Legislator Case Law & Legislation
418/2016 AI generated

418/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 418/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 418 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

418/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 418 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
safe third country judicial settlement approval lump-sum settlement payment insufficient amount collective investment funds capital investment fraud
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 418 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 418/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία ενεργεί δι' εαυτήν ατομικά και ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της προϋφιστάμενης εταιρείας με την επωνυμία "...", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τσιμπρή. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Ξένου - Κασσιανού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 14-12-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή - προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης των εταιρειών 1) ..." και 2) "...", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η απόφαση 2098/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 2951/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-2-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 28-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια. Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., που ορίζει ότι: "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του Α.Κ. και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προεκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 του Α. Κ. Εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υποθέσεώς του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σ' αυτόν. Σχέση προστήσεως υπάρχει και μεταξύ της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρείας αφενός και του συνεργάτου της τελευταίας (ασφαλιστικού συμβούλου ή πράκτορος αφετέρου), εφόσον αυτές διατηρούν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτού. Και ναι μεν από την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν.1969/1991, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.3 του π.δ. 433/1993 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 παρ. 5 του v. 2533/1997 η οποία ορίζει ότι: H Α.Ε. Διαχειρίσεως μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της. Δύνανται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι μόνον Τράπεζες, Ασφαλιστικές Εταιρίες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών", συνάγεται, ότι ως αντιπρόσωποι των εταιρειών διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου κινητών αξιών κατά την διάθεση τίτλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων μπορούν να ενεργούν μόνον τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), όχι δε και φυσικά πρόσωπα, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα αυτά αποκλείονται οπωσδήποτε από το δίκτυο διαθέσεως των τίτλων. Απλώς η ανάμειξή τους δεν επιτρέπεται να γίνει κατ' εκπροσώπηση της εταιρείας διαχειρίσεως, αφού τούτο αντίκειται στην ανωτέρω δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν.1969/1991 και συνεπώς, η τελευταία δεν ευθύνεται συμβατικώς έναντι του τρίτου, που συνήψε σύμβαση αγοράς τέτοιων τίτλων με φυσικό πρόσωπο, ευθύνεται όμως κατά το άρθρο 922 Α.Κ., εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Α. Π. 1785/2007, 39/2009, 316/2009 291/2011 1761/2013, 1440/2014, 188/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ 1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, συνάγεται ότι, μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου από εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν, εξ αδιαιρέτου, σε περισσότερα πρόσωπα και καθίστανται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχειρίσεως από ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται για το σκοπό αυτό. