418/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated418/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο Σ. Α. με την από 15-3/28.3.1910 ιδιόγραφη διαθήκη του, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τον από 20-4/3-5-1916 κωδίκελλο, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία ... συνέστησε το εναγόμενο κοινωφελές Ίδρυμα "Κληροδότημα Σ. Α.", το οποίο έχει εγκριθεί με το από 20-8-1954 β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 418 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 418/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Ε. Α.-Μ., του Α. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανανιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ιδρύματος με την επωνυμία "Κληροδότημα Σ. Α." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ως ασκούντα εποπτεία επί του ανωτέρω Ιδρύματος. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Μακρυγιάννη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και το δεύτερο από τον Γεώργιο Βαμβακίδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 11-3-2009 πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεων του Υπουργού Οικονομικών που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2948/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3635/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-2-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 29-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται ο κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.
Εξ άλλου, η παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προϋποθέτει δικαιοπραξία ή σύμβαση, της οποίας παραλείφθηκε η ερμηνεία, καίτοι διαπιστώθηκε ανελέγκτως, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπραξιών είτε ερμηνεύτηκε κακώς. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν παραλείπει vα αναφέρει στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο Σ. Α. με την από 15-3/28.3.1910 ιδιόγραφη διαθήκη του, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τον από 20-4/3-5-1916 κωδίκελλο, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία ... συνέστησε το εναγόμενο κοινωφελές Ίδρυμα "Κληροδότημα Σ. Α.", το οποίο έχει εγκριθεί με το από 20-8-1954 β.
διάταγμα (ΦΕΚ 202/Α/28-8-1954), όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, σε συνδυασμό με το από 17/29-6-1993 Π.Δ (ΦΕΚ 474/29-6-1993, τ. Β), ... Το άρθρο εδ. α του ανωτέρω β.δ/γματος, αναφερόμενο στο σκοπό του ιδρύματος ορίζει: "Το Ίδρυμα φέρον τον τίτλον Κληροδότημα Σ. Α., σκοπόν έχει, συμφώνως προς τας διατάξεις τελευταίας βουλήσεως του διαθέτου, την αποστολήν πτωχών αλλ' επιμελών και Α.
διαγωγής νέων Πηλιορειτών, προτιμωμένων με τα αυτά προσόντα των πλησιέστερων συγγενών του διαθέτου, ίνα σπουδάσουν εν τη αλλοδαπή οιανδήποτε επιστήμην ή τέχνην ή ειδικευθούν εις ωρισμένον κλάδον επιστήμης ή τέχνης". Η σχετική διαδικασία εκλογής υποτρόφων διέπεται, όπως προαναφέρθηκε, από τις διατάξεις του οργανισμού υποτροφιών του ιδρύματος ..., ο οποίος αποτελείται, από επτά άρθρα.
Ο ενάγων, που γεννήθηκε το έτος 1980 στο ... είναι τρισέγγονος του διαθέτη Σ. Α., ως τέκνο της Α. Τ. Μ. (δισέγγονης του διαθέτη), υιοθετημένης από τον εγγονό του διαθέτη, Ε. Τ. Μ. και ήταν φοιτητής της Νομικής Σχολής Παρισίων II στη Γαλλία από 1-10-1998. Στις 4-2-1999, επέδωσε στο εναγόμενο ίδρυμα την από 3-2-1999 εξώδικη πρόσκλησή του, με την οποία επικαλούμενος τα ανωτέρω, ζήτησε την κατά προτίμηση χορήγηση της αντίστοιχης υποτροφίας από τον χρόνο έναρξης των σπουδών του.
Το εναγόμενο του γνωστοποίησε ότι, σύμφωνα με τον Οργανισμό Υποτροφιών, οι υποψήφιοι δικαιούνται να υποβάλλουν στη Διοικούσα επιτροπή αίτηση για τους αναφερομένους στην πρόσκληση κλάδους με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Ο ενάγων υπέβαλε την από 16-4-1999 αίτησή του, ζητώντας την κατά προτίμηση χορήγηση υποτροφίας για βασικές σπουδές στη Γαλλία στη Νομική Σχολή, ως συγγενής του διαθέτη και μαζί με αυτή κατέθεσε, μεταξύ άλλων, 1) ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθ. 327/1978 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ο Ε.
