Legislator Case Law & Legislation
418/2022 AI generated

418/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 418/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3483/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/11/2018 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

418/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθησε ο νόμος 3863/2010, ο οποίος στο άρθρο 41 παρ.1 ορίζει, ότι στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α') υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 418 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 418/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Α' Θεσσαλονίκης, 2) Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον Περικλή Ζαλαχώρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά ανακόπτοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3483/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/11/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3483/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 17-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης 1413/2016 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 188/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 13-9-2011 και με αριθμό 156296/12162/2011 ανακοπή του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.,Μ, οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει ήδη ο αναιρεσίβλητος Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), κατά του με αριθμό 1877/21-6-2011 πίνακα κατάταξης δανειστών του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπους Κριμπά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μεταρρύθμισε τον παραπάνω πίνακα, απέβαλλε από αυτόν το Ελληνικό Δημόσιο και κατέταξε προνομιακά και οριστικά το ανακόπτον Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. για το συνολικό ποσό των 2.738,16 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Το άρθρο 975 του Κ.Πολ.Δ., όπως είχε τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το αρ.4 παρ.17 στοιχ.α' - β' του Ν.2208/1995, με το αρ.6 παρ.16 στοιχ. β' του Ν.2479/1997, με το αρ. 77 παρ.2 του Ν. 2533/1997 και με το αρθ. 16 του Ν.2972/2001 και ίσχυε κατά τον χρόνο που συντάχθηκε η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (21-6-2010), και ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, όριζε, ότι η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά:

Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατατάσσονται 1) .... 5) οι απαιτήσεις του Δημοσίου και των δήμων και κοινοτήτων από φόρους που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάστηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο. 6) Οι απαιτήσεις των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.

Ακολούθησε ο νόμος 3863/2010, ο οποίος στο άρθρο 41 παρ.1 ορίζει, ότι στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α') υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.

Η περίπτωση 6 του ίδιου άρθρου του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 του ν.2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α') καταργείται, αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων. Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε πλειστηριασμούς που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που έχουν ήδη κηρυχθεί μέχρι την ψήφιση του παρόντος νόμου.

Στη συνέχεια με το άρθρο 56 του Ν.3994/2011 αντικαταστάθηκε η περίπτωση 3 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., διατηρουμένων των απαιτήσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στην ίδια τάξη. Επιπλέον ορίστηκε ότι η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής.

Στο άρθρο 56 του ίδιου νόμου, όμως, απαλείφθηκε η παρ.5 του άρθρου 41 Ν. 3683/2010, η δε έναρξη εφαρμογής του Ν. 3994/2011 ρυθμίζεται με το άρθρο 72 αρ.5 της μεταβατικής του διάταξης, σύμφωνα με την οποία "οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του.

Τα άρθρα 959 παράγραφοι 2, 963 και 975 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και επί πλειστηριασμών, που θα διενεργηθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος". Στην ίδια, τρίτη τάξη, διατηρήθηκαν οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και με τον Ν. 4055/2012, το άρθρο 19 παρ.10 του οποίου αντικατέστησε το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., καθώς και με το άρθρο όγδοο, παρ.2, αρ.1 του Ν. 4335/2015 (νέος Κ.Πολ.Δ).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 960 επ. και 999 επ. Κ.Πολ.Δ., ως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την κατάργησή τους με το άρθρο όγδοο παρ.2 Ν. 4335/2015, η προδικασία του πλειστηριασμού αρχίζει με τη σύνταξη περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης (πρώην προγράμματος πλειστηριασμού) και τελειώνει με τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο οποίος ολοκληρώνεται με την κατακύρωση (ΑΠ 1141/2020, ΑΠ 1487/2018, ΑΠ 1291/2017, ΑΠ 1474/2017, ΑΠ 1641/2014).