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου, προκύπτει, ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλασματικά μερίδια, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από την διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή, είναι η τράπεζα. Για την πώληση και την, εντεύθεν, απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων (ΑΠ 1396/2011, 331/2010, 316/2009). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π.7/2006). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη...(ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, που ασχολείται...με τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων κατά τις διατάξεις των άρθρων 17 επ. του ν. 1969/1991 και των σχετικών κανονισμών και αποτελεί μέλος του ομίλου εταιρειών "...". Η δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) εταιρεία, που δραστηριοποιείται στο χώρο των ασφαλίσεων...και υπάγεται στον ίδιο ως άνω όμιλο, είχε συνάψει στα πλαίσια αντιπροσώπευσης της πρώτης εναγομένης...σύμβαση συνεργασίας με την τελευταία για την πώληση σε ενδιαφερομένους τρίτους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειριζόταν αυτή. Η διάθεση αυτή πραγματοποιείται από τη δεύτερη εναγομένη, μέσω πανελλήνιου δικτύου πωλήσεών της, το οποίο αποτελείται από πρόσωπα - ελεύθερους επαγγελματίες ασφαλιστές, οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με σχετική άδεια άσκησης επαγγέλματος του ασφαλιστικού συμβούλου ή του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων. Η τρίτη εναγομένη (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) ανήκε στο δυναμικό των συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων της δεύτερης εναγομένης, έχοντας συνάψει με την προϋφισταμένη ασφαλιστική εταιρεία "..." η οποία...είχε απορροφηθεί από αυτήν, τις από 13-11-1990 και 1-1-1993 συμβάσεις έργου συντονιστή Β' και Α', αντίστοιχα, έχοντας αναλάβει το έργο της,... επιλογής και εκπαίδευσης ασφαλιστικών συμβούλων. Στα καθήκοντα της τρίτης εναγομένης συμπεριλαμβανόταν, εκτός από αυτά της συντονίστριας ασφαλιστικών συμβούλων..., η εκ παραλλήλου προώθηση στο επενδυτικό κοινό τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης, την οποία η δεύτερη εναγομένη, δυνάμει μεταξύ τους σύμβασης συνεργασίας, αντιπροσώπευε κατά την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων. Προς διευκόλυνση του έργου της οι εναγόμενες εταιρείες είχαν παραχωρήσει σ' αυτή τη χρήση γραφείου στο υποκατάστημα επί της οδού ... αρ…στην …, όπου υπήρχαν αναρτημένες πινακίδες με το όνομα του ομίλου "..." και την προμήθευαν με έντυπο ενημερωτικό υλικό και με αιτήσεις (συμμετοχής, εξαγοράς μεριδίων κ.α). Η τρίτη εναγομένη, αμειβόταν με προμήθεια επί της αξίας των πωλουμένων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης. Επίσης, προέβαινε στην έκδοση επαγγελματικών καρτών στο όνομα των εναγομένων που διένειμε στους επενδυτές, στις οποίες , υπό το σήμα και την εμπορική επωνυμία του ομίλου, αλλά και της πρώτης εναγομένης, αναγραφόταν η ιδιότητά της ως χρηματοοικονομικού συμβούλου, συμβούλου επενδύσεων και διευθύντριας του ως άνω υποκαταστήματος. Έκανε δε χρήση σφραγίδων με το διακριτικό τίτλο της πρώτης υπό την ιδιότητά της ως διευθύντριας του πιο πάνω υποκαταστήματος. Ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι υπήρχε και σχετική καταχώρηση, εκ μέρους του ομίλου "...", σε ειδικό ασφαλιστικό περιοδικό με τον τίτλο "ασφαλιστική αγορά"..., στην οποία ...προβαλλόταν η τρίτη εναγόμενη με τη δημοσίευση σχετικής φωτογραφίας της, σε τελετή βράβευσης...