417/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/10/2010 (2) αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2386/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3364/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/12/2017 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated417/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια.
Full text
Απόφαση 417 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 417/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου-κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικώς ενάγουσας Α. χήρας Ι. Π., το γένος Β. Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουβλή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μπατουδάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ.-Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Άγγελου Μπατουδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/10/2010 (2) αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2386/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3364/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/12/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3364/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 22-7-2015 και με αριθμό κατάθεσης 4639/2015 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 2386/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε συνεκδικάσει και απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες, α) την από 28-10-2010 και με αριθμό κατάθεσης 20259/1128/2-2-2010 αγωγή της Α. χήρας Ι. Π., δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, της οποίας αυτός ως καθολικός διάδοχος συνέχισε τη βιαίως διακοπείσα, λόγω θανάτου της, δίκη, κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου και β) την από 28-10-2010 και με αριθμό κατάθεσης 20242/1127/2-2-2010 αγωγή της ιδίας ως άνω δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, στρεφομένης κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με τις οποίες αγωγές η αρχική ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί η ανάκληση των γενόμενων δωρεών της ψιλής κυριότητας των περιγραφομένων ακινήτων προς τους εναγομένους, λόγω αχαριστίας αυτών και να υποχρεωθούν σε αναμεταβίβαση των δωρηθέντων δικαιωμάτων, καταδικαζόμενοι σε δήλωση βούλησης προς τούτο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή ή στον σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.
Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια.
Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφοράς του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 654/2011, ΑΠ 1758/2011).
Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς τον δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 655/2014), πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, ενώ επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011, ΑΠ 648/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Η αρχική ενάγουσα Α. Π., γεννηθείσα το 1916, από το γάμο της με τον Ι. Π., ο οποίος προαποβίωσε αυτής το έτος 1984, απέκτησε δύο τέκνα, τη Μ. σύζυγο Ν. Τ., μητέρα των εναγομένων και τον Κ.
Π., που συνεχίζει την παρούσα δίκη στη θέση της αρχικής ενάγουσας. Οι σχέσεις των άνω αδελφών είχαν ήδη διαρραγεί από τριακονταετίας, όταν ο πατέρας τους, με την από 6-8-1983 ιδιόγραφη διαθήκη του, κατέλιπε την ακίνητη περιουσία του, συγκείμενη από είκοσι δύο (22) ακίνητα, στη σύζυγό του του και το γιό του, πλην δύο ακινήτων, την ψιλή κυριότητα των οποίων κατέλιπε στην θυγατέρα του και την επικαρπία αυτών στη σύζυγό του.
Η Μ. Τ. άσκησε σε βάρος του αδελφού της και της μητέρας της την απο 20-2-2002 αγωγή, για τη συμπλήρωση της νομίμου μοίρας της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' άρ. 6015/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , με την οποία αναγνωρίστηκε το κληρονομικό της δικαίωμα (νόμιμης μοίρας) σε ποσοστό 16.96% εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας του πατρός της και υποχρεώθηκαν οι εκεί εναγόμενοι να της αποδώσουν τα κληρονομιαία ακίνητα κατά το παραπάνω ποσοστό.
Στη δίκη αυτή η μητέρα της συνομολόγησε την αγωγή, ενώ ο αδελφός της, φερόμενος ως αγνώστου διαμονής , δεν παραστάθηκε. Ο Κ. Π. μέχρι το έτος 1999 ήτο μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, όπου σπούδασε και δημιούργησε οικογένεια, μετά δε το έτος αυτό εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα . Η Α. Π., μετά το θάνατο του συζύγου της, συνέχισε να διαμένει στη συζυγική οικία, ήτοι σε διαμέρισμα επί διόροφης οικοδομής στην οδό Α.
Π. αρ. … στου ... .Το διαμέρισμα αυτό, όπως και οι λοιπές ιδιοκτησίες επί της οικοδομής αυτής ανήκαν στην οικογένεια. Η Μ. Τ. διέμενε με το σύζυγο της και τους εναγομένους σε μαιζονέτα στην περιοχή ... , μεγάλο μέρος από τα έξοδα ανέγερσης της οποίας είχε καλυφθεί από την μητέρα της. Οι προσωπικές σχέσεις της αρχικής ενάγουσας με τα τέκνα της είχαν διακυμάνσεις, οι μεταξύ δε αυτών διαφωνίες και έριδες κατέληγαν αρκετά συχνά για την επίλυση τους στις δικαστικές αρχές .
