417/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Αναστασία Καραμανίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated417/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων κατ ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 417 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 417/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Αναστασία Καραμανίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Nοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Ν., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ... Α.Ε., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15403/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 502/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-3-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την από 16-3-2023 και με αρ. καταθ. ...2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. 502/18-3-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 28-3-2019 και με αρ. καταθ. 5783/634/26-3-2019 έφεσης του ενάγοντος Β.
Π. κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, με αρ. 15403/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 8-7-2017 αγωγή του κατά την κύρια βάση αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά τις επικουρικές βάσεις ως νόμω αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς την κύρια βάση της αγωγής, κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, την οποία απέρριψε ως νόμω αβάσιμη και απέρριψε κατά λοιπά κατ' ουσίαν την έφεση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 17-3-2023, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ καθόσον δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οιουδήποτε των διαδίκων, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 18-3-2021.
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων κατ ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2.- α) H επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο της επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν` αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζόμενους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθρο 361 ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής.
Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζόμενους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση (ΑΠ 768/2024, ΑΠ 563/2023, ΑΠ 1238/2023, ΑΠ 1566/2021). β) Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 103/1975 (Α 167) όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με την παρ.1 του άρθρου 15 του ν. 2079/1992 (Α' 142) και την τροποποίησή του με την παρ.1 του άρθρου μόνου του π.δ. 291/1995 (Α' 164), ορίζεται ότι: "Στους τακτικούς υπαλλήλους των ν.π.δ.δ., που δεν υπάγονται στην ασφάλιση Ταμείου Προνοίας ή κλάδου Πρόνοιας ή στον αν 513 / 1968...
που αποχωρούν ή απολύονται από την υπηρεσία και δικαιούνται σύνταξη γήρατος η αναπηρίας, καταβάλλεται από τα νομικά πρόσωπα από τα οποία αποχωρούν ή απολύονται αυτοί, αναλόγως των ετών της υπηρεσίας τους, εφάπαξ χρηματικό βοήθημα υπολογιζόμενο επί των τακτικών αποδοχών τους κατά τον εξής τρόπο:....". Με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου ορίζεται το ποσοστό επί των κρατήσεων επί των αποδοχών των υπαλλήλων και ότι η κράτηση αύτη αποτελεί έσοδο των Νομικών Προσώπων, που αναγράφεται στον προϋπολογισμό τους κατά τις κείμενες διατάξεις περί λογιστικού Ν.Π.Δ.Δ., για σχηματισμό κεφαλαίων αποζημιώσεως από καθένα νομικό πρόσωπο, των εξερχομένων υπαλλήλων του, σε περίπτωση δε ανεπάρκειας, συμπληρώνεται από το ΝΠΔΔ στο οποίο υπηρετούν οι υπάλληλοι.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι προβλέπεται η παροχή εφάπαξ βοηθήματος σε τακτικούς υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), μη υπαγόμενους στην ασφάλιση ταμείου πρόνοιας ή κλάδου πρόνοιας, εφόσον αυτοί αποχωρούν ή απολύονται από την υπηρεσία και δικαιούνται να λάβουν σύνταξη. γ) Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 2512/1997, ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων σε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31-12-1992, που χορηγείται από το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων.
δ) Με το άρθρο 21 του ν. 3232/2004 (όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με αρθρ.57 του Ν. 3518/2006) ορίζεται ότι: "1. Στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων συνιστάται κλάδος με την ονομασία "Κλάδος Πρόνοιας Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.", στον οποίο υπάγεται υποχρεωτικά το μόνιμο προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ., που δεν υπάγεται σε άλλο φορέα πρόνοιας ούτε στον Α.Ν. 513/1968 (ΦΕΚ 186 Α) για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος.
Ο κλάδος έχει πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια. Στο συνιστώμενο κλάδο υπάγονται υποχρεωτικά και όσοι υπάλληλοι είναι ασφαλισμένοι στο καθεστώς του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α) μέχρι την 31.12.2004. Σκοπός του κλάδου αυτού είναι η καταβολή εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους που αποχωρούν από την υπηρεσία τους και συνταξιοδοτούνται λόγω γήρατος ή οριστικής αναπηρίας.
Πόροι του κλάδου είναι η μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων, ίση με 4%, υπολογιζόμενη επί των αυτών αποδοχών που υπολογίζεται και η εισφορά για τους λοιπούς ασφαλισμένους του Ταμείου. Υπόχρεος για την παρακράτηση της εισφοράς αυτής είναι το Ν.Π.Δ.Δ. ή η υπηρεσία που υπηρετούν οι υπάλληλοι, που υποχρεούνται, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου της πληρωμής μήνα να αποδίδουν στον Κλάδο την εισφορά αυτή.
Σε περίπτωση καθυστέρησης, εφαρμόζονται οι περί προσθέτων τελών κείμενες διατάξεις. Χρόνος ασφάλισης είναι ο, διανυόμενος από το χρόνο έναρξης λειτουργίας του κλάδου, χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων στα οικεία Ν.Π.Δ.Δ. ή σε οποιαδήποτε υπηρεσία υπηρετούν για την οποία είναι ασφαλισμένοι μέχρι 31.12.2004 στο καθεστώς του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α).
Οι προϋποθέσεις χορήγησης εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους και στα μέλη οικογενείας τους σε περίπτωση θανάτου, οι υποκείμενες σε εισφορά αποδοχές, ο καθορισμός του βοηθήματος, η άσκηση του δικαιώματος για λήψη εφάπαξ βοηθήματος, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των επαναδιοριζομένων, η παραγραφή, το ανεκχώρητο και ακατάσχετο των βοηθημάτων και εισφορών, καθώς και κάθε άλλη ρύθμιση διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων.....
Το εφάπαξ βοήθημα το οποίο δικαιούνται οι αποχωρούντες ασφαλισμένοι υπολογίζεται για όλο το χρόνο υπηρεσίας τους που έχει διανυθεί από 1.10.1975 και εφεξής και καταβάλλεται κατ` αναλογία από το Τ.Π.Δ.Υ. για το χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε σε αυτό και για το οποίο καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές και το υπόλοιπο ποσό από το νομικό πρόσωπο στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α) και στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο υπάλληλος μέχρι την 31.12.2004.
Σε περίπτωση ανεπάρκειας των σχηματιζόμενων κεφαλαίων του οικείου λογαριασμού του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α) για την καταβολή του αναλογούντος ποσού βοηθήματος, τούτο συμπληρώνεται κατά το ποσό που υπολείπεται από το ίδιο το Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός και σε καμιά περίπτωση δεν βαρύνει το ταμείο.
Σε περίπτωση μετατροπής, κατάργησης ή συγχώνευσης του Ν.Π.Δ.Δ., η επιβάρυνση για την κάλυψη του ανωτέρω ποσού καλύπτεται από τον προϋπολογισμό του διάδοχου εργασιακού φορέα ή τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε περίπτωση μεταφοράς των υπαλλήλων στο Δημόσιο και σε καμιά περίπτωση από το Ταμείο. Με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθορίζονται οι φορείς έκδοσης, καθώς και ο τύπος και το περιεχόμενο των πράξεων για τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος...........
Η λειτουργία του Κλάδου αρχίζει από 1.1.2006.". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι ασφαλισμένοι υπό το καθεστώς του ν. 103/1975 που υπάγονται υποχρεωτικά στον συνιστώμενο κλάδο Πρόνοιας Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., διέπονται από 1-1-2006 από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων.
ε) Περαιτέρω με το άρθρο 56 του ν. 2084/1992, με τον οποίο αναμορφώθηκε και τέθηκε σε νέα βάση ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης, με τη θέσπιση ενιαίων κατά βάση κανόνων κοινωνικής ασφάλισης για όλους του ασφαλισμένους ήτοι του δημοσίου του ευρύτερου δημοσίου τομέα και του ιδιωτικού τομέα, με σκοπό την εξυγίανση και την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς του στο μέλλον, ορίσθηκαν οι προϋποθέσεις καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος για όλους τους φορείς πρόνοιας, ως εξής : " 1.
Στον ασφαλισμένο σε κάθε φορέα ασφάλισης πρόνοιας απονέμεται εφάπαξ βοήθημα, εφόσον έτυχε κύριας σύνταξης λόγω γήρατος ή οριστικής αναπηρίας από οποιονδήποτε φορέα και πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις του οικείου ταμείου.....". Με το άρθρο 2 παρ. 4 του ίδιου νόμου (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2227/1994) ορίσθηκε η έννοια του όρου "φορείς κοινωνικής ασφάλισης" και συγκεκριμένα ορίσθηκε ότι φορείς κοινωνικής ασφάλισης είναι όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ.
και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος.
Δεν θεωρούνται φορείς ασφάλισης κατά την έννοια του παρόντος νόμου τα Κεφάλαια Αποκαταστάσεως Φορτοεκφορτωτών (Κ.Α.Φ.).". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για την καταβολή της εφάπαξ παροχής και στους δικαιούμενους τούτου υπαλλήλους των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, που τελούσαν υπό το καθεστώς του ν. 103/1975 , που από 1-1-2006 υπάγονται στον Κλάδο Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η έκδοση της πράξης συνταξιοδότησής τους, διότι προηγείται η κρίση περί της συγκέντρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδοτικού δικαιώματος του υπαλλήλου και έπεται η απονομή του εφάπαξ βοηθήματος αφού αυτό καταβάλλεται λόγω συνταξιοδότησης.
Αν δεν πληρούται η εν λόγω ουσιαστική προϋπόθεση, δεν υφίσταται νόμιμη προσδοκία χορήγησης της εν λόγω παροχής, που να συνιστά "περιουσία" κατά τη σχετική έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), αφού στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται θεμελιωμένο δικαίωμα για λήψη εφάπαξ βοηθήματος ούτε οικονομικό συμφέρον με επαρκές έρεισμα στο εσωτερικό δίκαιο.
3.- I) Με το άρθρο 1 του ν.δ. 787/1970 (Α 292) συνεστήθη Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ... (Ο.Α.Θ.) υπαγόμενο στην εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και με σκοπό την κατασκευή, συντήρηση, διοίκηση, λειτουργία και εκμετάλλευση του δικτύου αποχετεύσεως ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων, την εκτέλεση έργων διευθέτησης χειμάρρων αντιπλημμυρικής προστασίας και τη συντήρηση της περιφερειακής τάφρου της περιοχής πόλεως Θεσσαλονίκης.
Στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ/τος 157/25-6-1997 (Α 133) , που ορίζει ότι : "1. Συνιστάται Ανώνυμη Εταιρία δια μετατροπής του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου "...", ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργούσα χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 και του Κ.Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της εταιρίας που ασκεί δραστηριότητες κοινής ωφέλειας", ο ανωτέρω "..." μετατράπηκε από Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου σε ανώνυμη εταιρία.