ο ενάγων, που είναι συνταξιούχος πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, έχοντας υπόψη το κύρος του ομίλου "...", αποφάσισε το έτος 1998 να επενδύσει τις οικονομίες του σε τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης. Κατά τον μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους ο ενάγων επισκέφθηκε την τρίτη εναγομένη στο υποκατάστημα του ομίλου "..." στην …, όπου του παρουσιάστηκε ως επιτυχημένη υπάλληλος του ομίλου και ότι τελούσε κάτω από τις οδηγίες των εναγομένων εταιριών. Κατά τη συνάντηση αυτή του πρότεινε να τοποθετήσει τα χρήματά του σε αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη. Η συναλλακτική αυτή σχέση λειτούργησε ομαλά μέχρι αρχές του 2002. Κατά το διάστημα αυτό ο ενάγων εκτέλεσε πλήθος συναλλαγών, όπως υποβολή αιτήσεων συμμετοχής, κατάθεση αντιστοίχων χρηματικών ποσών στη θεματοφύλακα τράπεζα, εξαγορές μεριδίων. Ειδικότερα στις 16-12-1998 υπέγραψε...αίτηση συμμετοχής επενδύοντας το ποσό των 5.000.000 δρχ στο ... αμοιβαίο κεφάλαιο μικτό εσωτερικού, καθώς και το ποσό των 5.000.000 δρχ στο ... αμοιβαίο κεφάλαιο μετοχών εσωτερικού και κατέθεσε στις 23- 12-1998 το συνολικό ποσό των 10.000.000 δρχ στη θεματοφύλακα Εθνική Τράπεζα. Στις 2-4-1999 υπέγραψε...αίτηση συμμετοχής, επενδύοντας το ποσό των 7.500.000 δρχ στο ... αμοιβαίο κεφάλαιο ομολογιών εσωτερικού, καθώς και το ποσό των 7.500.000 δρχ στο "..." αμοιβαίο κεφάλαιο ομολογιών εσωτερικού και κατέθεσε αυθημερόν συνολικό ποσό των 15.000.000 δρχ στη θεματοφύλακα Εθνική Τράπεζα. Στις 11-6-1999 υπέγραψε...αίτηση συμμετοχής, επενδύοντας το ποσό των 4.000.000 δρχ στο ... αμοιβαίο κεφάλαιο μικτό εσωτερικού, ... και...των 4.000.000 δρχ στο ... αμοιβαίο κεφάλαιο μετοχών εσωτερικού και κατέθεσε αυθημερόν το ... ποσό των 8.000 δρχ. στη θεματοφύλακα Τράπεζα Πειραιώς. Στις 9-12- 1999 υπέγραφε...αίτηση συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια επιθετικής στρατηγικής μετοχών εσωτερικού, επενδύοντας το ποσό των 2.500.000 δρχ, που κατέθεσε την επομένη ημέρα στη θεματοφύλακα Εθνική Τράπεζα. Στις 21-4-2000 υπέγραφε...αίτηση συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια μετοχών εσωτερικού, επενδύοντας το ποσό των 8.829.589 δρχ. Στις 21-4-2000 υπέγραφε...αίτηση συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια μετοχών εσωτερικού, επενδύοντας το ποσό των 4.486.179 δρχ. Στις 21-4-2000 υπέγραψε ... αίτηση συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια μετοχών εσωτερικού, επενδύοντας το ποσό των 7.885.239 δρχ. Στις 21-4- 2000 υπέγραψε...αίτηση συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια επιθετικής στρατηγικής μετοχών εσωτερικού, επενδύοντας το ποσό των 1.681.660 δρχ. Επίσης, υπέγραψε την ... αίτηση συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια μετοχών εσωτερικού, επενδύοντας το ποσό των 5.000.000 δρχ., το οποίο και κατέθεσε στις 10-2-1999 σε λογαριασμό της θεματοφύλακος Εθνικής Τράπεζας. Στις πιο πάνω αιτήσεις αναγραφόταν ότι "χρήματα ή κινητές αξίες θεωρούνται ότι περιήλθαν στην ... Ελληνική ... , μόνο εάν κατατέθηκαν σε έναν από τους λογαριασμούς που τηρούν οι τράπεζες - θεματοφύλακες για τα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειρίζεται η Εταιρεία ή αν παραδόθηκαν βάσει αποδείξεως στην Εταιρεία...από τον υποψήφιο μεριδιούχο. Ο παραγωγός δεν δικαιούται να παραλαμβάνει από τον υποψήφιο μεριδιούχο χρήματα ή κινητές αξίες, προς περαιτέρω παράδοση στην Εταιρεία με μοναδική εξαίρεση την παραλαβή από τον υποψήφιο μεριδιούχο δίγραμμης τραπεζικής επιταγής. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, η Εταιρεία δεν φέρει καμία ευθύνη για μετρητά ή κινητές αξίες που παραδίδονται στον παραγωγό. Κατά τη διάρκεια της τετράχρονης συνεργασίας ο ενάγων αποκόμισε ικανοποιητικά κέρδη από την πιο πάνω επένδυση και στα πλαίσια των πιο πάνω συναλλαγών του με την τρίτη εναγόμενη, η τελευταία κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη του, δημιουργώντας σ' αυτόν την εύλογη πεποίθηση ότι ενδιαφερόταν για την εξυπηρέτηση των πελατών της και την ασφαλή και κατά το δυνατόν περισσότερο κερδοφόρα τοποθέτηση των επενδύσεών του. Κατά το μήνα Φεβρουάριο 2002 η τρίτη εναγομένη, προέτρεψε τον ενάγοντα να επενδύσει σε νέα αμοιβαία κεφάλαια της πρώτης εναγομένης με ετήσια απόδοση όχι μικρότερη