Η επίσπευση, από τον υποκατασταθέντα δανειστή δεν αποτελεί νέα εκτέλεση, αλλά συνέχιση της αρχικής διαδικασίας (ΑΠ 1487/2018), ακόμα δε και ο αναπλειστηριασμός αποτελεί στάδιο ενός ενιαίου πλειστηριασμού (ΑΠ 1474/2017, ΑΠ 1291/2017). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 41 παρ.1 και 5 του Ν. 3863/2010, 56 του Ν.3994/2011 και 72 αριθ.5 μεταβατικής διάταξης του ίδιου νόμου, συνάγονται τα εξής:

Προκειμένου περί πλειστηριασμών που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη μέχρι την δημοσίευση του Ν.3863/2010, δηλαδή μέχρι την 15.7.2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010), με την έννοια ότι μέχρι τότε είχε αρχίσει η προδικασία του πλειστηριασμού, με τη σύνταξη και επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης και οι οποίοι ολοκληρώθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, στις 25.7.2011 (ΦΕΚ Α 167/25.7.2011), επιπλέον δε, είχε συνταχθεί και ο κατ' άρθρον 974 Κ.Πολ.Δ.

πίνακας κατάταξης, οι δανειστές κατατάσσονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ., ως ίσχυε πριν το Ν.3863/2010 και ειδικότερα, για τους δανειστές που ενδιαφέρει η ένδικη υπόθεση, το μεν Δημόσιο στην πέμπτη τάξη, οι δε οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης στην έκτη τάξη. Άλλωστε και υπό την ισχύ του νέου Κ.Πολ.Δ., η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 43 Ν. 4715/2020 ορίζει ότι "Κατά την αληθή τους έννοια, οι διατάξεις:

α) ..... και β) του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμων. Για την κατάταξη των πιστωτών στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης ....".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης συναντώνται διατάξεις που φέρουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί προνομίων διατάξεις του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά μέσω του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 21/1994, ΑΠ 370/2014, ΑΠ 30/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "..Με επίσπευση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", και σε εκτέλεση του υπ' αριθμόν 8929/2010 β' απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθμόν 7250/2010 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ικανοποίηση απαίτησής της κατά της οφειλέτιδος Ό.

Π. του Γ., εκπλειστηριάσθηκε κινητό πράγμα ιδιοκτησίας της τελευταίας και συγκεκριμένα το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο το οποίο είχε κατασχεθεί δυνάμει της υπ' αριθμόν 572/21.06.2010 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά, Ε. Μ. - Κ., όπως αυτό ειδικότερα περιγράφεται στην ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης.

Ακολούθως συντάχθηκε η υπ' αριθμόν .../21-06-2010 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και ορίστηκε ως ημέρα του πλειστηριασμού η 21-07-2010, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπους Σπυρίδωνος Κριμπά, κατά την οποία δεν προσήλθαν πλειοδότες και ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε. Εν συνεχεία συντάχθηκε η υπ' αριθμόν 582/28-7-2010 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας και ορίστηκε ως ημέρα πλειστηριασμού η 20-10-2010.

Κατά την ημέρα αυτή διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός και το ως άνω αυτοκίνητο εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά ενώπιον του ίδιου Συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπους Σπυρίδωνος Κριμπά, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και προς τούτο συντάχθηκε η υπ' αριθμόν 1.745/20-10-2010 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του ως άνω συμβολαιογράφου, κατακυρώθηκε δε στην επισπεύδουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." αντί ποσού 8.000 ευρώ.

Στον ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλθηκε το ανακόπτον δια του Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης με την με αρ. πρωτ. .../233/29.09.2010 αναγγελία του Διευθυντή του για απαίτηση κατά της οφειλέτιδος, Ό. Π., για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές συνολικού ποσού 16.488,28 ευρώ και το Ελληνικό Δημόσιο δια της Δ.Ο.Υ.

