διάστημα από 27-2-2011 μέχρι 27-8-2011.

Η πρόσθετη ως άνω πράξη γνωστοποιήθηκε άμεσα, στις 16-3-2011, στην Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών. Η ως άνω άτυπη (προφορική) εναντίωση και άρνηση του Ε. Κ. προς την εκκαλούσα, συνιστά δήλωση βουλήσεως για καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης - η οποία δεν ήταν αναγκαίο να περιβληθεί με έγγραφο τύπο, αν, μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν καταρτίζεται εγγράφως οπωσδήποτε, οπότε και για την κατάργησή της δεν απαιτείται συστατικό έγγραφο [...] - η δε εκκαλούσα, στη συνέχεια, αποδεχόμενη την ως άνω δήλωση βουλήσεως, κατ' άρθρο 189 ΑΚ, του Ε.

Κ. για λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης, εξέδωσε την ως άνω πρόσθετη πράξη με την οποία λύθηκε - ακυρώθηκε από 27-2-2011 η ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ των ως άνω μερών.

Συνεπώς η με τον ως άνω τρόπο εκφρασθείσα αντισυμφωνία αυτή των ως άνω συμβαλλομένων μερών, επέφερε τα έννομα αποτελέσματα της λύσης της ασφαλιστικής μεταξύ τους σύμβασης [...]. Εξάλλου, το ότι κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ήτοι στις 2-5-2011, δεν υφίστατο μεταξύ της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, Ε..

Κ., έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση, αποδεικνύεται και από τα εξής: α) από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε σε βάρος του Ε.. Κ. (βλ. έκθεση αυτοψίας Τροχαίας Αιγάλεω) προκύπτει ότι το ΙΚΒ-... ΙΧΕ αυτ/το του Ε.. Κ., ήταν ανασφάλιστο κατά την 2-5-2011, αφού αυτός δεν προσκόμισε το σχετικό σήμα ασφάλισης, ούτε βεβαίωση ασφάλισης, β) από το από 17-4-2012 έγγραφο της Υ.Σ.Α.Ε και τη συνημμένη κατάσταση προκύπτει ότι, την ημέρα του ατυχήματος, δεν βρέθηκαν στοιχεία συμβολαίων ασφάλισης του ως άνω αυτοκινήτου, γ) ο Ε..

Κ., στις 11-5-2011, ασφάλισε το ως άνω αυτοκίνητό του στην ασφαλιστική εταιρεία INTERAMERIKAN ΑΕ, γνωρίζοντας και αποδεχόμενος το ότι δεν υφίστατο έγκυρη και ενεργής ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ του ιδίου και της εκκαλούσας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφού διαφορετικά δεν θα συνήπτε δεύτερη ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο χρονικό διάστημα και δ) ο Ε..

Κ., μετά το ένδικο ατύχημα, δεν υπέβαλε στην εκκαλούσα υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος για τις συνθήκες αυτού, αφού ο ίδιος γνώριζε ότι δεν υφίστατο έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των. Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη (ασφαλιστής και ασφαλιζόμενος) έλυσαν τη μεταξύ τους υφιστάμενη μέχρι την 27-2-2011, ασφαλιστική σύμβαση, με προφορική (άτυπη) αντισυμφωνία, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν απαιτείτο να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο.

Με βάση λοιπόν, αυτές τις σκέψεις και παραδοχές η προταθείσα από την εκκαλούσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερόμενη με λόγο έφεσης στο παρόν Δικαστήριο, ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της είναι νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν υφίστατο ενεργής και έγκυρη ασφαλιστική κάλυψη της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την αρ. 625/2019 απόφασή του αναίρεσε την προσβαλλομένη 4799/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ότι δεν είχε λυθεί η επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των ως άνω μερών και ότι εξακολουθούσε να υφίσταται μεταξύ αυτών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεχόμενο το ως άνω Δικαστήριο ότι: "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το νόμιμο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί λύσεως της μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου της ασφαλιστικής σύμβασης, ο οποίος είχε προταθεί πρωτοδίκως και είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεδομένου ότι τείνει στην κατάλυση του ασκούμενου με την παρεμπίπτουσα αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη, επικαλούμενο ότι: "το ζήτημα αυτό έχει κριθεί τελεσίδικα με την 4799/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών" και στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία την αγωγή του πρώτου εφεσίβλητου, Α.