Με το άρθρο 12 παρ. 1 του ως άνω π.δ. ορίσθηκε ότι "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος οπουδήποτε αναφέρεται ... νοείται εφεξής ο ... Α.Ε. που καθίσταται καθολικός διάδοχος αυτού", με το άρθρο 13 ορίσθηκε ότι θα συνταχθεί κανονισμός εντός εξαμήνου από τη δημοσίευσή του π.δ., ότι οι αποδοχές του προσωπικού του Οργανισμού καθορίζονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά γι` αυτές διατάξεις, στην παράγραφο 3 ορίζεται ότι μέχρι τη δημοσίευση του ανωτέρω κανονισμού και την υπογραφή της πρώτης Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που υπογράφεται από την αντιπροσωπευτική οργάνωση εργαζομένων του Οργανισμού εξακολουθούν να εφαρμόζονται ο υφιστάμενος κατά τη δημοσίευση του παρόντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και οι ισχύουσες διατάξεις για τη μισθοδοσία του προσωπικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, και με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 ορίστηκε ότι " 1.
Το προσωπικό του Ο.Α.Θ. Α.Ε. συνδέεται μ` αυτόν με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου. 2. Το κατά τη δημοσίευση του παρόντος υπηρετούν μόνιμο προσωπικό του Ο.Α.Θ. εντάσσεται σε αντίστοιχες προσωποπαγείς θέσεις που θα συσταθούν με τον κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου κανονισμό, διεπόμενο ως προς όλες τις υπηρεσιακές του μεταβολές και δικαιώματα.".
Συγχρόνως με το π.δ. 156/1997 (Α 132) μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία και ο .... II) Στη συνέχεια, με το ν. 2592/18-3-1998 (Α 57) καθορίσθηκαν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και το δικαίωμα του εφάπαξ βοηθήματος των υπαλλήλων του πρώην ... (Ο.Α.Θ) και ειδικότερα με το άρθρο 22 παρ. 1 "περί διατήρησης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων" με αναδρομική ισχύ από τη δημοσίευση των π.δ/των 156/1997 και 157/1997, ορίσθηκε ότι: "1.
Το τακτικό προσωπικό που υπηρετούσε στα πρώην Ν.Π.Δ.Δ. ... (Ο.Υ.Θ.) και ... (Ο.Α.Θ.) κατά το χρόνο της μετατροπής τους με τα προεδρικά διατάγματα 156/1997 (ΦΕΚ 132 Α`) και 157/1997 (ΦΕΚ 133 Α`) σε ανώνυμες εταιρείες Ο.Υ.Θ. Α.Ε. και Ο.Α.Θ. Α.Ε., αντίστοιχα, κατ` εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2414/1996 (ΦΕΚ 135 Α`), εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, καθώς και υγειονομικής περίθαλψης, που είχε πριν την κατά τα άνω μετατροπή. 2.
Η υπηρεσία, που παρέχει στον Ο.Υ.Θ. Α.Ε. και Ο.Α.Θ. Α.Ε. από τη σύστασή τους το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου, θεωρείται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, που διανύθηκε στον πρώην Ο.Υ.Θ. και Ο.Α.Θ.. Οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τη νομοθεσία των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και ασθένειας για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού, καταβάλλονται του μεν εργοδότη από τον Ο.Υ.Θ.
Α.Ε. και Ο.Α.Θ. Α.Ε., του δε ασφαλισμένου από τους ίδιους. ........... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από τη δημοσίευση των π.δ/των 156/1997 και 157/1997.". Περαιτέρω με το άρθρο 30 παρ. 1 και 4 του ανωτέρω νόμου (ν. 2592/1998) ορίσθηκε ότι: "1. α. Οι αποχωρούντες από το έτος 2000 και εφεξής τακτικοί υπάλληλοι των Ν.Π.Δ.Δ., που υπάγονται στο καθεστώς του ν. 103/1975 για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος, δικαιούνται, κατά την αποχώρησή τους λόγω συνταξιοδοτήσεως, εφάπαξ βοήθημα μέχρι του ποσού που καταβάλλει το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων στους ασφαλισμένους του της αυτής κατηγορίας για τα ίδια χρόνια πραγματικής ασφάλισης από το χρόνο υπαγωγής τους στις διατάξεις του ν. 103/1975 και όχι πριν την 1.10.1975 και αναλόγως της οικονομικής δυνατότητας εκάστου ταμείου.
β. Οι αποχωρούντες κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.1998 υπάλληλοι λαμβάνουν....... 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του ν. 103/1975, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα. III) Περαιτέρω, με το άρθρο 20 του ν. 2651/3-11-1998 (Α 248) επήλθε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών ΟΑΘ ΑΕ και ΟΥΘ ΑΕ, σε μια νέα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε." (... ΑΕ) , που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Κράτος, λειτουργεί προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920, του ν. 2414/1996 και του καταστατικού της. Το καταστατικό της νέας ανώνυμης εταιρίας στο άρθρο 8 ορίζει: "1. Το προσωπικό της ... Α.Ε. συνδέεται με αυτήν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 2.
Το κατά τη δημοσίευση του παρόντος υπηρετούν μόνιμο προσωπικό της Ο.Υ.Θ. Α.Ε. και Ο.Α.Θ. Α.Ε. εντάσσεται σε αντίστοιχες προσωποπαγείς μόνιμες θέσεις που ιδρύονται με κανονισμό λειτουργίας προσωπικού στην ... Α.Ε." και στο άρθρο 9 παρ. 6 ότι : " Οι μέχρι σήμερα ισχύοντες νόμοι και κατ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθέντα προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν καταργούνται ή τροποποιούνται από τον παρόντα νόμο, το ν. 2414/1996 και το ν. 2190/1920".
IV.- Μετά την κατά τα ανωτέρω συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών, εκδόθηκε ο ν. 2747/1999 ο οποίος με το άρθρο 7 παρ. 3 ορίζει ότι : " 3. Το τακτικό προσωπικό που υπηρετούσε στα πρώην Ν.Π.Δ.Δ. ... (Ο.Υ.Θ. και ... (Ο.Α.Θ.) και διατήρησε τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα με το άρθρο 22 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α), εξακολουθεί να διέπεται από το ίδιο καθεστώς και μετά την ενοποίηση των δύο ως άνω ανωνύμων εταιρειών στη νέα εταιρεία του άρθρου 20 του ν. 2651/1998 (ΦΕΚ 248Α) και ως εργοδότης θεωρείται η νέα εταιρεία".
V.- Περαιτέρω, παροχές κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, δεν είναι μόνο οι περιοδικές παροχές (συντάξεις, κύριες και επικουρικές, μερίσματα, βοηθήματα) αλλά και οι εφάπαξ παροχές που χορηγούνται κατά την συνταξιοδότηση, οι οποίες κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, είναι δημοσίου δικαίου κοινωνικοασφαλιστικές παροχές και ανήκουν στον κλάδο πρόνοιας (ΑΕΔ 3,4, 5/2007 , ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 121/2012).
Η εφάπαξ παροχή είναι το ποσό που καταβάλλεται στον συνταξιοδοτούμενο ασφαλισμένο εφόσον υπήρχε ασφαλιστικός δεσμός με φορέα απονομής εφάπαξ, θεσμοθετήθηκε για να αμβλύνει τις συνέπειες από την απότομη μετάβαση από τον ενεργό επαγγελματικό βίο στην συνταξιοδοτική αργία και αποτελεί επέκταση της συνταξιοδοτικής προστασίας των εργαζομένων με σκοπό την αναπλήρωση μέρους του απολεσθέντος εισοδήματός τους.
Ως εκ τούτου το εφάπαξ βοήθημα λόγω συνταξιοδότησης εντάσσεται στο ασφαλιστικό καθεστώς της πρόνοιας. Το ποσό το οποίο σχηματίζεται από τις εισφορές των ασφαλισμένων του κατ'εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων του ν. 103/1975 που συγκεντρώνεται στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου που υπηρετούσε ο ασφαλισμένος στις 31-12-2005, αποτελεί ασφαλιστικό κεφάλαιο, το οποίο και αποδίδει ανταποδοτικά την παροχή για όλο το διάστημα ασφάλισης έως 31-12-2005.
Τα ΝΠΔΔ των οποίων οι υπάλληλοι υπάγονται στο ν. 103/1975 δεν λειτουργούν κατά κύριο σκοπό ως ασφαλιστικοί οργανισμοί, αλλά καθίστανται ασφαλιστικοί οργανισμοί, κατά την ενάσκηση της αρμοδιότητας χορήγησης, στους υπαλλήλους τους που αποχωρούν από την υπηρεσία, της εφάπαξ παροχής. Εξάλλου κατά τα ήδη εκτεθέντα και το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 ορίζει ότι φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι με βάση το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 2592/1998 (περί διατήρησης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων), το τακτικό προσωπικό που υπηρετούσε στο πρώην Ν.Π.Δ.Δ. ... (Ο.Α.Θ.) κατά το χρόνο της μετατροπής του με το προεδρικό διάταγμα 157/1997 σε ανώνυμη εταιρεία Ο.Α.Θ. Α.Ε., εξακολουθούσε να διέπεται από το ασφαλιστικό καθεστώς πρόνοιας που είχε πριν την κατά τα άνω μετατροπή δηλαδή από το ν. 103/1975, με βάση τη νομοθετική αυτή διάταξη.
Στη συνέχεια και μετά τη συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών Ο.Υ.Θ. ΑΕ και Ο.Α.Θ. ΑΕ και τη δημιουργία της ανώνυμης εταιρίας ... ΑΕ, δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 2747/1999, το τακτικό προσωπικό του ..., που διατήρησε τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα με το άρθρο 22 του ν. 2592/1998, εξακολουθεί να διέπεται από το ίδιο καθεστώς και μετά την ενοποίηση των δύο ανωνύμων εταιριών Ο.Υ.Θ ΑΕ και Ο.Α.Θ ΑΕ και τη δημιουργία της εταιρίας του άρθρου 20 του ν. 2651/1998 και ως εργοδότης θεωρείται η νέα εταιρία, δηλαδή όσον αφορά το εφάπαξ βοήθημα λόγω συνταξιοδότησης, που εντάσσεται στην έννοια της "πρόνοιας", διέπεται από το ν. 103/1975 από τον οποίο διέπονταν και πριν την μετατροπή του ν.π.δ.δ. ...
σε ανώνυμη εταιρία, όπως συνάγεται από τις των διατάξεις τω άρθρων 22 και 30 του ν. 2592/1998 και του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 2747/1999 και επομένως αυτό δεν καταβάλλεται βάσει επιχειρησιακής συνήθειας ούτε δυνάμει σιωπηρά καταρτισθείσας, μεταξύ εργαζομένων και ΟΑΘ ΑΕ και στην συνέχεια ... ΑΕ, σύμβασης ιδιωτικού δικαίου.