Ενδεικτικές ενέργειες των τεταμμένων σχέσεων τους, είναι α) η από 29-11-1995 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της αρχικής ενάγουσας κατά του γιου της Κ., με την οποία επικαλούμενη κατάληψη μέρους του διαμερίσματος που κατοικούσε, από τα βιβλία του γιου της, ζητούσε τη βίαιη από αυτό αποβολή του . Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 9554/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) η από 19-4-2008 αγωγή της αρχικής ενάγουσας κατά του γιου της, με την οποία ζητούσε την καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως, ώστε να αναληφθεί από κοινού το ποσό των 650.721,24 € προελθόν από εκπλειστηρίασμα επικοίνου ακινήτου, γ) το από 4-11-1991 εξώδικο της αρχικής ενάγουσας προς την κόρη της, με το οποίο ζητεί να της επιστρέψει το ποσό των 10.000.000 δρχ., δ) η από 10-6-2004 καταγγελία της αρχικής ενάγουσας στο Α.Τ ...
οτι η κόρη της έριξε στο πάτωμα της κρεββατοκάμαράς της αντηλιακό υγρό, ώστε να γλιστρίσει και να πέσει, καταγγελία που επανέλαβε στη δημόσια διαθήκη της, δ) η από 9-2-2007 έγκληση του Κ. Π. κατά της αδελφής του για τα αδικήματα της αυτοδικίας διατάραξης οικιακής ειρήνης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και κλοπής.
Παρά ταύτα η αποβιώσασα έτρεφε αδυναμία στο γιο της, ο οποίος κάθε φορά που ερχόταν στην Ελλάδα από το εξωτερικό ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή στη βούληση της μητέρας του. Κατά το έτος 2008 οι σχέσεις της αρχικής ενάγουσας με την κόρη της ήταν γενικώς καλές, είχαν μάλιστα κάνει μαζί θερινές διακοπές και ένα ταξίδι αναψυχής στο κράτος της Αιγύπτου.
Έτσι το θέρος του έτους 2008, η Α. Π., με τα υπ' αρ. .../8-7-2008 και .../8-7-2008 συμβόλαια της συμ/φου Αθηνών Ξανθούλας Σουγλέ, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθη/κείου Κερατέας, δώρισε στους εναγομένους - εγγονούς της α) στον Α. Τ., εναγόμενο στην υπ ' αρ. 1128/2010 αγωγή, ηλικίας τότε 27 ετών, φοιτητή, την ψιλή κυριότητα παρακρατώντας για τον εαυτό της ισοβίως την επικαρπία, ενός οικοπέδου, αντικειμενικής αξίας 233.200,44 €, εκτάσεως 444,28 τμ. , κειμένου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... ..., στη θέση " ...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης, στο οικοδομικό τετράγωνο ...
και επί της οδού .... Επί του οικοπέδου αυτού υπάρχει οικία, επιφάνειας 100 τμ., και β) στην Μ. - Α. Τ., εναγόμενη στην υπ ' αρ. 1127/2010 αγωγή, ηλικίας τότε 24 ετών, φοιτήτριας, την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό της ισοβίως την επικαρπία, δύο οικοπέδων, αντικειμενικής αξίας 243.704,73 €, κειμένων στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... ..., στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, στο οικοδομικό τετράγωνο ..., επί της οδού ...
το ένα, εκτάσεως 300,86 τμ. και επί της οδού ... το άλλο, εκτάσεως 229,51 τμ.. Επί του τελευταίου υπάρχει οικία επιφανείας 50 τμ. Στις 16-12-2008 η Μ. Τ. κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με κατηγορούμενο τον αδελφό της Κ. Π. για τις πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήσης υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαίωσης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, συνιστάμενες στο ότι αυτός στις 27-2-2004 αφού πέτυχε με εξαπάτηση την έκδοση δελτίου ταυτότητας και διαβατηρίου, στα οποία εμφανιζόταν με αναληθή στοιχεία ως προς την ημερομηνία γέννησης (28-1-1967 αντί της πραγματικής 28-11-1951) και το μητρώνυμο (Ε.