του 5% επί του κεφαλαίου. Επίσης, του ανέφερε ότι θα αναλάμβανε η ίδια την υλοποίηση της διαδικασίας αγοράς των μεριδίων, αφού της καταθέσει προσωπικά το ανάλογο ποσό και θα του παραδώσει τους τίτλους μόλις εκδοθούν. Ο ενάγων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις της, προέβη, μετά από προτροπή αυτής, στην εξαγορά μεριδίων άλλων αμοιβαίων κεφαλαίων. Πράγματι, ο ενάγων.... εξαγόρασε ... μερίδια του μικτού αμοιβαίου κεφαλαίου ... Για την εν λόγω εξαγορά του παραδόθηκε η ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-3-2002, ποσού 44.187,13 ευρώ, που εκδόθηκε υπέρ του ενάγοντος και με τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν - μη μεταβιβάσιμος", που ήταν πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα. Στη συνέχεια ο ενάγων, μετά την είσπραξη της πιο πάνω επιταγής, παρέδωσε στην τρίτη εναγομένη στις 12-3-2002 το ποσό των 44.020,54 ευρώ, για την αγορά αναλόγου αριθμού τίτλων, τους οποίους υποσχέθηκε να του παραδώσει μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας την επομένη ημέρα. Όμως, κατά την επίσκεψη, την επομένη ημέρα, του ενάγοντος στο γραφείο της, η τρίτη εναγομένη προφασίστηκε καθυστέρηση έκδοσης των τίτλων, αναφέροντας συνάμα ότι πρέπει να της έχει εμπιστοσύνη και διαβεβαιώνοντάς τον, ότι θα του παρέδιδε τους σχετικούς τίτλους των Α/Κ μόλις αυτοί εκδίδονταν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Προς απόδειξη της είσπραξης του πιο πάνω ποσού του παρέδωσε το από 13-12-2002 συμφωνητικό ανάθεσης. Στο έγγραφο αυτό, που υπογράφηκε από τα πιο πάνω μέρη, αναγράφονταν ότι ο ενάγων παρέδωσε το πιο πάνω ποσό στην τρίτη εναγόμενη, που αναλαμβάνει την εποπτεία της τοποθέτησής του με δέσμευση δύο ετών μέχρι 12-3-2004, η δε ετήσια απόδοση επί του κεφαλαίου δεν θα είναι μικρότερη του 5% και θα κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο ενάγων μαζί με την Ε. Μ. στην Εθνική Τράπεζα. Η τρίτη εναγομένη, όμως, αποδείχθηκε ότι δεν αγόρασε ούτε είχε πρόθεση να αγοράσει με τα χρήματα αυτά αμοιβαία κεφάλαια στο όνομα του ενάγοντος, αφού ουδέποτε προέβη στις αναγκαίες διατυπώσεις για τη σύνταξη και προώθηση των σχετικών εντύπων στην πρώτη εναγομένη και την κατάθεση του ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό αυτής για την έκδοση των τίτλων, αλλά σκοπό είχε να ιδιοποιηθεί το πιο πάνω ποσό. Κατά τον μήνα Απρίλιο του 2002 η τρίτη εναγομένη, μετά από πιέσεις του ενάγοντος, απέδωσε σ' αυτόν το ποσό των 375.000 δρχ, λέγοντάς του ότι πρόκειται για κέρδη επί του πιο πάνω κεφαλαίου. Στη συνέχεια, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντος, η τρίτη εναγομένη δεν του παρέδιδε τους σχετικούς τίτλους, επικαλούμενη διάφορες δικαιολογίες, καταβάλλοντος κατά διαστήματα διάφορα ποσά, που συμποσούμενα ανέρχονται σε 11.489,36 ευρώ, ενώ υπεξαίρεσε το υπόλοιπο ποσό από 32.531,16 ευρώ, το οποίο ουδέποτε επένδυσε σε Α/Κ της πρώτης εναγομένης. Στις 23-4-2004 ο ενάγων με αίτησή του, που κοινοποίησε στην πρώτη και στη δεύτερη των εναγομένων ...ζήτησε πληροφορίες περί της τρίτης εναγομένης, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια, με την από 25-4-2003 εξώδικη πρόσκληση του... στους εναγόμενους...ζήτησε την επιστροφή του πιο πάνω ιδιοποιηθέντος από την τρίτη εναγομένη, η οποία έπαυσε τη συνεργασία της με τις λοιπές εναγόμενες στις 18-6-2003.... Για την πιο πάνω υπαίτια και παράνομη ενέργεια της τρίτης εναγομένης, σε βάρος του ενάγοντος, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ ...ευθύνονται παράλληλα και η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων ως προστήσασες αυτήν στην υπηρεσία τους, διότι οι εναγόμενες εταιρίες είχαν επιφυλάξει γι' αυτές τη διεύθυνση, επίβλεψη , εποπτεία και έλεγχο της εκτέλεσης του έργου που είχε ανατεθεί στην τρίτη εναγομένη. Και ναι μεν η τρίτη εναγομένη ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων συνδέεται με τη δεύτερη ασφαλιστική εταιρία με σύμβαση έργου, αμειβόμενη με προμήθεια για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, στην προκειμένη, όμως, περίπτωση δεν πρόκειται για παροχή, αορίστως, τέτοιων υπηρεσιών. Είχε ειδικώς, δοθεί στην τρίτη εναγομένη , η εντολή να διαμεσολαβεί στην πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης. Σε σχέση πάντοτε με την πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων, είχε διαπλασθεί ένα πλέγμα δεσμευτικών καθηκόντων από τα οποία αυτή δεν μπορούσε να αποκλίνει και υπόκειτο στον έλεγχο των εναγομένων, μέσω της αρμοδίας υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου, που αυτές είχαν συστήσει σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ισχύοντος τότε κώδικα δεοντολογίας των .... Η υπαίτια, παράνομη και ζημιογόνος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εν λόγω υπηρεσία που της είχαν αναθέσει οι εναγόμενες εταιρίες, στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, σχετικά με τη διάθεση αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης καθώς η ενέργεια αυτή διενεργήθηκε σε άμεσο τοπικό και χρονικό σύνδεσμο με την υπηρεσία αυτή. Όφειλε δε η τρίτη εναγομένη συμμορφούμενη με τις οδηγίες και εντολές των εναγομένων εταιριών να τηρήσει την προβλεπόμενη διαδικασία για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από τον ενδιαφερόμενο επενδυτή, η οποία απαιτούσε την υποβολή προς αυτές αίτησης αγοράς, η οποία θα υπογράφονταν από τον ενάγοντα και ακολούθως την κατάθεση του διαθέσιμου από τον ενάγοντα χρηματικού ποσού σε μετρητά, είτε στο ταμείο της εταιρίας διαχείρισης, είτε στους ειδικούς λογαριασμούς, που αυτή διατηρούσε στην Τράπεζα.

Συνεπώς, ναι μεν η τρίτη εναγομένη είχε, στα πλαίσια της συνεργασίας της με τις εναγόμενες εταιρίες, δικαίωμα να ενεργεί ελεύθερα και κατά την κρίση της ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο ανεύρεσης επενδυτών, πλην όμως για την υλοποίησή αυτών να αγοράσουν αμοιβαία κεφάλαια ώφειλε να κινηθεί μέσα στα ανωτέρω, δεσμευτικά για αυτή πλαίσια, βρισκόμενη κάτω από τις εντολές και οδηγίες αυτών και έχοντας συνεπώς την υποχρέωση να μην παραβαίνει τους νόμους και τους γενικούς κανόνες δράσης της. Η μη τήρηση δε από αυτήν των παραπάνω υποχρεώσεών της, που απέρρεαν από τη σχέση της με τις εναγόμενες εταιρίες και η είσπραξη των χρημάτων του ενάγοντος για δικό της λογαριασμό χωρίς να τα καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης εταιρείας καθώς και η στη συνέχεια παράνομη ιδιοποίησή του, τελέστηκε επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της ως άνω υπηρεσίας της. Ενεργήθηκε δε καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων της ως προστηθείσας και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών των προστησάντων αυτήν εναγομένων και ειδικότερα των κανόνων δεοντολογίας που ισχύουν στον αντίστοιχο τομέα και με κατάχρηση των προνομίων που της εξασφάλιζε η συνεργασία με το δίκτυο διάθεσης των παραπάνω αμοιβαίων κεφαλαίων, όπως η υποδομή που είχε διαμορφώσει, η εκμετάλλευση της διευθυντικής της ιδιότητας στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η χρησιμοποίηση της υλικοτεχνικής υποδομής της εταιρίας αυτής. Έτσι, η εν λόγω υπηρεσία και η υπηρεσιακή της εγκατάσταση της τρίτης εναγομένης ως διευθύντριας στο πιο πάνω υποκατάστημα της πρώτης, όπου διατηρούσε γραφείο με κάθε είδους έντυπα και λογότυπο της, υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την εκ μέρους της τέλεση της ζημιογόνου πράξης της σε βάρος του ενάγοντος. Τούτο διότι ήταν τα στοιχεία εκείνα στα οποία ο ενάγων στηρίχθηκε και πείσθηκε στις υποσχέσεις της, προκειμένου να καταβάλει το τελικώς υπεξαιρεθέν χρηματικό ποσό στην τρίτη εναγομένη για τη δήθεν αγορά μεριδίων Α/Κ. Ποσό το οποίο, άλλως δεν θα κατέβαλε, εάν η τρίτη εναγομένη εμφανιζόταν απλώς ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων της δεύτερης, χωρίς την προβολή και τη σύνδεσή της με την πρώτη εναγομένη ως διευθύντρια του πιο πάνω υποκαταστήματός της.

