Legislator Case Law & Legislation
417/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific document content in appeal grounds.

Case Number 417/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by private parties against a regional court decision regarding land compensation. The appellants argued that the lower court distorted specific documents concerning property rights and demolition conditions. The court rejected these claims as inadmissible because the appeal did not quote the exact content of the alleged distorted documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds fail to specify the exact content of the alleged distorted document as required by law.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal specific document content code civil procedure distortion claim quotation requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 45/2023
Supreme Court Case 34/2023
Supreme Court Case 272/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 417 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 417/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Ι. και της Α., κατοίκου ..., 2) Α. Α. του Κ. και της Β., 3) Λ. Α. του Κ. και της Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπακώστα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δήμου Ρεθύμνου, που εδρεύει στο Ρέθυμνο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Κουτσουράκη, και κατέθεσε προτάσεις, 2) "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης", η οποία εδρεύει στο Ρέθυμνο, στην συνοικία τρία Μοναστήρια και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Παπαδάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2009 αγωγή του ήδη β' αναιρεσείοντος, της Α. Γ., δικαιοπαρόχου του α' αναιρεσείοντος και της Β. χήρας Κ. Α., δικαιοπαρόχου των β' και γ' των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2019 αίτηση και τους από 13-12-2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του α' αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Κατά τα άρθρα 68, 556 και 558 ΚΠολΔ το έννομο συμφέρον αποτελεί την κύρια θετική προϋπόθεση, που πρέπει να υπάρχει στον αναιρεσείοντα για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης.

Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένδικο μέσο, και, επομένως, και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Τέτοια βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη.

Το έννομο συμφέρον το οποίο απαιτείται για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 567/2022, ΑΠ 98/2017), κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 567/2022, ΑΠ 1428/2019).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρ. 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρχει και όταν ο διάδικος, που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν απ' αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 1194/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, επί της ασκηθείσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, από 12-05-2009 αγωγής της αρχικώς πρώτης ενάγουσας Α. χήρας Ι. Γ., ως επικαρπώτριας δικαιοπαρόχου του πρώτου αναιρεσείοντος και ενάγοντος Α. Γ. του Ι., αναιρεσείοντος, και της Β. χήρας Κ. Α., δικαιοπαρόχου των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, κατά των αναιρεσιβλήτων και της μη διάδικης στην παρούσα δίκη, ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "Κ.

Μ. Α..Ε..", με την οποία, αφού εξέθεταν ότι η αναφερόμενη ρυμοτομική απαλλοτρίωση του περιγραφόμενου ακινήτου τους, άρθηκε αυτοδικαίως, λόγω μη καταβολής της καθορισθείσας, με την αριθμ. 127/19-12-2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, προσωρινής τιμής μονάδας, μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης, ζήτησαν: 1) να αναγνωριστεί ότι είναι επικαρπώτρια του παραπάνω ακινήτου η πρώτη ενάγουσα Α.

Γ., κατά ποσοστό 50%, και ψιλός (συγ)κύριος ο δεύτερος ενάγων Α. Γ., κατά ποσοστό 50%, και (συγ)κυρία η τρίτη ενάγουσα Β. Γ. - Α., κατά ποσοστό 50%, επί του αναφερόμενου ενιαίου ακινήτου 707,05 τ.μ., επικαλούμενοι ότι οι αναιρεσίβλητοι και η ανωτέρω ΑΕ μη διάδικος αμφισβητούν την κυριότητα αυτών, την οποία απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, και δη με τη με αριθμ. 4591/2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας, της συμβ/φου Αθηνών Άννας Αργυριάδου - Σκουτέρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δύο πρώτοι ενάγοντες, και με τη με αριθμ.

…πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Ρεθύμνου Γεωργίου Λουκάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η τρίτη ενάγουσα, και με πρωτότυπο τρόπο, και δη της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση επ' αυτού εμφανών πράξεων νομής, διανοία κυρίου, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους, 2) να υποχρεωθούν η δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης", και η τρίτη εναγόμενη ΑΕ, ήδη μη διάδικος, να τους αποδώσουν το αναφερόμενο τμήμα οικοπέδου τους, έκτασης 353,56 τ.μ., επειδή τους απέβαλαν από την επ' αυτού νομή και κατοχή τους και 3) να απαγορευτεί στους αναιρεσιβλήτους και στην τρίτη εναγόμενη - ήδη μη διάδικο η ενέργεια κάθε μελλοντικής πράξης που διαταράσσει την κυριότητά τους επί του ακινήτου.

Μετά δε από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος, ζητούν α) να αναγνωριστεί ότι, η δεύτερη αναιρεσίβλητη και η τρίτη εναγόμενη - ήδη μη διάδικος, ως αυθαιρέτως και παράνομα καταλαμβάνουσες το ακίνητο των 353,56 τ.μ., οφείλουν να τους καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 280.000,00 ευρώ, ως αποζημίωσή τους, που θα αποκέρδαιναν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την εκμίσθωση του ακινήτου των 353,56 τ.μ., ως χώρου επιχείρησης στάθμευσης αυτοκινήτων - λιπαντήριο κλ.π., το διάστημα από 16-09-2004 έως 16-05-2009 και το ποσό των 5.000,00 ευρώ, μηνιαίως, που θα εισέπρατταν, από την παραπάνω εκμίσθωση, το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης άλλως μέχρι την ενωρίτερον απόδοση του ακινήτου, άλλως τα προαναφερθέντα ποσά αποτελούν τα ωφελήματα που δεν εξήγαγαν από το ακίνητό τους με την εκμίσθωση αυτού σε τρίτο κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, και συγχρόνως αποτελεί τη δαπάνη που εξοικονόμησαν από τη μίσθωση ανάλογου χώρου για τη χρήση του ως υπαίθριου χώρου στάθμευσης των αυτοκινήτων αυτών και των πελατών τους, κατά το οποίο κατέστησαν πλουσιότερες, επειδή χρησιμοποιούσαν αυθαίρετα το τμήμα των 353,56 τ.μ.

της ιδιοκτησίας τους, ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων και πελατών τους, και απέφυγαν αντίστοιχη δαπάνη και β) να αναγνωριστεί ότι καθένας από την δεύτερη αναιρεσίβλητη και η τρίτη εναγόμενη οφείλει να καταβάλει, εις ολόκληρον, στην καθεμία ενάγουσα το ποσό των 40.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια κατάληψη του ως άνω τμήματος της ιδιοκτησίας τους.

Επί της αγωγής (και της συνεκδικασθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής της τρίτης εναγόμενης ήδη μη διάδικου κατά της δεύτερης εναγόμενης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 92/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία απορρίφθηκε το με στοιχείο -1- αίτημα ως αόριστο κατά το μέρος που αφορά τμήμα οικοπέδου 353,94 τ.μ.

που δεν φέρεται καταληφθέν από τους εναγόμενους, το με στοιχείο -3- αίτημα ως μη νόμιμο, και το με στοιχείο αίτημα ως αόριστο, κατά το σκέλος περί επιδίκασης αποζημίωσης με τη μορφή διαφυγόντος κέρδους, και απορρίφθηκε η αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, και ειδικότερα η αγωγή ως προς το αίτημα απόδοσης του ακινήτου των 353,56 τ.μ.

από την δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφού έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από την τελευταία ένσταση του άρθρου 1095 Α.Κ.. Επί της από 18-03-2015 έφεσης των αναιρεσειόντων (και της έφεσης τρίτης εναγόμενης ήδη μη διάδικου, που δεν ενδιαφέρει), κατά της ως άνω εκκαλουμένης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού κηρύχθηκε ως απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης ως προς την τρίτη εναγόμενη - απλή ομόδικο των ήδη αναιρεσιβλήτων (η οποία δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη), έγινε δεκτή η έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την αναγνωριστική αγωγή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αναγνωριστική αγωγή, που αποτελούσε και το μοναδικό κεφάλαιο αυτής ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο - πρώτο εναγόμενο, δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και αναγνωρίστηκε, έναντι των αναιρεσιβλήτων, η κυριότητα των αναιρεσειόντων επί του όλου ακινήτου, έκτασης 707,05 τ.μ., και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη έφεση, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη και την τρίτη εναγόμενη, ήδη μη διάδικο, το κεφάλαιο αναγνώρισης οφειλής των αναφερόμενων ποσών, και απόδοσης του ακινήτου των 353,56 τ.μ., από την δεύτερη και τρίτη των εναγόμενων.

Η κρινόμενη από 16-10-2019 αίτηση αναίρεσης όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της προσβαλλόμενης, με αριθμ. 70/2017 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο οι αναιρεσείοντες νίκησαν στην δευτεροβάθμια δίκη, αφού η έφεσή τους εναντίον αυτού, και μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, ως προς την αναγνωριστική αγωγή, έγινε δεκτή, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, επειδή οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον, για την άσκησή τους έναντι του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αφού η σε βάρος του αγωγή αφορούσε και μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά το αναγνωριστικό αίτημα κυριότητας του ακινήτου 707,05 τ.μ., το οποίο έγινε δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο και σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν διαλαμβάνεται λόγος αναίρεσης που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ούτε και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ευνοϊκή διάταξη υπέρ του τελευταίου και κατά των αναιρεσειόντων.

Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα οριστεί όμως αυτή μειωμένη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (ΑΠ 300/2021, ΑΠ 3/2020), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. [2] Ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, η από 16-10-2019 αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της 70/2017 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή η από 18-03-2015 έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος Α.