αντί του πραγματικού Α.), επέδειξε αυτά στους αρμοδίους υπαλλήλους της ΔΟΥ εξωτερικού πετυχαίνοντας την έκδοση ΑΦΜ. Μάλιστα με τα παραπάνω ψευδή στοιχεία είχε προβεί στην υπογραφή του υπ' αρ..../2005 συμβολαιογραφικού Προσυμφώνου, ενώπιον της συμ/φου Ιωαννίνων Σωτηρίου Συγκούνα, προτιθέμενος να αγοράσει, καθότι συγκύριος λόγω κληρονομικής διαδοχής του δικοιοπαρόχου πατέρα του, τα λοιπά ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας των λοιπών συνυπογραφόντων το προσύμφωνο αυτό συγκυρίων, ενός οικοπέδου στα Ιωάννινα.
Στην πράξη αυτή προέβη διότι υπό τον παλαιό ΑΦΜ εμφανιζόταν ως οφειλέτης του Δημοσίου και δεν μπορούσε να αποκτήσει πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών επέβαλε σ 'αυτόν για τις παραπάνω πράξεις, συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών. Η κατάθεση της μητέρας των εναγομένων στο Δικαστήριο αυτό αποτέλεσε την αιτία να μεταβάλει στάση απέναντι της η αρχική ενάγουσα, η οποία επηρρεασμένη και από το γιό της Κ., η οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον του οποίου είχε άμεσο αντίκτυπο, στην ίδια (όπως ομολογεί και σε επιστολή της προς το σύζυγο της κόρης της), διέκοψε κάθε σχέση μαζί της και με τα εγγόνια της.
Επιπλέον αυτή (αρχική ενάγουσα) προέβη και στις ακόλουθες ενέργειες α) απέστειλε στην κόρη της και τον εγγονό της Α. Τ. την από 19-5-2009 εξώδικη διαμαρτυρία , με την οποία, υπό την ιδιότητα της επικαρπώτριας του δωρηθέντος στον ως άνω εγγονό της ακινήτου, καλούσε αυτούς να της παραδόσουν τα κλειδιά της επ 'αυτού εξοχικής κατοικίας, απαγορεύοντάς τους να την επισκέπτονται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι την κατοικία αυτή χρησιμοποιούσε μέχρι τότε όλη η οικογένεια για αναψυχή κατά τα σαββατοκύριακα και το θέρος . Κατόπιν τούτου, η Μ. Τ. παρέδωσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αρχικής ενάγουσας, την 10-6-2009, τα κλειδιά της άνω οικίας, β) υπέβαλε, την 23-9-2009, εναντίον της Μ. Τ., μηνυτήρια αναφορά για κλοπή κινητών εκ της προαναφερόμενης οικίας.
Η έγκληση αυτή τέθηκε στο αρχείο με την υπ 'αρ.ΕΓ 108-11/195/33Δ/11 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, κατά της οποίας άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την 961/27-12-2011 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, γ) με τις από 26-11-2009 εξώδικες δηλώσεις της προς τους εναγομένους, που κοινοποιήθηκαν σ 'αυτούς την 30-11-2009 ανακάλεσε τις προαναφερόμενες προς αυτούς δωρεές και δ) άσκησε κατά της μητέρας των εναγομένων την από 18-3-2010 αγωγή, με την οποία επικαλούμενη αχαριστία της τελευταίας, ζητούσε να αναγνωριστεί ότι υφίσταται νόμιμος λόγος ανακλήσεως των γονικών παροχών που συνέστησε υπέρ αυτής με τα υπ 'αρ. .../1-3-1995 και .../19-2-2001 συμβόλαια της συμ/φου Αθηνών Περσεφόνης Αθανασοπούλου.
