Legislator Case Law & Legislation
417/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of claim for statutory lawyer's fee compensation due to lack of evidence on good faith belief.

Case Number 417/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim for statutory compensation for contract termination. The plaintiff argued the defendant lacked good faith belief that no compensation was due, but the court found the evidence insufficient to prove this specific state of mind. Consequently, the judgment was set aside regarding the compensation claim, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 46(3) and 179 of the Code of Civil Procedure; The court must examine whether the defendant had a reasonable belief regarding the non-existence of a statutory obligation, and if the evidence fails to establish this good faith belief, the claim for compensation must be upheld.

Keywords

AI generated
statutory compensation good faith belief contract termination appeal admissibility remittal for retrial evidence standard legal professional fees

Cited Legislation

AI generated
Article 46(3) of Law 4194/2013
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 417 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 417/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. - Π. - … Legal Δικηγορική Εταιρεία" που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τη νομική της εκπρόσωπο δικηγόρο Α. Α., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Entersoft Ανώνυμη Εταιρεία Παραγωγής και Εμπορίας Λογισμικού και Υπηρεσιών", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δήμο Παπαδήμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη η κλήση προς: Το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του εταίρου της Ά. Π., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 9249/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 1/10/2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 14/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 15/7/2020 κλήση της καλούσας εταιρείας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του και να καταδικασθεί η αντίδικος εταιρεία στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, η από 1-10-2018 (με αριθμό γεν. κατάθ. 134/2018) αίτηση αναίρεσης, με την από 15-7-2020 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της 14/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης και διατάχθηκε η κοινοποίηση της στον προσθέτως υπέρ της τελευταίας παρεμβάντα ΔΣΑ, ο οποίος και παρέστη στην παρούσα δίκη.

1. Με την από 22-9-2015 (αριθ. κατάθ.749/2015) αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου οι ενάγοντες και δη η δικηγορική εταιρία με την επωνυμία "Α. - Π. … Legal Δικηγορική Εταιρία" και ήδη αναιρεσείουσα, και ο Ά. Π.(μη διάδικος στην παρούσα δίκη), εξέθεταν ότι ο δεύτερος εξ αυτών είναι ως δικηγόρος και μέλος του ΔΣΑ δυνάμει της από 1-11-2006 έγγραφης σύμβασης έμμισθης εντολής αόριστης διάρκειας, που συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, συμφώνησε να παρέχει στην τελευταία νομικές υπηρεσίες έναντι μηνιαίας αμοιβής κατά τα ειδικότερα σ'αυτήν αναφερόμενα.

Ότι το έτος 2010 ο δεύτερος ενάγων και η δικηγόρος Α. Α. συνέστησαν την πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρία, στην οποία ο δεύτερος ενάγων εισέφερε την ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής, με αποτέλεσμα η πρώτη ενάγουσα να υπεισέλθει πλήρως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση αυτή έναντι της εναγομένης.

Ότι έκτοτε συνέχισε η πρώτη ενάγουσα να παρέχει, δια των εταίρων της, τις συμφωνηθείσες νομικές υπηρεσίες προς την εναγομένη, χωρίς να επέλθει καμία μεταβολή στους όρους της σύμβασης. Ότι στις 19 - 6 - 2015 η εναγομένη κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο την ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής, χωρίς να καταβάλει τη δικαιούμενη από το άρθρο 46 παρ. 3 περ.