Γ. της Α. Γ. (επικαρπώτριας), μετά τον επισυμβάντα θάνατο της οποίας, επιγενόμενο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πρώτος αναιρεσείων κατέστη πλήρης (συγ)κύριος με την ένωση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της επικαρπίας της επικαρπώτριας, και της Β. Α., μετά τον επισυμβάντα θάνατο της οποίας, επιγενόμενο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθολικοί διάδοχοί της είναι ο δεύτερος και ο τρίτος των αναιρεσειόντων, κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. 92/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 20-11-2009 αγωγή των εκκαλούντων περί αναγνώρισης της κυριότητας των εναγόντων επί ακινήτου 707,05 τ.μ., απόδοσης του ακινήτου από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, και αναγνώρισης έντοκης οφειλής της τρίτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση, και δη κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αναγνωριστική κυριότητας του ακινήτου, κράτησε την υπόθεση δίκασε την αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιο, και δέχθηκε την αναγνωριστική αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να συνεκδικαστεί, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, με τους ασκηθέντες με το από 13-12-2021 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναίρεσης των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 10702Ε /21-12-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Ευαγγελίας Κλάδου, και, επομένως, πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1098 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση του πράγματος, και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, αλλά και των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, και, περαιτέρω, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται, περαιτέρω, ευθύνη του από υπερημερία, ήτοι ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης να εξαγάγει (ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1290/2019).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1096, 1098, 961 και 962 ΑΚ προκύπτει ότι ωφελήματα είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος και καθετί που πορίζεται αυτός από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, αν και δεν είναι προϊόν αυτού, καθώς και κάθε πρόσοδος που αποφέρει το πράγμα δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή οι πολιτικοί καρποί, όπως π.χ.

το μίσθωμα, αλλά και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 1731/2022, ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 1232/2017). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 ΑΚ).

Για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης, που ερείδεται στην τελευταία διάταξη, απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγόμενου νομέα. Κτήση της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρ. 984 παρ.1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη.

Η άνω παράνομη πράξη μπορεί να αντιβαίνει και σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ). Δικαιούχος της αξίωσης είναι ο κύριος του πράγματος, κατά το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης της νομής (ΑΠ 666/2018, ΑΠ 822/2014, ΑΠ 599/2013). [3] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι εκτός από υπαιτιότητα και παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η αποζημίωση που προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, παρεχόμενη από τον υπόχρεο σε χρήμα, περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος που προσδοκάται με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1226/2021, ΑΠ 2201/2013, ΑΠ 1899/2008). Τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή (ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 689/2021).

Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και η επίκληση των κονδυλίων αυτών.

Δεν είναι, όμως, ανάγκη να αναγράφεται στην αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας που γίνεται βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ ΑΠ 22/1995, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 419/2018). [4] Tο άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, ενώ το άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1063/2020, ΑΠ 717/2016). [5] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 928/2019). [6] Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000). [7] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων, στην κρινόμενη αγωγή τους, αφού εξέθεταν, μεταξύ άλλων, ότι ο Δήμος Ρεθύμνου, στις 16-09-2004, λόγω της δήθεν συντέλεσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, εισήλθε αυθαίρετα και παράνομα στο περιγραφόμενο ακίνητο, συγκυριότητάς τους, επιφάνειας 353,56 τ.μ., και, αφού το γηπεδοποίησε, το απέδωσε στην δεύτερη αναιρεσιβαλόμενη, Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης, η οποία κατέλαβε αυτό, τελούσα εν γνώσει άλλως από βαρεία αμέλειά της αγνοούσε ότι δεν είχε συντελεστεί η απαλλοτρίωση, και το χρησιμοποίησε, αυθαίρετα και παράνομα, για είσοδο - έξοδο από το υπόγειο της οικοδομής της και των οχημάτων των πελατών αυτής και της μισθώτριας αυτής, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ.

Μ. Α..Ε..", καθώς και ως χώρο υπαίθριας στάθμευσης των οχημάτων της και των πελατών της, ζήτησε, όπως παραδεκτά μετέτρεψε το καταψηφιστικό αίτημα σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη οφείλει στη δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσείοντος, που τύγχανε επικαρπώτρια, και στην δικαιοπάροχο των λοιπών αναιρεσειόντων, ως (συγ)κυρία, κατ' ισομοιρίαν, το συνολικό ποσό των 280.000,00 ευρώ, το οποίο θα εισέπρατταν, από την εκμίσθωσή του με μηνιαίο μίσθωμα 5.000,00 ευρώ, σε τρίτο, το χρονικό διάστημα από 16-09-2004 έως 16-05-2009, καθώς και το ποσό των 5.000,00 ευρώ μηνιαίως για το μεταγενέστερο διάστημα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής άλλως μέχρι την απόδοση αυτού, αν η απόδοση λάβει χώρα νωρίτερα της συζήτησης, εκθέτοντας ότι το τμήμα των 353,56 τ.μ.

του ακινήτου τους, ευρισκόμενο σε πολύ αναβαθμισμένη και εμπορική περιοχή της πόλης του Ρεθύμνου, αποτελεί περιζήτητο χώρο για κάθε εμπορική δραστηριότητα, και αν ήταν ελεύθερο και προσφερόταν προς εκμίσθωση, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης και εκμίσθωσης ακινήτων, θα μπορούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μετά βεβαιότητας, να εκμισθωθεί για τη δημιουργία και λειτουργία οποιασδήποτε υπαίθριας επιχείρησης υπαίθριου σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων (χώρο στάθμευσης - parking - πλυντήριο - λιπαντήριο αυτοκινήτων κλ.π.), αντί μηνιαίου μισθώματος τουλάχιστον 5.000,00 ευρώ, άλλως τα προαναφερθέντα ποσά αποτελούν τα ωφελήματα που δεν εξήγαγαν από το ακίνητό τους με την εκμίσθωση αυτού σε τρίτο κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, λόγω αυθαίρετης κατάληψης αυτού, και συγχρόνως αποτελεί τη δαπάνη που εξοικονόμησαν από τη μίσθωση ανάλογου χώρου για τη χρήση του ως υπαίθριου χώρου στάθμευσης των αυτοκινήτων αυτών και των πελατών τους, κατά το οποίο κατέστησαν πλουσιότερες, επειδή χρησιμοποιούσαν αυθαίρετα το τμήμα των 353,56 τ.μ.

της ιδιοκτησίας τους, ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων και πελατών τους, και απέφυγαν αντίστοιχη δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο το αίτημα αναγνώρισης οφειλής, κυρίως, ως αποζημίωσης με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους είναι απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, καθώς στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, αλλά αναφέρεται γενικώς η μισθωτική αξία του ακινήτου τους για διάφορες χρήσεις, χωρίς να εκτίθεται αν είχαν προβεί σε ενέργειες για την εκμίσθωσή του, αν είχαν απευθυνθεί σε μεσίτες αστικών ακινήτων κ.λπ.

ή αν είχαν έρθει σε διαπραγματεύσεις με συγκεκριμένους ενδιαφερομένους για συγκεκριμένη εκμετάλλευσή του. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το προαναφερθέν αγωγικό αίτημα, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο αυτό, και, επομένως, ο από τον αρ. 14 και όχι 8, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. [1]. Κατά το άρθρο 17 παρ. 2, 4 εδ.1, 2 και 4 του Συντάγματος "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπου ο νόμος ορίζει, και πάντως αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση. Η αποζημίωση ορίζεται πάντοτε από τα πολιτικά δικαστήρια.

Μπορεί να οριστεί και προσωρινά δικαστικώς, ύστερα από ακρόαση ή πρόσκληση του δικαιούχου ... Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη. Η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισυ έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης και οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως".

Από την αδιάστικτη διατύπωση των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ ρυμοτομικών και λοιπών απαλλοτριώσεων, και θεσπίζονται κανόνες δικαίου με δεσμευτική δύναμη και για τον εφαρμοστή του δικαίου και για το νομοθέτη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 και 3 του ν. 2882/2001, με τις οποίες ενώ στην παρ. 2, ρητώς, εξαιρούνται μεταξύ άλλων, οι ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις από τον κανόνα της αυτοδίκαιης ("υποχρεωτικής") ανάκλησης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, λόγω μη υποβολής αίτησης δικαστικού καθορισμού της αποζημίωσης ή μη καθορισμού της εξωδίκως εντός τετραετίας από την κήρυξή τους, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου 11 δεν διαλαμβάνει παρόμοια εξαίρεση από τον προαναφερόμενο κανόνα της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης, με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2882/2001, στις οποίες ορίζεται ότι η αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση που αυτοδικαίως ανακλήθηκε υποχρεούται, μέσα σε δύο μήνες να εκδώσει πράξη, που βεβαιώνει την επελθούσα ανάκληση και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, εάν δε περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να ζητήσει την έκδοση δικαστικής απόφασης, που να βεβαιώνει την ανάκληση, καλουμένου στη δίκη του υπερού η αναγκαστική απαλλοτρίωση, καθώς και του Δημοσίου και η δικαστική απόφαση που βεβαιώνει την ανάκληση υποβάλλεται με τη μέριμνα κάθε ενδιαφερομένου στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών, που υποχρεούται να την καταχωρήσει στη μερίδα του ιδιοκτήτη, προκύπτει ότι ο κανόνας της αυτοδίκαιης άρσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, αν δεν συντελεστούν μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης προσωρινού ή οριστικού καθορισμού της σχετικής αποζημίωσης, ισχύει και επί ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων, και ότι, μετά την παρέλευση του ενάμισυ έτους χωρίς να καταβληθεί η αποζημίωση, η ανάκληση της απαλλοτρίωσης επέρχεται αυτοδικαίως (ΑΠ 810/2020, ΣτΕ 1799/2021, ΣτΕ 59/2018), και η μη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας εμποδίζει όχι μόνο τη μετάσταση της κυριότητας, αλλά και τη μετάσταση της νομής (ΑΠ 771/1977, ΑΠ 444/1975), ενώ δεν απαιτείται η προηγούμενη έκδοση βεβαιωτικής απόφασης της διοίκησης, ο δε ιδιοκτήτης, στον οποίο δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση, μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του που απορρέουν από την κυριότητα ακινήτου του, που είχε απαλλοτριωθεί και παράνομα κατακρατείται (ΑΠ 324/2012), ούτε είναι δυνατή μερική συντέλεση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, σε περίπτωση περισσοτέρων υπόχρεων αποζημίωσης, διότι συντελείται με την καταβολή όλης της καθορισθείσας προσωρινής ή οριστικής τιμής, ώστε να δύναται ο καθ' ου ιδιοκτήτης να αποκτήσει ισάξιο ακίνητο με το απαλλοτριωθέν (ΟλΣτΕ 603/2008). [2] Η προστασία της ιδιοκτησίας του φυσικού ή νομικού προσώπου προβλέπεται και στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τις οποίες ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας κα υπό τους προβλεπόμενου, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύει Νόμους ούς ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". [3] Από τις διατάξεις των άρθρων 967-970 και 972 ΑΚ συνάγεται ότι ένα ακίνητο καθίσταται κοινόχρηστο με τη βούληση του ιδιοκτήτη, όταν αυτός το θέσει σε κοινή χρήση με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, με διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπον κατά τις διατάξεις των άρθρων 503, 1715 και 2014 ΑΚ ή με παραίτηση από την κυριότητα, προκειμένου να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, η οποία όμως (παραίτηση), ως συνεπαγόμενη την κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1192 αρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 33/2016, ΑΠ 1910/2014).

Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινόχρηστου δεν αποκτάται νομή, οιονεί νομή, κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί αυτού, αλλά αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί, που αποτελεί ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα, και προστατεύεται μόνο στην περίπτωση παρακώλυσης ή αποβολής από τη χρήση (ΑΠ 1728/2022, ΑΠ 954/2017, ΑΠ 222/2019).

Μπορεί το κοινόχρηστο να ανήκει σε φυσικό πρόσωπο ή ν.π.δ.δ. ή ν.π.ιδ.δ. με βάση ειδικό νόμο, ρητά ή σιωπηρά ή με τη σύναψη ενοχικής σχέσης μεταξύ του κυρίου του εδάφους και του Δημοσίου ή του Δήμου ή της Κοινότητας, με τη συναίνεση του κυρίου και την επιφύλαξη της κυριότητας υπέρ αυτού, η οποία κυριότητα δεν προσπορίζεται στον ο.τ.α.

ούτε στο δημόσιο, αλλά διατηρείται μέχρι την καταβολή πλήρους αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, αποψιλωμένη, όμως, από το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής του ιδιοκτήτη, με την οποία αυτός επιδιώκει την άσκηση του, από την κυριότητα, απορρέοντος δικαιώματος, με την ένσταση του γενικού δόλου (άρθρο 281 ΑΚ) που προβάλλεται από τον τρίτο που έχει δικαίωμα σύγχρησης του κοινού (πρβλ.

ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 955/2017, ΑΠ 451/2015), ενώ το ιδιόρρυθμο αυτό δικαίωμα προστασίας του τρίτου συγχρήστη κοινού δεν προσκρούει στις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Σ. ούτε του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, διότι προέρχεται από οικειοθελή βούληση του φυσικού προσώπου για τη διαχείριση της ιδιοκτησίας του. [4] Κατά το άρθρο 1095 ΑΚ, ο εναγόμενος με τη διεκδικητική αγωγή δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος, αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα νομής ή κατοχής του, βάσει ισχύουσας και έγκυρης έννομης σχέσης.

Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου αποτελεί γνήσια αναβλητική ένσταση, διότι με τον ισχυρισμό αυτό αντιτάσσει ένα γεγονός, που του παρέχει το δικαίωμα να διατηρεί τη νομή ή την κατοχή του πράγματος και να αρνηθεί την απόδοσή του (ΑΠ 1645/2022, ΑΠ 177/2020, ΑΠ 295/2015, ΑΠ 924/2012), μπορεί να στηρίζεται σε δικαίωμα τούτου, είτε εμπράγματο έναντι του ενάγοντος κυρίου (π.χ.

δουλείας, επικαρπίας, οίκησης κλπ.), είτε ενοχικό, το οποίο τελευταίο παρέχει σ' αυτόν εξουσία στη νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή (ΑΠ 1645/2022, ΑΠ 383/2019). [5]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2023, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [6] Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021).

IV. [1] Στην προκείμενη, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Μ. χήρ. Α.. Γ.. το γένος Ε. Κ. απέκτησε λόγω πωλήσεως από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" ένα οικόπεδο, εμβαδού 707,05 τ.μ., που βρίσκεται στο Ρέθυμνο, στη συνοικία "Α.

Ν. Κ.", στη γωνία των οδών Σ. (…)αρ. …και Σ., συνορεύει δε με ιδιοκτησίες Α. Μ. και της δεύτερης αρχικώς εναγομένης "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνου" (Ε.Α.Σ.Ρ.), συνταγέντος σχετικώς του υπ' αριθ. 204/1929 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Θεμιστοκλέους Σιραμβού, που νόμιμα μεταγράφηκε. Η ως άνω Μ. Γ.

απεβίωσε στις 25 Ιουλίου 1976 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους - τέκνα της Ι. Γ. του Ανδρέα, σύζυγο και πατέρα της πρώτης και του δεύτερου των εναγόντων, αντίστοιχα, και Β. σύζ. Κ. Α. το γένος Α. Γ., τρίτη ενάγουσα, που κατέστησαν εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα μέρη συγκύριοι επί του ως άνω ακινήτου.

Ο Ι. Γ. αποδέχθηκε την σε αυτόν επαχθείσα κληρονομιά με την υπ' αριθ. 2983/11.05.1981 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ρέθυμνου Ι. Σαρμάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο οικείο Υποθηκοφυλακείο στον τόμο 286 υπ' α. α. μεταγραφής 85047, ενώ η τρίτη ενάγουσα Β. Α., ήδη δικαιοπάροχος του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, αποδέχθηκε τη σε αυτή επαχθείσα κληρονομιά με την υπ' αριθ. 18928/23.02.2009 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γεωργίου Λουκάκη, που καταχωρήθηκε νομίμως στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνης με αριθμό καταχώρισης 631/04.03.2009.

Μετά το θάνατο του Ι. Γ. στις 14 Μαΐου 2003, το ανήκον σε αυτόν ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω οικοπέδου περιήλθε δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και σύμφωνα με την υπ' αριθ. 7109/1988 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι. Σαρμάνη, στην πρώτη ενάγουσα σύζυγό του, ήδη δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσείοντος, κατ' επικαρπία, και στο δεύτερο ενάγοντα γιο του, ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, κατά ψιλή κυριότητα, οι οποίοι αποδέχθηκαν τη σε αυτούς επαχθείσα κληρονομιά με την υπ' αριθ. 4591/18.07.2007 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθήνας Άννας Αργυριάδου - Σκουτέρη, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Το ακίνητο καταχωρήθηκε στον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και έλαβε ΚΑΕΚ 411110202009/0/0. Εντός αυτού είχαν κατασκευαστεί α) στο βόρειο-ανατολικό τμήμα αυτού, επί της πλευράς του που συνορεύει με την ..., μία ισόγεια οικία εμβαδού 66,17 τ.μ. και ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 45,65 τ.μ. και επί της πλευράς του που συνορεύει με την ...

ένα ισόγειο λουτρό, εμβαδού 3,05 τ.μ., ήτοι κτίσματα συνολικού εμβαδού 114,87 τ.μ. και β) στο νότιο-δυτικό τμήμα αυτού μία ισόγεια οικία εμβαδού 64,90 τ.μ.. Η απώτατη δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ. Γ. ήδη από την αγορά του ακινήτου και μέχρι το θάνατό της νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου, προβαίνοντας στην κατασκευή επ' αυτού ισόγειου δωματίου, λαβούσα μάλιστα σχετικώς και την υπ' αριθ.

πρωτ. 801 και υπ' αριθ. 36/20.05.1957 άδεια "κατασκευής πλακός επικαλύψεως ισογείου δωματίου", κατοικώντας σε αυτό, κάνοντας χρήση του ισόγειου καταστήματος ή εκμισθώνοντάς το σε τρίτους και καλλιεργώντας κηπευτικά είδη. Με τον ίδιο τρόπο νέμονταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου ο Ι. Γ. και η Β. Α. μετά το θάνατο της μητέρας τους, κάνοντας χρήση ο μεν πρώτος του δυτικού τμήματος του ακινήτου και η δεύτερη του ανατολικού, με τα εκεί υπάρχοντα κτίσματα, στη συνέχεια δε η πρώτη και ο δεύτερος των εναγόντων, διαδεχόμενοι στη νομή το σύζυγο και πατέρα τους αντίστοιχα, εξακολούθησαν να νέμονται και αυτοί το ακίνητο, προβαίνοντας επιπλέον στη δήλωσή του στον ΟΚΧΕ και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. (έντυπο Ε9), καταβάλλοντας τα τέλη και τους λογαριασμούς των οργανισμών κοινής ωφέλειας.

Συνεπώς, οι τρεις ενάγοντες απέκτησαν τα ως άνω εμπράγματα δικαιώματά τους επί του ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) όσο και με πρωτότυπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και αυτόν των δικαιοπαρόχων τους. Αποδείχθηκε ακολούθως ότι με το από 01 Μαρτίου 1948 βασιλικό διάταγμα "περί αναθεωρήσεως του πολεοδομικού σχεδίου Ρεθύμνης", που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 62/09.03.1948 (τεύχος Α') εγκρίθηκε η αναθεώρηση του πολεοδομικού σχεδίου Ρεθύμνης για την περιοχή της πόλης, στην οποία βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, η οποία όμως παρέμεινε σε εκκρεμότητα επί δεκαετίες.

Ακολούθησε το από 26 Αυγούστου 1986 προεδρικό διάταγμα "έγκριση της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής Α. Ν. Κ. του Δήμου Ρεθύμνου και αναθεώρηση σχεδίου με συνεχόμενη περιοχή αυτού", που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 912/02.10.1986 (τεύχος Δ'), μετά το οποίο συντάχθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου η υπ' …πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού ακινήτων και το συνοδεύον αυτή από 12.12.1996 κτηματολογικό διάγραμμα, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ.

πρωτ. οικ2636/03.06.1997 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνης, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο 768 με α.α. 132473. Σύμφωνα με το κτηματολογικό διάγραμμα, το ως άνω ακίνητο των εναγόντων, ενταχθέν στο υπ' αριθ. 146 οικοδομικό τετράγωνο, εμφανίζεται διαιρεθέν σε δύο αυτοτελή οικοπεδικά τμήματα και συγκεκριμένα α) την αριθ. 08 ιδιοκτησία, που καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα του ενιαίου ακινήτου, με φερόμενο ιδιοκτήτη τη Β.

