418/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Legislator headnote
AI generated418/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες, που το κατέθεσαν, λόγω της νίκης τους, (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας ΤΟΛ^ στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 418 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 418/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Π. του Ι., 2Ά. Π. του Ν., κατοίκων ..., 3. Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καρύδη που ανακάλεσε την από 15-10-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε. Των αναιρεσίβλητων: 1. Ά. Π. του Γ., 2Σ. Α. του Κ., 3 Γ. Α. του Κ., 4Ι. συζ. Ι. Κ., το γένος Β. Π., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Απολλωνίων-που συγχωνέυθηκε από την 1-1-2013 στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-11-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει: 1) από την με αριθμ. .../12-3-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Ρ., την από 14-12-2018 βεβαίωση αναβολής της γραμματέως του Αρείου Πάγου και το από 15-4-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στη ..., 2) από τις με αριθμ. .../20-4-2018 και .../20- 4-2018 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου, ως άνω, δικαστικού επιμελητή, το με αριθμ. .../7-6-2018 έγγραφο και το από 7-6-2018 αποδεικτικό επίδοσης του ιδίου, ως άνω, Προξενείου και 3) από την με αριθμ. ...12-3-2019 έκθεση επίδοσης του ιδίου, ως άνω, δικαστικού επιμελητή, την από 14-12-2018 βεβαίωση αναβολής της γραμματέως του Αρείου Πάγου, την από 15-10-2019 βεβαίωση της εταιρείας ...
HELLAS και το από 10-10-2019 έγγραφο της ίδιας εταιρείας, που με επίκληση προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι διαμένουν στην ..., έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 134, 498 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 3 και 4 της μεταξύ της Ελλάδας και της Μεγάλης Βρετανίας υπογραφείσας την 27-2-1936 στο Λονδίνο Σύμβασης δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Α.Ν. 730/1937 και στην οποία προσχώρησε νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 αυτής, η Αυστραλία την 14-12-1938 (ΦΕΚ 445/1938 τευχ.
Α'). Συγκεκριμένα, αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση να παραστούν στη συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (η οποία ορίστηκε μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο της 5 Δεκεμβρίου 2018) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ αντίγραφο της ίδιας αιτήσεως με κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 5 Δεκεμβρίου 2018, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε με σχετική σημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους έτερους δύο αναιρεσιβλήτους.
Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους.
2. Η κρινόμενη από 6-11-2017 (με αριθ. κατ. 3/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της 265/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία επί εφέσεως κατά της 110/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, έχει ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ. 2 του ΚΠολΔ προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (που έγινε στις 28-9-2017, ενώ η κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως έλαβε χώρα στις 6-11-2017). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
3. Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1051 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, που την εξέδωσε, τα εξής : " οι διάδικοι είναι συγκύριοι ομόρων ακινήτων. Ειδικότερα, οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 4/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος οι πρώτος και τετάρτη εξ αυτών και κατά τα 2/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος οι δεύτερος και τρίτος εξ αυτών ενός αγροτεμαχίου, ευρισκομένου στη θέση "...
του Δήμου Λευκάδας. Αρχικός κύριος του εν λόγω ακινήτου ήταν ο Γ. Π. του Β. (πατέρας του πρώτου και παππούς των υπολοίπων εναγόντων) ο οποίος απεβίωσε το 1943, την κυριότητα του οποίου είχε αποκτήσει κατόπιν άτυπης προίκας που είχε συσταθεί υπέρ του από την Α. Π. περί το έτος 1920, οπότε και νυμφεύθηκε την κόρη της Ι.
Π.. Έκτοτε και μέχρι τον θάνατο του το έτος 1943 νεμόταν και κατείχε το ακίνητο με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, ενεργώντας επ' αυτού όλες εκείνες τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του όπως καλλιέργεια με οπωροκηπευτικά, καθαρισμό, επίβλεψη κλπ. και κατέστη με τον τρόπο αυτό, κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Όταν ο ανωτέρω απεβίωσε κληρονομήθηκε απ' τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι την σύζυγό του Ι. και τα τρία του τέκνα, τον πρώτο ενάγοντα, την Μ. σύζυγο Κ. Α. και τον Β. Π., κατά το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, μη απαιτουμένης συμβολαιογραφικής πράξεως αποδοχής κληρονομιάς, διότι η επαγωγή έλαβε χώρα πριν από την ισχύ του ΑΚ ήτοι από το καθεστώς του Ιονίου Αστικού Κώδικα.