δ Ν 4194/2014 αποζημίωση στην πρώτη ενάγουσα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Ζήτησαν δε οι ενάγοντες να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει: Α) Στην πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρία: α) το συνολικό ποσό των 4.612,50 ευρώ ως αποζημίωση συνεπεία της λύσης της έμμισθης εντολής (ήτοι 5 μηνιαίες αποδοχές Χ 750 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%), νομιμότοκα από την επίδοση της από 1-7-2015 εξώδικης δήλωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και β) το συνολικό ποσό των 8.302,80 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, ως εκ του άρθρου 46 παρ. 4 Ν 4194/2013 επιβαλλομένη ποινή και μέσο εξαναγκασμού της εναγομένης για την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης εκ της λύσεως της ανωτέρω σύμβασης έμμισθης εντολής, που αντιστοιχεί στην πάγια αντιμισθία της για εννέα μήνες, ήτοι από Ιούλιο έτους 2015 μέχρι Μάρτιο έτους 2016, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, και Β) στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 12.679,17 ευρώ που αφορά τη συμμετοχή της εναγομένης στις ασφαλιστικές του εισφορές (κατά τα 2/3) για τα έτη 2010 - 2014, νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 12/2017 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς τον δεύτερο και ως νομικά αβάσιμη ως προς την πρώτη ενάγουσα. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 20-10-2017 έφεση η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 9249/2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάζοντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια άνω απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που είχε απορρίψει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση εκ 4.612,50 ευρώ λόγω λύσης της έμμισθης εντολής, το οποίο έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο και απέρριψε το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε την εξ 8.302,80 ευρώ εκ του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013 επιβαλλομένη ποινή, ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την αίτηση αναίρεσης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του κώδικα περί δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχολήσεως που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ` εξαίρεση ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρα 63 παρ. 1-4 του κώδικα περί δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν καταρτίστηκε για ορισμένο χρόνο (άρθρο 63 παρ. 5 του ανωτέρω κώδικα), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ` αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω νομοθετικού διατάγματος και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.

ΑΠ. 45/2002). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του άνω κώδικα). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3590/1957 και ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α` 18/25-1-2013), που παραπέμπει στο άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ.12 του ν. 4093/2012, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης με καταγγελία του εντολέα, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του ίδιου Κώδικα αμοιβή του, μέχρι πλήρους αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και επομένως η σύμβαση λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης.

Πρόκειται, δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως αυτό, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους αποζημίωσης.

Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους απόδειξης και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί, αν επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ ΑΠ 570/1986, ΑΠ 1017/2019, ΑΠ 1101/2017, ΑΠ 308/2017, ΑΠ 411/2016, ΑΠ 1239/2014, ΑΠ 249/2012).

Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 330, 341 και 342 ΑΚ, προκύπτει ότι ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Η υπαιτιότητα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιώσεως του δανειστή αλλά αντιθέτως η έλλειψη αυτής θεμελιώνει καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως ένσταση, την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας (αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται) αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (ΑΠ 506/2018, Α.Π. 1325/2014).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 1166/2014).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 1166/2014).

3. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και δη ότι το Εφετείο με την παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμου του ισχυρισμού της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, περί συγγνωστής πλάνης και εύλογης αμφιβολίας της σχετικά με την υποχρέωσή της να καταβάλει αποζημίωση λόγω καταγγελίας εκ μέρους της, της έμμισθης εντολής που είχε καταρτίσει με την ενάγουσα-αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία και να απορρίψει το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τόσο την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013 με την μη εφαρμογή της, όσο και την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε πλημμελώς κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι και προϋποθέσεις της αρχής της υπαιτιότητας, όπως την αρχή αυτή θεμελιώνει η εν λόγω διάταξη.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: " Δυνάμει του από 1-11-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού έμμισθης εντολής, που συνήφθη μεταξύ του Ά. Π., δικηγόρου ........ δεύτερου ενάγοντος στην από 22-9-2015 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 749/2015) αγωγή, και της εναγομένης στην ίδια αγωγή .........συμφωνήθηκε η παροχή στην τελευταία νομικών υπηρεσιών με αόριστη διάρκεια (βλ. τον 1° όρο του εν λόγω Ιδιωτικού Συμφωνητικού......). Η μηνιαία αμοιβή του ανωτέρω δικηγόρου για την παροχή νομικών υπηρεσιών στην εναγομένη......... συμφωνήθηκε στο ποσό των 750 ευρώ, "τιμολογητέα εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου ημερολογιακού έτους εντός του οποίου παρέχονται οι υπηρεσίες"......