Α. (προφανώς την τρίτη ενάγουσα Β. Α.), εμβαδού 353,49 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με την ..., νότια με την ιδιοκτησία 07, ανατολικά με την ... και δυτικά με την ιδιοκτησία 11 και στο οποίο υπάρχει κτίσμα (τα προαναφερθέντα οικία και κατάστημα) και β) την υπ' αριθ. 11 ιδιοκτησία, που καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του ενιαίου ακινήτου, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Ι.

Γ. (δικαιοπάροχο της πρώτης και του δεύτερου των εναγόντων), με εμβαδό 353,56 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με την ..., νότια εν μέρει με την ιδιοκτησία 01 (με φερόμενο ιδιοκτήτη τη δεύτερη αρχικώς εναγομένη Ε.Α.Σ.Ρ.) και εν μέρει με την ιδιοκτησία 07, ανατολικά με την ιδιοκτησία 08 και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με την ιδιοκτησία 01 και στο οποίο υπάρχει κτίσμα (η προαναφερθείσα οικία εμβαδού 64,90 τ.μ.).

Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 5/1996 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού, για τη διάνοιξη του δρόμου ανατολικά του Ο.Τ. 146, η ιδιοκτησία 11 αποζημιώνεται για τμήμα εμβαδού 9,48 τ.μ. από την ιδιοκτησία 01 και για τμήμα εμβαδού 2,48 τ.μ. από την ιδιοκτησία 07 και για την κατασκευή πλατείας βόρεια του Ο.Τ. 146, η ιδιοκτησία 11 αποζημιώνεται για τμήμα εμβαδού 1,46 τ.μ.

και για τμήμα εμβαδού 23,98 τ.μ. από την ιδιοκτησία 08, για τμήμα 30,96 τ.μ. από την ιδιοκτησία 01 και για τμήμα 16,46 τ.μ. από την ιδιοκτησία 07. Στη συνέχεια η δεύτερη αρχικώς εναγομένη Ε.Α.Σ.Ρ. άσκησε ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου αίτηση για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα ρυμοτομούμενα και προσκυρούμενα ακίνητα.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως παρενέβη ο Α. Γ., ήδη 2ος εκκαλών - ενάγων, ο οποίος δήλωσε τη συνέχιση της δίκης στη θέση του θανόντος πατέρα του Ι. Γ., που φερόταν ιδιοκτήτης της ιδιοκτησίας 11, ταυτόχρονα δε άσκησε ανταίτηση, ζητώντας να καθορισθεί για το ρυμοτομούμενο ακίνητό του προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης μεγαλύτερη από αυτή που ζητούσε η τότε αιτούσα.

Επί της αιτήσεως και της ανταιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 127/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2003, σύμφωνα με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα τότε επίδικα ακίνητα σε 315,21 ευρώ ανά τ.μ., ειδικώς όμως για την ιδιοκτησία 11 σε 450 ευρώ ανά τ.μ..

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μεταξύ της αρχικώς δεύτερης εναγομένης Ε.Α.Σ.Ρ., ήδη δικαιοπάροχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, και της τρίτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας "Κ. Μ. Α..Ε.." υπεγράφη το από 30 Απριλίου 2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, σύμφωνα με το οποίο η Ε.Α.Σ.Ρ. εκμίσθωνε ισόγειο κατάστημα σε μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή στο οικόπεδο ιδιοκτησίας της (ιδιοκτησία 01), προκειμένου η μισθώτρια να το χρησιμοποιεί ως μικτό κατάστημα τροφίμων ή υπεραγορά, ενώ μέρος του μισθίου θα ήταν και οι απαραίτητοι για τη συμφωνημένη χρήση κοινόχρηστοι χώροι του οικοπέδου.

Ωστόσο, με την από 03.07.2003 αίτησή του ο δεύτερος εκκαλών - ενάγων είχε διατυπώσει προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου - εφεσιβλήτου τις αντιρρήσεις του σχετικά με την ορθότητα της πράξης τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού τόσο ως προς την έκταση της ρυμοτομούμενης έκτασης του ακινήτου του όσο και ως προς την ύπαρξη επ' αυτού επικειμένων (δέντρων και οικίας), που δεν εμφανίζονταν στα σχετικά έγγραφα της απαλλοτρίωσης.

Συνεπεία της εκκρεμότητας αυτής οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν προέβαιναν στην έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας, μέχρι να διορθωθεί η υπ' αριθ. 5/1996 πράξη, να αποζημιωθούν οι ιδιοκτήτες και να γίνει διάνοιξη των δρόμων, ώστε να τακτοποιηθούν οριστικά οι παρακείμενες ιδιοκτησίες. Έτσι, με το υπ' αριθ.

πρωτ. 4727/28.05.2004 έγγραφό του ο πρώτος εναγόμενος Δήμος Ρεθύμνου ενημέρωσε για τις σχετικές δυσκολίες την "Κοινοπραξία Εργοδομή Α.Ε. - Τεχνοδομή Α.Ε.", που ως ανάδοχος είχε αναλάβει την ανέγερση της οικοδομής της δεύτερης αρχικώς εναγομένης Ε.Α.Σ.Ρ., επισημαίνοντας ωστόσο τα εξής: "[...] επειδή αντιλαμβανόμαστε τους χρονικούς περιορισμούς που ενδεχομένως να έχει η Ένωση, θα μπορούσε να χορηγηθεί η άδεια με την προϋπόθεση οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες να συμφωνήσουν με δήλωσή τους για τη χορήγηση της άδειας, ύστερα από τις διαβεβαιώσεις σας για τα συμφέροντά τους".

Έτσι, στις 20 Μαΐου 2004 η δεύτερη αρχικώς εναγομένη Ε.Α.Σ.Ρ. προέβη στην παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Ρεθύμνης της καθορισθείσας με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου προσωρινής αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και η ιδιοκτησία 11, που ανερχόταν συνολικά σε ποσό 181.380,39 ευρώ, προκειμένου να καταβληθεί στη συνέχεια στους νομίμως αναγνωριζόμενους ιδιοκτήτες, η δε γνωστοποίηση της παρακατάθεσης έγινε με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 506/15.06.2004 ΦΕΚ (τεύχος Δ'), ενώ ταυτόχρονα απέστειλε στο Τμήμα Οικοδομικών Αδειών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης το υπ' αριθ.

πρωτ. 421/01.06.2004 έγγραφό της, στο οποίο, αφού επεσήμαινε ότι τα τυχόν σφάλματα στην υπ' αριθ. 5/1996 πράξη τακτοποίησης δεν επηρεάζουν το σχήμα και το εμβαδόν του οικοπέδου της και ότι (όπως άλλωστε ήταν αυτονόητο) θα κατέβαλε τη βαρύνουσα την ίδια αποζημίωση των θιγόμενων παρακείμενων ιδιοκτητών μετά τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης, ζητούσε τη χορήγηση της οικοδομικής άδειας.

Προς το σκοπό αυτό ήρθε σε επικοινωνία με τους ενάγοντες και στις 14 Σεπτεμβρίου 2004 υπέγραψαν το κάτωθι ιδιωτικό συμφωνητικό (κατά λέξη αντιγραφόμενο): "Στο Ρέθυμνο σήμερα 14-9-2004 οι κάτωθι αναφερόμενοι αφενός οι α) Α. Γ. του Ι. και β) η Β. Α. και ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι η Α. Γ. και ο Α. Α. και αφετέρου η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται, συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν τα παρακάτω:

Οι παραπάνω είναι συγκύριοι μίας ισόγειας κατοικίας, η οποία βρίσκεται στην πόλη της Ρεθύμνης, σε οικοπεδικό τμήμα ιδιοκτησίας τους, το οποίο ρυμοτομείται εξ ολοκλήρου δυνάμει της με αριθμό 5/1996 πράξεως αναλογισμού του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Ρεθύμνης, για την οποία έχει ζητηθεί νομίμως η συμπλήρωσή της, επειδή έχει παραληφθεί το παραπάνω κτίσμα.

Σήμερα οι αφενός συμβαλλόμενοι εκχωρούν και μεταβιβάζουν αμετάκλητα την ως άνω απαίτησή τους για αποζημίωση του κτίσματος χωρίς την αξία της γης, από το Δήμο Ρεθύμνης, ο οποίος είναι αρμόδιος για την αποζημίωση των επικειμένων, στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται, ώστε αυτή να αντικατασταθεί στα δικαιώματά τους όσον αφορά στην αποζημίωση του ως άνω αναφερόμενου κτίσματος και να αποκτήσει την εξουσία εισπράξεως της εκχωρούμενης απαίτησης στο όνομά της.

Οι αφενός συμβαλλόμενοι α) Α. Γ. του Ι. και β) η Β. Α. και ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι η Α. Γ. και ο Α. Α. δίδουν αμετάκλητη εντολή στο Δήμο Ρεθύμνης και στα αρμόδια όργανά του να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό αποφασίσει ο Δήμος να δώσει ως αποζημίωση του κτίσματός τους στην αφετέρου συμβαλλόμενη Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, την οποία εξουσιοδοτούν από σήμερα να υπογράφει και οποιαδήποτε εξοφλητική απόδειξη απαιτηθεί.

Επίσης, οι αφενός συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να παραλείψουν κάθε τι που θα μπορούσε να δυσκολέψει ή να κάνει αδύνατη την ικανοποίηση της αφετέρου συμβαλλόμενης. Ρητά δε δηλώνουν ότι κανένας άλλος εκτός από αυτούς δεν έχει ούτε διεκδικεί δικαιώματα επί του ως άνω κτίσματος". Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής την ίδια ημέρα οι ίδιοι συμβαλλόμενοι υπέγραψαν και άλλο έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο "[...] η δεύτερη των συμβαλλομένων παρέδωσε στους αφενός συμβαλλόμενους τη με ημερομηνία 14-9-2004 τραπεζική επιταγή της τράπεζας ALPHA BANK, με αριθμό…, πληρωτέα από το με αριθμό [...] λογαριασμό της, ποσού 58.694,06 ευρώ.