Μεταξύ των παραπτωμάτων που περιέλαβε στη αγωγή, ήταν και η ως άνω μαρτυρία της εναντίον του αδελφού της. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αρ. 5207/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας εκκρεμεί έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο λόγος ανακλήσεως των επίμαχων δωρεών δεν ήτο η επίδειξη αχάριστης συμπεριφοράς εκ μέρους των εναγομένων προς το πρόσωπο της δωρήτριας, η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα, αλλά η προαναφερόμενη συμπεριφορά της θυγατέρας της Μ.
Τ. - μητέρας των εναγομένων, έναντι του υιού της Κ.. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι στο ως άνω από 19-5-2009 εξώδικο, που απηύθυνε και κατά του εναγομένου ουδέν περί αχαριστίας τούτου διέλαβε, αν και κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή της η εκ μέρους του αδιαφορία προς το πρόσωπο της εκδηλώθηκε αμέσως μετά τη δωρεά και σε κάθε περίπτωση από το Σεπτέμβριο 2008, αλλά αντίθετα αναλίσκεται στη συμπεριφορά της θυγατέρας της και στη χρήση της προαναφερόμενης εξοχικής κατοικίας, κειμένης επί του δωρηθέντος ακινήτου, η οποία όμως (οικία) χρησιμοποιείτο ανέκαθεν τόσο από την ίδια όσο και από την οικογένεια της κόρης της για αναψυχή.
Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι αμέσως μετά τις προς αυτούς δωρεές (8-7-2008) και μέχρι την ανάκλησή τους από τη δωρήτρια (30-11-2009) αλλ' ούτε και μεταγενέστερα μέχρι την άσκηση των αγωγών έπαυσαν αδικαιολόγητα να έχουν σχέσεις μ ' αυτήν και ότι την εγκατέλειψαν μόνη και αβοήθητη αδιαφορώντας για την τύχη της και την ανάγκη της, λόγω και του βαθέως γήρατος που διήγε, για έμπρακτες εκδηλώσεις αγάπης και συμπαράστασης, ως διατείνεται στις υπό κρίση αγωγές.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι προσπαθούσαν να παραμείνουν αμέτοχοι στις δικαστικές και μη διαμάχες της μητέρας τους με τον αδελφό της και θείο τους, αγαπούσαν και σέβονταν τη γιαγιά τους, την οποία επισκέπτονταν συχνά στην οικία της στου ... συναθρίζονταν στην εξοχική κατοικία της ...
και έκαναν μαζί διακοπές. Κατά το ως άνω όμως χρονικό διάστημα και ιδίως από την αποστολή του ως άνω από 27-5-2009 εξωδίκου και εφεξής, οι προσπάθειες των εναγομένων να προσεγγίσουν την αρχική ενάγουσα - δωρήτρια, έστω και μέσω τηλεφώνου, απέβησαν άκαρπες, αφού αυτή με διάφορες προφάσεις τους απέφευγε, αρνούμενη να απαντήσει ακόμη και στις τηλεφωνικές κλήσεις τους προς αυτήν, συμπεριφορά η οποία ανάγκασε τον εναγόμενο Α.
Τ. να της αποστείλει επιστολή, παραληφθείσα απ' αυτήν στις 8-11-2009 (βλ. σχετ. 26 και 27 εναγομένων) , με την οποία εξέφραζε την αγάπη του προς αυτήν και την καλούσε να του τηλεφωνήσει. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο ανακλήσεως των άνω δωρεών, ο Κ. Π. συζούσε με τη μητέρα του στην ίδια οικία, και όπως ομολογεί στις αγωγές της, αυτός τη φρόντιζε στοργικά και ανιδιοτελώς αποτελώντας το μοναδικό της στήριγμα.
Περαιτέρω, και αναφορικά με το γεγονός της ανάληψης από κοινό λογαριασμό της δωρήτριας με την εγγονή της, του ποσού των 14.500 €, το οποίο η πρώτη αναφέρει ως παράπτωμα της τελευταίας στην κατ' αυτής αγωγή, αποδείχθηκε ότι αυτό συνέβη πριν τις επίδικες δωρεές, ήτοι στις 20-7-2004, οπότε η εναγομένη ανέλαβε από κοινό λογαριασμό επ'ονόματι της ίδιας, του αδελφού της και της δωρήτριας το ποσό των 14.549,30 €, που ήταν προορισμένο για τα έξοδα σπουδών τους, και το μετέφερε σε νέο κοινό λογαριασμό επ ' ονόματι αμφοτέρων των εναγομένων, εκ του οποίου ποσό 12.000 € ανελήφθη στις 9-7-2008 για να πληρωθούν τα έξοδα των δωρητηρίων συμβολαίων.