Τ. - Μ. υιοθέτησε τη μητέρα του Α., 2) ακριβή φωτοτυπημένα αντίγραφα των υπ' αριθ. ... και ... από 28-4-1995 δελτίων αστυνομικής ταυτότητας του ιδίου και της μητέρας του Α. Τ. - Μ. του Ε., αντίστοιχα, 3) ακριβές φωτοτυπημένο αντίγραφο του με αριθμ. 4490417-3-1978 πιστοποιητικού του Δημάρχου Αθηναίων περί εγγραφής του εκ μητρός πάππου του Ε.
Τ. - Μ. του Α. στα μητρώα αρρένων του Δήμου Αθηναίων με αύξοντα αριθμό ... και έτος γεννήσεως 1903, 4) ακριβές φωτοτυπημένο αντίγραφο του με αριθμ. .../5-2-1992 αποσπάσματος ληξιαρχικής πράξης θανάτου του εκ μητρός πάππου του, Ε. Τ. Μ. του Α. και της Μ. κατά την 3-2-1992, 5) ακριβές αντίγραφο της από 1-10-1998 βεβαίωσης εγγραφής του στη Νομική Σχολή Παρισίων της Γαλλίας, 6) ακριβές αντίγραφο του Λυκείου απολυτηρίου του, έτους 1998 με διαγωγή "κοσμιωτάτη", 7) απόσπασμα ποινικού μητρώου του, 8) ακριβές αντίγραφο του από 4-7-1997 πιστοποιητικού του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών για τη γνώση της γαλλικής γλώσσας.
Ωστόσο, η διοικούσα επιτροπή του εναγομένου κατά τη συνεδρίαση της 10-6-1999, αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του για τη χορήγηση υποτροφίας για βασικές σπουδές στη Γαλλία, με το αιτιολογικό ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις της "απορίας" και της καταγωγής του από το Πήλιο. Στη συνέχεια ο ενάγων προσέφυγε στο Εφετείο Αθηνών και ζήτησε να ερμηνευθεί η διαθήκη και ο κωδίκελος.
Με την 257/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 1485/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ερμηνεύοντας την πιο πάνω ιδιόγραφη διαθήκη του Σ. Α. (όπως αυτή διαμορφώθηκε με το μεταγενέστερο κωδίκελλο), κατά το μέρος που με την εν λόγιο διαθήκη προσδιορίζονται ο σκοπός του ιδρυθέντος κοινωφελούς ιδρύματος και τα δικαιούμενα πρόσωπα, κρίθηκε ότι κατά την αληθινή βούληση του διαθέτη, οι πλησιέστεροι συγγενείς του δικαιούνται, κατά προτίμηση, υποτροφίας από το εναγόμενο ίδρυμα, εφόσον έχουν τα προσόντα που αναφέρονται για τους τρίτους, χωρίς να ερευνάται η ιδιότητα του Πηλιορείτη, με την αναφερόμενη στο σκεπτικό έννοια της καταγωγής από το Πήλιο, ως υφιστάμενη αυτοδικαίως, λόγω της εξ αίματος συγγένειας του υποψηφίου με τον διαθέτη.
Στην πιο πάνω απόφαση αναφέρεται, προς επίρρωση της πιο πάνω αιτιολογίας, ότι, αν γινόταν δεκτή η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ως Πηλιορείτες νοούνται, κατά τη θέληση του διαθέτη, εκείνοι που γεννήθηκαν είτε οι ίδιοι είτε οι γονείς τους στο Πήλιο, θα αποκλείονταν από δικαιούχοι όλοι οι υπάρχοντες κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και του κωδικέλλου πλησιέστεροι συγγενείς, του διαθέτη, που αναφέρονται ως τιμώμενοι και συγκεκριμένα οι εγγονοί του Σ., Ε., Ε.