Η επιταγή αυτή δόθηκε με την απαράβατη προϋπόθεση ότι το κτίσμα ιδιοκτησίας των αφενός συμβαλλομένων, το οποίο ρυμοτομείται από τη με αριθμό 5/1996 πράξη αναλογισμού, από τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος και της παράδοσης της επιταγής είναι στη διάθεση του Δήμου και της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης, προκειμένου να κατεδαφιστεί άμεσα.

Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν κατεδαφιστεί η ως άνω οικία έως την 15-9-2004, η ως άνω επιταγή επιστρέφεται, απαγορεύεται να σφραγιστεί και αν έχει εισπραχθεί, κάθε ποσό αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν". Μετά από αυτά, στις 16 Σεπτεμβρίου 2004 συνεργεία του πρώτου εναγομένου Δήμου Ρεθύμνου, αφού είχε προηγηθεί το υπ' αριθ.

πρωτ. 10508/16.08.2004 έγγραφο προς τους "κληρονόμους Γ.", με το οποίο τους ζητούσε "την εκκένωση της ιδιοκτησίας" τους, προκειμένου "να προχωρήσει ο Δήμος στην κατεδάφισή της" για τη διάνοιξη του δρόμου ανατολικά του Ο.Τ. 146, εισήλθαν στη φέρουσα κατά τη ρυμοτόμηση αριθμό 11 ιδιοκτησία των εναγόντων, κατεδάφισαν την περίφραξη και την ισόγεια οικία, εκρίζωσαν τα υπάρχοντα δέντρα και ισοπέδωσαν την έκταση, την οποία στη συνέχεια ο Δήμος παρέδωσε εν τοις πράγμασι στη δεύτερη αρχικώς εναγομένη Ε.Α.Σ.Ρ., ώστε να αρχίσει την ανοικοδόμηση του κτιρίου, τη χρήση του οποίου στη συνέχεια παρέδωσε στην τρίτη εναγομένη μισθώτριά του.

Έκτοτε η έκταση των 353,56 τ.μ. χρησιμοποιείται ως πρόσβαση για την εξυπηρέτηση των εισόδων και εξόδων του κτιρίου της δεύτερης αρχικώς εναγομένης καθώς και ως χώρος στάθμευσης οχημάτων. Αργότερα και δη στις 18 Μαΐου 2005 ο Νομάρχης Ρεθύμνου με την υπ' αριθ. πρωτ. Δ.Π. 3012/18.05.2005 απόφασή του ανακάλεσε μερικώς την υπ' αριθ. 2636/03.06.1997 απόφασή του, που είχε κυρώσει την υπ' αριθ. 5/1996 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού για το επίδικο υπ' αριθ. 146 Ο.Τ., προκειμένου αυτή να ανασυνταχθεί ως προς τις ιδιοκτησίες 07, 08 και 11, πλην όμως έκτοτε ουδεμία νέα πράξη έχει συνταχθεί.

Όπως προεκτέθηκε, με την αγωγή τους ζητούν οι ενάγοντες την αναγνώριση των εμπράγματων δικαιωμάτων τους επί του (ενιαίου) ακινήτου τους, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην αμφισβήτησή τους εκ μέρους των εναγομένων. Πράγματι ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων - εφεσιβλήτων, βασιζόμενοι στην εσφαλμένη αποτύπωση των κτηματολογικών στοιχείων και του διαγράμματος, που εμφανίζουν την ιδιοκτησία των εναγόντων διαιρεμένη σε δύο τμήματα, αμφισβητούν την ύπαρξη των δικαιωμάτων τους εφ' όλου του ακινήτου, υποστηρίζοντας ότι το μεν ανατολικό τμήμα αυτού (ιδιοκτησία 08) ανήκει κατά κυριότητα στην τρίτη ενάγουσα - εκκαλούσα, το δε δυτικό τμήμα αυτού (ιδιοκτησία 11), που καταλήφθηκε, ανήκει κατά κυριότητα στο δεύτερο ενάγοντα - εκκαλούντα.

Πλην όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι ενάγοντες απέκτησαν εμπράγματα δικαιώματα (επικαρπία, ψιλή κυριότητα και κυριότητα) σε εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί του ακινήτου τους, εμβαδού 707,50 τ.μ., με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ενώ ουδέποτε έλαβε χώρα νόμιμη κατάτμηση του ακινήτου...... και στο προαναφερθέν από 14.09.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβλήθηκαν και οι τρεις ενάγοντες υπό την ιδιότητά τους ως "συγκύριοι μίας ισόγειας κατοικίας, η οποία βρίσκεται στην πόλη της Ρεθύμνης, σε οικοπεδικό τμήμα ιδιοκτησίας τους" και όχι μόνον ο δεύτερος ενάγων.

Συνεπώς, ενόψει της αμφισβήτησης των δύο πρώτων εναγομένων, οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωρισθούν τα εμπράγματα δικαιώματά τους επί του ακινήτου τους. Οι δύο πρώτοι εκκαλούντες [εννοείται εφεσίβλητοι] αβασίμως προτείνουν κατ' ένσταση κατά της αναγνωριστικής αγωγής των εναγόντων τον ισχυρισμό ότι το καταληφθέν μέρος του ακινήτου τους κατέστη κοινόχρηστο, καθώς εγκαταλήφθηκε από αυτούς εκουσίως και περιήλθε ελεύθερο στην κοινή χρήση.

Και τούτο διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, όπως απαιτείται προκειμένου ένα ακίνητο να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου, ...., ότι οι ενάγοντες συναίνεσαν - ρητώς ή έστω εμμέσως - στη μετάθεση της κυριότητας του ακινήτου τους υπέρ του Δήμου Ρεθύμνου. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ενήργησαν προκειμένου να διευκολυνθεί η Ε.Α.Σ.Ρ., ώστε να της χορηγηθεί η άδεια ανοικοδόμησης του ακινήτου της, μετά την εμπλοκή που είχε προκληθεί από την προβολή εκ μέρους τους αντιρρήσεων και την αδυναμία έγκαιρης ολοκλήρωσης της διαδικασίας απαλλοτρίωσης.

Οι ενάγοντες - εκκαλούντες ουδέποτε αποποιήθηκαν των δικαιωμάτων τους που απέρρεαν από την ιδιοκτησία τους. Αντιθέτως, στις 30 Αυγούστου 2005 ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόντων κατέθεσαν ενστάσεις ενώπιον της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Κρήτης, με τις οποίες προέβαλαν τους ισχυρισμούς τους για την ανασύνταξη της μερικώς ανακληθείσας πράξης τακτοποίησης, τα έτη 2007 και 2009 προέβησαν στην αποδοχή της σε αυτούς επαχθείσας κληρονομιάς, όπως προαναφέρθηκε, ο δε δεύτερος ενάγων δήλωνε το δικαίωμά, του επί του ακινήτου στις δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9) των ετών 2005 και 2008.

Συνεπώς, παρόλο που πράγματι το επίδικο τμήμα του ακινήτου των εναγόντων ήδη από το Σεπτέμβριο του 2004 τέθηκε εν τοις πράγμασι σε κοινή χρήση, αυτό δεν έπαψε να είναι ιδιωτική τους περιουσία, καθώς η κοινοχρησία αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα αντίστοιχης βούλησής τους, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των δύο πρώτων εφεσιβλήτων.

Για τους ίδιους λόγους απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων - εκκαλούντων ένσταση των εφεσιβλήτων, όπως αυτή διατυπώνεται στις προτάσεις τους, δοθέντος ότι καμία συμπεριφορά των εναγόντων δεν αποδείχθηκε, από την οποία να δημιουργήθηκε βασίμως και ευλόγως στους εφεσίβλητους η πεποίθηση ότι δεν προτίθεντο να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, όπως για την κατάφαση του άρθρου 281 ΑΚ απαιτείται,.....

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της σχετικά με το αίτημα αναγνώρισης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των εναγόντων επί του ανατολικού τμήματος των 353,94 τ.μ., που δεν έχει καταληφθεί, στη συνέχεια δε απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα αναγνώρισης επί του δυτικού και καταληφθέντος τμήματος των 353,56 τ.μ., έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και έτσι οι πρώτος, δεύτερος, έκτος και έβδομος λόγος της έφεσης των εκκαλούντων, που όλοι βάλλουν κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης περί της ύπαρξης διαιρετών ιδιοκτησιών και κατά της απόρριψης του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες - εκκαλούντες ζητούν από τη δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη την απόδοση του καταληφθέντος τμήματος του ακινήτου τους, εμβαδού 353,56 τ.μ., επικαλούμενοι α) τη μη συντέλεση της επ' αυτού απαλλοτρίωσης λόγω της μη καταβολής πλήρους αποζημίωσης, β) την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης λόγω της παρόδου ενάμισυ έτους από το δικαστικό καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης χωρίς να έχουν αποζημιωθεί πλήρως για το ακίνητό τους και τα επικείμενα αυτού και γ) (επικουρικώς) την απόφαση του Νομάρχη, με την οποία ανακλήθηκε εν μέρει η πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού για το ακίνητό τους.

Επ' αυτών λεκτέα είναι τα εξής: Στις 16 Σεπτεμβρίου 2004, οπότε συνεργεία του πρώτου εναγομένου Δήμου Ρεθύμνου κατέλαβαν και ισοπέδωσαν το δυτικό τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, που στην πράξη τακτοποίησης και το κτηματολογικό διάγραμμα εμφανιζόταν ως ιδιοκτησία 11, δεν είχε συντελεστεί η απαλλοτρίωσή του, καθώς δεν είχε καταβληθεί πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή είχε οριστεί προσωρινώς με την υπ' αριθ. 127/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου.

