Legislator Case Law & Legislation
418/2010 AI generated

418/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 418/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

418/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το αίτημα της αγωγής διατυπωνόταν στο σκεπτικό και στο διατακτικό αυτής ως εξής, κατά λέξιν : "Ενόψει των ανωτέρω, λαμβανομένων υπόψιν και των συνθηκών τελέσεως των πράξεων των εναγομένων, της εν γένει σοβαρότητας αυτών, της δημοσιότητας που πήραν οι ενέργειές τους, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης εμού και των εναγομένων, πρέπει να επιδικασθεί σε βάρος των εναγομένων και υπέρ εμού το ποσό των 150.000.000 δρχ.

Keywords

AI generated
sexual act with a prisoner personality disorder political figure deception regarding identity offences against personal honour pornography
AI generated
1413/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
582/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
2100/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
287/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2648/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 492/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/11/2015 αίτησή του και τους από 14/12/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
1800/2014
Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 666 επ. ΚΠολΔικ, με αριθμό 5191/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, [όπως αυτή διορθώθηκε με την 3252/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου], η οποία έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 6091/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, αφενός μεν υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο και αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να της καταβάλουν το ποσό των 70. 000 ευρώ, ως αποζημίωση για την ζημία που αυτή υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 418 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 418/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης :Ψ1 συζ. Ζ, η οποία, -όπως προκύπτει, από την από 23-9-2009 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Δημάκη,- απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, Ν1 του Ζ και 2. Ν2 του Ζ, κατοίκων ..., οι οποίες συνεχίζουν τη δίκη, ως καθών η κλήση και εκπροσωπούνται από τον αναφερόμενο δικηγόρο, βάσει της παραπάνω δήλωσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/2002, 185/2004 μη οριστικές, 65/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 713/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 21-2-2007 αίτησή του. Κατόπιν βιαίας διακοπής λόγω θανάτου της αναιρεσίβλητης η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 8-6-2008 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή μέρους του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 481 ΑΚ : "Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν, σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών της ίδιας παροχής, καθένας απ' αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά". Κατά το άρθρο 482 εδ. α' ΑΚ : "Σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικώς είτε μερικώς". Κατά το άρθρο 483 εδ. α ΑΚ : "Η καταβολή που έγινε από έναν συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς". Κατά το άρθρο 926 εδ. α' ΑΚ : "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον".

Στην προκειμένη περίπτωση -όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων δικογράφων, προτάσεων και αποφάσεων- η υπόθεση έχει ως εξής : Η αρχικώς ενάγουσα Ψ1 (ήδη θανούσα και κληρονομηθείσα από τις αναιρεσίβλητες θυγατέρες της) ισχυρίσθηκε ότι οι (Τρεις) εναγόμενοι, ήτοι η εταιρία "ΠΡΟΚΟΠ ΟΕ" και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Φ (που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία), καθώς και ο Χ (αναιρεσείων) προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψή της με τον ακόλουθο τρόπο : (α) Ο αναιρεσείων συνέταξε ιδιοχείρως και απέστειλε στο περιοδικό "ΟΚΜ" αγγελία με το όνομα και τη διεύθυνση της ενάγουσας, όπου εμφάνιζε αυτήν ως άτομο ελαφρών ηθών που ενδιαφερόταν για σύναψη ερωτικών σχέσεων με άλλα πρόσωπα, και δη του αυτού φύλου. (β) το περιοδικό, του οποίου ιδιοκτήτρια και εκδότρια ήταν η εναγόμενη εταιρία, δημοσίευσε την ρηθείσα "αγγελία", με συνέπεια την μακρόχρονη παρενόχληση ης ενάγουσας από πολυάριθμους αναγνώστες του περιοδικού.

Το αίτημα της αγωγής διατυπωνόταν στο σκεπτικό και στο διατακτικό αυτής ως εξής, κατά λέξιν : "Ενόψει των ανωτέρω, λαμβανομένων υπόψιν και των συνθηκών τελέσεως των πράξεων των εναγομένων, της εν γένει σοβαρότητας αυτών, της δημοσιότητας που πήραν οι ενέργειές τους, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης εμού και των εναγομένων, πρέπει να επιδικασθεί σε βάρος των εναγομένων και υπέρ εμού το ποσό των 150.000.000 δρχ.