Εξάλλου για την δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται οικειοθελής παροχή του εργοδότη δηλαδή παροχή πέραν του μισθού χωρίς να έχει προς τούτο νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση ενώ για το εφάπαξ βοήθημα λόγω συνταξιοδότησης, προηγούνται κρατήσεις από τον μισθό των υπαλλήλων ήτοι δεν αποτελεί παροχή πέραν του μισθού.
Ακόμη η καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος στο τακτικό προσωπικό της ... ΑΕ( που υπηρετούσε στα πρώην ν.π.δ.δ. ΟΑΘ και ΟΥΘ), διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3232/2004 σε συνδυασμό με το άρθρο 56 του ν. 2084/1992 δηλαδή από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την καταβολή και τις προϋποθέσεις καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος των υπαλλήλων του Ταμείου Δημοσίων Υπαλλήλων και δη του Κλάδου αυτού Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ.
Επίσης στις ρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνεται, ως ουσιαστική προϋπόθεση καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος, η έκδοση απόφασης συνταξιοδότησης του δικαιούχου υπαλλήλου, όπως εκτίθεται παραπάνω.
4. Περαιτέρω γα την αντιμετώπιση της αρξάμενης από το 2010 δυσμενούς οικονομικής κρίσης θεσπίσθηκαν με νόμους (3833/2010, 3845/2010, 3986/2011, 4024/2011, 4093/2012 και 4354/2015) περικοπές μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση, κατά τον νομοθέτη, της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας με μέτρα που από τη φύση τους συμβάλλουν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης με την εξάλειψη των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερούμενης από την ενωσιακή νομοθεσία υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΟλΣτΕ 668/2012, ΑΠ 1375/2023, 1517/2022). .
Ειδικότερα, με το ν. 3986/2011 "Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015" (Α' 152) θεσπίσθηκαν οι προβλεπόμενες στο ν. 3985/2011 "Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2015" (Α' 151) παρεμβάσεις στο πλαίσιο δέσμης μέτρων για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Ως προς τις εφάπαξ παροχές στο άρθρο 44 παρ. 5.α του νόμου τούτου (3986/2011) ορίστηκαν τα εξής: "Στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που εξήλθαν ή θα εξέλθουν της Υπηρεσίας, από 1.1.2010 και μετά, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα Ταμεία αυτά, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 10% και 15% αντίστοιχα σε όσους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος".
Κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου "Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 5 προβλέπεται ότι το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που καταβάλλουν ο Τομέας Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και ο Κλάδος Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, όπως αυτό προκύπτει από τις καταστατικές τους διατάξεις, μειώνεται κατά ποσοστό 10% και 15% αντίστοιχα για όσους εξήλθαν ή θα εξέλθουν της Υπηρεσίας, από 1.1.2010 και μετά και δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το οξύ πρόβλημα της καταβολής του προαναφερόμενου ποσού από τα παραπάνω Ταμεία και να μειωθεί ο χρόνος απόδοσής του στους δικαιούχους".
Η ανωτέρω παρ. 5 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, κατόπιν επανεξέτασης της λειτουργίας των δημοσίων ταμείων και των συνταξιοδοτικών δαπανών, αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 με τον οποίο μειώθηκε ακόμη περισσότερο το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος των υπαλλήλων του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ για τους αποχωρούντες από 1-1-2010 έως 31-12-2010 κατά 15% και για τους αποχωρούντες από 1-1-2011 και μετά κατά 20% σε όσους δεν εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος.
Εξάλλου, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το Ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης δημοσιεύθηκε ο Ν. 4093/2012 (Α' 222) "Εγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016." (ΦΕΚ Α'222/12-11-2012), με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, μεταξύ των άλλων μέτρων, την περαιτέρω μείωση των εφάπαξ βοηθημάτων των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ και όσων υπάγονται στο ν. 103/1975.
Με το άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος ΙΑ.5 του ν. 4093/2012 με τίτλο άρθρου "ΜΕΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΠΑΞ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ" ορίζεται ότι: "2. Στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται ποσοστιαία κατά φορέα-τομέα πρόνοιας.
Συγκεκριμένα: ............ στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ κατά 42,29%...... 3. ........ 4. Η ποσοστιαία μείωση 42,29%, καθώς και κάθε μεταβολή αυτής, στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί ο Τομέας ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ για χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε μετά την 1.1.2006 έχει εφαρμογή και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται οι αποχωρούντες υπάλληλοι, ασφαλισμένοι στο καθεστώς του ν. 103/1975 (Α`167), από το νομικό πρόσωπο στο οποίο τηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 (Α`167) για χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε μέχρι 31.12.2005, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3232/2004 (Α`48). 6.
Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει διαφορετικά τα θέματα των προηγούμενων περιπτώσεων καταργείται. 7. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μέχρι 31.12.2012, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται η νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές των φορέων - τομέων πρόνοιας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση της.
Από 1.1.2014 το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε όλους τους ασφαλισμένους των φορέων - τομέων πρόνοιας υπολογίζεται σύμφωνα με τη νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές.". Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, η υποχρέωση λήψης συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής λαμβάνει χώρα για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας και βάσει εκπονηθείσας αναλογιστικής μελέτης περιπτώσεων μέσων όρων για την ανταποδοτικότητα των εισφορών-παροχών, των μέχρι 31-12-1992 ασφαλισμένων που δικαιώθηκαν εφάπαξ βοήθημα τα έτη 2010 και 2011.
Από την ανωτέρω διάταξη και σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις, συνάγεται ότι η μείωση της εφάπαξ παροχής λόγω συνταξιοδότησης κατά 42,29% που επιβλήθηκε με τον ανωτέρω νόμο, καταλαμβάνει και τους αποχωρούντες υπαλλήλους του τακτικού προσωπικού της ... ΑΕ, οι οποίοι κατά τα εκτιθέμενα είναι ασφαλισμένοι στο καθεστώς του ν. 103/1975 και με το ν. 3232/2004 υπήχθησαν στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ, ισχύουσας της ανωτέρω ρύθμισης και για το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας τους που διανύθηκε μέχρι 31-12-2005 δηλαδή πριν την ισχύ του άρθρου 21 του ν. 3232/2004 με το οποίο υπήχθησαν υποχρεωτικά στον κλάδο του Ταμείου Πρόνοιας Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.
με την ονομασία "Κλάδος Πρόνοιας Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.". Επίσης κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων, η περικοπή (ποσοστιαία μείωση) του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται στην περίπτωση υπαλλήλου που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) υπαγωγή του στην ασφάλιση μέχρι την 31-12-1992, 2) αποχώρησή του από την υπηρεσία από 1-8-2010 και μετά και 3) μη έκδοση κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4093 /2012 (12-11-2012) απόφασης χορήγησης της ως άνω εφάπαξ παροχής.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η επελθούσα με το άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012, μείωση της εφάπαξ παροχής, κατόπιν εκπόνησης σχετικής αναλογιστικής μελέτης περιπτώσεων, που καταβάλλεται λόγω συνταξιοδότησης του τακτικού προσωπικού των πρώην νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρίες και υπαγόταν ως προς την εφάπαξ αυτή παροχή στο καθεστώς του ν. 103/1975 , υπήχθησαν δε, από 1-1-2006, δυνάμει του ν. 3232/2004, στον κλάδο του Ταμείου Πρόνοιας Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και καταλαμβάνει και το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούνται από τον προηγούμενο της ένταξής τους στο ΤΠΥΝΠΔΔ φορέα, έλαβε χώρα στα πλαίσια του ευρύτερου προγράμματος για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας της Χώρας και της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών ταμείων, με την μεταρρύθμιση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος.
Η θέσπιση των εν λόγω μειώσεων της υποπαραγράφου ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012 δεν αντίκειται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, διότι εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και όχι απλώς το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Και τούτο διότι η βιωσιμότητα ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, το οποίο περιλαμβάνει και φορείς εφάπαξ παροχών κατά τη συνταξιοδότηση, θα ήταν ανέφικτη χωρίς τη λήψη μεσοπροθέσμων δημοσιονομικών μέτρων και χωρίς τη μακροπρόθεσμη διαρθρωτική μεταρρύθμιση του θεσμού.
Επομένως η συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή, η οποία εκδηλώθηκε με τις πιο πάνω διατάξεις και εντάσσεται στο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σκέλος της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, αιτιολογείται προσηκόντως και κατά λοιπά εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, αντικείμενο του οποίου είναι μόνο η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος (ΟλΣτΕ 734/2016).
Περαιτέρω, με την ανωτέρω διάταξη δεν παραβιάζονται : α) Η αρχή της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 παρ.1 και 5 του Συντάγματος που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν, είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 17/2015, ΟλΑΠ 24/2006, ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 1313/2020, ΟλΣτΕ 1286/2012) όπως στην προκειμένη περίπτωση που η προαναφερθείσα ρύθμιση, με βάση τις υφιστάμενες, κατά το χρόνο έκδοσης του νόμου, οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, εφόσον δεν εκδηλώνεται με αυτήν άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή εξομοίωση αυθαίρετα προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες και χωρίς να παραβιάζεται η εν λόγω συνταγματική ρύθμιση της ισότητας στα δημόσια βάρη.
β) Οι διατάξεις των άρθρων 22 παρ.5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος με τις οποίες αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα η κοινωνική ασφάλιση ως θεσμική εγγύηση των εργαζομένων, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση του νομοθέτη να θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του εργαζόμενου πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων με γνώμονα την προστασία της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, χάριν και των μελλοντικών γενεών, και τη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως, τόσο με τις περιοδικές παροχές (συντάξεις, κύριες και επικουρικές, μερίσματα, βοηθήματα), όσο και με τις εφάπαξ παροχές που χορηγούνται κατά την συνταξιοδότηση, οι οποίες, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, είναι δημοσίου δικαίου κοινωνικοασφαλιστικές παροχές (ΑΕΔ 3, 4, 5/2007, ΟλΣτΕ 734/2016) υπαγόμενες και αυτές στο καθεστώς προστασίας του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, χωρίς, όμως, να απαγορεύονται οι αναγκαίες, κατά την επιλογήν του νομοθέτη, επεμβάσεις σε περίπτωση εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών συνθηκών, που μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα ακόμη και την μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών, μεταξύ των οποίων και των εφάπαξ παροχών, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών αυτών και το ύψος της κρατικής χρηματοδοτήσεως του οικείου κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού, δεν επαρκεί για την βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού, όχι μόνον για το μέλλον, αλλά όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 3487/2008 Ολομ., 2999/2009, 4132/2011, 3613/2013) και για το παρελθόν, υπό την έννοια ότι μπορεί να καταλαμβάνει και εκκρεμείς αιτήσεις χορηγήσεως ασφαλιστικών παροχών, οι οποίες μέχρι την επέλευση της νομοθετικής μεταβολής δεν έχουν ικανοποιηθεί, διότι το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας , να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις με την έκδοση γενικών κανόνων (ΟλΑΠ 3/2016, ΑΠ 1240/2022).
