417/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 417 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 417 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 417/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αντωνιάδη.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανέζα Κονταξή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2007 αγωγή του Α. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7899/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1620/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 3-2-2014 και 22-8-2014 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε τις από 15-10-2014 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την αποδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 3-2-2014 αίτησης αναίρεσης και β) την απόρριψη της από 22-8-2014 αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς κρίση αντίθετες αιτήσεις προς αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε υπόθεση που αφορά αξίωση του εγγυητή που ικανοποίησε τον δανειστή από την συνδέουσα αυτόν (εγγυητή) και τον πρωτοφειλέτη έννομη σχέση της εντολής, προς καταβολή του ποσού που κατέβαλε στο δανειστή. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επιτευχθεί μείωση των εξόδων (αρθρ.246 ΚΠολΔ).
Α)Επί της από 3 Φεβρουαρίου 2014 αιτήσεως αναιρέσεως.
Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Με την υπ’ αριθμ. 7899/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν, αγωγή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου) Α. Τ. με την οποία αυτός, επικαλούμενος την έννομη σχέση εντολής που συνέδεε τον ίδιο και την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη) πρωτοφειλέτρια εταιρεία, σε εκτέλεση της οποίας εγγυήθηκε υπέρ αυτής, ως αυτοφειλέτης, την εκπλήρωση των όρων της δανειακής συμβάσεως που είχε συνάψει εκείνη με τη δανείστρια τράπεζα, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 179.000 ευρώ που κατέβαλε, σε εκτέλεση της άνω εντολής, στην δανείστρια τράπεζα με την ιδιότητα του εγγυητή, έναντι του χρέους της πρωτοφειλέτριας. Ειδικότερα, η αγωγή έγινε δεκτή, κατ’ αποδοχή ως νόμιμης και βάσιμης, της εκ του άρθρου 281 ΑΚ αντενστάσεως, που πρότεινε παραδεκτά ο ενάγων προς απόκρουση της, επίσης παραδεκτά, προβληθείσης εναντίον του ενστάσεως της εναγομένης πρωτοφειλέτριας εταιρείας, ακυρότητας της συμβάσεως εντολής, λόγω μη τηρήσεως των υπό του άρθρου 23α παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1923 απαιτουμένων προϋποθέσεων, δηλαδή λόγω ελλείψεως της προηγούμενης ειδικής εγκρίσεως της γενικής συνελεύσεως αυτής, ενόψει του ότι ο ενάγων ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, η οποία (ένσταση) κρίθηκε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη πρωτοφειλέτρια εταιρεία, παραπονούμενη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση και την, περί καταβολής από τον ενάγοντα στη δανείστρια τράπεζα των οφειλομένων, παραδοχή της αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς την παραδοχή της αντενστάσεως. Άσκησε επίσης αντέφεση και ο ενάγων, επικαλούμενος για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του, ότι, σε περίπτωση παραδοχής της εφέσεως ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσης αντενστάσεως της εναγομένης, θα δημιουργείτο δυσμενές σε βάρος του δεδικασμένο, ως προς την προηγηθείσα και αναγκαίως συνεχόμενη κρίση της πρωτοβάθμιας απόφασης περί ακυρότητας της συμβάσεως της εντολής, προβάλλοντας ως λόγους αντέφεσης, τους προβληθέντες πρωτοβαθμίως ισχυρισμούς του ότι δεν απαιτείτο άδεια της γενικής συνελεύσεως για την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εντολής για τους αναφερόμενους και στην αντέφεση λόγους και επιπλέον διότι συνέτρεχε περίπτωση εξαιρέσεως από την ανωτέρω απαγόρευση, διότι η σύμβαση αυτή αφορούσε τρέχουσα συναλλαγή. Η έφεση και η αντέφεση συνενδικάσθηκαν και επ’ αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές η έφεση και η αντέφεση και ακολούθως απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση ενώ μετά την απόρριψη της εφέσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ότι "η αντέφεση κατέστη άνευ αντικειμένου" και απέρριψε και την αντέφεση. Κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, άσκησαν παραδεκτά αναίρεση, αφενός μεν η πρωτοφειλέτρια εταιρεία ως ηττηθείσα, αφετέρου δε και ο ενάγων, ως έχων έννομο συμφέρον προς τούτο, αφού σε περίπτωση παραδοχής της αναιρέσεως, βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως οι οποίες έχουν προσόντα διατακτικού αναφορικά με την ακυρότητα της επίδικης συμβάσεως εντολής (άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ) και με την έννοια αυτή ερευνώνται κατωτέρω αμφότερες οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως ως προς τους προβαλλόμενους με αυτές λόγους.
Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη τα ακόλουθα: Η εναγόμενη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), εκπροσωπούμενη από τον Ι. Δ., συνήψε με την "..." την με αριθμ. ...28-11-1994 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 350.000.000 δραχμών, το οποίο αυξήθηκε σε 400.000.000 ευρώ με την υπ’ αριθ. ...1/19-12-1995 πρόσθετη πράξη. Πριν την υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης με την τράπεζα, η εναγομένη κατήρτισε ατύπως με τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) σύμβαση εντολής, με βάση την οποία και σε εκτέλεσή της, στα ίδια ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά που υπεγράφησαν με την τράπεζα, ο τελευταίος εγγυήθηκε υπέρ της πιστούχου την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, ως αυτοφειλέτης, ενεχόμενος εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια, παραιτούμενος έναντι της τράπεζας του δικαιώματος της διζήσεως και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 858, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ. Προς μεγαλύτερη μάλιστα εξασφάλιση της τράπεζας ο ενάγων συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για το ποσό των 170.000.000 δραχμών -μεταξύ άλλων και- σε ένα διαμέρισμά του στην ... .....η οποία διατάχθηκε με τη με αρ. 33.271/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .... Ακολούθως, ο ενάγων εγγυήθηκε υπέρ της εναγομένης και κατά την υπογραφή των υπ’ αριθ....05-03-1996 και ...03-07-1996 πρόσθετων πράξεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ της πρωτοφειλέτριας και της δανείστριας τράπεζας και με τις οποίες συμφωνήθηκε η χορήγηση πρόσθετης πίστωσης ύψους 1.000.000 γερμανικών μάρκων και 525.348,04 ecu αντίστοιχα. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι εκτός του ενάγοντος υπέρ της εταιρείας εγγυήθηκαν και ο Ι. Δ. και ο Κ. Τ. (πατέρας του ενάγοντος), μέτοχοι της εταιρείας και μέλη του διοικητικού της συμβουλίου. Η ως άνω σύμβαση κινήθηκε με τρεις επιμέρους λογαριασμούς, όταν δε στις 25 Σεπτεμβρίου 1998 η δανείστρια τράπεζα έκλεισε οριστικά τους αλληλόχρεους λογαριασμούς, αυτοί παρουσίαζαν χρεωστικό υπόλοιπο 19.504.650 δραχμών, 1.025.127,68 γερμανικών μάρκων και 504.259,82 ecu. To κατάλοιπο αυτό κλήθηκαν να εξοφλήσουν οι οφειλέτες (η πρωτοφειλέτρια εταιρεία και οι υπέρ αυτής εγγυητές), ο δε ενάγων οχλήθηκε με την από 25.09.1998 εξώδικη δήλωση της τράπεζας.... λόγω όμως της άρνησης τους να καταβάλουν, η δανείστρια τράπεζα εναγομένη προέβη στην έκδοση της με αρ. …/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε ......στον ενάγοντα μαζί με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 365.934.396 δραχμών πλέον τόκων υπερημερίας και λοιπών εξόδων, ενώ στις 13-6-2000 η προσημείωση τράπηκε σε υποθήκη μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 3.463/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί ανακοπής του ενάγοντος κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η διαταγή πληρωμής Κατόπιν των ανωτέρω και κυρίως ενόψει του κινδύνου απώλειας του υποθηκευθέντος ακινήτου του, που είχε κατασχεθεί και είχε αρχίσει η σε βάρος του εκτελεστική διαδικασία, ο ενάγων απευθύνθηκε στην τράπεζα με την επωνυμία "....", που είχε υπεισέλθει στη θέση της αρχικής δανείστριας τράπεζας, προκειμένου να ρυθμισθεί συμβιβαστικά η οφειλή του προς αυτήν. Σε εκτέλεση της συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ τους, ο ενάγων κατέβαλε στην τράπεζα στις 19 Νοεμβρίου 2003 ποσά 13.184,38 ευρώ και 6.815,62 ευρώ, στις 16 Μαρτίου 2004 ποσό 3.000 ευρώ, στις 13 Ιουλίου 2004 ποσά 434,01 ευρώ και 19.565,99 ευρώ, στις 22 Νοεμβρίου 2004 ποσό 10.000 ευρώ, στις 29 Νοεμβρίου 2005 ποσό 3.000 ευρώ, .