Legislator Case Law & Legislation
417/2015 AI generated

417/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 417/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

417/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Keywords

AI generated
legal separation forfeiture of shareholder rights parental alienation syndrome death of spouse loss of trust family member
AI generated
2208/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
2137/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
1985/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1736/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1636/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 417 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 417/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. συζ. Σ. Μ., το γένος Χ. Χ. κατοίκου ... και 2. Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Μπέτσου.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Δ. στη θέση του Κ. Χ. Σ., ως οριστικής συνδίκου της πτώχευσης της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Μ. και Σια ΟΕ" και των ομορρύθμων μελών αυτής α) Σ. Ι. Μ. και β) Κ. Γ., Παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-1999 αγωγή του Κ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7512/2000 μη οριστική, 5996/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2158/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2012 αίτησή τους και με τους από 26-5-2014 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 30-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η οριστική σύνδικος την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 26-6-2012 αίτηση αναιρέσεως και οι από 26-5-2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής που πρέπει να συνεκδικασθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ως προς το ζήτημα, κατά πόσον οι μεταβιβάσεις ακινήτων εκ μέρους του ομορρύθμου εταίρου της πτωχευσάσης εταιρείας Σ.

Μ. προς τους αναιρεσείοντες, σύζυγο και τέκνο αυτού, αντίστοιχα, έγιναν με σκοπό τη βλάβη των δανειστών της, καθώς και ως προς τη γνώση τούτων για το ίδιο ζήτημα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την 2904/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ... κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ.

Μ. & Σία Ο.Ε." και ταυτόχρονα συμπτώχευσαν τα ομόρρυθμα μέλη αυτής Σ. Μ. και Κ. Γ., ορίστηκε δε χρόνος παύσης των πληρωμών η 30-6-1995 ... Ο Σ. Μ. κατά το χρονικό διάστημα από 4-3-1994 μέχρι 12-4-1994 και ενώ υφίσταντο απαιτήσεις πιστωτών της εταιρείας ... προέβη σε μεταβιβάσεις ακινήτων του προς τη σύζυγο και το τέκνο του με δωρεά και γονική παροχή, αντιστοίχως.

Συγκεκριμένα προς τη σύζυγο του προέβη σε δωρεά εν ζωή Α) με το .../4-3-1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αντωνίας Καλκάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, του μισού εξ αδιαιρέτου των εξής ακινήτων: 1) της με στοιχεία Α-3 οριζόντιας ιδιοκτησίας (καταστήματος) του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας, που κείται ...

στο ... επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... ... 2) της με στοιχεία Α - 4 οριζόντιας ιδιοκτησίας (καταστήματος) του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της ίδιας παραπάνω πολυκατοικίας ... 3) της με στοιχεία Α - 5 οριζόντιας ιδιοκτησίας (καταστήματος) του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της ίδιας παραπάνω πολυκατοικίας ...

Η αξία των παραπάνω ακινήτων (του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου) ανέρχεται στο ποσόν των 17.499.375 δρχ., όπως καθορίσθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου. Β) με το .../8-4-1994 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου ... που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε προς τη σύζυγο του και τα εξής ακίνητα: 1) το 34 εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου, συνολικής εκτάσεως 413,61 τ.μ.

στη θέση "..." της Κοινότητας και ήδη Δήμου Ραφήνας, ... μη άρτιο και οικοδομήσιμο, ... 2) ένα αγροτεμάχιο στην ίδια θέση, εκτός σχεδίου πόλεως, μη άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 362,70 τ.μ. ... Η αξία των εν λόγω ακινήτων ανέρχεται στο ποσόν των 6.700.000 δρχ., όπως προσδιορίστηκε από τη Δ.Ο.Υ. Παλλήνης. Προς τον γιο του Ι.

Μ., ο οποίος κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως ήταν ανήλικος και εκπροσωπείτο από τον ίδιο τον μεταβιβάσαντα πατέρα του και την πρώτη εναγομένη μητέρα του, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, με το .../12-4-1994 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ένα αγροτεμάχιο με τη λυόμενη ισόγεια οικία που υπήρχε σ' αυτό, επιφάνειας της οικίας 81,20 τ.μ. ...

το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας πρώην Κοινότητας και ήδη Δήμου Μαραθώνος, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζώνης ... εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 367,50 τ.μ., ... και κατά νεότερη καταμέτρηση ... 405 τ.μ. Η αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται σε 10.300.000 δρχ., όπως εκτιμήθηκε από τη Δ.Ο.Υ.