Επομένως το ανωτέρω γεγονός, το οποίο προηγήθηκε της επίδικης δωρεάς προς την εγγονή της, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και δεν αποτέλεσε λόγο ανακλήσεως της. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπήρξε ούτε εγκατάλειψη, ούτε αδιαφορία εκ μέρους των εναγομένων προς το πρόσωπο της δωρήτριας - γιαγιάς τους, η ως άνω δε μεταξύ τους απομάκρυνση επήλθε αποκλειστικά από λόγους που αφορούν την ίδια και εξ αντανακλάσεως των τεταμμένων και κακών σχέσεών της με τη μητέρα τους και κόρη της, οι οποίες επέδρασαν αρνητικά και στη δική τους σχέση.
Εξάλλου, η αρχική ενάγουσα ουδόλως υπήρξε κατά το επικαλούμενο διάστημα μόνη και αβοήθητη, δεδομένου ότι ήταν οικονομικά αυτάρκης (ήταν συνταξιούχος δασκάλα και ελάμβανε σύνταξη καθώς και μισθώματα από την εκμίσθωση διαμερισμάτων της οικοδομής που διέμενε και η ίδια, των οποίων είχε την επικαρπία ) αυτοεξυπηρετείτο μέχρι και το θάνατό της , επιπλέον δε είχε τη συναισθηματική και ψυχολογική στήριξη του υιού της Κ..
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε κανένα παράπτωμα των εναγομένων κατά της αρχικής ενάγουσας, που να ενέχει παραβίαση των κανόνων του δικαίου και της ηθικής και να αποτελεί εκδήλωση αχαριστίας προς το πρόσωπο της, δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος ανακλήσεως των επιδίκων δωρεών και ως εκ τούτο οι σχετικές περί τούτου εξώδικες δηλώσεις της άνω δωρήτριας ουδέν έννομο αποτέλεσμα παρήγαγαν.
Τα αυτά, επομένως, αφού έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε τις αγωγές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλ' ούτε και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι 'αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της έφεσης, μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη κατ ' ουσίαν..".
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη σε παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, δια της εσφαλμένης ερμηνείας της, ως προς την αόριστη νομική έννοια του "βαρέως παραπτώματος", και, κατ' ορθήν εκτίμηση, της μη εφαρμογής της.
Επίσης με το δεύτερο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου το σφάλμα της παραβίασης της ίδιας ως άνω διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τη συνδρομή των όρων του άρθρου 505 ΑΚ και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της αχαριστίας των αναιρεσίβλητων απέναντι στη δωρήτρια, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, όμως, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή ουδέποτε έλαβε χώρα αχάριστη συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων δωρεοδόχων απέναντι στην δωρήτρια και ότι από κανένα στοιχείο αποδείχθηκε πως μετά τη σύσταση των δωρεών (8-7-2008) και μέχρι την ανάκλησή τους (30-11-2009), αλλά ούτε και μεταγενέστερα, μέχρι την άσκηση των αγωγών, έπαυσαν αδικαιολόγητα να έχουν σχέσεις με αυτήν και ότι την εγκατέλειψαν μόνη και αβοήθητη, αδιαφορώντας για την τύχη της και την ανάγκη της, λόγω και του βαθέως γήρατος που διήγε και ακόμα ότι η ανάληψη του ποσού των 14.500 ευρώ, από κοινό λογαριασμό με την δωρήτρια, προοριζόταν για έξοδα σπουδών των αναιρεσιβλήτων, έλαβε χώρα την 20-7-2004, πριν την επίδικη δωρεά προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει, ούτε αποτέλεσε λόγο ανάκλησής της, αφενός ορθά ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, ως προς την έλλειψη της αναγκαίας προϋπόθεσης, της με βαρύ παράπτωμα αχαριστίας, για την ανάκληση της δωρεάς, αφετέρου διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού η έλλειψη παραπτώματος αχαριστίας που έκρινε, δεν καθιστούν εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε.