και Α. τέκνα της θυγατέρας του Μ. Τ. Μ. και Κ., τέκνο της θυγατέρας του Α., ανεψιοί και τέκνα ανεψιών, που ούτε οι ίδιοι ούτε οι γονείς τους είχαν γεννηθεί στο Πήλιο, γεγονός που θα ήταν αντίθετο με τη θέληση του, αφού με τη συγκεκριμένη περικοπή της διαθήκης ευνοούνται ρητά οι πλησιέστεροι συγγενείς του, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και του κωδίκελου υπήρχαν άλλοι πλησιέστεροι συγγενείς που αυτοί ή οι γονείς τους να είχαν γεννηθεί στο Πήλιο, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι αυτούς εννοούσε ο διαθέτης.
Περαιτέρω, με την 5567/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας αναίρεση απορρίφθηκε με την 1777/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε, μετά την εξαφάνιση της 4977/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 25-1-2003 προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την αναγνώριση δικαιώματος υποτροφίας κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-1998 έως 31-1-2003, ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν να προτιμώνται πάντοτε έναντι τρίτων στη χορήγηση υποτροφίας για σπουδές στο εξωτερικό οι εκάστοτε πλησιέστεροι συγγενείς του διαθέτη, εφόσον έχουν τα προσόντα της επιμέλειας και Α.
διαγωγής, ανεξαρτήτως καταγωγής ή απορίας, χωρίς να ερευνάται δηλαδή αν αυτοί είναι πτωχοί ή οικονομικά ασθενείς, όπως απαιτείται για τους τρίτους. Επίσης, στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης αναφέρεται ότι, αν γινόταν δεκτή η υποστηριζόμενη αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή για την κατά προτίμηση χορήγηση της υποτροφίας στους συγγενείς του διαθέτη, θα πρέπει να συντρέχουν και να αποδεικνύονται τα στοιχεία καταγωγής και απορίας που απαιτούνται για τους τρίτους, με δεδομένες τις προαναφερόμενες συνθήκες που επικρατούσαν κατά τους χρόνους σύνταξης της διαθήκης και του κωδικέλλου, θα αποκλείονταν από δικαιούχοι όλοι οι υπάρχοντες τους ίδιους χρόνους τιμώμενοι πλησιέστεροι συγγενείς του διαθέτη, όπως οι εγγονοί του Σ., Ε., Ε., Α., τέκνα της θυγατέρας του Μ.
Τ. Μ. και Κ., τέκνο της θυγατέρας του Α. Μ., ανεψιοί και τέκνα αυτών στους οποίους, σύμφωνα με το όλο περιεχόμενο της διαθήκης και του κωδικέλλου του, ο διαθέτης επιθυμεί να ευνοήσει όσο το δυνατόν περισσότερο σε βάρος των λοιπών τιμωμένων, ενώ δεν προέκυψε ότι κατά τους ως άνω χρόνους σύνταξης της διαθήκης και του κωδικέλλου υπήρχαν άλλοι πτωχοί ή οικονομικά ασθενείς πλησιέστεροι συγγενείς του, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτούς και μόνο εννοούσε ο διαθέτης.
Εξάλλου, η βούληση του διαθέτη να ευνοηθούν τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας του κατά προτεραιότητα έναντι των τρίτων, δηλώνεται εμφατικά και στη διάταξη του άρθρου 11 του ανωτέρω κωδικέλλου, όπου κατηγορηματικά προβλέπεται ότι "εξ όλων των κληροδοτημάτων μου τα προς την σύζυγόν μου, τα τέκνα μου και τα των εγγονών μου και ανεψιών μου και τέκνα αυτών εννοώ να έχουν την προτεραιότητα δηλαδή να έρχονται εις πρώτην σειράν και πληρώνονται πρώτα κατά την εκκαθάρισαν εκάστοτε", χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξάρτηση του δικαιώματος των συγγενών του από την καταγωγή ή την απορία τους.
Με την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η πιο πάνω αγωγή του ενάγοντος και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα, ως κατ' ευθείαν απόγονο του διαθέτη, υποτροφία 587 ευρώ μηνιαίως για τις σπουδές στη Νομική Σχολή Παρισίων II υποχρεώνοντας το εναγόμενο στην καταβολή του ποσού της υποτροφίας για το χρονικό διάστημα από 1-10-1998 έως 31-1-2003.