Παλλήνης. Ήτοι συνολική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ποσού 34.499.375 δρχ. Κατά το χρόνο των παραπάνω απαλλοτριώσεων είχαν την ιδιότητα των δανειστών της πτωχεύσασας εταιρείας ... οι παρακάτω πιστωτές: 1) Ο Ν. - Μ. Κ., ... από απαιτήσεις μισθών, δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων, ποσοστά ... και επιδόματα αδείας για ποσόν 4.048.228 δρχ.

Για τις απαιτήσεις του αυτές ... εκδόθηκε η 2063/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο Αθηνών με την 6150/1997 απόφασή του. Η απαίτησή του επαληθεύθηκε με την 228/1999 έκθεση επαληθεύσεως πιστωτών της πτωχεύσεως για το συνολικό ποσόν των 8.428.000 δρχ., αποτελούμενη από κεφάλαιο, τόκους ...

και έξοδα, μέρος της οποίας εκχωρήθηκε και επαληθεύθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Αθανασίου για ποσόν 1.593.640 δρχ. 2) Ο Δ. Α. ... ο οποίος έχει απαίτηση ... από υπερωριακή απασχόληση, ... από διαφορά δώρου Χριστουγέννων, ... δώρου Πάσχα και επιδόματος αδείας, ... σύνολο 1.944.400 δρχ., επαλήθευσε δε συνολική απαίτηση από κεφάλαιο και τόκους ποσού 2.573.226 δρχ. 3) Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Κ.

Α.Ε." ... είχε απαίτηση ποσού 85.625.455 δρχ. ... από αξία εμπορευμάτων που είχαν πωληθεί προς την πτωχεύσασα εταιρεία, με τα αρ. ... τιμολόγια, ... για τα οποία εκδόθηκε η 3556/1994 διαταγή πληρωμής ... η οποία απαίτηση επαληθεύθηκε με την 228/1999 έκθεση επαλήθευσης πιστώσεων της πτώχευσης, οι σχετικές δε απαιτήσεις από τα δύο πρώτα τιμολόγια προϋπήρχαν της μεταβίβασης των ακινήτων προς την πρώτη εναγομένη που έγινε με το .../4-3- 1994 συμβόλαιο, ενώ το υπόλοιπο της απαίτησης προϋπήρχε των μεταβιβάσεων που έγιναν με τα .../8-4-1994 και .../12-4-1994 (ενν.

συμβόλαια) ... 4) Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κονσερβοποιία Βορείου Αιγαίου Α.Ε." ... για ποσό 75.735.000 δρχ. από αξία εμπορευμάτων που είχαν πωληθεί προς την πτωχεύσασα με το 5/9-3-1994 τιμολόγιο αυτής. Η απαίτησή της προϋπήρχε των μεταβιβάσεων που έγιναν με τα .../8-4-1994 και .../12-4-1994 συμβόλαια. Η εν λόγω πιστώτρια επαλήθευσε απαίτηση συνολικού ύφους 122.243.377 δρχ.

για κεφάλαιο και τόκους μέχρι την ημερομηνία της πτώχευσης. Τις παραπάνω επαληθευθείσες απαιτήσεις δεν αμφισβήτησε η πτωχεύσασα εταιρεία και σι συμπτωχεύσαντες ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, καθόσον δεν προέβαλαν αντιρρήσεις, με επακόλουθο η κρίση του συνδίκου στην 228/1999 έκθεση επαλήθευσης - εξέλεγξης περί αποδοχής των πιστώσεων αυτών να είναι οριστική και δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί. ...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά τις παραπάνω μεταβιβάσεις δεν υπάρχει περιουσία στο Σ. Μ. για την ικανοποίηση των παραπάνω δανειστών, ... οι μεταβιβάσεις έγιναν από αυτόν προς βλάβη των δανειστών και ακριβώς για να μη μπορέσουν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, καθόσον ο ίδιος, ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας και γνωρίζοντας τα χρέη αυτής προς τρίτους, έσπευσε να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία προς τη σύζυγο και το τέκνο του, το οποίο ήταν ανήλικο και εκπροσωπήθηκε από τη σύζυγο του και τον ίδιο, οι οποίοι και γνώριζαν ότι η απαλλοτρίωση γίνεται προς βλάβη των πιστωτών, ανεξαρτήτως του ότι τέτοια γνώση εκ μέρους των τρίτων, προς τους οποίους η μεταβίβαση, δεν απαιτείται, διότι οι δικαιοπραξίες που μεταβίβασε προς τη σύζυγο είναι χαριστικές, αλλά ...