για τους α' και β' των εναγομένων οι οποίοι ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον και το ποσό των 150.000.000 δρχ. για τον γ' εναγόμενο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχω υποστεί...

Για τους λόγους αυτούς ....ζητώ..... να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μου καταβάλουν οι μεν α' και β' εξ αυτών ευθυνόμενοι έναντι εμού αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 150.000.000 δρχ. ο δε τρίτος των εναγομένων το ποσό των δρχ. 150.000.000 νομιμότοκα τα ποσά αυτά από την επίδοση της αγωγής...". Με την 481/2001 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, ενώπιον του οποίου εισήχθη η υπόθεση κατά την διαδικασία των άρθρων 681 και 666 επ.

ΚΠολΔ, αφενός μεν "κήρυξε εαυτό αναρμόδιο ως προς τον τρίτο των εναγομένων και παρέμπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία", αφετέρου δε δέχθηκε μερικώς την αγωγή κατά των δύο πρώτων εναγομένων, και δη για ποσό 20.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με ιδιωτικό συμφωνητικό της 18-7-2002, δέχθηκε και έλαβε συμβιβαστικώς το ποσό των 23.400 ευρώ από τους δύο πρώτους εναγομένους (την εταιρία και τον νόμιμο αυτής εκπρόσωπο), αφού της δήλωσαν ότι η επίμαχη καταχώριση στο περιοδικό τους "οφείλεται στην εξαπάτηση του περιοδικού από τον Χ (αναιρεσείοντα), ο οποίος απέστειλε στο περιοδικό δύο αγγελίες με παρόμοιο περιεχόμενο συμπληρώνοντας το δελτίο αγγελίας του περιοδικού με στοιχεία της πρώτης συμβαλλομένης (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση)".

Μετά ταύτα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, με την 65/2005 οριστική απόφασή του (εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία) δέχθηκε μερικώς την αγωγή (και) κατά του τρίτου εναγομένου ( αναιρεσείοντος), καταδικάζοντας αυτόν να καταβάλει στην ενάγουσα (νομιμοτόκως) το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ. Το Εφετείο Λάρισας, στο οποίο προσέφυγαν με αντίθετες εφέσεις τους και οι δύο διάδικοι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, επανεξέτασε την υπόθεση και επεδίκασε στην ενάγουσα (νομιμοτόκως) χρηματικό ποσό 23.400 ευρώ.

Απέρριψε δε την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση (εκ του άρθρου 483 εδ. α' ΑΚ), σύμφωνα με την οποία η προαναφερόμενη καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 23.400 ευρώ εκ μέρους των συνεναγομένων του επέφερε απόσβεση και του ισόποσου δικού του χρέους. Σχετικώς, διέλαβε στην απόφασή του τα ακόλουθα : "Πρέπει να σημειωθεί ότι η γενομένη κατά τα' ανωτέρω καταβολή του ποσού των 23.400 ευρώ από τους ευθυνομένους εις ολόκληρον με τον εναγόμενο ιδιοκτήτρια και εκδότρια του περιοδικού εταιρία....

και τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής... αφορά την εκτέλεση και όχι την παρούσα δίκη, κατά την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικού ποσού για την ηθική βλάβη μετά των νομίμων τόκων από της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση".

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος αυτού (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 481, 483 και 926 ΑΚ διότι "έπρεπε, εφόσον, κατά την αγωγή επρόκειτο για ζημία από κοινή πράξη (αδικοπραξία) των εναγομένων, η οποία ιδρύει παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ αυτών, η καταβολή, μετά από συμβιβασμό των δύο πρώτων συνεναγομένων....

να δεχθεί ότι η καταβολή αυτή ελειτούργησε αντικειμενικώς και επέφερε την απόσβεση της ενοχής" και ως προς τον αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η ουσιαστική ένσταση, την οποία έχει ως βάση, ερείδεται, υπό τα προεκτεθέντα, στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι ο αναιρεσείων και οι αρχικοί ομαδικοί που ενήχθησαν ως εις ολόκληρον οφειλέτες και ότι η κατ' αυτών απαίτηση της ενάγουσα αφορούσε την "ίδια παροχή".