Συνεπώς υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπηρεσίας αυτής και της ζημιογόνου πράξεως η οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρώτη. Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από το χαρακτήρα της σύμβασης έργου, που συνέδεε την τρίτη εναγομένη με την δεύτερη ασφαλιστική εταιρεία, αφού αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ενεργούσε για λογαριασμό αμφοτέρων των εναγομένων, σύμφωνα με τη φύση και το σκοπό της δραστηριότητάς της σχετικά με την πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων. Δοθέντος ότι η υπηρεσία, που της είχε ανατεθεί εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση υποθέσεων της πρώτης εναγομένης και στην εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων τόσο της πρώτης εναγομένης, η οποία διαχειριζόταν τα αμοιβαία κεφάλαια, όσο και της δεύτερης εναγομένης, η οποία είχε αναλάβει, με βάση σύμβαση αντιπροσώπευσης με την πρώτη, τη διάθεση τους στο επενδυτικό κοινό. Έτσι, εξ όσων προεκτέθηκαν δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ της τρίτης εναγομένης και της δεύτερης εναγομένης, αλλά και της πρώτης εναγομένης εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, έναντι της οποίας ο ζημιώσας είναι υποπροστηθείς, αφού αυτή είχε αναθέσει την πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων της στη δεύτερη εναγομένη εταιρία. Μετά από αυτά το πιο πάνω ποσό νομιμοποιείται ο ενάγων να απαιτήσει από τις εναγόμενες εταιρίες που ενέχονται σε ολόκληρο προς αποζημίωση από την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του η τρίτη εναγομένη, λόγω της μεταξύ αυτών και της τελευταίας σχέσης. Επίσης... για τη θεμελίωση της σχέσης πρόστησης είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τις προστήσασες με την προστηθείσα. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, οι ισχυρισμοί των εναγομένων που επαναφέρουν με την έφεσή τους ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ο ενάγων στην άσκηση της ένδικης αξίωσης και ότι δεν υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ αυτών και της τρίτης εναγομένης και ως εκ τούτου δεν ευθύνονται ως προστήσασες αυτήν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι....Περαιτέρω από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας... πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.000 ευρώ...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 Α. Κ. και τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 1969/1991, καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ των αναιρεσειουσών και της (μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη) τρίτης εναγομένης, που θεμελιώνουν την εις ολόκληρον ευθύνη αυτών προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου. Τούτο δε διότι η αδικοπρακτική έναντι του τελευταίου) συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης εξεδηλώθη, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί σ' αυτήν από την δεύτερη αναιρεσείουσα και αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση υποθέσεων της πρώτης, η οποία διαχειριζόταν τα αμοιβαία κεφάλαια, και στην εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων, της ιδίας όσο και της δευτέρας, η οποία είχε αναλάβει, με βάση σύμβαση αντιπροσωπεύσεως τη διάθεσή τους στο επενδυτικό κοινό. Επιπροσθέτως υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της τελεσθείσης αδικοπραξίας και της ως άνω υπηρεσίας της τρίτης εναγομένης, λόγω του αμέσου μεταξύ των τοπικού και χρονικού συνδέσμου, και του γεγονότος ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει, χωρίς την υπηρεσία, η οποία έτσι απετέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, αφού η πράξη της τρίτης εναγομένης διά της οποίας εζημιώθη ο αναιρεσίβλητος, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την πραγματοποίηση επενδύσεως (γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια του αμοιβαίου κεφαλαίου, αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και ολοσχερής καταβολή της τιμής διαθέσεως των μεριδίων στο θεματοφύλακα) και ως τοιαύτη δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την υπηρεσία της τρίτης εναγομένης, ευρισκομένη εκτός των διαγραφομένων από τον νόμο, ορίων της υπηρεσίας - προστήσεως και συνεπώς δεν μπορεί να θεμελιώσει αντίστοιχο αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιουσών, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η υπαίτια, παράνομη και ζημιογόνος για την περιουσία του αναιρεσιβλήτου συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την υπηρεσία που της είχαν αναθέσει οι αναιρεσείουσες, στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, τελούσα σε άμεσο τοπικό και χρονικό σύνδεσμο με αυτή και ότι η εν λόγω υπηρεσία και η υπηρεσιακή εγκατάσταση της τρίτης εναγομένης ως διευθύντριας στο υποκατάστημα της πρώτης, όπου διατηρούσε γραφείο με κάθε είδους έντυπα και λογότυπο της, υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την εκ μέρους της τέλεση της ζημιογόνου πράξεως σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτή. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ. Δ., περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εσωτερικής συνάφειας μεταξύ της προστήσεως της τρίτης εναγομένης στην υπηρεσία των αναιρεσειουσών και της τελεσθείσης υπ' αυτής επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της εν λόγω υπηρεσίας αδικοπραξίας, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τα άρθρα 300 και 330 του Α.Κ., που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν ο ζημιωθείς, από αμέλειά του, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές από μέσο συνετό άνθρωπο του ιδίου επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, συνετέλεσε δια πράξεως ή παραλείψεώς του στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος συνδέεται όχι γενικώς αλλά με τα συγκεκριμένα στοιχεία που αποτελούν τον νόμιμο λόγο της ευθύνης του (Α.Π. 530/2014, 1718/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Οι ως άνω εναγόμενες εταιρίες προέβαλαν, επίσης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρουν με την έφεσή τους την εκ του άρθρου 300 του ΑΚ ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως προς την επέλευση της ζημίας του για το λόγο ότι δεν υπέβαλε την προβλεπόμενη από το νόμο αίτηση για τη συμμετοχή του σε πρόγραμμα επενδύσεων αμοιβαίων κεφαλαίων, ούτε κατέθεσε σε θεματοφύλακα-τράπεζα οποιοδήποτε αντίτιμο για τη συμμετοχή του αυτή, αν και γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει έχοντας άριστες γραμματικές γνώσεις, ως πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, καθώς και από την εμπειρία του με την υποβολή παλαιοτέρων αιτήσεων συμμετοχής του σε αμοιβαία κεφάλαια της πρώτης εναγόμενης, ότι έπρεπε να τηρηθεί ως άνω διαδικασία και ότι απαγορεύεται η καταβολή χρημάτων στον ασφαλιστικό σύμβουλο.... Η μη τήρηση της προαναφερομένης νόμιμης διαδικασίας, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του ενάγοντος, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι η τρίτη εναγομένη ενεργούσε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας της. Η τρίτη εναγομένη, εξάλλου, είχε οριστεί και τοποθετηθεί από τις εναγόμενες ως διευθύντρια στο πιο πάνω υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης ως αρμόδια και πλέον εξειδικευμένη για να προωθεί σε καθημερινή βάση τα προϊόντα της. Οι δε εναγόμενες χρησιμοποιούσαν στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας την τρίτη εναγομένη για τις επαφές με τους πελάτες τους, για την ενημέρωση των τελευταίων για τα επενδυτικά προγράμματα μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει για την εξυπηρέτηση των πελατών τους για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, έχοντας παραχωρήσει σ' αυτήν το δικαίωμα να εκδίδει και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα, που έφεραν την επωνυμία της πρώτης εναγομένης. Ο ενάγων δεν είχε λόγους να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της, ώστε να φροντίσει να πληροφορηθεί για τους όρους των επενδυτικών της προγραμμάτων από τρίτα πρόσωπα. Προς ενίσχυση αυτών πρέπει να ληφθεί υπόψη το κλίμα εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί στον ενάγοντα ως προς το πρόσωπο της τρίτης εναγομένης, αφού επί τέσσερα χρόνια πριν το επίδικο περιστατικό ο ενάγων συνεργαζόταν με αυτή, που είχε μεσολαβήσει επανειλημμένα στην επένδυση διαφόρων χρηματικών ποσών σε αμοιβαία κεφάλαια και σε αντίστοιχες εξαγορές μεριδίων του, χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα στις μεταξύ τους συναλλαγές. Έτσι η τρίτη εναγομένη ενίσχυσε και συντήρησε την εμπιστοσύνη του ενάγοντος στο πρόσωπο της επί μακρόν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο τελευταίος της κατέβαλε το πιο πάνω ποσό χωρίς μεν την τήρηση της πιο πάνω τυπικής διαδικασίας αλλά έχοντας δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι αυτή θα επένδυε το πιο πάνω ποσό σε αγορά μεριδίων Α/Κ και ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα του παραδίνονταν οι σχετικοί τίτλοι. Ενόψει αυτών ο ενάγων δεν γνώριζε την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της προστηθείσας από τις εναγόμενες τρίτης εναγομένης ούτε και μπορούσε, καταβάλλοντος, ως μέσος συνετός άνθρωπος, την επιμέλεια που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές, να προβλέψει την συμπεριφορά αυτή, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι ήταν έμπειρος στις σχετικές συναλλαγές, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες. Ενόψει αυτών, εφόσον η συμπεριφορά του ενάγοντος...δικαιολογείται πλήρως λόγω της εμπιστοσύνης που του είχε δημιουργηθεί στο πρόσωπο της τρίτης εναγομένης, η οποία δεν είχε δώσει αφορμή...να υποπτεύεται τέτοια εξέλιξη, αναιρείται πλήρως ο ισχυρισμός των εναγομένων εταιριών, ότι αυτός γνώριζε τον κίνδυνο που ενείχε η ενέργειά του αυτή και ως εκ τούτου εξ οικείου πταίσματος ζημιώθηκε.