γ) Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος (Α.Ε.Δ. 14/2013, ΑΠ 1464/2021) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (Α.Ε.Δ. 11/2003), που επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων, χωρίς από αυτή να εμποδίζεται ο νομοθέτης να λαμβάνει μέτρα εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξης για έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, για το μέλλον ακόμα και για το παρελθόν εφόσον οι ανάγκες το επιβάλλουν (ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 1464/2021, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 2429/2018, ΣτΕ 1554/2018), και πιο συγκεκριμένα να ρυθμίζει και αναδρομικώς έννομες σχέσεις και δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί με την έκδοση γενικών κανόνων (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 3613/2013) ακόμα και κατά τρόπο διαφορετικό βάσει διατάξεων προϊσχυσάντων κανόνων δικαίου, έστω και αν οι έννομες σχέσεις ή τα δικαιώματα κρίνονται ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν αναγνωρισθεί με τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν προσβάλλουν τον πυρήνα και την ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, σεβόμενες την αρχή της αναλογικότητας (ΑΕΔ 14/2013, ΑΠ 1240/2024, 11/2024, ΣτΕ 1773/2020), δ) τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με την οποία κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, την οποία μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, εφόσον, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του Πρωτοκόλλου, δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης να επέμβει σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, που προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις όταν δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ` αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος και η επέμβαση στην περιουσία είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΑΠ 2/2024, ΑΠ 2012/2022, ΑΠ 507/2021, Ολ.
ΣτΕ 734/2016).
5. κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Σκοπός της διάταξης αυτής, η οποία είναι ευρύτατου περιεχόμενου, είναι να αποτραπεί η ανήθικη εκμετάλλευση στην ενάσκηση των δικαιωμάτων και η τάση προς αντικοινωνική ενέργεια που υπερβαίνει τα από τη διάταξη αυτή τιθέμενα όρια.
Εκ μόνου, όμως, το γεγονότος ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος τούτου είναι ανεπιεικές ή άγει σε επιβλαβή για τον οφειλέτη αποτελέσματα, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκησή του (ΑΠ 2/2024). Για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την επί μακρό χρόνο, συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 387/2022, 514/2021, 689/2018).
Εξάλλου, η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξης, διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις του μισθωτού από εργασιακή σχέση (ΑΠ 773/2024, ΑΠ 950/2022, 472/2020). Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα αν αυτή απορρέει από σύμβαση, ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει απευθείας από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Με τη ρήτρα αυτή, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις, που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΑΠ 761/2020, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 756/2003, ΑΠ 63/2000).
Αναγκαία συνέπεια του χαρακτήρα της ΑΚ 288, ως αναγκαστικού δικαίου και δημοσίας τάξεως είναι, ότι πρέπει να εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη υποβολής ιδιαιτέρου αιτήματος (ΑΠ 761/2020). Πρέπει, όμως, προκειμένου το Δικαστήριο να εφαρμόσει την διάταξη αυτή, να αναφέρονται στην αγωγή ή την ένσταση, σύμφωνα με το σύστημα συζήτησης, που καθιερώνει η Πολιτική Δικονομία (άρθρο 107), τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ανάγκη μείωσης ή αναπροσαρμογής του οφειλόμενου ποσού, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και μάλιστα σε όση έκταση και σε όποιο μέρος επιβάλλεται από αυτές (ΑΠ 247/2014, ΑΠ 1301/2013, AΠ 1229/2011).
6.- α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 241/2024, ΑΠ 728/2023) . β) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης.
Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος αφορά αποκλειστικώς τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, δεν ιδρύεται δηλαδή όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΑΠ 685/2024, ΑΠ 1542/2021, ΑΠ 1234/2020, ΑΠ 220/2020, ΑΠ 1407/2017).
γ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο, από την εν λόγω διάταξη, λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της αλήθειας ή μη των πραγματικών περιστατικών της αγωγής και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 685/2024, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 289/2017).
δ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι ως έγγραφα κατ` αυτήν νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ. (AΠ 1105/2017, ΑΠ 257/2016, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 1672/2013). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν απορρίφθηκε η αγωγή ως νόμω αβάσιμη (ΑΠ 270/2023, ΑΠ 1308/2018). 7.-Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 8-5-2017 αγωγή του, εξέθεσε ότι προσελήφθη ως υπάλληλος στις 13-10-1975 από τον τότε ... (Ο.Α.Θ.), συνέχισε δε να απασχολείται και μετά την μετατροπή του Οργανισμού σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία Ο.Α.Θ.
ΑΕ το έτος 1997 και στη συνέχεια, μετά την κατά το έτος 1998 συγχώνευση αυτής με τον ... (Ο.Υ.Θ.) και τη δημιουργία της εναγομένης (και ήδη αναιρεσίβλητης) ... (... ΑΕ), εντάχθηκε στο προσωπικό της ως ιδιωτικός πλέον υπάλληλος κλάδου ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού. Ότι καθ όλη την ανωτέρω διάρκεια της εργασιακής απασχόλησής του, γινόταν κρατήσεις επί του μηνιαίου μισθού του σύμφωνα με το ν. 103/1975, προκειμένου να λάβει κατά τη συνταξιοδότησή του το προβλεπόμενο εφάπαξ χρηματικό βοήθημα.
Ότι οι κρατήσεις αυτές, που ανέρχονταν τα πρώτα δέκα έτη σε ποσοστό 4% και για τα επόμενα έτη σε ποσοστό 5% επί των μηνιαίων αποδοχών του, από τη σύσταση του λογαριασμού με την έναρξη ισχύος του ν. 103/1975 έως τις 31-12-2005, παρέμειναν στα ταμεία αρχικά του ... (ΟΑΘ) (που μετατράπηκε το 1997 σε ανώνυμη εταιρία) και μετά τη συγχώνευσή του με την ανώνυμη εταιρία ... (ΟΥΘ ΑΕ) και τη δημιουργία της ανώνυμης εταιρίας ... ...
ΑΕ, παρέμειναν στα ταμεία της ... ΑΕ έως 31-12-2005 και συγκεκριμένα σε Ειδικό Λογαριασμό με στοιχεία ΚΑ ..., που δημιουργήθηκε και αφορούσε το αποθεματικό (κεφάλαιο αποζημίωσης) που σχηματιζόταν από τις κρατήσεις αυτές, οι οποίες αποτυπώνονταν στους ετήσιους ισολογισμούς της ... ΑΕ, με σκοπό να λάβει κάθε υπάλληλος το ποσό του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος του ν. 103/1975 κατά την αποχώρησή του.
Ότι δυνάμει του άρθρου 21 ν. 3232/2004, στο Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) συστήθηκε από 1-1-2006 ο "Κλάδος Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ" (ΚΠΥΝΠΔΔ), στον οποίο υπήχθησαν υποχρεωτικά και όσοι υπάλληλοι είναι ασφαλισμένοι υπό το καθεστώς του ν. 103/1975. Οτι βάσει της ανωτέρω διάταξης οι μηνιαίες κρατήσεις (του ν. 103/1975) των αποδοχών του από 1-1-2006 αποδίδονταν από την ...
ΑΕ στο ως άνω ΝΠΔΔ (ΚΠΥΝΠΔΔ) και το εφάπαξ βοήθημα καταβάλλονταν κατά ένα μέρος από τον ειδικό λογαριασμό της ... ΑΕ μέχρι 31-12-2005 και κατά ένα μέρος, από 1-1-2006, από το ΤΠΔΥ. Ότι αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω συνταξιοδότησης στις 1-11-2011 και βάσει της με αρ. ...2013 απόφασης του διευθυντή του ΙΚΑ του απονεμήθηκε η σύνταξη γήρατος από 1-11-2011 και στη συνέχεια, με την με αρ.
πρωτ. ...2013 απόφαση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ... ΑΕ, εγκρίθηκε η καταβολή σ αυτόν του ποσού του εφάπαξ βοηθήματος που αντιστοιχούσε στο χρονικό διάστημα από την έναρξη της απασχόλησής του έως 31-12-2005. Ότι κατά την καταβολή του ως άνω εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος, αφαιρέθηκε ποσοστό 42,29% με την επίκληση των μειώσεων των εφάπαξ βοηθημάτων του ν. 4093/2012 επί του αρχικά υπολογισμένου ποσού που ανέρχονταν σε 54.555,27 ευρώ και τελικά του επιβλήθηκε μείωση που ανέρχεται στο ποσό των 23.071,42 ευρώ.
Ότι η διατήρηση του ειδικού αυτού λογαριασμού σύμφωνα με το ν. 103/1975, μετά την μετατροπή του (ΝΠΔΔ) ... σε ανώνυμη εταιρία και μετά τη συγχώνευση ΟΑΘ ΑΕ και ΟΥΘ ΑΕ και τη δημιουργία της ... ΑΕ, δεν επιβλήθηκε από καμία νομοθετική διάταξη, στηρίζεται δε σε επιχειρησιακή συνήθεια , αποτελεί ένωση περιουσίας χωρίς νομική προσωπικότητα, έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα και διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, με συνέπεια να μην ισχύουν για αυτόν οι αρχές και κανόνες του δημοσίου δικαίου και του δημοσίου λογιστικού και να μην υπάγεται στην κρατική εποπτεία.
Για το λόγο αυτό η παροχή του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος απέκτησε συμβατικό (ενοχικό) χαρακτήρα και δυνάμει συμβατικής υποχρέωσης γεννάται η αξίωση κάθε εργαζομένου για την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος κατά την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωσή του η νομοθετική ρύθμιση της περ. 2 του πρώτου άρθρου της υποπαραγράφου ΙΑ.5 του ν. 4093/12-11-2012, βάσει του οποίου μειώθηκε το εφάπαξ βοήθημα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατά 42,29%.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το ποσό των 23.071,42 ευρώ, νομιμότοκα από 13-3-2013 άλλως από την επίδοση της αγωγής, κατά την κυρία βάση από την επιχειρησιακή συνήθεια, κατά την πρώτη επικουρική βάση (για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το δικαίωμά του για εφάπαξ βοήθημα στηρίζεται απευθείας στο νόμο) ότι η διάταξη της περ. 2 του πρώτου άρθρου της υποπαραγράφου ΙΑ.5 του ν. 4093/12-11-2012, βάσει της οποίας έλαβε χώρα η σε ποσοστό 42,29 % μείωση του βοηθήματος αυτού αντίκειται στις διατάξεις α) του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος β) του άρθρου 1 του Α' Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί προστασίας της περιουσίας και περί της αρχής της αναλογικότητας γ) του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος , δ) στις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης, με την αναδρομική εφαρμογή της εν λόγω περικοπής, κατά τη δεύτερη επικουρική βάση από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, για το λόγο ότι η εναγομένη κατά κατάχρηση δικαιώματος εφάρμοσε το ν. 4093/2012 ενώ η ίδια δεν αποτελεί κοινωνικοασφαλιστικό οργανισμό, δεν αντιμετωπίζει ζήτημα βιωσιμότητας και δεν υπάρχει άξιο προστασίας συμφέρον της, για την επιβολή της μείωσης και ότι δολίως καθυστέρησε την έκδοση της απόφασης απονομής του εφάπαξ βοηθήματος για δέκα έξι μήνες, προκειμένου να αποκομίσει περιουσιακό όφελος από τη ρύθμιση του ν. 4093/2012 και κατά την τρίτη επικουρική βάση από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αρ. 15403/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά τη κύρια βάση αυτής ως κατ ουσίαν αβάσιμη και κατά τις επικουρικές βάσεις της ως νόμω αβάσιμη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως (αρ. καταθ. 5783/634/26-3-2019) του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλομένη με αρ. 502/18-3-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ ουσίαν βάσιμη η έφεση, μόνο ως προς την κύρια βάση της αγωγής, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τη βάση αυτή που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη.
Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικά τμήμα της, αφού διέλαβε νομικές σκέψεις για τις αγωγικές βάσεις, δέχτηκε ότι : "Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το προσωπικό της ... ΑΕ που υπηρετούσε στον Ο.Α.Θ., πριν από την μετατροπή του σε ανώνυμη εταιρία και εντάχθηκε σε οργανικές θέσεις του προσωπικού της ...
ΑΕ, μετά την ίδρυσή της δια συγχωνεύσεως της Ο.Α.Θ. ΑΕ και Ο.Υ.Θ. ΑΕ, εξακολουθεί για την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος να διέπεται από το καθεστώς του ν. 103/1975, από το οποίο διέπονταν αρχικά, πριν την μετατροπή του Ο.Α.Θ. σε ανώνυμη εταιρία (....). Φορέας συνταξιοδοτικής εφάπαξ παροχής, επί του οποίου έχουν εφαρμογή οι περικοπές που θεσπίστηκαν κατά τα ανωτέρω με το ν. 4903/2012 είναι και η εναγομένη "...
Α.Ε" , στην οποία κατά τα πιο πάνω εκτιθέμενα, διατηρείται ειδικός λογαριασμός, στον οποίο έχουν κατατεθεί όλες οι προς τον σκοπό εφάπαξ παροχής στο προσωπικό κατά την συνταξιοδότησή του, κατά τον ν. 103/1975 μέχρι 31-12-2005, κρατήσεις επί των αποδοχών του. Η εναγομένη που υπάγεται στο νόμο 103/1975 και δεν λειτουργεί κατά κύριο σκοπό ως ασφαλιστικός οργανισμός, καθίσταται ασφαλιστικός οργανισμός κατά την ενάσκηση της αρμοδιότητας χορήγησης στους υπαλλήλους της που αποχωρούν από την υπηρεσία, του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος που προβλέπεται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού.
Βάσει των όσων ανωτέρω αναφέρονται, η αγωγή στο σύνολό της είναι αβάσιμη κατά νόμο και απορριπτέα. Πλέον συγκεκριμένα αναφορικά με την επιχειρούμενη κύρια θεμελίωσή της στην, με επιχειρησιακή συνήθεια δημιουργηθείσα, συμβατική υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή του ποσού της εφάπαξ παροχής, λεκτέον ότι όπως και πιο πάνω αναφέρεται, η διατήρηση του λογαριασμού του Ν. 103/1975 από την Ο.Α.Θ.
ΑΕ αρχικά και μετέπειτα από την ... Α.Ε., έγινε βάσει των αναγκαστικών διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 1 και 30 του νόμου 2592/1998, με την πρώτη από τις οποίες ορίστηκε ρητά ότι το τακτικό προσωπικό που υπηρετούσε στα πρώην Ν.Π.Δ.Δ. ... (Ο.Υ.Θ.) και ... (Ο.Α.Θ.) κατά το χρόνο μετατροπής τους σε ανώνυμες εταιρίες Ο.Υ.Θ. ΑΕ και Ο.Α.Θ.
Α.Ε. "εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας..." και με τη δεύτερη ορίστηκε ότι το προσωπικό αυτό δικαιούται κατά την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης του εφάπαξ βοηθήματος του ν. 103/2004 υπήχθησαν υποχρεωτικά στον Κλάδο Προνοίας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ όσοι υπάλληλοι ήταν ασφαλισμένοι μέχρι 31-12-2004 στο καθεστώς του ν. 103/1975.
Εφόσον, επομένως η καταβολή του εφάπαξ από την εναγομένη μετά την 1-1-2006 στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλους της λαμβάνει χώρα σε εφαρμογή των διατάξεων του νόμου, δεν υφίσταντο οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας, καθόσον όπως αναφέρεται και στην μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση.
Προς ενίσχυση του ισχυρισμού του περί της ύπαρξης επιχειρησιακής συνήθειας, ο ενάγων επικαλείται επιπροσθέτως το άρθρο 25 του Β Μέρους του "Κανονισμού εσωτερικής Λειτουργίας της ... ΑΕ", που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση των εργαζομένων της εναγομένης και σύμφωνα με το οποίο "1. Η κοινωνική πρόνοια παρέχεται στο προσωπικό της Ε.Υ.Α.Θ ΑΕ από τους οικείους φορείς στους οποίους αυτό είναι ασφαλισμένο με βάση τις κείμενες διατάξεις.
Ολο το προσωπικό της Εταιρείας υποχρεούται να μετέχει στους αντίστοιχους ασφαλιστικούς λογαριασμούς που λειτουργούν ή πρόκειται να συσταθούν , εφόσον οι κανονισμοί τους δεν εξαιρούν ρητά αυτό από την εφαρμογή τους και να συμμορφώνονται με τις διατάξεις των κανονισμών αυτών ... 3.α) Στο προσωπικό που υπηρετούσε στον Ο.Υ.Θ.
και τον Ο.Α.Θ. στις 25-6-1997 σε μόνιμες ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου θέσεις, κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, εφόσον επιλέγει τη συνταξιοδότησή του με τις διατάξεις του α.ν. 1846/1951, καταβάλλεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 55 του π.δ. 410/1988 (ΦΕΚ 191/Α/1988) αποζημίωση. Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης των υπαλλήλων που προέρχονται από μεταφορά από άλλες υπηρεσίες λαμβάνεται υπόψη και ο χρόνος εργασίας τους στην Υπηρεσία από την οποία προέρχονται.
β) Στο προσωπικό που προσλαμβάνεται ή μετατάσσεται ή μεταφέρεται στην ... ΑΕ από άλλες υπηρεσίες μετά την 3-11-1998, καθώς και το προσωπικό που προσλήφθηκε στον πρώην ΟΥΘ και πρώην ΟΑΘ μετά την μετατροπή τους σε Α.Ε., δηλαδή την 25-6-1997, καταβάλλεται κατά την έξοδό του από την υπηρεσία η προβλεπόμενη αποζημίωση από την εργατική νομοθεσία".
Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι με το άρθρο αυτό του Κανονισμού η εναγομένη και το Σωματείο των Εργαζομένων της συναποφάσισαν τη διατήρηση του προϊσχύοντος καθεστώτος, που για τους εργαζόμενους του πρώην ΟΑΘ σήμαινε την παραμονή τους στο καθεστώς του ν. 103/1975 και ότι, στην πραγματικότητα, με τη ρύθμιση αυτή του Κανονισμού επιβεβαίωσαν την ύπαρξη συναφούς επιχειρησιακής συνήθειας.
Κάτι τέτοιο όμως ουδόλως συνάγεται από το περιεχόμενο του άνω όρου του Κανονισμού, με τον οποίο ρυθμίζεται ζήτημα διαφορετικό, ήτοι η αποζημίωση απόλυσης που θα λάβουν οι υπηρετούντες υπάλληλοι της εναγομένης ανάλογα με τον χρόνο πρόσληψής τους και ουδεμία αναφορά γίνεται στο εφάπαξ βοήθημα του ν. 103/1975.
Πέραν τούτων, ο εν λόγω Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας που καταρτίστηκε βάσει των διατάξεων του ν. 3789/1957 και του ν. 1876/1990 με Ειδική Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και κατατέθηκε στο Σ.Ε.Π.Ε. στις 22-8-2006, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου και όχι συμβάσεως και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει νομικό επιχείρημα για τη δημιουργία και παγίωση συμβατικής δέσμευσης της εναγομένης.
Επόμενα τούτων, η εφαρμογή του ν. 4093/2012 στην ένδικη περίπτωση, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συνιστά περίπτωση μονομερούς, εκ μέρους της εναγομένης, βλαπτικής μεταβολής, η οποία παραβιάζει και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων της, εκ του λόγου ότι- όπως υποστηρίζει ο ενάγων- αυτή κατέβαλε κανονικά το εφάπαξ βοήθημα στους εργαζομένους της που πρόλαβαν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία και παράλληλα να εκδοθεί η απόφαση συνταξιοδότησης πριν από την 12-11-2012 ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού....Περαιτέρω , η αγωγή κατά την πρώτη επικουρική της βάση περί του ανεφάρμοστου της διάταξης του άρθρου πρώτου υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012, λόγω αντιθέσεώς της στους αναφερόμενους συνταγματικούς και υπερνομοθετικούς κανόνες και αρχές, είναι νομικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Τούτο διότι καθώς για όσους λόγους αναπτύσσονται και στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η διάταξη αυτή του ν. 4093/2012 δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 5, 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ούτε έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της αναλογικότητας και της ασφαλείας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης.
Επιπροσθέτως και σε απάντηση σχετικής επιχειρηματολογίας του ενάγοντος, λεκτέον ότι η μείωση αυτή του ποσού του εφάπαξ βοηθήματος κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη (άνω ν. 4093/2012) λόγω της συνεχιζομένης βαθιάς οικονομικής κρίσης, των μεγάλων ελλειμμάτων των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, εξαιτίας των οποίων κινδύνευε η χορήγηση των συντάξεων και λοιπών παροχών, και της ανεπάρκειας του ασφαλιστικού κεφαλαίου για την κάλυψη των αναγκών αυτών και για την καταβολή όσο το δυνατόν εξορθολογισμένων παροχών, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και η εξασφάλιση της μελλοντικής συνέχισης της καταβολής των παροχών στους δικαιούχους.
Η εναγομένη εν προκειμένω ως φορέας που παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και αποδίδει το εφάπαξ λειτουργεί ως ασφαλιστικός οργανισμός. Για την αιτιολογημένη δε επιβολή της επίμαχης περικοπής δεν απαιτείτο η εκπόνηση οικονομικής ή αναλογιστικής μελέτης, διότι σύνταξη τέτοιας μελέτης δεν απαιτείται όταν πρόκειται να ληφθούν μέτρα που έχουν και δημοσιονομικό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει με την επίμαχη μείωση, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μεσοπροθέσμου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μη αναγκαία.