Επομένως, οι δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Ο αναιρετικός λόγος στην πρώτη περίπτωση (11 παρ.α' ) ιδρύεται όταν το αποδεικτικό μέσο δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., ή περιλαμβάνεται δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της φύσης της υπόθεσης (ΑΠ 639/2009), ή όταν επιτρέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1638/1986).
Στη δεύτερη περίπτωση (11 περ.β') ο λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1β, 346 και 453 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλουμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1509/2014).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.11 περ.α' Κ.Πολ.Δ, θα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 1132/2013, ΑΠ 835/2008), δηλαδή αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ή για ισχυρισμό.
Για να είναι παραδεκτός όμως ο ισχυρισμός που προτείνεται, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.
ΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017, ΑΠ 1401/2008). Εξάλλου, για να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από την περ.β' του αριθ.11, θα πρέπει η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίστηκε να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 911/2002, ΑΠ 1043/2013, ΑΠ 881/2011) και δεν χωρεί αναίρεση αν η απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ 1042/2013, ΑΠ 1043/2013, ΑΠ 257/2008, ΑΠ 1595/2007, ΑΠ 158/2007, ΑΠ 1620/2005).
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 παρ.11 περ.α' και β' Κ.Πολ.Δ, αιτιώμενος ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, αλλά και το οποίο δεν είχε προσκομισθεί νόμιμα, με επίκληση. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται, πως το Εφετείο, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι "Η κατάθεση της μητέρας των εναγομένων στο Δικαστήριο αυτό αποτέλεσε την αιτία να μεταβάλει στάση απέναντί της η αρχική ενάγουσα, η οποία επηρεασμένη και από το γιο της Κ., η οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον του οποίου είχε άμεσο αντίκτυπο στην ίδια (όπως ομολογεί και σε επιστολή της προς το σύζυγο της κόρης της) διέκοψε κάθε σχέση μαζί της και με τα εγγόνια της", έλαβε υπόψη της, την ως άνω επιστολή, η οποία όμως δεν προσκομίστηκε με επίκληση, αλλά και σε κάθε περίπτωση συνιστά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, μη επιτρεπομένης της χρήσης της σε πολιτική δίκη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 370Α ΠΚ, 9 παρ.1 εδ.β' και 19 του Συντάγματος, 8 της Ε.Σ.Δ.Δ., καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση άρσης του απορρήτου των επιστολών.
Ότι η εν λόγω επιστολή, ως αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού επέδρασε στην κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η άσκηση των ενδίκων αγωγών δεν ήταν συνέπεια της αχαριστίας των αναιρεσίβλητων προς την δωρήτρια μητέρα του, αλλά αποκλειστικά και μόνο λόγω της δικής του καταλυτικής επίδρασης στη δική της βούλησης προς το σκοπό αυτό.
Ο παρών αναιρετικός λόγος ως προς το σκέλος του από το αριθμό 11 περ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει στο Εφετείο τον ισχυρισμό περί ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου της ως άνω επιστολής, ούτε σε κάθε περίπτωση είχε προτείνει περιστατικά στα οποία στηρίζει ήδη τον αναιρετικό λόγο.
Ως προς δε το σκέλος του από τον αριθμό 11 περ.β' δεν ιδρύεται και είναι επίσης απορριπτέος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα σε μαρτυρική κατάθεση στο ακροατήριο, σε ένορκες βεβαιώσεις και σε έγγραφα, ενώ η μνεία της ως άνω επίμαχης επιστολής στον ελάσσονα συλλογισμό της γίνεται επικουρικά, καθόσον σχετίζεται με κατάθεση της μητέρας των αναιρεσίβλητων σε ποινική δίκη με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα, για τις αξιόποινες πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και χρήσης αυτής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2017 αίτηση του Κ. Π., για αναίρεση της με αριθμό 3364/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