Περαιτέρω, το έτος 2010 ο ανωτέρω δικηγόρος και η δικηγόρος Α. Α. συνέστησαν την πρώτη ενάγουσα ...........δικηγορική εταιρία...... Αυτή, δε, η δικηγορική εταιρία από την ίδρυσή της υπεισήλθε πλήρως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ανωτέρω δικηγόρου έναντι της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας, που απορρέουν από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Αυτό επειδή ο ανωτέρω δικηγόρος, που συνήψε το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρία, κατέστη, πλέον, εταίρος της πρώτης ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας δικηγορικής εταιρίας και, συνεπώς, συνεχίσθηκε για λογαριασμό της τελευταίας, και χωρίς καμία τροποποίηση, η σύμβαση έμμισθης εντολής, που τέθηκε σε ισχύ με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Περαιτέρω, στις 19 - 6 -2015 η εναγομένη ......κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής, χωρίς να καταβάλει την δικαιούμενη από το άρθρο 46 παρ. 3 περ. δ Ν 4194/2014 αποζημίωση στην πρώτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δικηγορική εταιρία. Για το λόγο αυτό η τελευταία απέστειλε στην εναγομένη......την από 1-7-2015 εξώδικη όχληση-πρόσκληση - δήλωση, κοινοποιηθείσα στις 2-7-2015........, με την οποία της δήλωσε: "Όπως γνωρίζετε, με προφορική εκ μέρους σας καταγγελία διακόψατε με υπαιτιότητα σας τη μεταξύ μας σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου από την 19-6-2015" και της ζήτησε να της καταβάλει τη νόμιμη κατ' άρθρ. 46 παρ. 3 περ.

δ του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωση, ποσού 3.750 ευρώ, εντός τριών ημερών από την επίδοση της εν λόγω εξώδικης όχλησης - πρόσκλησης- δήλωσης. Όμως, μετά την παρέλευση της τριήμερης προθεσμίας, που τάχθηκε με την ανωτέρω εξώδικη όχληση, και μέχρι την παρούσα συζήτηση, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα δεν έχει καταβάλει την αποζημίωση, που οφείλει λόγω της εκ μέρους της καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης έμμισθης εντολής.

Αυτή, δε, η αποζημίωση είναι ίση με πέντε πάγιες μηνιαίες αμοιβές, ποσού 750 ευρώ εκάστης και, συνεπώς, ανέρχεται στο ποσό των 3.750 ευρώ(750 Χ 5). Σε αυτό, δε, το ποσό πρέπει να προστεθεί και ο Φ.Π.Α, εκ 23%, ήτοι το ποσό των 862,50ευρώ (3.750 Χ 23%) και, συνεπώς, η εν λόγω αποζημίωση ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 4.612,50 ευρώ (3.750 + 862,50).

Όσον αφορά στην πρώτη ενάγουσα ......δικηγορική εταιρία, δικαιούται να αξιώνει την αποζημίωση αυτή επειδή, όπως προεκτέθηκε, μετά την ίδρυση της υπεισήλθε στα δικαιώματα του εταίρου της Ά. Π., δικηγόρου ...... έναντι της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας. Περαιτέρω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρία, εκτός από το ως άνω ποσό των 4.612,5 ευρώ, δεν υποχρεούται να καταβάλει και το ποσό των 8.302,50 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα ......δικηγορική εταιρία, που ισοδυναμεί με τις πάγιες μηνιαίες αμοιβές της τελευταίας από τη λύση της ανωτέρω σύμβασης έμμισθης εντολής μέχρι το χρόνο συζήτησης της από 22-9-2015 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 749/2015) αγωγής. Καταρχήν, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε περίπτωση μη καταβολής αποζημιώσεως μετά την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στον δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης.

Η ρύθμιση αυτή, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του κώδικα περί δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 10 παρ. 1 ν.δ. 3790/1957, έχει σκοπό να επιβάλλει στον εντολέα ένα "είδος ποινής" και ένα μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής.

