418/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated418/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 418 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 418/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καρούζο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Τ. του Π., συνταξιούχου δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λυκούδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5452/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 10/6/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Κώδικας περί Δικηγόρων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 3026/1954, ορίζει: Στο άρθρο 92 παρ. 2 ότι "2. Εν περιπτώσει συμφωνίας, όπως ο Δικηγόρος διά τας παρεχομένας υπηρεσίας αμείβεται μόνον διά παγίας περιοδικής αμοιβής (αρθρ. 63 παρ. 4 εδάφ. α), το ελάχιστον όριον αυτής καθορίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ...".
Στο άρθρο 92Α, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 (ΦΕΚ 270 Α’ ) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, ότι: "1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:
α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο, β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο, γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι αυτούς διατάξεις .....".Περαιτέρω κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003, "περί των μισθολογικών ρυθμίσεων λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α.", εκδόθηκε η 2/8250/0022/2004 απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης "Κατάταξη δικηγόρων με έμμισθη εντολή σε μισθολογικά κλιμάκια", η οποία ορίζει τα εξής: "1) Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής, στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και τα Ν.Π.Δ.Δ, των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια χωρίς περαιτέρω εξέλιξη ως εξής:
α) Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο: στο 15ο Μ.Κ. β) Δικηγόροι στο Εφετείο: στο 8ο Μ.Κ. γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο: στο Ιο Μ.Κ. 2) Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν. 3205/2003. 3) Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1816/1988 ...". Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του Ν. 3274 / 2004 "Οργάνωση και λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού", αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 246 του Ν. 1188/1981, που αφορά την αντιμισθία των δικηγόρων που υπηρετούν στους ΟΤΑ με σχέση έμμισθης εντολής, ως εξής: "Αρθρο 246:
Αντιμισθία, α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των Ο.Τ.Α. με πάγια αντιμισθία, β). Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους Ο.Τ.Α.
με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους Ο.Τ.Α. με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας ..., γ) Στους παραπάνω δικαιούχους χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α’ ) και το επίδομα της περιπτώσεως γ’ της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α’ ), όπως κάθε φορά ισχύουν".
Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, στη διαμόρφωση της αντιμισθίας αυτής λαμβάνεται υπόψη και η παροχή για "έξοδα κίνησης", που προβλέφθηκε με την ΚΥΑ 204022/4110/19-6-1998 των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών από 1-4-1989 και αναπροσαρμόστηκε αλλεπάλληλα, ανερχόμενη μετά την αναπροσαρμογή της με την ΚΥΑ 2/35576/0022/13-7-2005 των ίδιων παραπάνω Υπουργών στο ποσό των 270 ευρώ κατά μήνα, καθώς και το "επίδομα ειδικής απασχόλησης", που προβλέφθηκε με το άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 2470/1997 και ανέρχεται δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
γ’ του ν. 3205/2003 από 1-1-2004 σε 84 ευρώ μηνιαίως. Οι παραπάνω παροχές των "εξόδων κίνησης" και του "επιδόματος ειδικής απασχόλησης" αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών των δικηγόρων που υπηρετούν με πάγια αντιμισθία στους Ο.Τ.Α., εφόσον καταβάλλονται σταθερά κάθε μήνα για την εκτέλεση των συνήθων καθηκόντων τους και αφού αναγνωρίστηκε ο χαρακτήρας τους ως τακτικών αποδοχών και με το άρθρο 246 εδ.
γ’ ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 21 παρ. 3 του ν.3274/2004 (ΑΠ 1893/2011 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την ενδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι ασκώντας το λειτούργημα του Δικηγόρου κατήρτισε με τον εναγόμενο Δήμο την από 5 Δεκεμβρίου 1983 σύμβαση έμμισθης εντολής, ενταχθείς σε οργανική θέση, προβλεπόμενη από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, παρείχε δε τις υπηρεσίες του ως Δικηγόρος σ’ αυτόν με πάγια περιοδική αμοιβή (μηνιαία αντιμισθία).
Ότι με την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του Νόμου 3274/2004 που ισχύει από 19 Οκτωβρίου 2004, ορίσθηκε ότι η πάγια αντιμισθία των Δικηγόρων των Δήμων, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 20% για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους και 30% για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων.
Ότι η ανωτέρω ρύθμιση είναι αντισυνταγματική και επομένως ανίσχυρη, αφού εισάγεται δυσμενής διάκριση εις βάρος του, ως Δικηγόρου που παρέχει τις υπηρεσίες του σε Δήμο με πληθυσμό κάτω των 100.000 κατοίκων, έναντι αυτών που υπηρετούν σε Δήμους, με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, αφού δεν αναφέρεται στο νόμο ειδική αιτιολογία, ούτε λόγοι δημοσίου συμφέροντος, ώστε να είναι δικαιολογημένη η διαφορετική διαχείριση.
