Legislator Case Law & Legislation
418/2007 AI generated

418/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 418/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 418 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

418/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 418 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
lack of signature original signature forged signature signature defect absence of official instruments unsigned legal brief
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 418 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 418/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: ...., κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Χαμαλέλη, Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3550/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 506/1999 μη οριστική, 5138/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 1889Β΄ και 1890Β΄ της 10.11.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., πιστό αντίγραφο της από 20.9.2004 αιτήσεως αναιρέσεως και 12.10.2006 κλήσεως, αντιστοίχως, μαζί με την κάτω από τη δεύτερη πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά τη πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης "πράγματα", των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1215/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το εφετείο , που δέχθηκε ως βάσιμη την από 17-5-96 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει, και με προσωπική της κράτηση και απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, το ποσόν των 10.000.000 δρχ. κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ και ειδικότερα ένεκα εκδόσεως υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας και νόμιμης εκπροσώπου τής εκεί αναφερομένης ανώνυμης, εταιρίας ισόποσης τραπεζικής επιταγής, της οποίας κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως, ήταν η ιδία η αναιρεσίβλητη και, μολονότι εμφανίσθηκε εμπροθέσμως προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, πράγμα το οποίον η αναιρεσίβλητη εγνώριζε και παρά ταύτα την εξέδωκε, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό, ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την αναιρεσείουσα, υπό την έννοια ότι ως νόμιμη εκπρόσωπος και ασκούσα τη διοίκηση των υποθέσεων της εταιρίας CASANOBRE HELLAS A.B.E.E. συνεννοήθηκε με τον αδελφό της .....και έδωσε εντολή σ΄ εκείνον και υπέγραψε αντ΄ αυτής ως νόμιμης εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας στη θέση του εκδότη, χωρίς, όμως, να έχει προταθεί καθόλου από την αναιρεσίβλητη. Ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός, αποτελεί συμπέρασμα του δικαστηρίου, που συνήχθη από την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά, με τον τρόπο εκδόσεως της επίδικης τραπεζικής επιταγής εκ μέρους της αναιρεσείουσας και συνεπώς, δεν συνιστά "πράγμα" υπό τη προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι ο εκδότης επιταγής σε διαταγή, η οποία δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στη πληρώτρια τράπεζα, στη περίπτωση που ενεργεί με πρόθεση, υπέχει ποινική ευθύνη και παράλληλα προκαλεί ζημία στο νόμιμο κομιστή της επιταγής, διαπράττει και αδικοπραξία, αφού η ζημία αυτή επέρχεται με παράνομη πράξη του εκδότη, διότι παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933. Επομένως, ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το νόμιμο κομιστή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, αφού η διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 έχει θεσπισθεί για να προστατεύσει, παράλληλα προς το δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον του κομιστή της επιταγής (Ολομ. ΑΠ 18/2004 ΝοΒ 53.61), η υποχρέωση δε αυτή του εκδότη δεν έχει ως προϋπόθεση τη προηγούμενη καταδίκη του για το ποινικό αδίκημα (ΑΠ 1442/2003 Ελλ. Δνη 46.772). Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 Α.Κ., το νομικό πρόσωπο ευθύνεται εκ των πράξεων ή παραλείψεων των κατά τα άρθρα 55, 67 και 68 αντιπροσωπευόντων και εκφραζόντων τη βούληση αυτού οργάνων, εφ΄ όσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων, που ανατέθηκαν σ΄ αυτά και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή παραλιπόντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον μετά του νομικού προσώπου, δηλαδή το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη αυτής του νομικού προσώπου (Α.Π. 1285/1980 ΝοΒ 29.554). Ειδικότερα, επί ανωνύμου εταιρείας οι διοικούντες την εταιρεία δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των συμβούλων της Α.Ε. προσωπικά εξ αδικοπραξίας, κατ΄ άρθρο 914 Α.Κ., δηλαδή η αρχή της μη ευθύνης των διοικητών Α.Ε. δεν ισχύει, όταν υπάρχει πταίσμα αυτών εξ αδικοπραξίας βάσει των γενικών αρχών, οπότε υπάρχει ευθύνη τους. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 1047 παρ. 1 περ. β΄ Κ.