Όμως, όπως ομοίως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο εντολέας απαλλάσσεται από αυτήν την "ποινή" εάν αποδειχθεί ότι η εκ μέρους του μη καταβολή αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής - ή η εκ μέρους του ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης - οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία αναφορικά είτε με την υποχρέωσή του για καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης, είτε με το ύψος αυτής (αποζημίωσης).

Στην προκειμένη περίπτωση, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι η μη καταβολή της ανωτέρω αποζημιώσεως εκ μέρους της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη και εύλογη αμφιβολία της τελευταίας.

Ειδικότερα, μετά τη λύση της ανωτέρω σύμβασης έμμισθης εντολής, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας σχημάτισαν την πεποίθηση ότι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης δεν οφείλεται σε δικηγορικές εταιρίες, αλλά μόνο σε δικηγόρο, ήτοι σε φυσικό πρόσωπο. Τα παραπάνω τα επιβεβαιώνει και η μάρτυρας της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είναι υπεύθυνη του λογιστηρίου της.

Ειδικότερα, η μάρτυρας αυτή κατέθεσε: "Όταν έληξε η συνεργασία ξέρω ότι υπήρχε το εξώδικο με το οποίο ζητήθηκε κάποιο ποσό επιπλέον ... Εγώ ως λογίστρια δεν το γνώριζα γιατί αυτό το πράγμα είναι πολύ εξειδικευμένο. Ρωτήσαμε τους καινούριους δικηγόρους, με τους οποίους συνεργαζόμασταν, και μας είπαν ότι δεν τίθεται θέμα.

Υπήρχε δικηγορική εταιρία και άρα δεν υφίσταται αποζημίωση. Κατόπιν τούτου, πρέπει το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο των 8.302,50 ευρώ να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εξάλλου, η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το προαναφερόμενο κονδύλιο των 4.612,50 ευρώ, που αφορά την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης έμμισθης εντολής, ως νόμω αβάσιμο με την αιτιολογία ότι, όπως προκύπτει από τη συστηματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρ. 46 Ν 4194/2013 (νέος Κώδικας Δικηγόρων), "η αποζημίωση λόγω καταγγελίας έμμισθης εντολής προβλέφθηκε από το νομοθέτη μόνο για τα φυσικά πρόσωπα" και, συνεπώς, η πρώτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δεν δικαιούται να την αξιώνει, καθόσον δεν είναι δικηγόρος - φυσικό πρόσωπο αλλά δικηγορική εταιρία.

Όμως, η εκκαλουμένη απόφαση, κρίνοντας τα παραπάνω και απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμο το προαναφερόμενο κονδύλιο των 4.612,50 ευρώ, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών νομικών διατάξεων. Αυτό επειδή σε καμία διάταξη του Ν 4194/2013 (νέος Κώδικας Δικηγόρων) δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη ότι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής έχει αμιγώς προσωποπαγή χαρακτήρα και ότι την δικαιούνται μόνο φυσικά πρόσωπα - δικηγόροι και όχι και δικηγορικές εταιρίες (ενώ, απεναντίας, η εκκαλουμένη απόφαση ορθώς απέρριψε το ως άνω κονδύλιο των 8.302,50 ευρώ, έστω και με αιτιολογία διαφορετική σε σχέση με την αιτιολογία της παρούσας δευτεροβάθμιας απόφασης).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανισθεί, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο ......και να εκδικασθεί η ....... από 22-9-2015.....αγωγή, ....... να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη ........