Σ., ως προς την ως άνω εκκαλούσα εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και την από 25-4-2016 αγωγή του ΝΠΙΔ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΕΦΚΑ), εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε, δεκτού γενομένου ως νόμω και ουσία βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης της ως άνω εκκαλούσας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 18-5-2018 έφεση, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, κατ' άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της που αφορούν την δευτέρα των εναγομένων στις από 15-7-2017 και 25-4-2016 αγωγές.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει επί των ως άνω αγωγών και να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες, καθό μέρος στρέφονται κατά της δευτέρας των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-05-2018 έφεση της δεύτερης εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και αφού εξαφάνισε, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή, την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 899/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, [η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε κρίνει διαφορετικά και είχε δεχθεί ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος], στη συνέχεια, απέρριψε την ένδικη από 15-07-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος κατά το οποίο στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της.

Ήδη, με το μοναδικό, όπως εκτιμάται, λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11α του Π.Δ. 237/1986, με το οποίο είχε κωδικοποιηθεί ο Ν. 489/1976, όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007, γιατί δέχθηκε ότι η λύση της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία είχε επέλθει, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το χρόνο του ατυχήματος, με αντισυμφωνία μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, αντιτάσσεται και έναντι του αναιρεσείοντος - τρίτου, χωρίς όμως να δέχεται ότι η λύση αυτή γνωστοποιήθηκε στο Κέντρο Πληροφοριών και παρήλθαν δεκαέξι (16) ημέρες από τη γνωστοποίηση αυτή, όπως απαιτεί η άνω διάταξη.

Με την προαναφερθείσα κρίση του και ειδικότερα δεχόμενο το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προς τις, με την ένδικη αγωγή, ασκούμενες αξιώσεις του παθόντος - αναιρεσείοντος, για το λόγο ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (02-05-2011), δεν υπήρχε ενεργή και ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση, επειδή είχε λυθεί, από τις 27-02-2011, η μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου της (Ε.

Κ.) σύμβαση ασφάλισης, με αντισυμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων αυτών μερών, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11α παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986, όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, υπό την έννοια ότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η προπαρατιθέμενη αυτή διάταξη προκειμένου να ισχύει η, κατά τον ως άνω τρόπο, λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι τρίτων, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, για την ισχύ της λύσης της σύμβασης ασφάλισης έναντι τρίτων, ήτοι για να μπορέσει ο ασφαλιστής να επικαλεσθεί έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, την επελθούσα, με αντισυμφωνία μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου, λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, απαιτούνται:

α) γνωστοποίηση της λύσης από τον ασφαλιστή στο προβλεπόμενο από το άρθρο 27β' του Ν. 489/1976 Κέντρο Πληροφοριών και β) παρέλευση δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή στο Κέντρο Πληροφοριών, η οποία (γνωστοποίηση) αν δεν γίνει νομότυπα ή δε γίνει καθόλου, τότε ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της σύμβασης ασφάλισης στις μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου σχέσεις, εξακολουθεί κατά το νόμο να ευθύνεται έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, στους οποίους (τρίτους) υπάγεται στην ένδικη περίπτωση και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - παθών.

Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα άνω, ότι η μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της Ε. Κ., λύση της σύμβασης ασφάλισης, αντιτάσσεται και αναπτύσσει ενέργεια και έναντι του τρίτου παθόντος- αναιρεσείοντος, χωρίς όμως να έχει δεχθεί ότι πληρούνται οι ανωτέρω κατά νόμο προϋποθέσεις, ήτοι ότι έλαβε χώρα η ανωτέρω απαιτούμενη από την ως άνω διάταξη γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών και η παρέλευση δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη.

Επισημαίνεται ότι, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία γνωστοποίησε την πρόσθετη πράξη λύσης - ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης στις 16-03-2011 στην Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών (Υ.Σ.Α.Ε.), δεν πληροί και δεν καλύπτει την ως άνω απαιτούμενη από το νόμο γνωστοποίηση, καθόσον, κατά τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, χρόνο γνωστοποίησης της ακύρωσης - λύσης της σύμβασης ασφάλισης (16-03-2011), αρμόδια κατά το νόμο Υπηρεσία για να γίνονται σε αυτή οι γνωστοποιήσεις του άρθρου 11α του Π.Δ. 237/1986, ήταν το Κέντρο Πληροφοριών, το οποίο ήδη από την 1-12-2010 αποτελούσε υπηρεσιακή μονάδα του Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και όχι η Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών (Υ.Σ.Α.Ε.), η οποία δεν είχε τότε τέτοια κατά νόμο αρμοδιότητα. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα και την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6692/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