και η δικαιοπραξία με την οποία μεταβίβασε προς το τέκνο είναι χαριστική ως γονική παροχή ...". Κατόπιν όλων αυτών το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων στο σύνολο της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 939, 941 παρ. 1 και 942 ΑΚ, δεχόμενο ότι ο ομόρρυθμος εταίρος της πτωχεύσασας εταιρείας απαλλοτρίωσε με χαριστική αιτία προς τη σύζυγο και το τέκνο του τα περιουσιακά του στοιχεία προς βλάβη των δανειστών της εταιρείας, χωρίς να απαιτείται και γνώση τούτων ως προς το στοιχείο της βλάβης, διέλαβε δε ως προς το ζήτημα τούτο σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) και δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, εφόσον στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι για τη διάρρηξη των επίμαχων δικαιοπραξιών απαραίτητο στοιχείο ήταν η κατάφαση της γνώσεως τούτων ότι ο ομόρρυθμος εταίρος με τις μεταβιβάσεις αυτές, απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών της πτωχευσάσης εταιρείας.

Τέλος, και ο από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως, είναι απαράδεκτος εφόσον ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό (και όχι στο αιτιολογικό) της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίστανται. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται για τη θεμελίωση του λόγου αυτού την εσφαλμένη απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του αιτήματος τους για τη χορήγηση προθεσμίας, προκειμένου ο μοναδικός μάρτυράς τους να ολοκληρώσει την ημιτελή ένορκη κατάθεσή του, γεγονός που θα έπρεπε να οδηγήσει το Εφετείο στην κρίση ότι, αφού δεν κατέστη δυνατό να αποδείξουν οι ίδιοι τα θέματα που έταξε σε βάρος τους η προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήταν αναγκαία η παράταση της προθεσμίας των αποδείξεων.

Οι αιτιάσεις ωστόσο αυτές, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους, δεν συνιστούν σε καμιά περίπτωση αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολομ.ΑΠ 15/2000).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ως προς αμφότερα τα σκέλη του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο, που, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή διαρρήξεως, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται κατά νόμο προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος.

Συγκεκριμένα, ως προς το κρίσιμο στοιχείο της αξίας κάθε ακινήτου που μεταβιβάσθηκε σε συνάρτηση με το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, το δικαστήριο αρκέσθηκε στη γενική αναφορά στην αγωγή της αξίας του, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. κατά το χρόνο μεταβιβάσεως, που απείχε του χρόνου εγέρσεως της αγωγής πλέον των πέντε (5) ετών, και μάλιστα όχι για το καθένα αυτοτελώς, αλλά κατά ομάδες ακινήτων, χωρίς καμία αναφορά για την τρέχουσα αξία αυτών κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ούτε στο οικείο δικόγραφο, ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν στο Εφετείο και τον άνω ισχυρισμό ως στοιχείο της αοριστίας της αγωγής. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι, με τον τέταρτο λόγο εφέσεως επικαλέσθηκαν ως στοιχείο της αοριστίας της αγωγής το γεγονός ότι δεν αναφέρεται με λεπτομέρειες σ' αυτήν, κατά ποιο ποσό η γονική παροχή που έγινε από τον Σ.

Μ. προς το δεύτερο αναιρεσείοντα είναι καταδολιευτική. Το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τον λόγο αυτό, έκρινε ότι η γονική παροχή συνιστά χαριστική δικαιοπραξία στο σύνολο της έναντι των απαιτήσεων των δανειστών, και συνεπώς υπόκειται σε διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται αναφορά στην αγωγή κατά ποιο ποσό αποτελεί δωρεά.

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, επιμεριζόμενο σε τρία σκέλη, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 14, 8 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες. Ειδικότερα, ισχυρίζονται: α) ότι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρόβαλαν ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει αόριστη ως προς την περιγραφή των απαιτήσεων των αναφερομένων σ' αυτήν πιστωτών, επανέφεραν δε τον ισχυρισμό τους αυτόν και με ειδικούς λόγους εφέσεως (2° και 5°) και τον πρόβαλαν με τις προτάσεις τους και ενώπιον του Εφετείου, β) ότι, ενώ ρητά στην αγωγή αναφέρεται πως ορισμένες από τις αξιώσεις των πιστωτών της πτωχευσάσης εταιρείας προέκυψαν από πωλήσεις εμπορευμάτων μετά τη μεταβίβαση προς την πρώτη αναιρεσείουσα με το συμβόλαιο της 4-3-1994 του ιδανικού μεριδίου του Σ.