Συνεπώς η προβληθείσα από την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων πιο πάνω ένσταση που την επαναφέρουν με σχετικό λόγο της έφεσης τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη".

Με τις παραδοχές του αυτές , συνδυαζόμενες και από τις προεκτεθείσες τοιαύτες που αφορούν την θεμελίωση της εκ της σχέσεως προστήσεως ευθύνης των αναιρεσειουσών, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του, και ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο, νομίμου βάσεως, παραβιάζοντας εκ πλαγίου, με την μη εφαρμογή της, την διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς την έλλειψη στον αναιρεσίβλητο γνώσεως ή υπαίτιας αγνοίας περί της υπερβάσεως εκ μέρους της τρίτης εναγομένης των ορίων της προστήσεως, η οποία καταφάσκει την ευθύνη των αναιρεσειουσών, όσο και ως προς την έλλειψη συνυπαιτιότητας αυτού (αναιρεσιβλήτου) στην τέλεση της εις βάρος του αδικοπραξίας, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος στην επίμαχη συναλλαγή ήταν πλήρως δικαιολογημένη, λόγω της εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί σ' αυτόν για την τρίτη εναγομένη, ως εκ της διευθυντικής της θέσεως στο υποκατάστημα της πρώτης αναιρεσειούσης και της μακροχρόνιας ομαλής συνεργασίας τους με το ίδιο αντικείμενο, στοιχεία που καθιστούσαν μη εφικτή την πρόβλεψη εκ μέρους του της εκδηλωθείσης στη συγκεκριμένη περίπτωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτής, με την καταβολή της επιμελείας που ως μέσος συνετός συναλλασσόμενος ώφειλε να επιδείξει και πράγματι επέδειξε. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προσάπτονται στην απόφαση αιτιάσεις περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη, ως άνω, ζητήματα και δη ως προς την έλλειψη συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία τυγχάνει αβάσιμος.

Αιτιάσεις επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., προβάλλονται και με τον συναφή τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αφορά την κρίση της περί ελλείψεως συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου ως προς τις ίδιες , οι οποίες ουδέποτε καλλιέργησαν προς αυτόν κλίμα εμπιστοσύνης, αλλά συνηλλάχθησαν πάντοτε με τυπικότητα και με την απαρέγκλιτη τήρηση της νομίμου διαδικασίας ως προς την πώληση και εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η ευθύνη των αναιρεσειουσών για την αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, ερειδομένη, κατά τα προεκτεθέντα, στην σχέση προστήσεως μεταξύ αυτών και της τρίτης εναγομένης, είναι αντικειμενική και συνεπώς η προβληθείσα εκ μέρους τους ένσταση περί συνυπαιτιότητος του αναιρεσιβλήτου κρίνεται μόνο σε σχέση με την προστηθείσα υπ' αυτών υπαίτια της αδικοπραξίας, τρίτη εναγομένη, ως προς την οποία το Εφετείο διέλαβε, ως προεξετέθη, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες θεμελιώνουν πλήρως την απορριπτική της ενστάσεως των αναιρεσειουσών κρίση του, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδικότερη αναφορά στις σχέσεις του αναιρεσιβλήτου με τις αναιρεσείουσες, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείουσες, ως ηττώμενες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπουμένης και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία ενεργεί δι' εαυτήν και ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της εταιρείας "...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2951/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Φεβρουαρίου 2016 Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 13η Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