Τούτο όμως δεν είναι ακριβές, αφού -όπως ανεφέρθη ανωτέρω- η ενάγουσα αξίωσε να της καταβληθεί από τους δύο πρώτους εναγομένους (ως εις ολόκληρον οφειλέτες) ποσό 150.000.000 δραχμών και άλλο (ίσο προς αυτό) ποσό από τον αναιρεσείοντα. Κατά συνέπεια, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία με την οποία απέρριψε την ρηθείσα ένσταση το ουσιαστικό δικαστήριο, το διατακτικό της απόφασής του είναι ορθό και ο ρηθείς αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο και το τρίτο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 κι 8 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω "αποσβεστική ένσταση" και άφησε το εμπεριεχόμενο σ' αυτή αίτημα αδίκαστο, είναι αβάσιμος, αφού, όπως εξετέθη, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (και τον απέρριψε).

Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 226, όπως είχε διαμορφωθεί με τον νόμο2207/1994 : "Αν η αγωγή απευθύνεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αμέσως μετά την κατάθεσή της ο Πρόεδρος, εφόσον κατά την κρίση του απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης, ορίζει με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στο αντίγραφο της αγωγής, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341.

Σε κάθε άλλη περίπτωση τηρείται η διαδικασία του άρθρου 270". Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 270 του ΚΠολΔ, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 11 του ν. 1478/1984 και 3 παρ. 10 του ν. 2207/1994 : "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου". Με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (ΚΠολΔ 524), καθιερώθηκε η ελεύθερη απόδειξη των ισχυρισμών και στις δίκες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στην περίπτωση του άρθρου 226 παρ. 2 εδ. 2.

Ακολούθως, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 341 και με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου (2915/2001) αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 270. Υπό τη νέα διατύπωσή της, η διάταξη αυτή ορίζει : "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός.

Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". .Το άρθρο 270 του ΚΠολΔ, υπό τη νέα διατύπωσή του, τέθηκε σε ισχύ από 16-9-2001 (άρθρο 38 ν. 2915/2001), ενώ με το άρθρο 15 του επακολουθήσαντος νόμου 2943/2001, ο χρόνος αυτός μετατέθηκε για την 1-1-2002.

Περαιτέρω, η διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001 στην πρώτη παράγραφό της ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου Α, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο ορίζει ότι στις υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης του νόμου και έναρξης ισχύος του Α κεφαλαίου αυτού, καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου κεφαλαίου δίκες, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα.

Εκ τούτων συνάγεται ότι οι διατάξεις του ν. 2915/2001 εφαρμόζονται μόνο στις υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιορισθεί να γίνει μετά την 1-1-2002. Αντίθετα, σε όλες τις άλλες υποθέσεις, ήτοι εκείνες των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης του νόμου και έναρξης ισχύος του Α κεφαλαίου αυτού, δηλαδή από 29-5-2001 έως την 1-1-2002, καθώς και στις "λοιπές εκκρεμείς" υποθέσεις, δηλαδή εκείνες που (σύμφωνα και με τις αιτιολογικές εκθέσεις των ν. 2915 και 2943/2001) συζητήθηκαν πριν τη δημοσίευση του ν. 2915/2001 και δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση μέχρι την 1-1-2002, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα.

Συνεπώς, κρίσιμο γεγονός για την εφαρμογή του άρθρου 270 του ΚΠολΔ, με τη μορφή που του έδωσε ο ν. 2915/2001, δεν είναι η δικάσιμος κατά την οποία πράγματι συζητήθηκε η υπόθεση αλλ' η αρχικώς προσδιορισθείσα.

Εν προκειμένω, η αγωγή επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση συζητήθηκε μεν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στις 16-12-2003, η αρχική όμως δικάσιμος, που είχε προσδιορισθεί για την συζήτησή της ήταν η 20-2-2001, δεν ορίσθηκε δε με πράξη του Προέδρου, καταχωρισθείσα στο πρωτότυπο της αγωγής και στο αντίγραφο αυτής, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341.