Μετά από αυτά ο ενάγων δικαιούται χορήγηση υποτροφίας για βασικές σπουδές στη Νομική Σχολή Παρισίων II για το χρονικό διάστημα από 1-2-2003 έως 27-6-2003, ύψους 587 ευρώ μηνιαίως και συνολικά, ποσό 2.935 ευρώ (587 ευρώ Χ 5 μήνες), ως προς το κεφάλαιο δε αυτό δεν εκκαλείται η εκκαλουμένη απόφαση. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη, επίσης, ότι το εναγόμενο ίδρυμα κατά το έτος 2004 εξέδωσε προκήρυξη καλώντας με πρόσκληση τους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν προς αυτό αιτήσεις για τη χορήγηση υποτροφιών για μεταπτυχιακές σπουδές για τη Νομική Σχολή, το έτος 2005- 2006 για μεταπτυχιακές σπουδές στο διεθνές δίκαιο, το έτος 2006- 2007 για μεταπτυχιακές σπουδές στο ευρωπαϊκό δίκαιο και στο 2007- 2008 για μεταπτυχιακές σπουδές στο διεθνές εμπορικό δίκαιο.
Όμως, ο εναγόμενος, παρότι γνώριζε τη διαδικασία, δεν υπέβαλε σχετική αίτηση με τα απαραίτητα πιστοποιητικά για τη χορήγηση της σχετικής υποτροφίας σε μεταπτυχιακές σπουδές, δεδομένου ότι, όπως και ο ίδιος εκθέτει, είχε ολοκληρώσει από 27-6-2003 τις βασικές του σπουδές στη νομική και είχε λάβει το πτυχίο, στη συνέχεια δε ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο και στο ευρωπαϊκό δίκαιο.
Η πιο πάνω υποχρέωση προβλεπόταν ρητά και με σαφήνεια, ως προεκτέθηκε από το κείμενο του άρθρου άρθρο 8 του από 20/28-8-1954 β.δ., που ενέκρινε τη σύσταση του ιδρύματος, όπως τροποποιήθηκε με το πιο πάνω 29-6/1993 ΠΔ. Η υποβληθείσα εκ μέρους του ενάγοντος από 10-6-1999 προηγούμενη αίτηση του, δεν ήταν ικανή να καλύψει και το χρονικό διάστημα των μεταπτυχιακών του σπουδών, δοθέντος ότι η εν λόγω αίτηση αφορούσε, κατά το χρόνο που υποβλήθηκε, μόνο τις βασικές σπουδές, τις οποίες είχε μόλις αρχίσει ο ενάγων και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της λήψης πτυχίου του για την υποβολή αίτησης για την υποτροφία των μεταπτυχιακών σπουδών με την υποβολή των σχετικών πιστοποιητικών (ακριβές αντίγραφο πτυχίου της Νομικής Σχολής Παρισίων, βεβαίωση εγγραφής του στο μεταπτυχιακό τμήμα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και ευρωπαϊκού δικαίου, κάθε σχετικό με την επίδοσή του, απόσπασμα ποινικού μητρώου που να έχει εκδοθεί 3 μήνες το πολύ πριν την υποβολή της αιτήσεως).
Εξάλλου, δεν είχαν προκηρυχθεί ακόμη οι υποτροφίες για τα επόμενα έτη, αφού οι υποτροφίες προκηρύσσονταν από το εναγόμενο ανά πανεπιστημιακό έτος και επομένως, αφού δεν είχαν υποβληθεί και τα σχετικά πιστοποιητικά δεν ήταν δυνατό, λόγω παρόδου ικανού χρονικού διαστήματος από την υποβολή της αρχικής αίτησης του, να κριθεί εάν πληρούσε, κατά τα άρθρα 8 και 9 του Οργανισμού του ιδρύματος, τις προϋποθέσεις της διαγωγής και επιμέλειας κατά τη διάρκεια της φοίτησης του, οπότε είχε την υποχρέωση να υποβάλλει ανά εξάμηνο πιστοποιητικό της Σχολής για τη συνέχιση φοίτησης του και ικανοποιητική απόδοση του στα μαθήματα.