Η εφαρμογή συνεπώς της προαναφερθείσας ρύθμισης του νόμου 4093/2012 εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και όχι το "ιδιωτικό συμφέρον μιας ανώνυμης εταιρίας", όπως αντιθέτως και αβασίμως ο ενάγων υποστηρίζει. Η ... ΑΕ είναι δημόσια επιχείρηση κοινής ωφελείας , υπαγόμενη στις εταιρίες του Κεφαλαίου Β του ν. 34/2005 (βλ.
άρθρο 1 αυτού) και οι υπηρεσίες κοινής ωφελείας που παρέχει δεν συνιστούν δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας (......). Αναφορικά περαιτέρω, με την επικαλούμενη αναδρομική επιβολή της μείωσης και τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η ένδικη περίπτωση δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του νόμου 4093/2012 καθώς κατά την έκδοση αυτού είχε λυθεί η μεταξύ αυτού και της εναγομένης υπαλληλική σχέση, θα πρέπει να λεχθεί ότι η εφάπαξ χρηματική παροχή καταβάλλεται κατά το άρθρο 30 του ν. 2592/1998 με τους ίδιους όρους που χορηγεί το ΤΠΔΥ μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής πράξης, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 56 του ν. 2084/1992.
Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Οργανισμού του Τ.Π.Δ.Υ. (β.δ.3-13-7-1936 ,Α 285) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 666/1978 (Α'148) η οποία εφαρμόζεται πλέον αναλογικώς δυνάμει του άρθρου 21 του ν. 3232/2004 και επί του προβλεπόμενου από το ν. 103/1975 εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται από τα ΝΠΔΔ στους υπαλλήλους τους για το χρόνο ασφάλισής τους μέχρι 31-12-2005, αλλά και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 56 παρ. 1 του ν. 2084/1992, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση δικαιώματος αποχωρούντος υπαλλήλου ΝΠΔΔ για απόληψη εφάπαξ βοηθήματος από τον τηρούμενο στο νομικό αυτό πρόσωπο λογαριασμό του ν. 103/1975 είναι η προηγούμενη απονομή, σ αυτόν, σύνταξης από τον ασφαλιστικό του φορέα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (......).
Κατ εφαρμογή συνεπώς των διατάξεων αυτών , οφείλει η εναγομένη να αναμένει την έκδοση της απόφασης χορήγησης σύνταξης από τον ασφαλιστικό φορέα του ενάγοντος, πριν προβεί στην καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος. Η δε αναδρομική ισχύς της επίμαχης διάταξης του ν. 4093/2012 που ορίζει ότι " Στους ασφαλισμένους μέχρι 31-12-1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1-8-2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται ποσοστιαία κατά φορέα- τομέα πρόνοιας", δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι επέρχεται ανεπίτρεπτη προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία, εφόσον η αναδρομή αυτή επιτρέπεται κατά το παρόν εσωτερικό δίκαιο και δεν συνιστά παραβίαση του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Για τους ίδιους παραπάνω λόγους, η εξάρτηση της μείωσης από τον χρόνο απονομής του βοηθήματος και όχι από τον χρόνο αποχώρησης από την υπηρεσία , δεν συνιστά παραβίαση των αρχών της ασφαλείας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης. Με την εφαρμογή εξάλλου των κρίσιμων διατάξεων του ν. 4093/2012 δεν επέρχεται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ειδικότερης αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος) καθώς δεν επέρχεται εξομοίωση ανόμοιων μεταξύ τους καταστάσεων.
Ορθά συνεπώς επεβλήθη, κατ αναλογία προς τον Τομέα Πρόνοιας, περιορισμός του εφάπαξ βοηθήματος και στους υπαλλήλους που είναι ασφαλισμένοι στο καθεστώς του ν. 103/1975 για τον χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε μέχρι 31-12-2005 και επομένως ο νομοθέτης με τη διάταξη περί μείωσης δεν ρύθμισε ανόμοια πράγματα, σχέσεις και καταστάσεις, αλλά τη μείωση της ίδια παροχής, που χορηγείτο με τους ίδιους όρους και τις ίδιες διατάξεις σε όλους τους υπαλλήλους ΝΠΔΔ, τα νυν υφιστάμενα αλλά και τα πρότερον που μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρίες, όπως το ΝΠΔΔ Ο.Α.Θ. , όπου απασχολείτο ο ενάγων.
Περαιτέρω ο έτερος προβαλλόμενος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ενόψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος του ν. 103/1975, οποιοσδήποτε εκ των υστέρων περιορισμός είναι αντισυνταγματικός, είναι αβάσιμος κατά νόμο και απορριπτέος, καθώς ο ενάγων δεν επικαλείται ότι το τελικώς καταβληθέν σ αυτόν ποσό του εφάπαξ βοηθήματος υπολείπεται και δη σημαντικά σε σχέση με τις εισφορές που κατέβαλε κατά τη διάρκεια της -προ της 1-1-2006- υπηρεσίας του στην εναγομένη.
Το αυτό λεκτέον και αναφορικά και με την επικαλούμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας , καθώς ο ενάγων για τη νομική θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού παραθέτει απλώς τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο δικαστικός έλεγχος, παραπέμποντας στις παραδοχές της νομολογίας (....) και δεν επικαλείται συγκεκριμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων τον μέσο όρο αποδοχών που λαμβάνουν οι υπόλοιποι συνταξιούχοι και το ύψος των συντάξιμων αποδοχών του, για την εκτίμηση της εξασφάλισης ή όχι ενός ελαχίστου επιπέδου διαβίωσης μετά από την επιβληθείσα μείωση.
Τα ίδια δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο..... Περαιτέρω αβάσιμη νομικά είναι η αγωγή και στη δεύτερη επικουρική της βάση , περί παραβίασης των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Ισχυρίζεται ειδικότερα ο ενάγων με την αγωγή του ότι και αν ακόμα θεωρηθεί πως νόμιμα επεκτάθηκε η επίμαχη μείωση, δυνάμει της διάταξης του άρθρου πρώτου, υποπαρ.
ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012 και στην επίδικη περίπτωση, η εναγομένη την επικαλείται και την εφαρμόζει καταχρηστικά δεδομένου ότι α) δεδομένου ότι αυτή δεν αποτελεί κοινωνικοασφαλιστικό οργανισμό, δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ζήτημα βιωσιμότητας , ενώ παρακρατεί τις μηνιαίες κρατήσεις του ν. 103/1975 από τους μισθούς του δυνάμει επιχειρησιακής συνήθειας έχοντας συμβατική υποχρέωση να του καταβάλλει το αναλογούν εφάπαξ βοήθημα και δεν υφίσταται άξιον προστασίας συμφέρον της για την επιβολή της μείωσης και β) εξάρτησε την εφαρμογή του νόμου από το κατά πόσο έχει εκδοθεί η απόφαση χορήγησης εφάπαξ βοηθήματος, καθυστερώντας έτσι δολίως επί δεκαέξι (16) μήνες την έκδοση της απόφασης περί καταβολής αυτού, προκειμένου να αποκομίσει περαιτέρω περιουσιακό όφελος, εκμεταλλευόμενη τη νομοθετική ρύθμιση.
Και ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι αβάσιμος από νομική άποψη, κατά το μεν υπό στοιχείο α' σκέλος τους του για όσους λόγους ανωτέρω αναπτύσσονται κατά την επεξεργασία των πρώτου και δεύτερου λόγων της έφεσης, κατά δε το υπό στοιχείο β'σκέλος του, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η απόφαση του διευθυντή του ΙΚΑ περί απονομής σύνταξης γήρατος εκδόθηκε στις 4-3-2013 (αριθμός απόφασης ...2013), η δε απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης με την οποία εγκρίθηκε η καταβολή σ αυτόν του ποσού του εφάπαξ εκδόθηκε στις 13-3-2013 (αριθμός απόφασης ...2013) ήτοι εντός λίαν συντόμου χρονικού διαστήματος από την συνταξιοδότηση αυτού με αποτέλεσμα να μην γεννάται ζήτημα καθυστέρησης και δη υπαίτιας, διεκπεραίωσης εκ μέρους της εναγομένης, που να συνιστά συμπεριφορά αυτής υπερβαίνουσα τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ καθώς και του άρθρου 288 του αυτού Κώδικα.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή στη βάση της αυτή, έστω και χωρίς την οποιαδήποτε αιτιολογία, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε. Τα όσα συνεπώς αντίθετα ο ενάγων υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα. Πρέπει όμως να συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με τις αιτιολογίες της παρούσας.".
Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την κύρια βάση της αγωγής (που πρωτοδίκως απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη) και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς την κύρια βάση αυτής , μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ενώ απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη κατά το υπόλοιπο μέρος (ήτοι αυτό των επικουρικών βάσεων της αγωγής).
8.- Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης, προσβάλλει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και για την πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ότι δηλαδή το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με το να μη διαλάβει καθόλου αιτιολογίες ή με το να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής διατάξεων των νόμων 103/1975, ν. 2592/1998, ν. 4093/2012 σε ιδιωτική σχέση, ήτοι σε σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ του αναιρεσείοντα και της αναιρεσιβαλλομένης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε , διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε καθ όλες τις βάσεις αυτής ως νόμω αβάσιμη και το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης ούτε διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης που αποτελείται από τέσσερα σκέλη, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες εκ των αριθμών 1, 10 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και του αριθμού 19 που απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω ως απαράδεκτος). Ειδικότερα, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αιτίαση ότι έκρινε εσφαλμένα χωρίς να στηριχθεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο και με το τρίτο σκέλος αυτού, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια υπό την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της ...
ΑΕ, που με το άρθρο 25 αυτού επικυρώνει την επιχειρησιακή συνήθεια και της προσδίδει αυξημένη τυπική ισχύ. Ο λόγος αυτός ως προς αμφότερα τα ως άνω σκέλη του (δεύτερο και τρίτο), είναι απαράδεκτος διότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις αυτής (κύρια και επικουρικές) χωρίς δηλαδή να προβεί σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών με αποτέλεσμα να μην ιδρύονται οι εκ των αριθμών 10 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε .
Περαιτέρω, με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία παράβαση των διατάξεων της περ. 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και του άρθρου 35 παρ. 6 του ν. 4387/2016, και ειδικότερα α) ότι κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων απορρίφθηκε η αγωγή ως νόμω αβάσιμη, για το λόγο ότι η διατήρηση του ειδικού λογαριασμού του ν. 103/1975 από την ανώνυμη εταιρία ...
ΑΕ, που προήλθε από την μετατροπή του ΝΠΔΔ ... και στη συνέχεια από την αναιρεσιβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία ... ΑΕ που προήλθε από τη συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών ΟΑΘ ΑΕ και ΟΥΘ ΑΕ αλλά ακόμη και μετά την εφαρμογή του ν. 3232/2004, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο αλλά έλαβε χώρα βάσει επιχειρησιακής συνήθειας στηριζόμενης στην οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος, δημιουργηθείσας έτσι σύμβασης ιδιωτικού δικαίου μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών και μάλιστα ιδιωτικού δικαίου ασφαλιστική σχέση και β) ότι την ανωτέρω επιχειρησιακή συνήθεια επικύρωσε το άρθρο 25 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της ...