Συνεπώς, για την απόδειξη αυτής, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 270 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, κατά το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου. Στην κατηγορία των μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα άκυρα έγγραφα, όπως τα μη νομίμως χαρτοσημασμένα ή μη επικυρωμένα, όχι πάντως και τα πλαστά που θεωρούνται ανύπαρκτα.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη, κατ' ορθή εκτίμηση, αιτίαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο,. κατά τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αχαρτοσήμαντα και ανεπικύρωτα φωτοτυπικά έγγραφα και συγκεκριμένα το κείμενο της επίμαχης αγγελίας, ευρετήριο τηλεφώνου με δήθεν χειρόγραφες εγγραφές του και φωτοαντίγραφα ποινικών αποφάσεων, είναι αβάσιμος.

Επειδή με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης που διεξήγαγε η διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με ανακοίνωση που καταχωρήθηκε στο με αριθμό 185/16-12-2003 πρακτικό του, δικαστική γραφολόγος, ..., διότι (α) ο διορισμός της ανωτέρω δικαστικής γραφολόγου, ως πραγματογνώμονος, εχώρησε, ακύρως, εκτός του καταλόγου πραγματογνωμόνων, (β) δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία διορισμού της, με έκδοση προδικαστικής απόφασης κατά τη διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔ, αλλά με προφορική ανακοίνωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, (γ) το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, συνιστάμενο στο ότι "θα γνωμοδοτήσει με έγγραφη αιτιολογημένη γνωμοδότηση περί του αν το κείμενο που περιλαμβάνεται στη με αριθμό ...

έγγραφη αγγελία (φωτοτυπία ή πρωτότυπο) είχε γραφεί ή όχι από τον εναγόμενο ...", δεν τάχθηκε ορθώς, αφού δεν μπορούσε να είναι αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης η καταχώριση της αγγελίας στο περιοδικό, ενώ επέτρεψε διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τη γραφή του σε φωτοτυπημένο κείμενο και (δ) εσφαλμένως απέρριψε το αίτημά του, περί κηρύξεως της ακυρότητας της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, λόγω του ότι η πραγματογνωμόνων διακατεχόταν από έντονη προκατάληψη και εχθρότητα απέναντι του.

Ο λόγος αυτός κατά την υπό στοιχείο (α) αιτίασή του, είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 372 ΚΠολΔ, η επιλογή ή μη εκ του καταλόγου των πραγματογνωμόνων του καταλλήλου προσώπου για τη διενέργεια συγκεκριμένης πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου, του οποίου η σχετική κρίση δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα κατά τη διερεύνηση του δευτέρου λογού αναίρεσης, στην προκειμένη υπόθεση εφαρμόζεται το άρθρο 270 του ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το ν. 2915/2001. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 270 του ΚΠολΔ, η πραγματογνωμοσύνη, εφόσον κρίνεται αναγκαία, διατάσσεται με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, με την οποία προσδιορίζεται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης και η προθεσμία κατάθεσης αυτής.

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την πραγματογνωμοσύνη για το λόγο ότι η πραγματογνωμόνων διορίστηκε με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και όχι με έκδοση προδικαστικής απόφασης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου ίδιος (τρίτος) λόγος κατά την υπό στοιχείο β' αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των με αριθμό 184/2004 πρακτικών συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, το δικαστήριο με προφορική του ανακοίνωση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, διέταξε, ως συμπληρωματική απόδειξη, τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διόρισε ως πραγματογνώμονα τη ..., ειδική γραφολόγο, που περιλαμβάνεται στο κατάλογο πραγματογνωμόνων., και όρισε όπως αυτή (πραγματογνώμων), αφού λάβει γνώση των εγγράφων της δικογραφίας, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που θα προσκομίσουν οι διάδικοι ή όσων αυτή κρίνει αναγκαία, να γνωμοδοτήσει ...

περί του αν το κείμενο που περιλαμβάνεται στην με αριθμό 790135 έγγραφη αγγελία (φωτοτυπία ή πρωτότυπο) έχει γραφεί ή όχι από τον εναγόμενο. Ενόψει, όμως, του αντικειμένου της δίκης, ορθά προσδιορίσθηκε το θέμα της πραγματογνωμοσύνης που αναφέρεται στο κείμενο που δόθηκε προς δημοσίευση και καταχωρήθηκε στην 790135 έγγραφη αγγελία στο πρωτότυπο ή σε φωτοτυπία, η δε πραγματογνωμοσύνη, για τη διενέργεια της οποίας σημειωτέον, όπως ανελέγκτως βεβαιώνεται από το Εφετείο, λήφθηκε υπόψη το χειρόγραφο κείμενο, δεν πάσχει ακυρότητα.