στις 07 Σεπτεμβρίου 2006 ποσό 123.000 ευρώ και συνολικά 179.000 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω καταβολών, που έγιναν έναντι της οφειλής της εναγομένης πιστούχου εταιρείας, η τράπεζα υπολογίζοντας και εκτιμώντας προφανώς την αξία των υποθηκευμένων ακινήτων του ενάγοντος- του δήλωσε ότι θα συναινούσε στην αποδέσμευση και εξάλειψη των βαρών που είχαν εγγραφεί στα ακίνητά του.... Επομένως, με βάση αυτά και ενόψει της εσωτερικής έννομης σχέσης της εντολής, που συνδέει τους διαδίκους, ο ενάγων υποκαθιστάμενος στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας ως προς το καταβληθέν ποσό των 179.000 Ε, δικαιούται να απαιτήσει από την εντολέα πρωτοφειλέτρια εταιρεία κάθε τι που δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής....ήτοι το ανωτέρω καταβληθέν ποσό, που καταλογίστηκε σε μερική εξόφληση της οφειλής της προς την τράπεζα. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, αντίθετα, ο ισχυρισμός της εναγομένης, που συνιστά και λόγο του εφετηρίου της, ότι η σχέση που τη συνέδεε με τον ενάγοντα ήταν αυτή της δωρεάς, καθώς αυτός για λόγους ιδιαίτερου καθήκοντος και κατόπιν παρακλήσεως του πατέρα του προέβη στην παροχή της εγγυήσεως. Η αναφερόμενη συγγενική σχέση είναι ασφαλώς λόγος που δικαιολογεί την ανάμειξη του ενάγοντος και εξηγεί την κατάρτιση της σύμβασης της εντολής και την παροχή της εγγύησης, δεν είναι όμως αρκετός για να οδηγήσει σε κατάφαση δικαιοπρακτικής του βούλησης να προβεί στην παροχή της εγγύησης προς χαριστική δικαιοπραξία και μάλιστα για δωρεά προς την εναγομένη, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι σε αυτήν υπήρχαν οικονομικά συμφέροντα και τρίτων -πέραν του πατέρα του- προσώπων και συγκεκριμένα αυτά της οικογένειας Δ.. Επίσης, σε αντίθετο συμπέρασμα (ότι δηλαδή επρόκειτο για σύμβαση δωρεάς) δε μπορεί να οδηγήσει, ούτε και το γεγονός, ότι οι επίδικες καταβολές έγιναν "δια χειρός" Κ. Τ. (πατέρα του ενάγοντος), καθώς το πρόσωπο που ως φυσική παρουσία "εγχειρίζει" τα χρήματα στην τράπεζα δεν ταυτίζεται πάντοτε με τον κατά νομική ακριβολογία καταβάλλοντα αυτά, ενώ τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε και από το ενδεχόμενο τα χρήματα που ο ενάγων κατέβαλε να μην προέρχονταν από δικά του εισοδήματα, αλλά να τα έλαβε με οποιαδήποτε αιτία (λόγω δωρεάς, δανείου κ.λπ.) από τρίτους, καθώς το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν ακόμα σχετικά μικρής ηλικίας και δεν εργαζόταν, αφού οι επί μέρους καταβολές του ενάγοντος έγιναν προς αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης της δικής του ακίνητης περιουσίας Ο ενάγων, εξάλλου κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εντολής (Νοέμβριος 1994) ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης εταιρείας. Επομένως, ως προς τις συμβάσεις που κατήρτιζε με την ανωτέρω θα έπρεπε να τηρείται η τυπική διαδικασία της ειδικής έγκρισης τους από τη γενική συνέλευση των μετόχων της, σύμφωνα με το άρθρο 23α παρ. 2 ν. 2190/1920, όπως ίσχυε τότε, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι για τη σύναψη της συμβάσεως αυτής, που οπωσδήποτε εξέρχεται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εναγόμενης εταιρείας, ελήφθη σχετική εγκριτική απόφαση, καθώς κανένα στοιχείο δεν προσκομίζεται σχετικά ούτε και από τον ενάγοντα, που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης. Επομένως, είναι πράγματι γεγονός ότι τυπικώς η σύμβαση αυτή πάσχει ως προς την εγκυρότητα της, όπως βασίμως υποστηρίζεται από την εναγομένη. Αποδείχθηκε όμως περαιτέρω ότι για καμία από τις συμβάσεις εντολής που καταρτίστηκαν προκειμένου να χορηγηθούν οι αντίστοιχες