Α' Θεσσαλονίκης για απαιτήσεις του κατά της ως άνω οφειλέτιδας συνολικού ύψους 6.673,16 ευρώ. Επειδή το ως άνω επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, ο αρμόδιος επί του πλειστηριασμού υπάλληλος (Συμβολαιογράφος Αθηνών Χαράλαμπος Σ.

Κριμπάς), συνέταξε τον υπ' αριθμόν 1.877/21-6-2011 πίνακα κατάταξης και αφού αφαίρεσε ως έξοδα εκτέλεσης το συνολικό ποσό των ευρώ 5.261,84 ευρώ (3.135,27 ευρώ για έξοδα και δικαιώματα της δικαστικής επιμελήτριας Ε. Μ. - Κ. + 145 ευρώ έξοδα της επισπεύδουσας + 535,05 ευρώ για έξοδα και δικαιώματα συμβολαιογράφου + 320 ευρώ έξοδα ικανοποίησης της πρόσκλης + 1.097 ευρώ για φύλακτρα του προρρηθέντος φορτηγού + 29,52 ευρώ για αμοιβή δικηγόρου επισπεύδουσας), εν συνεχεία στο επαπομείναν εκπλειστηρίασμα των 2.738,16 (8.000 - 5.261,84) ευρώ, κατέταξε προνομιακά και οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο δια της Δ.Ο.Υ.

Α' Θεσσαλονίκης προς μερική ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεών του και ουδείς άλλος κατετάγη, λόγω εξάντλησης του πλειστηριάσματος. Περαιτέρω, κατά τα στην ως άνω νομική σκέψη αναλυτικά εκτεθέντα, οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (ήδη Ε.Φ.Κ.Α.) κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, δεδομένου ότι η διαδικασία του επίδικου πλειστηριασμού άρχισε και ολοκληρώθηκε μετά τις 15-7-2010 (οπότε και άρχισε η ισχύς του ν. 3863/2010), αφού η Α' επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης και ο πλειστηριασμός έλαβαν χώρα μετά την ως άνω ημερομηνία, ήτοι στις 28-7-2010 και 20-10-2010 αντίστοιχα.

Με την σύνταξη της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης στις 28-7-2010, άρχισε η προδικασία του νέου (δεύτερου) πλειστηριασμού, ο οποίος δεν αποτελεί συνέχεια του πρώτου, ήδη ματαιωθέντος πλειστηριασμού, αλλά είναι αυτοτελής με νέα διαδικασία και η ως άνω προδικασία έληξε με τη διενέργεια αυτού (δεύτερου πλειστηριασμού) στις 20-10-2010 και ακολούθως συντάχθηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης.

Έτσι, το εφεσίβλητο (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ήδη Ε.Φ.Κ.Α.) πρέπει να καταταγεί μόνο αυτό, προνομιακά και οριστικά (αντί του Ελληνικού Δημοσίου) στο απομείναν πλειστηρίασμα, γενομένης δεκτής της ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμης.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι πρέπει να εφαρμοστούν, στην προκειμένη περίπτωση, οι διατάξεις του ν.3863/2010 και ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ήδη Ε.Φ.Κ.Α. είναι εξοπλισμένες με το γενικό προνόμιο της τρίτης τάξεως του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ, και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, προκειμένου να αποβληθεί το Ελληνικό Δημόσιο και να καταταγεί το ανακόπτον και ήδη εφεσίβλητο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

ήδη Ε.Φ.Κ.Α, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα ποσού 2.738,16 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την απόφαση αυτή (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ). Ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τις σχετικές προηγηθείσες νομικές σκέψεις, πρέπει ν' απορριφθούν οι αιτιάσεις του εκκαλούντος που περιέχονται στους λόγους έφεσης ενιαίως κρινομένων ως συναφών, για εσφαλμένη εκ μέρους του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του ν.3863/2010, ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση έφεση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη....". Το Εφετείο, δηλαδή, δέχθηκε, ότι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν έπρεπε να καταταγεί προνομιακά στην πέμπτη τάξη του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ, προηγούμενου του αναιρεσείβλητου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