Στις 25/10/1969 απεβίωσε η Ι. Π. χωρίς να καταλείπει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατά τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από έκαστο των ανωτέρω τέκνων της. Στις 17/10/1984 απεβίωσε και ο Β. Π., χωρίς να καταλείπει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Λ.
χήρα Β. Π. κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/4 εξ αδιαιρέτου και από την κόρη του, τέταρτη των εναγόντων, κατά το ιδανικό μερίδιο των 3/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ στη συνέχεια, στις 29/3/2002 απεβίωσε και η Λ. χήρα Β. Π., επίσης χωρίς να καταλείπει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την κόρη της, τέταρτη των εναγόντων, η οποία με τον τρόπο αυτό κατέστη συγκύρια του ανωτέρω αγροτεμαχίου κατά το ιδανικό μερίδιο των 4/12 εξ αδιαιρέτου.
Στις 24/10/2006 απεβίωσε, χωρίς να καταλείπει διαθήκη η Μ. χήρα Κ. Α. και το κληρονομικό της μερίδιο επί του ανωτέρω ακινήτου κληρονόμησα κατ' ισομοιρία τα δύο τέκνα της, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων, με τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου αυτού κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Την ανωτέρω κληρονομία αποδέχθηκαν οι ενάγοντες με την υπ' αριθμ. .../17-7-2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λευκάδας Χ.
Γ., νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Απολλωνίων στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό .... Στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο το ανωτέρω κληρονομιαίο ακίνητο περιγράφεται ως αγροτεμάχιο ποτιστικό εμβαδού 3267,18 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της αγροτικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ...
και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. Σ. με ιδιοκτησία Γ., με ιδιοκτησία Σ. Π. (Τ.) και με τον ποταμό ... Εξάλλου, ο πρώτος των εναγομένων ήταν αποκλειστικός κύριος ενός ακινήτου, ευρισκομένου στην ίδια ως άνω θέση, το οποίο είχε αποκτήσει κατόπιν άτυπης παραχώρησης από τον πατέρα του Ι. Π. περί το έτος 1950.
Εντός του ακινήτου αυτού ο πρώτος εναγόμενος ασκούσε πράξεις νομής και διακατοχής όπως καθαρισμό, βοσκή ζώων, κοπή ξύλων για τις ανάγκες της οικείας του, καθώς και καλλιέργεια κηπευτικών μέχρι και το έτος 2010, οπότε και το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στις κόρες του, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../8-9-2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ε.
Ά., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Απολλωνίων στον τόμο 98 και με αύξοντα αριθμό ... Στο συμβόλαιο αυτό το ακίνητο περιγράφεται ως αγροτεμάχιο, ευρισκόμενο στην αγροτική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... και στην ειδική θέση "Κ." το οποίο έχει έκταση 16.889,79 τ.μ. Το επίδικο αποτελεί τμήμα που βρίσκεται μεταξύ των δύο αυτών ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα αποτελεί το νοτιοδυτικό τμήμα του περιγραφομένου ανωτέρω ακινήτου των εναγόντων και το νοτιοανατολικό του περιγραφομένου ανωτέρω ακινήτου των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων.
Έχει έκταση 1169,79 τ.μ., περιλαμβάνεται σε αμφότερους τους προαναφερθέντες τίτλους. Ο μάρτυρας αποδείξεως, η οικογένεια του οποίου έχει ακίνητο στην περιοχή, κατέθεσε ότι πράξεις νομής επί της επιδίκου αυτής εκτάσεως ασκούσαν οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι αυτών για χρονικό διάστημα πενήντα περίπου ετών πριν την άσκηση της αγωγής, καθώς είχαν ως αντιπρόσωπό τους στη νομή τον Β.