Εντεύθεν, ο ίδιος (τρίτος) λόγος κατά την υπό στοιχείο (γ) αιτίαση, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά την υπό στοιχείο (δ) αιτίαση, ήτοι αυτή, της εσφαλμένης απόρριψης του αιτήματος, περί κηρύξεως της ακυρότητας της κρίσιμης πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος, διότι, μετά την εκ μέρους του Εφετείου απόρριψη κατ' ουσίαν της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα αιτήσεως εξαιρέσεως της πραγματογνώμονος, δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για να κηρυχθεί η πραγματογνωμοσύνη άκυρη, με βάση τα ίδια περιστατικά που είχαν προταθεί και για τη θεμελίωση της αιτήσεως εξαιρέσεως.

Επειδή, εκ των περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεων του ΚΠολΔ και ιδία αυτή του άρθρου 383 ουδόλως προκύπτει ότι η έγγραφη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, η οποία εκτιμάται ελευθέρως, ως ορίζει το άρθρο 387 του Κώδικα αυτού, καθίσταται άκυρη, αν ο συντάξας αυτήν πραγματογνώμονας δεν ενήργησε κατά την ορθότερη επιστημονική άποψη ή κατά την προσφορότερη μέθοδο της τεχνικής ή όταν εκφέρει εσφαλμένη κρίση Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 11 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο, ανεπιτρέπτως κατά νόμον έλαβε υπόψη την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία είναι άκυρη, διότι η πραγματογνωμόνων, κατά τη διενέργεια αυτής, δεν τήρησε τους κανόνες της επιστήμης της γραφολογίας "και της τέχνης", καθόσον έλαβε υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία, προκειμένου να καταλήξει στο εσφαλμένο πόρισμά της για την εκ μέρους του ιδιόχειρη γραφή της επίμαχης αγγελίας, φωτοτυπημένα αντίγραφα και ευρετήριο τηλεφώνου με δήθεν χειρόγραφες εγγραφές του είναι αβάσιμος.

Επειδή, "πράγματα", η λήψη υπόψη των οποίων (καίτοι μη προταθέντων) ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της οικείας ένστασης ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή και δη (α) ότι έλαβαν γνώση του συκοφαντικού ισχυρισμού και του προσώπου της παθούσας πρόσωπα από την ..., που απέστειλαν απευθείας στο σπίτι της ταχυδρομικώς ερωτικές επιστολές και (β) ότι έλαβαν γνώση της αγγελίας οι ένοικοι της πολυκατοικίας με άνοιγμα των επιστολών, καθώς και πρόσωπα του φιλικού και συγγενικού της περιβάλλοντος, είναι απαράδεκτος, αφού τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αναφερόμενα ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και αφορώντα την ενίσχυση της αγωγικής βάσεως, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.

Επειδή, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ, και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατευόμενο εν προκειμένω έννομο αγαθό είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη του ανθρώπου. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε της ελευθερίας του. Επίσης, ο Π.Κ. ορίζει στο άρθρο 361 παρ. 1 ότι "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (αρθρ. 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...", στο άρθρο 362 ότι "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...", και στο άρθρο 363 ότι "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...".

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται (α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, (β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και (γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενόμενης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και υπόληψη του φυσικού προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Στο περιοδικό με τον διακριτικό τίτλο "Ο.Μ.Κ" ιδιοκτησίας και εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΚΟΠ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Ο.Ε. ΕΚΔΟΤΙΚΗ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το οποίο περιέχει στήλη αγγελιών, μέσα από την οποία δίδεται η δυνατότητα, στους αναγνώστες του, προσωπικών γνωριμιών μεταξύ τους, με σκοπό τη σύναψη ερωτικών σχέσεων, απεστάλη μια αγγελία με το ακόλουθο περιεχόμενο : " Κυρία παντρεμένη, ώριμη και καυτή, όμορφη που τρελαίνεται να ντύνεται και να είναι ΑΝΤΡΑΣ περιμένει τη ΣΚΛΑΒΑ ΤΗΣ ή ΚΑΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ".