εγγυήσεις δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία. Και τούτο διότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ήταν μέλη δύο οικογενειών, που συγκέντρωναν το σύνολο των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ανήκε στον Κ. Τ. (πατέρα του ενάγοντος) και στον Ι. Δ.. Άλλωστε, η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε σε γνώση των κυριότερων μετόχων, που παρίσταντο κατά τη χορήγηση της εγγυήσεως στην τράπεζα, χωρίς καθόλου να αντιλέξουν ή να προβάλουν οποιαδήποτε επιφύλαξη, ως προς την εγκυρότητά της, το ίδιο δε συνέβαινε και στη συνέχεια, όταν ο ενάγων κατέβαλλε προς την τράπεζα προφανώς σε γνώση της εναγομένης, η οποία και πάλι καμία αντίρρηση δεν έφερε. Επίσης, παρόλο που το κριτήριο αυτό δεν τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση για το κύρος της, η σύμβαση της εντολής και η χορηγηθείσα σε εκτέλεση αυτής εγγύηση εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τα συμφέροντα της εναγόμενης εταιρείας, προσπορίζοντας σ’ αυτήν οικονομικά οφέλη, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και είχε μεγάλο χρέος στη δανείστρια τράπεζα, μεγάλο μέρος του οποίου (179.000 ευρώ από τις 480.000 ευρώ περίπου) καλύφθηκε από τον ενάγοντα, αποτρέποντας τις σε βάρος της εναγομένης δυσμενείς συνέπειες. Ενόψει όλων αυτών, η εκ μέρους της εναγομένης προβολή της ενστάσεως περί ακυρότητας της σύμβασης εντολής που τη συνδέει με τον ενάγοντα, υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τον ενάγοντα συνέπειες, που έρχονται σε προφανή αντίθεση με την έννοια της δικαιοσύνης, καθώς εύκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται μόνον προς αποφυγή των έναντι αυτού υποχρεώσεων της εναγομένης........Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν η κατ’ αρθρ. 281 ΑΚ αντένσταση του ενάγοντος και συνακόλουθα να απορριφθεί η περί ακυρότητας της συμβάσεως ένσταση της εναγομένης, απορριπτόμενου μετά ταύτα κατ’ ουσίαν του περί του αντιθέτου λόγου έφεσης. Ενόψει όλων αυτών, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη".
Υπό τις προεκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της συνδέουσας τους διαδίκους εσωτερικής έννομης σχέσης και κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα ότι αυτή είναι η σχέση εντολής, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσίβλητος, υπό την ιδιότητα του εγγυητή, υποκατασταθείς στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας δικαιούται να απαιτήσει από την πρωτοφειλέτρια αναιρεσείουσα εταιρεία, κάθε τι που δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής και όχι δωρεά όπως υποστήριζε η αναιρεσείουσα. Ως εκ τούτου, καμία αντίφαση υπάρχει στις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως και δη εκείνη που επικαλείται η αναιρεσείουσα και οδηγεί, κατά τους ισχυρισμούς της, στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν εκείνη της δωρεάς, αντίφαση που σε κάθε περίπτωση, πλήττει την, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και είναι, συνεπώς, απαράδεκτη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 26-4-2007 βεβαίωσης της δανείστριας τράπεζας με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό των 179.000 ευρώ στην τελευταία, ενώ από τη βεβαίωση αυτή προέκυπτε, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταθέσει μόνο το ποσό των 13.000 ευρώ ενώ το υπόλοιπο ποσό των 166.000 ευρώ το κατέβαλε ο πατέρας του Κ. Τ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία για το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε με την παραδοχή, ότι δεν αναιρείται το πόρισμα από το γεγονός ότι οι επίδικες καταβολές έγιναν "δια χειρός" Κ. Τ. πατέρα του αναιρεσιβλήτου.