ΑΕ, με το οποίο παρέχεται στους εργαζομένους το δικαίωμα επιλογής λήψης του εφάπαξ βοηθήματος και ότι στην ως άνω ιδιωτικού δικαίου σχέση δεν έχει τη δυνατότητα να παρέμβει ο νομοθέτης, με την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4093/2012 περί μειώσεως των εφάπαξ βοηθημάτων των συνταξιοδοτουμένων εργαζομένων υπαλλήλων, που επέφερε μονομερή βλαπτική μεταβολή στο δικαίωμα απόληψης εφάπαξ βοηθήματος λόγω συνταξιοδότησης με την μείωση αυτού.
Ο ως άνω λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ω αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, με το να κρίνει α) ότι η διατήρηση του λογαριασμού του ν. 103/1975 από την ΟΑΘ ΑΕ αρχικά και στη συνέχεια από την αναιρεσίβλητη ... ΑΕ, έγινε βάσει των αναγκαστικών διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 30 του ν. 2592/1998 και παρ. 3 του ν. 2747/1999, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 103/1975 και του άρθρου 21 του ν. 3232/2004 και δεν στηρίζεται σε επιχειρησιακή συνήθεια που δημιουργεί συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος χωρίς τις μειώσεις του ν. 4093/2012 άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 και β) ότι το άρθρο 25 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της ...
ΑΕ αναφέρεται στην αποζημίωση απόλυσης των εργαζομένων που θα λάβουν ανάλογα με το χρόνο πρόσληψής τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που εκτέθηκαν στις με στοιχεία 2, 3 και 4 νομικές σκέψεις της παρούσας τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, με το άρθρο 22 παρ.1 ο ν. 2592/1998, που εκδόθηκε μετά την μετατροπή του ΝΠΔΔ Ο.Α.Θ.
σε ανώνυμη εταιρία με το π.δ. 157/1997, όρισε ρητά ότι το τακτικό προσωπικό που υπηρετούσε στα πρώην Ν.Π.Δ.Δ. Ο.Α.Θ. και Ο.Υ.Θ., κατά το χρόνο μετατροπής τους σε ανώνυμες εταιρίες, και συνεπώς και ο αναιρεσείων, εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας καθώς και υγειονομικής περίθαλψης , που είχε πριν την κατά την άνω μετατροπή.
Στο καθεστώς της πρόνοιας υπάγεται και το εφάπαξ βοήθημα λόγω συνταξιοδότησης, όπως έχει ήδη εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διότι θεσμοθετήθηκε και καταβάλλεται προς άμβλυνση των συνεπειών από την απότομη μετάβαση από τον ενεργό επαγγελματικό βίο στην συνταξιοδοτική αργία και αποτελεί επέκταση της συνταξιοδοτικής προστασίας των εργαζομένων, με σκοπό την αναπλήρωση μέρους του απολεσθέντος εισοδήματός τους.
Εξάλλου με κανέναν από τους ανωτέρω νόμους δεν επήλθε κατάργηση του ν. 103/1975 μετά την μετατροπή του ΝΠΔΔ ... σε ανώνυμη εταιρία, ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί ύπαρξης επιχειρησιακής συνήθειας λόγω καταβολής οικειοθελούς παροχής από την ΟΑΘ ΑΕ και στη συνέχεια από την ... ΑΕ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος του ν. 103/1975 που είναι διάταξη δημοσίας τάξεως, δεν αποτελεί οικειοθελή παροχή του εργοδότη προς τους εργαζομένους, αλλά, αντίθετα, για τη συγκέντρωση του ποσού του εφάπαξ βοηθήματος, πραγματοποιούνται από τον εργοδότη κρατήσεις επί του μηνιαίου μισθού κάθε εργαζομένου.
Επίσης, με το άρθρο 25 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της ... ΑΕ δεν επικυρώθηκε ιδιωτική σύμβαση μεταξύ εργαζομένων και ... ΑΕ περί καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος του ν. 103/1975, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεδομένης της ανυπαρξίας τέτοιας σύμβασης ιδιωτικού δικαίου, αλλά προβλέφθηκε η καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος βάσει νομοθετικών διατάξεων.
Ειδικότερα, το άρθρο 25 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της ... ΑΕ, στην παρ. 1 ορίζει ότι "Η κοινωνική πρόνοια παρέχεται στο προσωπικό της ... από τους οικείους φορείς στους οποίους είναι ασφαλισμένο με βάση τις κείμενες διατάξεις" και στην παρ. 3 "Στο προσωπικό που υπηρετούσε στον Ο.Υ.Θ και τον Ο.Α.Θ. στις 25-6-1997 σε μόνιμες ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου θέσεις, κατά την έξοδό του από την Υπηρεσία, εφόσον επιλέγει την συνταξιοδότησή του με τις διατάξεις του Α.Ν. 1846/1951, καταβάλλεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 55 του π.δ. 410/1988 αποζημίωση." δηλαδή με την παράγραφο 1 ρυθμίζεται ο τρόπος παροχής κοινωνικής πρόνοιας των εργαζομένων, στην οποία υπάγεται και το εφάπαξ βοήθημα και με την παρ. 3 ρυθμίζεται το ζήτημα της αποζημίωσης απόλυσης και όχι του εφάπαξ βοηθήματος του ν. 103/1975 και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον πέμπτο και τον έκτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτών, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ως προς την απόρριψη των επικουρικών βάσεων της αγωγής. Ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, υπό την αιτίαση ότι η μείωση της εφάπαξ παροχής, που αποτελεί κοινωνικοασφαλιστική παροχή δημοσίου δικαίου, με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012, αντιβαίνει στην ανωτέρω συνταγματική διάταξη και ότι οι μειώσεις αυτές δικαιολογούνται μόνο σε εξαιρετικά δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, που δεν συντρέχουν στην υπό κρίση περίπτωση, για το λόγο ότι το εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα αφού για την καταβολή του, προηγούνται κρατήσεις από τον μισθό των εργαζομένων και δεν συμβάλει η ...
ΑΕ με οποιονδήποτε τρόπο στον σχηματισμό αυτού ούτε λαμβάνει κρατική επιχορήγηση προς τούτο ούτε δε τίθεται ζήτημα βιωσιμότητας της ... ΑΕ ώστε να είναι αναγκαία η μείωση του εφάπαξ βοηθήματος και ότι δεν προηγήθηκε της εν λόγω μείωσης αναλογιστική μελέτη και η Αναλογιστική Μελέτη Ελέγχου περιπτώσεων που συνόδευε τον ν. 4093/2012 είναι γενικόλογη και αόριστη.
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό τις αιτιάσεις ότι η εφαρμογή του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 ν. 4093/2012 από την αναιρεσίβλητη κατά την καταβολή του εφάπαξ , συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα της ατομικής του περιουσίας χωρίς να υπάρχει σκοπός προστασίας του δημοσίου συμφέροντος , ότι σε κάθε περίπτωση η εφαρμογή του παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ότι η αναδρομική εφαρμογή (και για όσους αποχώρησαν από 1-8-2010 και μετά) της μείωσης της εφάπαξ λόγω συνταξιοδότησης παροχής του αναιρεσείοντα έγινε αυθαίρετα χωρίς να ληφθεί υπόψη η εξασφάλιση του ελαχίστου επιπέδου διαβίωσής του και ότι αποτελεί καταφανώς απρόσφορο μέτρο για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος και της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών οργανισμών.
Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου προσβάλλει την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή ισότητας) κατά την εφαρμογή του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012, αιτιώμενος ότι ο λογαριασμός του ν. 103/1975 που τηρεί η αναιρεσίβλητη ...
ΑΕ, σχηματίστηκε αποκλειστικά από τις εισφορές των εργαζομένων, έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, δεν επιβαρύνθηκε ποτέ από κανένα πρόσθετο ποσό από οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση και ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των εργαζομένων της ... ΑΕ, που υφίστανται τις δυσμενείς συνέπειες που είχε η δημόσια διαχείριση των αποθεματικών των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών του δημοσίου.
Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης, για το λόγο ότι υπό το καθεστώς του ν. 103/1975 που ίσχυε και κατά το χρόνο λύσης της υπαλληλικής του σχέσης στις 31-10-2011, η έκδοση της πράξης συνταξιοδότησής του και η έκδοση απόφασης απονομής του εφάπαξ βοηθήματος, δεν αποτελούσαν προϋπόθεση καταβολής του εφάπαξ αλλά μόνη προϋπόθεση ήταν να δικαιούται σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας και γι αυτό η παρ. 2 του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ.5 του ν. 4093/2012, που ορίζει ότι προϋπόθεση εφαρμογής της ποσοστιαίας μείωσης του εφάπαξ βοηθήματος είναι η μη έκδοση της σχετικής απόφασης χορήγησης του εφάπαξ για τους αποχωρούντες από 1-8-2010 και μετά ασφαλισμένους, δηλαδή η αναδρομική αυτή εφαρμογή του νόμου, αντιβαίνει στις ανωτέρω αρχές ενόψει του ότι ο αναιρεσείων είχε αποχωρήσει πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Ότι επιπλέον προσβάλλεται και το συνταγματικό του δικαίωμα για ίση μεταχείριση έναντι των λοιπών συνταξιοδοτουμένων υπαλλήλων, των οποίων οι πράξεις απονομής σύνταξης και εφάπαξ, εκδόθηκαν άμεσα ενώ για τον ίδιο, ενώ συνταξιοδοτήθηκε από 31-10-2011, η πράξη συνταξιοδότησής του εκδόθηκε στις 4-3-2013 και η πράξη απονομής του εφάπαξ στις 13-3-2013 και έτσι, λόγω της καθυστέρησης έκδοσης της πράξης απονομής εφάπαξ, ίσχυσε και γι αυτόν η ανωτέρω διάταξη του ν. 4093/2012.
Τέλος με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, υπό τις αιτιάσεις ότι ακόμη και ήθελε θεωρηθεί ότι νομότυπα επεκτάθηκε η μείωση του εφάπαξ του ν. 4093/2012 και στον ίδιο, η ... ΑΕ καταχρηστικώς επέβαλε αυτήν με την αιτιολογία και το πρόσχημα ότι αντιμετωπίζει ζήτημα βιωσιμότητας ενώ αυτή παρακρατούσε τις εισφορές από τον μισθό του και ότι δεν υπάρχει άξιο προστασίας συμφέρον της αναιρεσίβλητης.