Στη συνέχεια δε του κειμένου υπήρχαν και τα προσωπικά στοιχεία του φερομένου ως αποστολέα. Πιο συγκεκριμένα η θέση των στοιχείων αυτών ήταν συμπληρωμένη με τα στοιχεία της ενάγουσας, ήτοι Ψ1, .... Η ανωτέρω αγγελία, η οποία ήταν χειρόγραφη, απεστάλη στο περιοδικό "Ο.Μ.Κ" συμπληρωμένη στο ειδικό έντυπο δελτίο (κουπόνι) αγγελίας που υπάρχει στα τεύχη του περιοδικού, στο οποίο (δελτίο) κάθε ενδιαφερόμενος συμπληρώνει το κείμενο της αρεσκείας του και τα στοιχεία του και τα αποστέλλει στο περιοδικό, το οποίο με τη σειρά του δίδει έναν κωδικό στην αποστελλόμενη αγγελία και ακολούθως την δημοσιεύει δωρεάν στην στήλη των αγγελιών.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση στην αγγελία με το ως άνω περιεχόμενο, που φερόταν ότι αφορούσε την ενάγουσα, δόθηκε ο αριθμός ... και δημοσιεύθηκε αρχικώς στο τεύχος του Σεπτεμβρίου 2000 και ακολούθως στο τεύχος του Οκτωβρίου του 2000. Η δημοσίευση αφορούσε μόνον το κυρίως περιεχόμενο της αγγελίας και την πόλη από την οποία προέρχεται, χωρίς όνομα και λοιπά στοιχεία αποστολέα, τα οποία όμως στοιχεία είναι στην διάθεση του εκδότη, ο οποίος υποχρεούται να τα κρατήσει μυστικά (όπως αναγράφεται δίπλα από το προσκομισθέν κουπόνι αγγελίας).

Σε απάντηση της αγγελίας αυτής, που αφορούσε στην ενάγουσα εστάλησαν στο περιοδικό σειρά επιστολών, τις οποίες, αφού συγκέντρωνε η ομάδα σύνταξης, τις έστελνε στην οικία της ανωτέρω μέσα σε έναν μεγαλύτερο κίτρινο αδιαφανή φάκελο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το προαναφερόμενο δελτίο αγγελίας, δεν απεστάλη στο ως άνω περιοδικό από την ενάγουσα, αλλά από τον εναγόμενο εν αγνοία αυτής.

Η ιδιότητα του εναγομένου ως συντάκτη και αποστολέα της ως άνω αγγελίας αποδείχθηκε ιδίως από την ως άνω με αριθμ. κατάθ. ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ... Εξάλλου και πριν από την δημοσίευση της ανωτέρω αγγελίας είχαν προηγηθεί διάφορα φραστικά επεισόδια μεταξύ των διαδίκων, ένα εκ των οποίων είχε ως αποτέλεσμα την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του εναγομένου κατόπιν εγκλήσεως της ενάγουσας για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος κατηγορήθηκε ως υπαίτιος του ότι στις 24-11-1998 ενώπιον του ... ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα είναι λεσβία και ότι έχει αποδείξεις γι' αυτό που λέει, πράξη για την οποία καταδικάστηκε πρωτόδικα με ποινή φυλάκισης δύο μηνών με την 3740/25-09-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, συνεπεία της αποστολής και της δημοσιεύσεως της ως άνω αγγελίας, η ενάγουσα ελάμβανε συνεχώς επιστολές οι οποίες είχαν ανάλογο με την αγγελία περιεχόμενο και εμπεριείχαν προτάσεις για τη σύναψη ερωτικών ομοφυλοφιλικών σχέσεων (με άλλες γυναίκες), συμμετοχής σε ερωτικά τρίγωνα, σεξουαλικά παιχνίδια σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα και συνοδεύονταν (κάποιες από αυτές) από φωτογραφίες γυμνών ή ημίγυμνων γυναικών σε προκλητικές στάσεις.

Εκτός από τις επιστολές που εστάλησαν μαζικά από την εκδότρια του περιοδικού εταιρεία, στην ενάγουσα απεστάλησαν και δύο ακόμη επιστολές απευθείας και όχι μέσω του προαναφερόμενου περιοδικού, οι οποίες εσωκλείονταν σε λευκούς φακέλους και έφεραν σφραγίδα ταχυδρομείου από την .... Οι εξωτερικοί φάκελοι έφεραν διάφορα αυτοκόλλητα και συγκεκριμένα γατάκια, καρδούλες, άλλα σημεία και η μία εξ αυτών έγραφε στο εμπρόσθιο πάνω αριστερό σημείο, όπου συνήθως αναγράφονται τα στοιχεία του αποστολέα μίας επιστολής, με αυτοκόλλητα πάλι διαφόρων χρωμάτων και ιριδισμών με λατινικά στοιχεία τη λέξη "ΛΕΣΒΟΣ" ("LESVOS") και από κάτω είχε μία καρδιά κι ένα ερωτηματικό.