Και τούτο διότι αποζημίωση είχε καταβάλει (παρακαταθέτοντας αυτή) μόνο η δεύτερη αρχικώς εναγομένη Ε.Α.Σ.Ρ., όχι όμως και οι επίσης υπόχρεοι ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών 07 και 08, τμηματική δε συντέλεση της απαλλοτρίωσης δεν νοείται και δεν μπορεί να λάβει χώρα,... Η μη καταβολή αποζημίωσης για τα τυχόν υπάρχοντα δέντρα, για την περίφραξη καθώς και για την απομείωση της αξίας του απομένοντος ανατολικού τμήματος του ακινήτου τους δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, καθώς για αυτά δεν καθορίστηκε προσωρινώς ή οριστικώς τιμή μονάδας αποζημίωσης και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη καταβολή της.

Ομοίως, δεν ενδιαφέρει και το δικαίωμα αποζημίωσης των εναγόντων για την κατεδαφισθείσα ισόγεια οικία τους, καθώς αυτό το εκχώρησαν στην Ε.Α.Σ.Ρ., όπως ήδη αναφέρθηκε, με τον τρόπο δε αυτό μεταβλήθηκε το πρόσωπο του δανειστή και επήλθε ειδική διαδοχή. Μάλιστα, αν και η τελευταία τους κατέβαλε κατόπιν συμφωνίας τους αποζημίωση ύψους 58.694,06 ευρώ, ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημίωσης για το κτίσμα Δήμος Ρεθύμνου καθόρισε εξωδίκως την αποζημίωση σε ποσό 45.490 ευρώ, το οποίο λόγω της εκχώρησης αποφάσισε να αποδοθεί στην Ε.Α.Σ.Ρ. (βλ.

τις υπ' αριθ. 653/27.09.2004 και 915/20.12.2004 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Ρεθύμνης)..... Περαιτέρω, η υπόλοιπη αποζημίωση των εναγόντων (από τις ιδιοκτησίες 07 και 08) δεν αποδείχθηκε ότι τους καταβλήθηκε ποτέ και συνεπώς στις 20 Ιουνίου 2005, ήτοι μετά πάροδο δέκα οκτώ μηνών από τις 19 Δεκεμβρίου 2003, οπότε δημοσιεύθηκε η απόφαση για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, η απαλλοτρίωση του ακινήτου τους ήρθη αυτοδικαίως και αυτοί νομιμοποιούνται κατ' αρχήν να ασκήσουν όλα τα εκ της κυριότητάς τους δικαιώματα κατά αυτών που το κατέχουν, της άρσης ελεγχόμενης παραδεκτώς και από το παρόν Δικαστήριο, υπό το πρίσμα των οριζόμενων στο άρθρο 2 ΚΠολΔ, ....

Η μεταγενέστερη έκδοση της απόφασης του Νομάρχη, με την οποία ανακαλείται εν μέρει η πράξη τακτοποίησης δεν έχει έννομη επιρροή, καθώς η απαλλοτρίωση δεν επιβλήθηκε με την ανακαλούμενη πράξη τακτοποίησης, αλλά με το εκδοθέν προγενεστέρως προεδρικό διάταγμα και έτσι η ανάκληση της πράξης αναλογισμού δεν συνεπάγεται την ανάκληση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης,....

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η δεύτερη αρχικώς εναγομένη Ε.Α.Σ.Ρ. και ήδη ο διάδοχος αυτής δεύτερος εφεσίβλητος "Αγροτικός Συνεταιρισμός Ρεθύμνης" νομίμως και βασίμως αντιτάσσει κατά των εναγόντων - εκκαλούντων δικαίωμα κατοχής του ακινήτου τους (άρθρο 1095 ΑΚ), στηριζόμενο στη μεταξύ τους καταρτισθείσα στις 14 Σεπτεμβρίου 2004 συμφωνία.

Σε αυτό αντιτείνουν οι ενάγοντες - εκκαλούντες (τέταρτος λόγος της έφεσής τους) ότι η εν λόγω συμφωνία αφορούσε μόνο την κατεδάφιση της οικίας τους και όχι την εκχέρσωση και κατάληψη του αύλειου χώρου. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός ουδόλως προκύπτει από το υπογραφέν ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ειδικώς γίνεται λόγος για το δικαίωμα αποζημίωσης επί του οικοπέδου, σε κάθε δε περίπτωση ελέγχεται και με τη λογική ως αβάσιμος, καθώς αυτή μόνη η κατεδάφιση της ισόγειας οικίας δεν έδινε λύση στο πρόβλημα της Ε.Α.Σ.Ρ.

για τη χορήγηση άδειας ανοικοδόμησης στο ακίνητό της και για την ελεύθερη πρόσβαση σε αυτό.

Συνεπώς, γενομένης δεκτής της κατ' άρθρο 1095 ΑΚ προβληθείσας από τη δεύτερη εφεσίβλητη ένστασης, το περί απόδοσης της νομής καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής είναι απορριπτέο, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του τέταρτου λόγου της κρινόμενης εφέσεως. Επίσης, κατά τα προαναφερθέντα, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη κατέλαβε τη νομή του ακινήτου των εναγόντων χωρίς στο πρόσωπό της να συντρέχει υπαιτιότητα, καθώς δεν απέβαλε τους ενάγοντες από τη νομή του χωρίς τη θέλησή τους, αλλά με τη ρητή συναίνεσή τους.

Συνεπώς, μη πληρουμένης της αναγκαίας προϋπόθεσης της άδικης και παράνομης πράξης σε βάρος των εναγόντων, δεν θεμελειώνεται αδικοπρακτική κατ' άρθρα 914 επ. ΑΚ σε βάρος των τελευταίων συμπεριφορά (...), ώστε αυτοί δεν δικαιούνται ούτε και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Συνεπώς και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την απόφασή του σιωπηρώς απέρριψε το αίτημά τους αυτό, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την αίτηση αναίρεσης μέρος, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, από το άρθρο 1095 ΑΚ, με την έννοια της χρήσης αυτού, ως τεθέν από τον πρώτο αναιρεσείοντα και τους δικαιοπαρόχους των λοιπών αναιρεσειόντων, εν τοις πράγμασι σε κοινοχρησία, με διατήρηση της κυριότητας των εναγόντων και στο τμήμα των 353,56, που αποτελεί μέρος του όλου, των 707,50 τ.μ., κυριότητάς τους, ακινήτου, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα απόδοσης από την δεύτερη αναιρεσίβλητη του ακινήτου των 353,56 τ.μ., και, λόγω έλλειψης υπαίτιας και παράνομης πράξης, το αίτημα αναγνώρισης οφειλής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, απέρριψε, κατά τα ως άνω κεφάλαια, την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως τα ως άνω αιτήματα.

Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές το Εφετείο έκρινε, μεταξύ άλλων, και σε σχέση με την αίτηση αναίρεσης: 1) Ότι οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες είναι κύριοι του αναφερόμενου παραπάνω ακινήτου έκτασης 707,05 τ.μ., το δυτικό τμήμα του οποίου, φέρον αρ. ιδιοκτησίας 11, έκτασης 353,56 τ.μ., σύμφωνα με το από 12-12-1996 κτηματολογικό διάγραμμα, που συνοδεύει τη με αριθμ. 5/1996 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού ακινήτων, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο Υπάλληλο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου, μετά το από 16 Αυγούστου 1986 προεδρικό διάταγμα "έγκριση της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής του Α.

Ν. Κ. του Δήμου Ρεθύμνου ....", ρυμοτομείται για τη διάνοιξη του δρόμου ανατολικά του ο.τ. 146, και ότι η πράξη αυτή ανακλήθηκε ως προς την επίδικη -11- ιδιοκτησία, -7- (τρίτη ιδιοκτησία) -8- (τμήμα της όλης ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων), προκειμένου να ανασυνταχθεί. 2) Ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχεται ότι η παραπάνω έκταση τέθηκε, τον Σεπτέμβριο 2004, από τους ενάγοντες εν τοις πράγμασι σε κοινοχρησία προς διάνοιξη οδού, με ρητή διατήρηση από τους ενάγοντες της κυριότητας αυτών, με αποψίλωση αυτής από το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τα από 14-09-2004 ιδιωτικά συμφωνητικά, σε συνδυασμό με τη σχετική συναίνεση και τη συμπεριφορά των εναγόντων, κατόπιν του ως άνω από 16-08-2004 εγγράφου του Δήμου, προς εκκένωση της ιδιοκτησίας, κατεδάφιση της ιδιοκτησίας για τη διάνοιξη του δρόμου ανατολικά του Ο.Τ. 146, της παρακατάθεσης από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, στις 20-05-2004, στο Ταμείο Παρακαταθηκών (ΦΕΚ 506/15-06-2004 τεύχος Δ) του ποσού της καθορισθείσας προσωρινής τιμής μονάδας ως αποζημίωσης που επιβάρυνε την ιδιοκτησία της, προς καταβολή στους ιδιοκτήτες της αρ. 11 ιδιοκτήτες, που θα αναγνωριστούν, και της είσπραξης από τους ενάγοντες της αποζημίωσης, για το επικείμενο στο ανωτέρω ρυμοτομούμενο τμήμα κτίσματος, από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, στην οποία εκχώρησαν τη σχετική απαίτηση κατά του Δήμου Ρεθύμνου. 3) Ότι στις 16 Σεπτεμβρίου 2004 συνεργεία του Δήμου Ρεθύμνου, αφού είχε προηγηθεί το υπ' αριθ.