Άλλωστε, ο ενάγων γνώριζε από την πιο πάνω εκ μέρους του προγενέστερη διαδικασία ότι όφειλε να υποβάλει σχετική αίτηση προς το εναγόμενο, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα πιστοποιητικά, όπως είχε κάνει και την πρώτη φορά για την χορήγηση υποτροφίας για τις βασικές σπουδές. Εξάλλου, η διοικούσα επιτροπή της κοινωφελούς περιουσίας όφειλε να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της συστατικής πράξης του ιδρύματος, του ΑΝ 2039/1939 και των προς εκτέλεση τούτου εκδιδομένων Β.Δ/των, τηρώντας την προβλεπόμενη από το Οργανισμό διαδικασία και εκδίδοντας σχετική πράξη για την εκλογή των υποτρόφων, στην οποία ορίζονται οι υπότροφοι, ο γενικός βαθμός που πήραν στο διαγωνισμό, ο κλάδος των σπουδών, η διάρκεια της υποτροφίας τους και το ποσό της υποτροφίας τους, με την απειλή των προβλεπομένων στο άρθρο 140 παρ. 2 του ΑΝ ποινών.
Επομένως, εφόσον ο ενάγων δεν υπέβαλε στο ίδρυμα, όπως υποχρεωνόταν από το άρθρο 3 του Οργανισμού του ιδρύματος, σχετική αίτηση με τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά για να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 4 του Οργανισμού, δεν δικαιούται υποτροφίας για μεταπτυχιακές σπουδές. Μετά από αυτά ο λόγος έφεσης του εκκαλούντος, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι δεν υπέβαλε νέα αίτηση, καθόσον το εφεσίβλητο, με την από 10-6-1999 πιο πάνω απόφαση του, αλλά και από την κατά το έτος 1999-2000 έναρξη της δίκης και διαρκούσης της πιο πάνω μακράς αντιδικίας και μετά το πέρας των βασικών σπουδών του κατά την 26-3-2003, καταχρηστικά ισχυριζόταν ότι δεν νομιμοποιείται να ζητήσει υποτροφία από το κληροδότημα του απωτέρου προγόνου του, επειδή κατά τους ισχυρισμούς του δεν καταγόταν από το Πήλιο και δεν αποδείκνυε ότι ήταν άπορος, γνωρίζοντας δε ότι ξεκίνησε και συνεχίζει τις μεταπτυχιακές σπουδές του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε τα ίδια, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και εφάρμοσε το νόμο και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που αφορά την αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου ιδρύματος προς τον ενάγοντα για τη χορήγηση υποτροφίας για μεταπτυχιακές σπουδές κατά το χρονικό διάστημα από 27-6-2003 έως 30-6-2005 και την υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλλει μηνιαία υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές, για το ως άνω χρονικό διάστημα ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με την έλλειψη απαραίτητης προϋπόθεσης, κατά τον Οργανισμό του αναιρεσιβλήτου, για τη χορήγηση της αξιούμενης από τον αναιρεσείοντα υποτροφίας για μεταπτυχιακές σπουδές, συνιστάμενη στην μη υποβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος σχετικής αιτήσεως μετά, των απαραίτητων δικαιολογητικών και στην οποία (έλλειψη) ερείδεται η απορριπτική του σχετικού κεφαλαίου της αγωγής κρίση του.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι καταχρηστικώς το αναιρεσίβλητο, του αρνήθηκε τη χορήγηση της υποτροφίας για μεταπτυχιακές σπουδές, επειδή δεν είχε υποβάλει σχετική αίτηση (όπως επιβαλλόταν από το άρθρο 3 του Οργανισμού του ιδρύματος), θεωρώντας ότι θα ήταν αρνητική η απάντηση του ιδρύματος, εφόσον είχαν προηγηθεί άλλες αρνητικές απαντήσεις του σε προγενέστερα αιτήματά του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281 και 288 AK, όπως αβασίμως προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως.