Πολ.Δ, με την άσκηση αξιώσεως αποζημιώσεως από αδικοπραξία, παρέχεται στο κομιστή της επιταγής η ευχέρεια να ζητήσει και την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά του εναγομένου εκδότη ακάλυπτης επιταγής, ειδικά δε και κατά του φυσικού προσώπου, το οποίον εξέδωκε καθοιονδήποτε τρόπο και για λογαριασμό της εκδότριας αυτής εταιρείας (ΑΠ 25/2002 Ελλ. Δνη 41.712). Η έννομη σχέση υπό την οποία εμφανίζεται ο εκδότης της επιταγής δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη αυτού. Η εξαίρεση δε, η οποία προβλέπεται από τη παρ. 3 του άρθρου 1047 Κ.Πολ.Δ, αναφέρεται στην απαγόρευση προσωπικής κρατήσεως εκπροσώπων ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης για χρέη εμπορικά ή από αδικοπραξία, τα οποία βαρύνουν το νομικό πρόσωπο και όχι για χρέη από αδικοπραξία, τα οποία βαρύνουν το ίδιο το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, έστω και αν αυτό τέλεσε την αδικοπραξία στα πλαίσια των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται και αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, κατά δε το άρ. 19 του ιδίου άρθρου ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1229/2005 και 1459/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδεικνύονται τα εξής: "Η εναγομένη είναι εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλός της ανώνυμης βιοτεχνικής και εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία CASANOBRE HELLAS A.B.E.E., η οποία έχει ως αντικείμενο οικοδομικές επιχειρήσεις, εργασίες και υλικά. Για τις ανάγκες της εμπορίας της εξέδωσε υπό την άνω ιδιότητά της, δηλαδή, της εκπροσώπου της εταιρείας CASANOBRE HELLAS A.B.E.E., την κατωτέρω με ημερομηνία 30-10-94 επιταγή πληρωτέα στην CITIBANK N.A ποσού 10.000.000 δρχ., η οποία συρόταν στον 084001000501338834 6 300, λογαριασμό. Η επιταγή αυτή ήταν πληρωτέα σε διαταγή της εταιρείας ".....ΕΠΕ", από την οποία περιήλθε με οπισθογράφηση στον .... ο οποίος αφού την οπισθογράφησε περαιτέρω την μεταβίβασε στην ενάγουσα. Την 1-11-94 αυτή (ενάγουσα), την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην, όμως, δεν εξοφλήθηκε ελλείψει αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων, πράγμα που καταχωρήθηκε στο σώμα της με σχετική βεβαίωση της άνω τράπεζας. Η εναγομένη αρνείται ότι υπέγραψε ως εκδότρια την άνω επιταγή και ισχυρίζεται, ότι η υπογραφή που υπάρχει στην θέση της εκδότριας ανήκει στον αδελφό της ..., ο οποίος, εκτός της οπισθογράφησής της, υπέγραψε και ως εκδότης. Από τα άνω στοιχεία, όπως η κατάθεση του στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, του μάρτυρα...., σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της επίμαχης επιταγής, προκύπτει, ότι η επιταγή εκδόθηκε από την εναγομένη υπό την έννοια ότι αυτή ως νόμιμη εκπρόσωπος και ασκούσα τη διοίκηση των υποθέσεων της εταιρείας "CASANOBRE HELLAS A.B.E.E." συνεννοήθηκε με τον αδελφό της ....και έδωσε εντολή σ΄ εκείνον και υπέγραψε αντ΄ αυτής, ως νόμιμης εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας στη θέση του εκδότη την άνω επιταγή, παρά το ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εταιρείας στην πληρώτρια Τράπεζα, αδιαφορώντας για το ότι δεν ήταν δυνατή η πληρωμή της επιταγής ούτε κατά τον χρόνο εκδόσεως, ούτε κατά εκείνον που θα εζητείτο η πληρωμή από την κομίστρια της, ενάγουσα εταιρεία, στην οποία με οπισθογράφηση εκ μέρους του την μεταβίβασε ο αδελφός της.

Συνεπώς, αποδεικνύεται η βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού για έκδοση της επιταγής από την εναγομένη". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, διέλαβε δε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Η ακριβής εξειδίκευση και ο λεπτομερής προσδιορισμός του τρόπου εκδόσεως της επίδικης επιταγής από την αναιρεσείουσα προέκυψε από την αναλυτική αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν συνιστά ύπαρξη αντιφατικών αιτιολογιών περί του ποιος είναι ο εκδότης της εν λόγω επιταγής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά τα δύο αυτού μέρη, με τον οποίον αποδίδεται στην απόφαση αυτή οι πλημμέλειες των παραβάσεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αρ. 1 και 19 πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος και ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ότι δηλαδή εκδότρια της επίδικης επιταγής είναι η αναιρεσείουσα, διαφέρει δε απλώς ο τρόπος που την εξέδωκε, που δεν είναι ο συνήθης εκείνος της υπογραφής από τον εκδόσαντα αυτήν, αλλά με υπογραφή τρίτου κατόπιν συνεννοήσεως με αυτόν, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 1 και όχι 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 20.9.2004 αίτηση της αναιρεσείουσας .... για αναίρεση της 5138/2004 αναιρέσεως του Εφετείου Αθηνών.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