πρωτ. 10508/16-08-2004 έγγραφο προς τους "κληρονόμους Γ.", με το οποίο τους ζητούσε "την εκκένωση της ιδιοκτησίας" τους, προκειμένου "να προχωρήσει ο Δήμος στην κατεδάφισή της" για τη διάνοιξη του δρόμου ανατολικά του Ο.Τ. 146, και πριν τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, εισήλθαν στη φέρουσα, κατά τη ρυμοτόμηση, αριθμό 11 ιδιοκτησία κυριότητας των εναγόντων, εμβαδού 353,56 τ.μ., κατεδάφισαν την περίφραξη και την ισόγεια οικία, εκρίζωσαν τα υπάρχοντα δέντρα και ισοπέδωσαν την έκταση. 5) Ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε το επίδικο τμήμα ως τεθέν εν τοις πράγμασι σε κοινοχρησία προς διάνοιξη οδού. 6) Ότι στις 20-09-2005 ήρθη αυτοδικαίως η επιβληθείσα ρυμοτομική απαλλοτρίωση στο ανωτέρω επίδικο τμήμα, λόγω μη καταβολής μέσα σε ενάμισυ έτος από τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας της αποζημίωσης από τις ιδιοκτησίες 7 (ιδιοκτησία τρίτου) και 8 (ιδιοκτησίας αναιρεσειόντων - εναγόντων), ότι στις 30-08-2005 οι ενάγοντες κατέθεσαν, στη Δ/νση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Κρήτης, ενστάσεις με τους ισχυρισμούς τους για την ανασύνταξη της μερικώς ανακληθείσας πράξης τακτοποίησης, πλην όμως ουδέν έλαβε χώρα. 6) Ότι το αίτημα απόδοσης του επίδικου τμήματος, κατά την εμπεριεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή, αποκρούεται ως αβάσιμο από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως μη ευρισκόμενη στη νομή και κατοχή αυτού αλλά, ως συγχρήστη εν τοις πράγμασι κοινού πράγματος (τμήματος οδού), που θεμελιούται στο δικαίωμα της προσωπικότητας, επί του οποίου τμήματος του όλου ακινήτου η κυριότητα διατηρείται υπέρ του πρώτου αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, αποψιλωμένη από το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης αυτού, ήτοι με την παραδοχή της ένστασης του γενικού δόλου (άρθρ. 281 ΑΚ), κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό, και όχι με την ένσταση του άρθρου 1095 Α.Κ., και το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης είναι αβάσιμο, λόγω έλλειψης υπαιτιότητας στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, και, ειδικότερα, λόγω χρήσης αυτού, με βάση το ιδιόρρυθμο δικαίωμα χρήσης του τεθέντος από τον πρώτο αναιρεσείοντα και τους δικαιοπαρόχους των λοιπών αναιρεσειόντων εν τοις πράγμασι σε κοινοχρησία κοινού πράγματος, διάνοιξης οδού.

[2] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, 1) ως προς την απόρριψη του αιτήματος απόδοσης του επίδικου τμήματος ακινήτου κυριότητας των αναιρεσειόντων, έκτασης 353,56 τ..μ. ορθά, κατά αποτέλεσμα, κατέληξε με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 (με τη μορφή της ένστασης γενικού δόλου), που, παραδεκτά και νόμιμα, προβλήθηκε από την δεύτερη αναιρεσίβλητη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε, ως εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και όχι την ένσταση του άρθρου 1095 ΑΚ που εξέλαβε, κατά εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των προταθέντων πραγματικών περιστατικών το Εφετείο, και αντικαθίσταται, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, με την παρούσα απόφαση, και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1094, 914, 932 Α.Κ., 17 παρ. 1 Σ.

και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, διότι τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή οι ενάγοντες με τα από 14-09-2014 ιδιωτικά συμφωνητικά σε συνδυασμό με τη συναίνεση, τη συμπεριφορά τους, το από 16-08-2004 έγγραφο του Δήμου, την είσπραξη της αποζημίωσης για το επικείμενο κτίσμα, έθεσαν εν τοις πράγμασι σε κοινοχρησία το επίδικο τμήμα του ακινήτου τους, προς διάνοιξη οδού, με ρητή διατήρηση της κυριότητάς τους επ' αυτού, και επιφυλασσόμενοι της πλήρους αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, με κυριότητα αποψιλωμένη από την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση αυτού, με αποτέλεσμα να θεμελιώνουν το παραπάνω καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, να αποκρούσει η δεύτερη αναιρεσίβλητη το παραπάνω αίτημα απόδοσης του ακινήτου, επειδή, κατά το νοηματικό περιεχόμενο των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών, δεν ενέμετο ούτε κατείχε αυτό, αλλά χρησιμοποίησε αυτό με την παραπάνω ιδιότητα αυτού, ενέργεια που δεν έρχεται σε αντίθεση με άρθρ. 17 παρ. 1 Σ.

και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, διότι ο παραπάνω περιορισμός της κυριότητας είναι αποτέλεσμα της οικείας βούλησης των κυρίων του και 2) απόρριψης της αναγνώρισης οφειλής χρηματικής ικανοποίησης, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, διότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων.

Παράλληλα, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και όπως, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, αντικαταστάθηκε παραπάνω, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το ανωτέρω καταληκτικό της προσβαλλόμενης πόρισμα ουσιαστικής απόρριψης του αιτήματος απόδοσης του ακινήτου και οφειλής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο από τον αρ. 1 και 19 (και όχι αρ. 17, όπως αναφέρεται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, δεύτερος, τρίτος και έβδομος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, και πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το οικείο μέρος αυτού, δεύτερος και τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Οι αιτιάσεις: Α. με τον δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, 1) ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 981 ΑΚ, διότι δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση την κοινοχρησία του επίδικου όφειλε να δεχθεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη έχασε τη νομή επειδή έχασε τη φυσική εξουσίαση, και 2) ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά να προβάλλει το δικαίωμα για ελεύθερη χρήση του επίδικου τμήματος για λογαριασμό τρίτων, διότι νομιμοποιούμενος είναι αυτός που έχει δικαίωμα νομής ή κατοχής και Β.

με τον έβδομο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ότι στερούνται της ιδιοκτησίας τους, λόγω της θέσης του σε κοινή χρήση, όπως δέχθηκε το δικαστήριο, και διαμόρφωσής του, από το έτος 2011 σε πλατεία και δρόμο κυκλοφορίας, δεν μπορούν να αποζημιωθούν για τα προηγούμενα από το έτος 2011 χρόνια και να διεκδικήσουν τις εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις τους, είναι απαράδεκτοι, διότι δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που εμπεριέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με αυτήν, αλλά αποτελούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, προς ενίσχυση των αντίθετων, προς το αποδεικτικό πόρισμα, απόψεων αυτών, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Λοιπές αιτιάσεις, με τους αυτούς παραπάνω λόγους του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αυτής, καθώς και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, κατά το οικείο μέρος αυτού, που αναφέρονται σε πλημμέλειες από τον αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με τους λόγους αυτούς ελλείψεις αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς και χωρίς αντιφάσεις συντιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, απόρριψης του αιτήματος απόδοσης του επίδικου ακινήτου, λόγω μη άσκησης επ' αυτού νομής και κατοχής από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλά χρήσης αυτού ως εν τοις πράγμασι τεθέν από τον πρώτο αναιρεσείοντα και τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων σε κοινοχρησία διάνοιξης οδού, με διατήρηση της κυριότητας επ' αυτού, αποψιλωμένη από την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση αυτού, και απόρριψης του αιτήματος αναγνώρισης οφειλής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, λόγω έλλειψης υπαίτιας πράξης, και υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 770/2023, ΑΠ 1568/2022).

[3] Κατά το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ` ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από το ΚΠολΔ ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020). [4] Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 977/2022, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1034/2021), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 513/2022, ΑΠ 567/2021, ΑΠ 1072/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ: 1) πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντος πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μη προβληθείσα από την δεύτερη αναιρεσίβλητη ένσταση του άρθρου 1095 ΑΚ, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα απόδοσης του επίδικου ακινήτου, ισχυριζόμενοι ότι τα πραγματικά περιστατικά που εξέθετε δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, εκθέτοντας, ειδικότερα, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε ως εναγόμενη, με τις προτάσεις της, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και ως εφεσίβλητη, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις της, ότι η ίδια ή η μισθώτριά αυτής έχει δικαίωμα νομής και κατοχής επί του επίδικου τμήματος των 353,56 τ.μ.

ούτε πρόβαλλε ισχυρισμό ότι έχει δικαίωμα κατοχής στο επίδικο, επικαλούμενοι οι αναιρεσείοντες, με το δικόγραφο του αναιρετηρίου, ότι στις κατατεθείσες, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προτάσεις, της δεύτερης αναιρεσίβλητης διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός: "..Επομένως, η εμπράγματη αξίωση των αντιδίκων για την απόδοση του επιδίκου ακινήτου είναι σε κάθε περίπτωση (δηλαδή ακόμη και αν κριθεί, ότι οι αντίδικοι διατηρούν την κυριότητά του) ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω της παρασχεθείσας συναίνεσής τους για τη διαμόρφωση και την ελεύθερη χρήση του από το κοινό και το Δήμο Ρεθύμνης.." και στις κατατεθείσες προτάσεις της, ως εφεσίβλητης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αρνήθηκε εκ νέου ότι έχει τη νομή και κατοχή του επίδικου τμήματος και εξέθεσε μεταξύ άλλων, "..Ειδικότερα και δεδομένης της εκούσιας εγκατάλειψης του επίδικου ακινήτου από τους αντιδίκους της πλήρους απελευθέρωσής του έκτοτε και της περιέλευσής του στην κοινή χρήση με τη συναίνεσή τους - η εμπράγματη αξίωση απόδοσης του επίδικου ακινήτου στους αντιδίκους (ΑΚ 1094)" πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη", και 2) και τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση διότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη τη μη προταθείσα παραπάνω ένσταση του άρθρου 1095 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Και, τούτο, διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών του παραπάνω ισχυρισμού της δεύτερης αναιρεσίβλητης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των νομίμως κατατεθέντων, στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προτάσεων, στις οποίες διαλαμβάνονται και τα επικαλούμενα, ανωτέρω, από τους αναιρεσείοντες, θεμελιώνεται η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, με την έννοια της ένστασης του γενικού δόλου, όπως, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, παραπάνω, και αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση, και όχι η ένσταση του άρθρου 1095 ΑΚ, την οποία με εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό έκρινε τα επικληθέντα η προσβαλλόμενη ως θεμελιούμενη, και κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ένστασης του γενικού δόλου.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, επικαλούμενοι ότι παρά το γεγονός ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε την αναβλητική ένσταση του άρθρου 1095 Α.Κ., εκθέτοντας τα αυτά προαναφερθέντα για τον από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχεία και πραγματικά περιστατικά, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένσταση, είναι απαράδεκτος, καθώς η αναιρεσείουσα προσδιορίζει στο αναιρετήριο τους λόγους παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ στη λήψη υπόψη πράγματος, και ειδικότερα ένστασης, που δεν προτάθηκε, δηλαδή σε πλημμέλεια που ελέγχεται από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αντιμετωπίστηκε ως ανωτέρω.