Το περιεχόμενο των ανωτέρω επιστολών κατέστη γνωστό και σε ενοίκους της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε η ενάγουσα, αφού κάποιες βρέθηκαν ανοιχτές στην είσοδο της οικοδομής, αλλά και στον στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο της. Επίσης; το περιεχόμενο της αγγελίας και ό,τι αυτό σήμαινε κατέστη γνωστό στους εκδότες και υπαλλήλους του περιοδικού που έλαβαν την αγγελία με τα πλήρη στοιχεία της ενάγουσας και της απέστειλαν τις απευθυνόμενες σε αυτήν επιστολές.

Ακόμη αυτό έγινε γνωστό και σε τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα στους αποστολείς των προαναφερόμενων επιστολών από την ..., οι οποίες απεστάλησαν απευθείας στην ενάγουσα με τα πλήρη στοιχεία της και με περιεχόμενο άσεμνες φωτογραφίες γυμνών γυναικών και ερωτικά κείμενα. Το περιεχόμενο της επίδικης αγγελίας ήταν ψευδές και συκοφαντικό για την ενάγουσα, τόσο δε η αγγελία όσο και οι επιστολές, που ως επακόλουθο της αγγελίας αυτής ελάμβανε, προσέβαλαν την προσωπικότητά της, αφού συκοφαντήθηκε, εξυβρίσθηκε και παραβιάσθηκε έντονα η ιδιωτική ζωή της, καθώς η ίδια δέχθηκε μηνύματα εντονότατα προσωπικής φύσεως από ανθρώπους με τους οποίους ούτε ήθελε ούτε και επεδίωξε ποτέ να συναναστρέφεται και οι οποίοι λόγω της αγγελίας σχημάτισαν γι' αυτήν την εντύπωση ότι πρόκειται για άτομο με ιδιαίτερες ερωτικές προτιμήσεις έτοιμο να δεχθεί την ικανοποίηση ανάλογων προτιμήσεων.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι η ενάγουσα ήταν, κατά τον χρόνο της δημοσίευσης των αγγελιών και αποστολής των επιστολών 50 ετών, έγγαμη και μητέρα 2 θυγατέρων, ηλικίας 22 ή23 ετών αντίστοιχα, καθώς και ότι ζούσε μια ήσυχη οικογενειακή ζωή, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι είχε ιδιαίτερες σεξουαλικές ή ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις ή ότι ενέκρινε τις παράλληλες ερωτικές σχέσεις.

Λόγω της αγγελίας και των επιστολών διαταράχθηκε η ήσυχη οικογενειακή της ζωή, διαλύθηκε ο αρραβώνας της μιας θυγατέρας της και η ίδια υπέστη νευρική κρίση και άρχισε να λαμβάνει ψυχοφάρμακα ενώ απομονώθηκε από το φιλικό και κοινωνικό περιβάλλον της. Η ως άνω προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας ήταν παράνομη και υπαίτια, καθόσον η δημοσίευση της αγγελίας έγινε χωρίς της θέλησή της και το περιεχόμενό της ήταν άκρως υβριστικό και συκοφαντικό σε βάρος της, με παράθεση ψευδών γεγονότων, που θα μπορούσαν να βλάψουν κι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή της, ο δε εναγόμενος τελούσε σε γνώση ότι επρόκειτο περί ψευδών γεγονότων και παρ' όλα αυτά απέστειλε την αγγελία στο περιοδικό με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας.

Σε βάρος του εναγομένου ασκήθηκε και ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου κατά συναυτουργία με συγκατηγορούμενο τον Φ υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της Ο.Ε. που εξέδιδε το ανωτέρω περιοδικό. Σχετικώς εκδόθηκε η 1789/19-02-2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του εναγομένου λόγω παραγραφής και κατά του συγκατηγορουμένου του λόγω ανάκλησης της εγκλήσεως εκ μέρους της εγκαλούσας και ήδη ενάγουσας και αποδοχής της ανάκλησης από αυτόν.