Π., ο οποίος το εκμίσθωνε σε τρίτους για καλλιέργεια. Περαιτέρω και από τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις προέκυψε ότι από το έτος 1950 και επέκεινα πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου ασκούσαν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και στη συνέχεια οι ενάγοντες. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, πριν αναχωρήσουν για την Αυστραλία, είχαν εκμισθώσει το ακίνητο στον Θ.
Π., ο οποίος, το καλλιεργούσε με σιτάρι, μπιζέλια, βρώμη και πατάτα μέχρι το έτος 1971, στη συνέχεια, το έτος 1971 ο Β. Π. εκμίσθωσε το ακίνητο στον εξάδελφό του Β. Π. (ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των δικαιοπαρόχων των εναγόντων) μέχρι το έτος 1992 για καλλιέργεια με πατάτες και καλαμπόκι, ενώ περί το έτος 1978 ο ανωτέρω μισθωτής είχε υπεκμισθώσει το ανωτέρω ακίνητο στον Σ.
Π. Τ.. Από το έτος 1992 έως το έτος 1997 το ανωτέρω αγρόκτημα το καλλιεργούσε με τριφύλλι ο Φ. Γ., ενώ από το έτος 1997 έως το 2000 το αγροτεμάχιο το έσπερνε με τριφύλλι ο Σ. Μ. Ρ. κατόπιν σχετικής άδειας του αντιπροσώπου των εναγόντων Β. Π.. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν συστηματικά πράξεις νομής επί της επιδίκου εκτάσεως διανοία κυρίων τουλάχιστον από το έτος 1950 και επέκεινα, με αποτέλεσμα το έτος 2010, οπότε και ξεκίνησε η μεταξύ των διαδίκων διαμάχη και ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στις δεύτερη και τρίτη εξ αυτών το μείζον ακίνητο, ιδιοκτησίας του, να μην είναι αυτός αληθής κύριος του επιδίκου τμήματος, αλλά οι εναγόμενοι (προφανώς εννοεί τους ενάγοντες) του οποίου την κυριότητα είχαν αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στη συννομή τους και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Έτσι δεν απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου οι δεύτεροι και τρίτοι των εναγομένων, οι οποίες δεν απέκτησαν από αληθή κύριο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του και συνεπώς οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 110/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας που δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ως προς τη με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους ενάγοντες και τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας των εναγομένων με παράγωγο τρόπο από αληθή κύριο, καθόσον ενώ δέχεται ότι εντός του προαναφερόμενου ακινήτου των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, στο οποίο περιλαμβάνεται και ένα τμήμα της επίδικης εδαφικής έκτασης, ήτοι το νοτιοανατολικό της τμήμα, ο (δικαιοπάροχός τους) πρώτος εναγόμενος ασκούσε πράξεις νομής, όπως καθαρισμό, βοσκή ζώων, κοπή ξύλων για τις ανάγκες της οικείας του, καθώς και καλλιέργεια κηπευτικών από το έτος 1950 μέχρι το έτος 2010, οπότε και το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στις κόρες του, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, στη συνέχεια, όλως αντιφατικά δέχεται ότι πράξεις νομής ασκούσαν οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους σε ολόκληρη την επίδικη εδαφική έκταση (άρα και στο τμήμα του ακινήτου που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ασκούσε πράξεις νομείς, κατά τα έτη 1950-2010 ο πρώτος εναγόμενος) από το έτος 1950 και επέκεινα μέχρι την άσκηση της αγωγής, εξαιτίας δε των ως άνω αντιφατικών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος
για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των
άρθρων 1045, 1051, 1094 του ΑΚ, που εφαρμόστηκαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω όπως προκύπτει από την με αριθμ. ...-10-2017 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λευκάδας Σ. Ρ., που με επίκληση προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, συντελέστηκε η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσειόντων με βάση την 110/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λευκάδας η οποία με την επικύρωσή της ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 11/2007), γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ), με την αποβολή των αναιρεσιβλήτων και την εγκατάσταση των αναιρεσειόντων στην συννομή της επίδικης εδαφικής έκτασης.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες, που το κατέθεσαν, λόγω της νίκης τους, (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας ΤΟΛ^ στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 265/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή. Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 110/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες, και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