[5] Κατά την έννοια του από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, αποτελούν "πράγματα", μεταξύ άλλων, οι διάφορες βάσεις της αγωγής, κύριες ή επικουρικές και τα προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους περιστατικά (Ολ. ΑΠ 25/1995, ΑΠ 1034/2021, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 59/2017). [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση κατά την ως άνω έννοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων, των ανακοπών, της τριτανακοπής, όχι όμως και οι ενστάσεις, οι οποίες είναι αντικείμενο του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559, με εξαίρεση τις γνήσιες ενστάσεις, οι οποίες εισάγουν αυτοτελές αντικείμενο δίκης και αυτοτελή αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας.

Ειδικότερα, το δικαστήριο αφήνει αίτηση αδίκαστη, όταν παραλείπει να αποφανθεί ως προς αυτήν, είτε στο διατακτικό της απόφασης είτε στο αιτιολογικό της με προσόντα διατακτικού. Αδίκαστη αίτηση αποτελεί και εκείνη που θεμελιώνεται σε περισσότερες -αντικειμενικώς, επικουρικώς ή και διαζευκτικώς- σωρευόμενες βάσεις αν παρά το νόμο, δεν ερευνήθηκε μία από αυτές (ΑΠ 1277/2022, ΑΠ 1273/2017). [7] Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Πρόκειται για δικονομική ακυρότητα, και όχι ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ελέγχονται αναιρετικά, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 558/2008). Σύμφωνα με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχεται, πλην άλλων και η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής (ΑΠ 2165/2013, ΑΠ 414/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο το λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο επανέφεραν την απορριφθείσα, σιωπηρώς, επικουρική αγωγή αναγνώρισης οφειλής ωφελημάτων, από κακόπιστο νομέα, θεμελιούμενη στις διατάξεις του άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ, για το χρονικό διάστημα από 01-06-2004 έως 16-05-2009, ύψους 280.000,00 ευρώ, και το μεταγενέστερο διάστημα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, άλλως μέχρι την απόδοση του ακινήτου, αν η απόδοση γίνει νωρίτερα από τη συζήτηση, ύψος 5.000,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο μίσθωμα που απέφυγε η δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει ως δαπάνη για την μίσθωση ανάλογου χώρου προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως χώρο στάθμευσης οχημάτων της επιχείρησης και των πελατών της, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην δίκη, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.

Και, τούτο, διότι δεν πλήττεται επιτυχώς η, με την προσβαλλόμενη απόφαση, βάσιμη απόκρουση από την δεύτερη αναιρεσίβλητη των παραπάνω από την κυριότητα δικαιωμάτων επί του επίδικου τμήματος ακινήτου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, κατά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, έθεσαν αυτό εν τοις πράγμασι σε κοινοχρησία διάνοιξη οδού με διατήρηση απ' αυτούς της κυριότητας αποψιλωμένη από την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση του ακινήτου καθώς και η παραδοχή ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε αυτό ως εν τοις πράγμασι τεθέν σε κοινοχρησία. [8] Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 938 ΑΚ προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

ΑΚ και ειδικότερα αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποία υποχρεούται σε απόδοση της ωφέλειας, εφόσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, διότι απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, ούτε στο σκοπό του νομοθέτη ανταποκρίνεται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αρ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ.

β' ΑΚ που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφέλειας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια. Παρέπεται ότι διά να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 ΑΚ) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις ως άνω από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 359/2020, ΑΠ 767/2017, ΑΠ 1439/2014, ΑΠ 1261/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τους αρ. 8β, όγδοος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο, δεν έλαβε υπόψη, πράγμα, που προτάθηκε ως επικουρική βάση της αγωγής, από τον δεύτερο αναιρεσείοντα και τους δικαιοπαρόχους των λοιπών αναιρεσειόντων, και επανέφεραν ως εκκαλούντες οι αναιρεσείοντες και, συγκεκριμένα, ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε, την, στις διατάξεις του άρθρων 1096 και 1098 Α.Κ., θεμελιούμενη, επικουρική από 12-05-2009 αγωγή αναγνώρισης οφειλής αποζημίωσης, από κακόπιστο νομέα, για το χρονικό διάστημα από 01-06-2004 έως 16-05-2009, ύψους 280.000,00 ευρώ, και το μεταγενέστερο διάστημα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής άλλως μέχρι την απόδοση του ακινήτου, αν η απόδοση γίνει νωρίτερα από τη συζήτηση, ύψος 5.000,00 ευρώ, το οποίο θα αποκέρδαιναν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και στερήθηκαν από την παράνομη και υπαίτια χρήση του αναφερόμενου τμήματος ακινήτου τους, και κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη η δεύτερη αναιρεσίβλητη, το οποίο θα δαπανούσε αν εκμίσθωνε παρόμοιο ακίνητο, και ο από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αυτός παραπάνω όγδοος λόγος, κατά το οικείο σκέλος αυτού άφησε αδίκαστη την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής, είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, διότι δεν πλήττεται επιτυχώς από τους αναιρεσείοντες η δεκτή γενόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση ως κατ' ουσίαν βάσιμη απόκρουση από την δεύτερη αναιρεσίβλητη των από την κυριότητα δικαιωμάτων επί του επίδικου τμήματος ακινήτου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, έθεσαν αυτό εν τοις πράγμασι σε κοινοχρησία διάνοιξης οδού, διατηρούντες αποψιλωμένη την ίδια κυριότητα αυτών από την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση αυτού καθώς και η παραδοχή ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε αυτό ως εν τοις πράγμασι τεθέν σε κοινοχρησία. [9] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, προφορική ή γραπτή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 675/2021, 478/2021) και όχι να αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για τα αποδεικτέα περιστατικά και να προκύπτει από το συσχετισμό των αποδείξεων (ΑΠ 352/2022, ΑΠ 846/2022).

Η εξώδικη ομολογία, όπως η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται αν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 617/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν με την προσβαλλόμενη απόφαση, την, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενοι με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, 1) ότι δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με τον εμπεριεχόμενο στις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, ως εφεσίβλητη, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμό αυτής, ότι δεν νομιμοποιείται ως εναγόμενη, διότι αυτή δεν άσκησε επ' αυτού νομή και κατοχή, το οποίο από τον Σεπτέμβριο του 2004 περιήλθε στην κοινή χρήση με τη συναίνεσή τους, και 2) ότι (και κατ' εκτίμηση επικουρικά) δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία της δεύτερης αναιρεσίβλητης που συνάγεται από το από 14-09-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που αυτή προσκόμισε και επικαλέστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στα οποία αναφέρεται ότι το χρηματικό ποσό δόθηκε για την κατεδάφιση του κτίσματος και όχι για το επίδικο τμήμα.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι δεν γίνεται επίκληση σαφούς και συγκεκριμένης ομολογίας επιβλαβούς, για την δεύτερη αναιρεσίβλητη, γεγονότος, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το νοηματικό περιεχόμενο αυτής, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν βρίσκεται στη νομή και κατοχή του επίδικου τμήματος, αλλά χρήσης αυτού, ως τεθέντος από τους αναιρεσείοντες, εν τοις πράγμασι, σε κοινοχρησία διάνοιξης οδού, και αβάσιμος κατά το έτερο μέρος αυτού, διότι, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη αμφότερα τα από 14-09-2004 έγγραφα, και, συνεπώς, δεν θεμελιούται βάσιμα, ανεξαρτήτως ότι η επικαλούμενη, ως συναγόμενη, ομολογία, δεν συνιστά δικαστική ομολογία, αλλά εξώδικη και η κρίση του δικαστηρίου ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). [10] Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1273/2022). Έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2033/2022, ΑΠ 1731/2022). Αν το κρίσιμο για την υπόθεση περιεχόμενο του εγγράφου παρατίθεται κατά λέξη στην απόφαση δεν νοείται παραμόρφωση (ΑΠ 1246/2022, ΑΠ 1736/2017, ΑΠ 163/2010).

Για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο (ΑΠ 45/2023, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 272/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ότι παραμόρφωσε το από 14-09-2004 έγγραφο, με το οποίο οι αναιρεσείοντες εκχώρησαν και μεταβίβασαν την απαίτηση αποζημίωσης του επικείμενου στο ακίνητό τους κτίσμα, την οποία είχαν κατά του Δήμου Ρεθύμνου προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, διότι άντλησε απ' αυτό, εκτός από την αμετάκλητη εκχώρηση της απαίτησης, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη έχει το δικαίωμα κατοχής και της νομής και 2) με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο ότι παραμόρφωσε το από 14-09-2004 έγγραφο, στο οποίο περιλαμβάνεται η φράση "Η επιταγή αυτή δόθηκε με την απαράβατη προϋπόθεση ότι το κτίσμα ιδιοκτησίας των αφενός συμβαλλομένων, το οποίο ρυμοτομείται από τη με αριθμό 5/1996 πράξη αναλογισμού, από τη στιγμή της υπογραφής του παρόντος και της παράδοσης της επιταγής είναι στη διάθεση του Δήμου και της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ρεθύμνης, προκειμένου να κατεδαφιστεί άμεσα" στο οποίο απέδωσε ότι το συμφωνητικό δεν αφορούσε μόνο το κτίσμα αλλά και το επίδικο τμήμα.

Οι παραπάνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων δεν παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου κατά λέξη παρατιθέμενο. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι: 1) διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται αυτούσιο το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, και δεν νοείται παραμόρφωση αυτών και 2) πλήττουν την ουσιαστική εκτίμηση του Εφετείου, διότι από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ήτοι πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο V.

Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και τα δικαστικά έξοδα β' αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 13-12-2021 πρόσθετους λόγους των Α. Γ. του Ι., Α. Α. του Κ. Λ. Α. του Κ. κατά της με αριθμ. 70/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