Κατά το άρθρο 23α του ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν.5076/1931 αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 10 του Ν.Δ.4137/1962 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Π.Δ/τος 409/1986 και άρθρο 2 του Π.Δ/τος 498/1987, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο "1..Δάνεια της εταιρείας προς τους ιδρυτές, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, ως και η παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ’ οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα....2.Οιασδήποτε άλλες συμβάσεις της εταιρείας μετά των ως άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ συνελεύσεως των μετόχων. Η έγκριση δεν παρέχεται αν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του στη συνέλευση εκπροσωπουμένου. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής". Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό του δικαιώματος. Όμως, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, όταν ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται κατά της ακυρότητας της σύμβασης, η οποία επήλθε λόγω παράβασης του νόμου γιατί η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική (ΑΠ 2029/2013, 188/2009, 1791/2006, 349/2004). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011). Επομένως, το Εφετείο που με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, έκρινε, ότι συνιστά νόμιμη αντένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ ο προβληθείς πρωτοβαθμίως ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου κατά της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ως άνω ενστάσεως από το άρθρο 23α του ν. 2190/1920 περί ακυρότητας των συμβάσεων εντολής, την οποία δέχθηκε και κατ’ ουσίαν, και ακολούθως τον έκρινε βάσιμο απορρίπτοντας την έφεση της τελευταίας, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σχετικό μέρος περί παραδοχής της εκ του άρθρου 281 ΑΚ αντενστάσεως, Β) Επί της από 22 Αυγούστου 2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Τ.:
Κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή και ο λόγος εφέσεως ή αντεφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Ως "αίτηση" δε, η κατάληψη της οποίας αδίκαστης, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως, νοείται και η ασκηθείσα νομίμως αντέφεση, αφού με την άσκησή της και μέσα στα όρια αυτής, αναβιώνει η εκκρεμοδικία, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔικ (Ολ. ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα αντέφεση ασκήθηκε επικουρικά, μετά δε την παραδοχή ως βάσιμης της προβληθείσης από τον ίδιο παραδεκτά αντενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε την αντέφεση "ως άνευ αντικειμένου πλέον", χωρίς να ερευνήσει τους λόγους της αντεφέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ζήτημα της εγκυρότητας της συμβάσεως εντολής. Οι παραδοχές δε του εφετείου περί ακυρότητας της συμβάσεως εντολής, ως εκ περισσού έχουν διατυπωθεί, διότι δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, όσον αφορά της απόρριψη της αντέφεσης, η οποία στηρίζεται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι μετά την απόρριψη της έφεσης, η έρευνα των λόγων της αντέφεσης καθίσταται άνευ αντικειμένου. Ως εκ τούτου και ενόψει του ότι μετά την παραδοχή της αναιρέσεως της πρωτοφειλέτριας εταιρείας περί μη νομιμότητας της εκ του άρθρου 281 ΑΚ αντενστάσεως ενεργοποιείται το ζήτημα του κύρους της συμβάσεως εντολής με βάση τους αναφερόμενους στην αντέφεση λόγους, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν, οι σχετικοί από το άρθρο 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι δεν έλαβε υπόψη τους λόγους της αντέφεσης την οποία άφησε αδίκαστη, είναι βάσιμοι. Επομένως, κατ’ αποδοχή αυτών και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την απορριπτική της αντεφέσεως διάταξή της.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η σύνθεσή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή των καταβληθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως προστ. με το αρθρ.12 παρ.2 Ν.4055/2012). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί συνολικά μεταξύ των διαδίκων η δικαστική τους δαπάνη, γιατί αμφότερα τα μέρη, ως προς τις αιτήσεις που, αντίστοιχα άσκησαν, το μεν νίκησαν (ως αναιρεσείοντες), το δε ηττήθηκαν (ως αναιρεσίβλητοι) (αρθρ.178, 176, 106 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1620/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα στα σχετικά κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκείμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων στους καταθέσαντες.
Συμψηφίζει συνολικά μεταξύ των διαδίκων την δικαστική τους δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