Περαιτέρω, κατά της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΚΟΠ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Ο.Ε. ΕΚΔΟΤΙΚΗ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και του προαναφερθέντος Φ εκδόθηκε η 481/2001 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που δίκασε ως προς τους εναγομένους αυτούς κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ του ΚΠολΔ, με την οποία έγινε δεκτή η ίδια αγωγή της ενάγουσας, η οποία στρεφόταν και κατά των ως άνω εναγομένων (ως προς τον ήδη εναγόμενο διατάχθηκε με την άνω απόφαση η εκδίκαση της υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία) και υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 20.000.000 δρχ.

ως χρηματική της ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Ακολούθως η ενάγουσα και ο Φ ενεργώντας για λογαριασμό του και για λογαριασμό της προαναφερομένης Ο.Ε. συνυπέγραψαν το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο οι ανωτέρω συμβιβάστηκαν και αφού ο προαναφερθείς Φ δήλωσε ότι δεν είχαν ουδεμία πρόθεση να θίξουν της ενάγουσα καθώς και ότι η καταχώρηση της επίδικης αγγελίας στο περιοδικό τους "οφείλεται στην εξαπάτηση του περιοδικού από τον Χ, ο οποίος απέστειλε στο περιοδικό δύο αγγελίες με παρόμοιο περιεχόμενο συμπληρώνοντας το δελτίο αγγελίας του περιοδικού με στοιχεία της πρώτης συμβαλλόμενης (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση)", αναγνώρισε την ταλαιπωρία και την ηθική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα, συμφώνησαν να της καταβληθεί το ποσό των 23.400 Ευρώ, ποσό το οποίο και εισπράχθηκε αυθημερόν από την ενάγουσα.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η ενάγουσα, με την εις βάρος της παράνομη και υπαίτια ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς της υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό της οποίας ανέρχεται, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και της έκτασης της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων σε 23.400 Ευρώ".

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή για το ποσό των 20.000 Ευρώ, και; αφού δίκασε επί της αγωγής, επιδίκασε στην ενάγουσα για την προαναφερόμενη αιτία το ποσό των 23.400 Ευρώ.

Ετσι κρίνοντας, το Εφετείο δεν παραβίασε καμία από τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το από τις αποδείξεις συναχθέν πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και με πλήρεις, σαφείς κι χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχθηκε μετ' εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, και τα εξής: (1) ότι ο αναιρεσείων είναι αυτός που κατέγραψε και απέστειλε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΚΟΠ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Ο.Ε. ΕΚΔΟΤΙΚΗ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" την επίμαχη αγγελία με τα προσωπικά στοιχεία της αναιρεσίβλητης, η οποία (εταιρεία) στη συνέχεια δημοσίευσε αυτή, (2) ότι γνώριζε το ψευδές των περιλαμβανομένων σ' αυτή προσβλητικών σε βάρος της αναιρεσίβλητης γεγονότων - ισχυρισμών, (3) ότι τα αναγραφέντα ψευδή γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την αναιρεσίβλητη και (δ) υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ενέργειας του αναιρεσείοντος και της ζημίας που υπέστη η αναιρεσίβλητη, αφού αυτός απέστειλε προς δημοσίευση την επίμαχη αγγελία.

Κατ' ακολουθίαν, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του και έκτος κατά το πρώτο μέρος του λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Αβάσιμος είναι ο εκτός λόγος και κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η ε του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση ότι δηλαδή αυτό, με το να επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση ποσού 23.400 Ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, παραβίασε την κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.

Και τούτο, διότι η επιδίκαση αυτού του ποσού δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής καθώς και των λοιπών ως άνω παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, ήτοι της δημοσιότητας που έλαβε η προσβολή αυτή, της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης και της κοινωνικής και της οικονομικής κατάστασης αυτής και του αναιρεσείοντος, ούτε άλλωστε η κρίση του Εφετείου, ότι δεν πρέπει να διαφοροποιηθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εκδότριας εταιρείας που προέβη στη δημοσίευση της αγγελίας ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, ενέχει τέτοια παραβίαση.

Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 713/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