και ήδη Ε.Φ.Κ.Α, αλλά ότι έπρεπε το τελευταίο να καταταγεί προνομιακά στην τρίτη τάξη, σύμφωνα με το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3863/2010, νόμος που ήταν εφαρμοστέος διότι ο επίδικος πλειστηριασμός δεν βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη, καθόσον επισπεύθηκε μεν με την αριθ. .../21-6-2010 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, αλλά ματαιώθηκε και συντάχθηκε στις 28-7-2010 η Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, μετά την ισχύ του ν.3863/2010, η οποία συνιστά προδικασία του νέου (δεύτερου) πλειστηριασμού, ο οποίος διενεργήθηκε στις 20-10-2010.

Έτσι που έκρινε όμως το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 41 παρ.1 του ν.3863/2010, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, κατά την παρ.5 του ίδιου άρθρου 41, διότι ο επίδικος πλειστηριασμός βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη από τη σύνταξη της με αριθμό .../21-6-2010 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, παραβιάζοντας, έτσι, δια της μη εφαρμογής τους, ενώ ήσαν εφαρμοστέες και τις ισχύουσες κατά τον επίδικο χρόνο του πλειστηριασμού διατάξεις των άρθρων 960 και 999 Κ.Πολ.Δ., που όριζαν την έναρξη της προδικασίας του πλειστηριασμού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, αποκλειστικά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατ' ορθήν εκτίμηση (και όχι και από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, που επιγραμματικά και συνδυαστικά επικαλείται το αναιρεσείον, αφού δεν αιτιάται έλλειψη νόμιμης βάσης ένεκα ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών), με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α Κ.Πολ.Δ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 και εξακολουθεί να ισχύει αμετάβλητο ως προς τη σχετική διάταξη και μετά την αντικατάσταση του ίδιου άρθρου με τον ν.4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της από 17-5-2016 έφεσης του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος κατά του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, του οποίου η ανακοπή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψη της, προβάλλοντας με λόγο έφεσης το ίδιο σφάλμα τον οποίο προέβαλε και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ως λόγο αναίρεσης.

Από τις ανωτέρω αιτιολογίες κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση ήταν το προϊσχύσαν του ν.3863/2010 δίκαιο, το οποίο εφάρμοσε και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη σύνταξη του πίνακα, και δη το άρθρο 975 αρ.5 και 6 Κ.Πολ.Δ, όπως αυτό ίσχυε πριν τις μεταβολές που επέφερε ο ως άνω νόμος, σύμφωνα με το οποίο οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, που δεν αμφισβητήθηκαν ως προς την ύπαρξη ή τον προνομιακό χαρακτήρα τους με λόγο ανακοπής του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ήταν εξοπλισμένες με ισχυρότερο προνόμιο από αυτό των απαιτήσεων αυτού (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), οι οποίες κατατάσσονταν στην έκτη τάξη μετά τις απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.

Μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το ως άνω κεφάλαιο, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα ούτε χρειάζεται οποιαδήποτε επιπλέον διευκρίνιση, καθόσον υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού (ΑΠ 908, 895, 700/2019) και η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 580 παρ.3 εδ.1 Κ.Πολ.Δ), να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κατά του Ελληνικού Δημοσίου και μεταρρυθμίστηκε ο προσβληθείς πίνακας κατάταξης της υπαλλήλου του πλειστηριασμού δια της αποβολής του αναιρεσείοντος από αυτόν και της κατάταξης στη θέση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για ποσό 2.738,16 ευρώ και να απορριφθεί η ανακοπή του τελευταίου.

Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 3483/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση.

Δέχεται κατ' ουσίαν την από 17-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης 1413/2016 έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος.

Εξαφανίζει την με αριθμό 188/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την από 13-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης 156296/22162/2011 ανακοπή του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

Απορρίπτει την παραπάνω ανακοπή. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