Ότι, επιπρόσθετα η ... ΑΕ καθυστέρησε καταχρηστικά και δολίως για δεκαέξι (16) μήνες την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησής του προκειμένου να αποκομίσει περιουσιακό όφελος, εκμεταλλευόμενη τη ρύθμιση της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου πρώτου, υποπαρ. ΙΑ.5 του ν. 4093/2012, αυτή. Οι ως άνω λόγοι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον το Εφετείο, με τις ήδη εκτιθέμενες παραδοχές του, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση με τις παραδοχές της, α) ότι με την μείωση του εφάπαξ βοηθήματος, που επιβλήθηκε με την υποπαράγραφο ΙΑ.5 του ν. 4093/2012 και την περίπτωση 2 αυτού και εφαρμόστηκε αναδρομικά για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, δεν παραβιάσθηκαν οι ανωτέρω νομοθετικού και υπερνομοθετικού περιεχομένου διατάξεις για το λόγο ότι η ρύθμιση αυτή επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος λόγω της συνεχιζόμενης βαθιάς οικονομικής κρίσης στην οποία βρισκόταν η Χώρα και των μεγάλων ελλειμμάτων των κοινωνικοασφαλιστικών ταμείων, εξαιτίας των οποίων κινδύνευε η χορήγηση των συντάξεων και λοιπών παροχών και της ανεπάρκειας του ασφαλιστικού κεφαλαίου για την κάλυψη των αναγκών αυτών και για την καταβολή όσο το δυνατόν εξορθολογισμένων παροχών, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και η εξασφάλιση της μελλοντικής καταβολής των παροχών στους δικαιούχους, β) ότι για την αιτιολογημένη επιβολή της επίμαχης περικοπής δεν απαιτείτο η εκπόνηση της σχετικής αναλογιστικής μελέτης, διότι η σύνταξη τέτοιας μελέτης δεν απαιτείται όταν πρόκειται να ληφθούν μέτρα που έχουν δημοσιονομικό χαρακτήρα όπως συμβαίνει στην επίμαχη περίπτωση....
γ) ότι η εφαρμογή της προαναφερθείσας ρύθμισης του ν. 4093/2012 εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον δ) ότι η ... ΑΕ είναι δημόσια επιχείρηση κοινής ωφελείας υπαγόμενη στις εταιρίες του κεφαλαίου Β του ν. 3429/2005, ε) ότι η αναδρομική επιβολή της μείωσης του εφάπαξ βοηθήματος και η εξάρτηση της εφαρμογής της εν λόγω διάταξης από την προηγούμενη έκδοση της πράξης συνταξιοδότησης και απονομής του εφάπαξ, δεν αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις, διότι κατά το άρθρο 56 παρ. 1 του ν. 2084/1992 απαραίτητη προϋπόθεση για την απόληψη του εφάπαξ βοηθήματος του ν. 103/1975 είναι η προηγούμενη απονομή της σύνταξης από τον ασφαλιστικό φορέα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η δεν αναδρομική αυτή εφαρμογή επιτρέπεται από το εσωτερικό δίκαιο, στ) ότι δεν παραβιάζεται η συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ. 1, καθώς δεν επέρχεται εξομοίωση ανόμοιων καταστάσεων αλλά μείωση της ίδιας παροχής που χορηγείτο με τους ίδιους όρους και τις ίδιες διατάξεις σε όλους τους υπαλλήλους ΝΠΔΔ, τόσο για τα υφιστάμενα ΝΠΔΔ αλλά και αυτά που μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρίες, όπως το ΝΠΔΔ (ΟΑΘ), όπου απασχολείτο ο ενάγων, ζ) ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) δεν επικαλείται με την αγωγή του ότι το τελικώς καταβληθέν ποσό υπολείπεται και δη σημαντικά, σε σχέση με τις εισφορές που κατέβαλε ούτε τον μέσο όρο αποδοχών των υπολοίπων συνταξιούχων, προκειμένου να εκτιμηθεί η εξασφάλιση ή όχι του ελαχίστου επιπέδου διαβίωσης μετά την επιβληθείσα μείωση, η) ότι είναι νόμω αβάσιμο το αίτημα κήρυξης ανίσχυρης της επιβολής της μείωσης του εφάπαξ βοηθήματος από την ...
ΑΕ ως καταχρηστικώς επιβληθείσα κατ άρθρα 281 και 288 ΑΚ , διότι η ... ΑΕ ως προς την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος αποτελεί ασφαλιστικό οργανισμό και η εξάρτηση της εφαρμογής της διάταξης αυτής (ν. 4093/2012) από την προηγούμενη έκδοση της πράξης συνταξιοδότησης και απονομής του εφάπαξ βοηθήματος καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε δολίως κατά την έκδοση της απόφασης απονομής του εφάπαξ βοηθήματος προκειμένου να καταλάβει τον αναιρεσείοντα η μείωση του ν. 4093/2012 και να καθυστερήσει την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης, καθόσον ο διευθυντής του ΙΚΑ εξέδωσε την απόφασης συνταξιοδότησης στις 4-3-2013 (με αρ. ...2012 απόφαση) η δε απόφαση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ...
ΑΕ εκδόθηκε σε δέκα ημέρες στις 13-3-2013 (με αρ. ...2013 απόφαση), με αποτέλεσμα να μην γεννάται ζήτημα καθυστέρησης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι η, κατ' εφαρμογή του άρθρου πρώτου, υποπαράγραφος ΙΑ.5 περ. 2 του ν. 4093/2012, μείωση του εφάπαξ βοηθήματος του αναιρεσείοντα, επιβλήθηκε στα πλαίσια του ευρύτερου προγράμματος για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας της Χώρας και της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών ταμείων, εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, εντάσσεται στο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σκέλος της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης και αιτιολογείται πλήρως, χωρίς να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Η ανωτέρω ρύθμιση κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας στη συμμετοχή στα δημόσια βάρη χωρίς να εκδηλώνεται με αυτήν άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και χωρίς να εξομοιώνει αυθαίρετα πρόσωπα που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες, εφαρμοζόμενη στην ευρύτερη κατηγορία εργαζομένων ήτοι των υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στον Κλάδο Πρόνοιας των οποίων υπήχθη με το ν. 3232/2004 και το τακτικό προσωπικό της ...
ΑΕ. Περαιτέρω ο ν. 4093/2012 εκδόθηκε κατόπιν σύνταξης , τον Μάρτιο του 2012 αναλογιστικής μελέτης περιπτώσεων περί της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών ταμείων, με σκοπό τον εξορθολογισμό και την εξυγίανση του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα (ΟλΣτΕ 734/2016), ενώ ως προς τον Ειδικό Λογαριασμό που τηρούνταν στην ...
ΑΕ για τις κρατήσεις του μισθού των υπαλλήλων, με σκοπό την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος λόγω συνταξιοδότησης, μετά την ισχύ του άρθρου 21 του ν. 3232/2004 και την υπαγωγή του προσωπικού της ... στον Κλάδο Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, η ... ΑΕ απέδιδε τις κρατήσεις στο ανωτέρω ταμείο υπαλλήλων ΝΠΔΔ εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επομένου της πληρωμής των εισφορών μήνα και δεν υπήρχε το ποσό αυτό συγκεντρωμένο στον Ειδικό Λογαριασμό του ν. 103/1975, με αποτέλεσμα το έτος 2012 να μην υπάρχει αντικειμενική δυνατότητα να συμπεριληφθεί ως φορέας ασφάλισης στην ανωτέρω αναλογιστική μελέτη περιπτώσεων.
Περαιτέρω, η εφαρμογή του ν. 4093/2012 και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος του ν. 103/1975, που δικαιούνταν ο αναιρεσείων πριν από την 1-1-2006 οπότε υπήχθη στον Κλάδο Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, δεν συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας του και δεν ανατρέπει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του κάθε ασφαλισμένου ενώ δεν προσβάλλεται ούτε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του διοικουμένου διότι ήδη η Χώρα, από τον Μάιο του 2010, βρισκόταν σε βαθιά οικονομική κρίση και σε διαδικασία λήψης σειράς μέτρων, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί από τα άλλη κράτη μέλη της Ευρωζώνης με δανειοδότηση (Μνημόνια Συνεννόησης).
Ακόμη η ρύθμιση του ν. 4093/2012 περί εφαρμογής του στους ασφαλισμένους μέχρι 31-12-1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1-8-2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, είναι συμβατή , ως αναδρομική εφαρμογή νόμου, με το εσωτερικό δίκαιο και επιβλήθηκε για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, προς αποφυγή κατάρρευσης των ασφαλιστικών ταμείων λόγω της οικονομικής κρίσης στην οποία βρισκόταν η Χώρα.
Επομένως , και σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, η ανωτέρω ρύθμιση περί μείωσης του εφάπαξ βοηθήματος και στο προσωπικό της ... ΑΕ και για το χρονικό διάστημα πριν από 1-1-2006, δεν προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις που προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε καθώς και στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί προστασίας της ιδιωτικής περιουσίας και δεν επεβλήθη κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ.
Ειδικότερα αναφορικά με την τελευταία αιτίαση περί παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ , από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι δεν εκτίθεται σ αυτή ότι η αναιρεσίβλητη δεν εφάρμοσε τις επιβληθείσες από το νόμο 4093/2012 μειώσεις του εφάπαξ βοηθήματος για μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να δημιουργηθεί στον ενάγοντα η πεποίθηση ότι δεν θα τις εφαρμόσει ούτε ποιά ήταν τα συναλλακτικά ήθη που είχαν δημιουργηθεί από την έκδοση του ν. 4093/2012 και τα οποία παρέβη η αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, να μην στοιχειοθετείται η νομοτυπική μορφή των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι νομικά αβάσιμοι.
Κατά τα εκτιθέμενα δε στην αγωγή, η καθυστέρηση έκδοσης της απόφασης του προέδρου της αναιρεσίβλητης επί 16 μήνες δεν δύναται να στηρίξει δόλο στην καθυστέρηση έκδοσης αυτής, διότι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση της πράξης απονομής του εφάπαξ βοηθήματος είναι η έκδοση της πράξης συνταξιοδότησης ήτοι η βεβαίωση ότι ο υπάλληλος πληροί τις προϋποθέσεις για απονομή σύνταξης, η οποία εκδόθηκε από τον διευθυντή του ΙΚΑ στις 3-3-2013, χωρίς να ευθύνονται γι αυτό τα όργανα της αναιρεσίβλητης, από τα οποία εκδόθηκε η πράξη απονομής του εφάπαξ εντός συντόμου χρόνου, ήτοι 10 ημερών από την έκδοση της πράξης συνταξιοδότησης.
Επομένως όλοι οι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης, ως προς τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, κατά το πρώτο σκέλος εκάστου από αυτούς, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Ακολούθως μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που αναφέρονται στο σκεπτικό, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ, βλ.
ΟλΑΠ 1/2024). Τέλος, επειδή η υποχρέωση καταβολής παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) δεν ισχύει για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 του ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές) πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος κατά την άσκηση της αναίρεσης υπ'αριθ. ... παραβόλου ποσού 450 ευρώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 382/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2023 αίτηση αναίρεσης της με αρ. 502/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την επιστροφή του υπ'αριθ. ... παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στον αναιρεσείοντα. Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