να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα.... Το ποσό των 4.612,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 5 - 7 - 2015....". Το Εφετείο με την κρίση του κατά το μέρος που δέχθηκε τον καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό της εναγομένης, ότι η μη καταβολή εκ μέρους της της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας, οφειλόταν σε συγγνωστή πλάνη της και εύλογη αμφιβολία της, για την οποία δεν έχει αυτή ευθύνη και άρα δεν υποχρεούται να καταβάλει την από το άρθρο 94 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του κώδικα περί δικηγόρων ex lege ποινή, μέχρι την καταβολή της αποζημίωσης, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013 την οποία δεν εφάρμοσε καίτοι ήταν εφαρμοστέα, καθώς και την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα το Εφετείο με το να δεχθεί τον καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό της εναγομένης, ότι η μη καταβολή εκ μέρους της της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας, οφειλόταν σε συγγνωστή πλάνη της και εύλογη αμφιβολία της, για την οποία δεν έχει αυτή ευθύνη και άρα δεν υποχρεούται να καταβάλει την από το άρθρο 94 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του κώδικα περί δικηγόρων ex lege ποινή, μέχρι την καταβολή της αποζημίωσης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον με ανεπαρκείς αιτιολογίες και ενώ δέχεται α)ότι μετά τη λύση της ανωτέρω σύμβασης έμμισθης εντολής, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας σχημάτισαν την πεποίθηση ότι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης δεν οφείλεται σε δικηγορικές εταιρίες, αλλά μόνο σε δικηγόρο, ήτοι σε φυσικό πρόσωπο και γι'αυτό τον λόγο δεν κατέβαλαν την αποζημίωση, δεν διευκρινίζει με ποιον τρόπο σχημάτισαν αυτήν την πεποίθηση, εφόσον πρόκειται για εταιρεία παραγωγής και εμπορίας Λογισμικού και Υπηρεσιών, β) ενώ δέχεται και αναφέρει αυτολεξεί στην απόφασή του την κατάθεση της λογίστριας της εναγομένης: "Όταν έληξε η συνεργασία ξέρω ότι υπήρχε το εξώδικο με το οποίο ζητήθηκε κάποιο ποσό επιπλέον ...

Εγώ ως λογίστρια δεν το γνώριζα γιατί αυτό το πράγμα είναι πολύ εξειδικευμένο. Ρωτήσαμε τους καινούριους δικηγόρους, με τους οποίους συνεργαζόμασταν, και μας είπαν ότι δεν τίθεται θέμα. Υπήρχε δικηγορική εταιρία και άρα δεν υφίσταται αποζημίωση", δεν διευκρινίζει πότε ερωτήθηκαν οι νέοι δικηγόροι της εναγομένης για το θέμα της αποζημίωσης αυτής, άμεσα με την καταγγελία ή πριν απ'αυτήν, ή όταν έστειλε η ενάγουσα προς την εναγομένη εταιρεία την από 1-7-2015 εξώδικη όχληση-πρόσκληση και δήλωσή της, με την οποία την καλούσε να της καταβάλει την αποζημίωση του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4194/2013 λόγω της εκ μέρους της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, περαιτέρω δεν διευκρινίζει αν λόγω διαφορετικών διατυπωθεισών κρίσεων περί του θέματος αυτού των νομικών παραστατών της, προηγουμένων και μετέπειτα, προέβη και σε κάποια άλλη κίνηση η εναγομένη και προς άλλη νομική πηγή, περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, και ειδικότερα οι προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως δεν στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα ότι η εναγομένη δεν επέδειξε αμέλεια αλλά είχε εύλογη αμφιβολία αναφορικά με την υποχρέωσή της για την καταβολή της αποζημίωσης και ότι σε κάθε περίπτωση συνέτρεχε στο πρόσωπό της συγγνωστή νομική πλάνη ως προς το ζήτημα αυτό.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης είναι βάσιμοι.

4. Κατ'ακολουθίαν και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά το κεφάλαιό της, περί απόρριψης του αιτήματος της αγωγής περί καταβολής στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα του ποσού των 8.302,50 ευρώ της ex lege αποζημίωσής της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει επίσης να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων μερών δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, λόγω του δυσερμήνευτου του κανόνος δικαίου που εφαρμόσθηκε(άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9249/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο, που αναφέρθηκε στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

-Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων μερών δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