Τούτο δε, διότι δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου η μη χορήγηση υποτροφίας στον αναιρεσείοντα (για μεταπτυχιακές σπουδές), χωρίς αυτός να το έχει ζητήσει με την υποβολή σχετικής αιτήσεως μετά των απαραίτητων πιστοποιητικών, η υποβολή της οποίας δεν ήταν περιττή εξαιτίας της προηγηθείσας μεταξύ τους αντιδικίας.
Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, επικαλείται παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) από το δικαστήριο, ισχυριζόμενος ότι η προηγούμενη απόρριψη της αιτήσεώς του για τις βασικές σπουδές και οι προβληθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου στη διάρκεια της προηγηθείσας δικαστικής αντιδικίας τους, συνιστούσαν, ερμηνευόμενες κατά την καλή πίστη, τη συναλλακτική ευθύτητα και τα συναλλακτικά ήθη, εκ των προτέρων απόρριψη οποιασδήποτε πρόσθετης αιτήσεώς του.
Όμως, ο ως άνω λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι ως εκ τούτου αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία σε δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων (ζήτημα αναγόμενο στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του), ώστε να συντρέχει περίπτωση παραβίασης των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους κατά το οικείο μέρους τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση του άρθρου 173 ΑΚ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι δεν δικαιούται υποτροφία για τις μεταπτυχιακές του σπουδές, καθόσον σύμφωνα με την αληθή βούληση του ανωτέρω προγόνου του, όπως αυτή διατυπώθηκε στη διαθήκη του και ερμηνεύθηκε αμετακλήτως από το Εφετείο Αθηνών, προτιμώνται πάντοτε έναντι τρίτων στη χορήγηση υποτροφίας για σπουδές στο εξωτερικό, βασικές ή μεταπτυχιακές, οι υπάρχοντες κάθε φορά πλησιέστεροι συγγενείς του, όπως αυτός (αναιρεσείων), εφόσον έχουν τα προσόντα της επιμέλειας και άριστης διαγωγής, ανεξαρτήτως καταγωγής τους από το Πήλιο ή απορίας τους, που απαιτείται για τρίτους και επομένως αυτός έπρεπε να προτιμηθεί, ως επιμελής και άριστης διαγωγής απόγονος του διαθέτη, ανεξαρτήτως καταγωγής του από το Πήλιο ή απορίας του.
Όμως, οι λόγοι αυτοί, κατά το παραπάνω μέρος τους, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι. Τούτο, διότι η αγωγή του αναιρεσείοντος δεν απορρίφθηκε, επειδή ο αναιρεσείων δεν διέθετε τα προσόντα της επιμέλειας και άριστης διαγωγής ή δεν καταγόταν από Πήλιο ή για έλλειψη απορίας του, αλλά επειδή δεν είχε υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση της επίμαχης υποτροφίας που είχε προκηρυχτεί με σχετική προκήρυξη του ιδρύματος το έτος 2004, ούτε είχε υποβάλει τα απαιτούμενα πιστοποιητικά.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, και αν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ο σχετικός περί δεδικασμένου ισχυρισμός να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο και να ερευνηθεί από αυτό.
Ειδικότερα, το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι'αυτό, για να δημιουργηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους τέταρτο και δεύτερο, κατά ένα μέρος, λόγους της αιτήσεως, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με αυτά που δέχτηκε παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από τις επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια της προηγηθείσας μεταξύ των διαδίκων δικαστικής αντιδικίας.
Οι λόγοι αυτοί, είναι προεχόντως, απαράδεκτοι, εφόσον δεν γίνεται στο αναιρετήριο αναφορά, ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός περί δεδικασμένου, σχετικά με το ήδη επίδικο δικαίωμα του αναιρεσείοντος για χορήγηση σ' αυτόν υποτροφίας για τις μεταπτυχιακές του σπουδές, ούτε άλλωστε προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης ότι ερευνήθηκε τέτοιος ισχυρισμός από το Εφετείο.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, ως προς τον 2° αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει, κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση του Ε. Α.-Μ., για αναίρεση της 3635/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για το πρώτο αναιρεσίβλητο και σε τριακόσια (300) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