Ότι κατά συνέπεια είναι άμεσα εφαρμοστέα γι’ αυτόν η προαναφερθείσα διάταξη, με την οποίαν η αντιμισθία των Δικηγόρων των Δήμων με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 30%. Ότι ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε την διαφορά της προσαυξήσεως, ήτοι το υπόλοιπο ποσοστό 10%, επί του βασικού μισθού, του κινήτρου αποδόσεως, του επιδόματος ειδικής απασχολήσεως, των εξόδων κινήσεως, για το χρονικό διάστημα από τις 19 Οκτωβρίου 2004 μέχρι τις 15 Απριλίου 2009, του δώρου Χριστουγέννων για τα έτη 2004 έως 2007, του δώρου Πάσχα για τα έτη 2005 έως 2008 και του επιδόματος αδείας για τα έτη 2005 έως 2008, ενώ του οφείλει ολόκληρη την προσαύξηση 30% για τα δώρα Χριστουγέννων 2008 και Πάσχα 2009.
Ενόψει αυτών, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των 16.546 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 91/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τον εναγόμενο, να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 4.042,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής αμφότεροι οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και επ’ αυτών εκδόθηκε η 5452/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί των πραγμάτων, κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από το έτος 1973, κατάρτισε με τον εναγόμενο Δήμο, στις 5-12-1983, σύμβαση έμμισθης εντολής, δυνάμει της οποίας προσέφερε σ’ αυτόν τις νομικές του υπηρεσίες, έναντι πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας.
Με το άρθρο 21 παρ. 3 του Νόμου 3274/2004 που ισχύει από τις 19-10-2004, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : Οι διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους Δικηγόρους των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με πάγια αντιμισθία. Η πάγια αντιμισθία των Δικηγόρων των Δήμων, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά από τις εκάστοτε ισχύουσες, γι’ αυτούς, διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 20% για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους και κατά ποσοστό 30% για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας.
Στους ανωτέρω δικαιούχους χορηγούνται τα χρηματικά ποσά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Νόμου 2685/1999 και το επίδομα της περιπτώσεως γ της παρ. 6 του άρθρου 8 του Νόμου 3205/2003, όπως κάθε φορά ισχύουν. Η άνω ρύθμιση εισάγει διάκριση μεταξύ των Δικηγόρων που υπηρετούν σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους και των Δικηγόρων που υπηρετούν σε Δήμους με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων.
Πλην όμως η ρύθμιση αυτή δεν εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος του ενάγοντος, ο οποίος παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες σε Δήμο με πληθυσμό 16.740 κατοίκων, κατά την απογραφή του έτους 2001, δεδομένου ότι ρυθμίζει το ύψος της μηνιαίας αντιμισθίας Δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό ανόμοιες συνθήκες εργασίας, καθόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι Δικηγόροι Δήμων, με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, ασχολούνται με πολύ μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων και τούτο ανεξάρτητα από τον αριθμό των Δικηγόρων που υπηρετούν σε κάθε Δήμο.
Κατά συνέπεια, η προαναφερθείσα διάταξη δεν εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος του ενάγοντος και δεν αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία.....Κατ’ ακολουθίαν, η από 27-7-2011 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος τυγχάνει απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν στο σύνολό της.
Περαιτέρω, ως προς την από 26-7-2011 έφεση του εναγομένου Δήμου, με το μοναδικό λόγο της οποίας ο εκκαλών υποστηρίζει ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι το επίδομα κινήσεως και το επίδομα ειδικής απασχολήσεως, τα οποία ο ενάγων ελάμβανε σταθερά και μόνιμα και κατ’ ακολουθίαν περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές του, με προσαύξηση 20%, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Επί προγενέστερης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κρίθηκε αμετάκλητα, με την υπ’ αριθμ. 1893/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου ότι "οι παροχές των εξόδων κινήσεως και του επιδόματος ειδικής απασχολήσεως αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών των Δικηγόρων που υπηρετούν με πάγια μηνιαία αντιμισθία στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον καταβάλλονται σταθερά κάθε μήνα για την εκτέλεση των συνήθων καθηκόντων τους και αφού αναγνωρίσθηκε ο χαρακτήρας τους ως τακτικών αποδοχών και με το άρθρο 246 εδ.
γ του Νόμου 1188/1981, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 21 παρ. 3 του Νόμου 3274/2004. Ο εναγόμενος Δήμος όφειλε να υπολογίσει την προσαύξηση του ποσοστού 20% επί του συνόλου των αποδοχών του, στις οποίες περιλαμβάνονται και αυτά τα επιδόματα.... ". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) όφειλε για το χρονικό διάστημα από 1.11.2005 μέχρι 15.04.2009, κατά το οποίο ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εξακολουθούσε να λαμβάνει τα ανωτέρω επιδόματα, να υπολογίσει την προσαύξηση του ποσοστού 20% επί του συνόλου των αποδοχών του στις περιλαμβάνονται και αυτά τα επιδόματα, κάτι που αρνήθηκε να πράξει.
Ενόψει αυτών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με το δεχθεί ότι τα ως άνω επιδόματα αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών του αναιρεσιβλήτου και ότι η εν λόγω προσαύξηση του 20% έπρεπε να υπολογιστεί και επ’ αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.2005 μέχρι 15.04.2009, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Τέλος, o αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.06.2015 αίτηση του Δήμου Ελληνικού για αναίρεση της 5452/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ο Τμήμα)
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