Μ. επί των τριών καταστημάτων στο ..., και κατά συνέπεια δεν υπήρχαν ως οφειλές της πτωχεύσασας κατά το χρόνο εκείνο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ακύρωσε, πλην των άλλων, και τη μεταβίβαση αυτή, λαμβάνοντας έτσι υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και γ) ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του περιέλαβε αφενός μεν ελλιπείς αφετέρου δε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ύψος και το είδος των απαιτήσεων των πιστωτών της πτωχευσάσης εταιρείας και με τον τρόπο αυτό παραβίασε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τα τρία σκέλη του. Συγκεκριμένα, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 23-2-2009 εφέσεως των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι αυτοί με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους εφέσεως παραπονούνταν κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα ότι δεν ελήφθη υπόψη ούτε η κατάθεση του μάρτυρά τους για τη μη ύπαρξη αξιόλογου χρέους προς κήρυξη της εταιρείας σε κατάσταση πτωχεύσεως, ούτε το σύνολο των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν αυτοί, από τα οποία προέκυπτε κατά τους ισχυρισμούς τους η ανυπαρξία ή το χαμηλό ύψος των απαιτήσεων των φερομένων ως πιστωτών της εταιρείας, και ουδόλως επικαλούνταν αοριστία των απαιτήσεών τους.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ρητά αναφέρεται σ' αυτήν ότι οι σχετικές απαιτήσεις της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Κ. Α.Ε." από τα δύο πρώτα τιμολόγια προϋπήρχαν της μεταβίβασης των ακινήτων προς την πρώτη εναγομένη, που έγινε με το .../4-3-1994 συμβόλαιο, ενώ το υπόλοιπο της απαίτησης προϋπήρχε των μεταβιβάσεων που έγιναν με τα .../8-4-1994 και .../12-4-1994 συμβόλαια.

Ωσαύτως, για την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κονσερβοποιία Βορείου Αιγαίου Α.Ε." ρητά αναφέρεται ότι η απαίτησή της προϋπήρχε των μεταβιβάσεων που έγιναν με τα .../8-4-1994 και .../12-4-1994 συμβόλαια. Σύμφωνα δε με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν με την αγωγή και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι υπήρχαν οφειλές της πτωχευσάσης εταιρείας προς τρίτους και ακύρωσε τις μεταβιβάσεις των ακινήτων του ομορρύθμου εταίρου της προς τους αναιρεσείοντες.

Τέλος, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για καθένα των αναφερομένων πιστωτών της πτωχευσάσης εταιρείας κάνει ρητή μνεία τόσο για την αιτία όσο και για το ύψος των απαιτήσεών του, εξειδικεύοντας αυτές με την παράθεση των σχετικών τιμολογίων πωλήσεως και την αναφορά των αντίστοιχων δικαστικών αποφάσεων ή διαταγών πληρωμής, στην περίπτωση που υπήρξε και δικαστική αναγνώριση τούτων, για όλες δε τις απαιτήσεις γίνεται μνεία ότι επαληθεύθηκαν στη διαδικασία εξελέγξεως των πιστώσεων των πιστωτών της πτωχευσάσης εταιρείας.

Κατά συνέπεια το Εφετείο διέλαβε ως προς το ζήτημα τούτο σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι προσέδωσε στην 228/1999 έκθεση επαληθεύσεως - εξελέγξεως των πιστώσεων αποδεικτική δεσμευτικότητα προς τρίτα πρόσωπα, και συγκεκριμένα προς τους ίδιους, ενώ δεν την είχε, δεδομένου ότι αυτοί δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή ή σχέση με οποιαδήποτε ιδιότητα στην πτωχευτική διαδικασία.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι πιστωτές της πτωχευσάσης εταιρείας επαλήθευσαν στα πλαίσια της πτωχευτικής διαδικασίας τις απαιτήσεις που είχαν κατ' αυτής κατά το χρόνο μεταβιβάσεως των ακινήτων στους αναιρεσείοντες, στις οποίες προέβη ο ομόρρυθμος εταίρος της Σ.

Μ., και ότι συντάχθηκε για το σκοπό αυτό η ως άνω έκθεση, πλην όμως το δικαστήριο δεν προσέδωσε σ' αυτήν αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Ειδικότερα, ναι μεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "τις απαιτήσεις αυτές δεν αμφισβήτησε η πτωχεύσασα εταιρεία και οι συμπτωχεύσαντες ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, καθόσον δεν προέβαλαν αντιρρήσεις, με επακόλουθο η κρίση του συνδίκου στην 228/1999 έκθεση επαλήθευσης - εξέλεγξης κερί αποδοχής των πιστώσεων αυτών να είναι οριστική και να μη μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί", πλην όμως το δικαστήριο την εκτίμησε ως ένα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, αφού για την κατάφαση των σχετικών απαιτήσεων ανέφερε επιπλέον ως αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη τα τιμολόγια των πιστωτών, τις δικαστικές αποφάσεις και τις διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί σε βάρος της πτωχευσάσης εταιρείας.

Το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει: "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υφίσταται, πλην των άλλων, και μεταξύ των καταδολιευτικώς συναλλαγέντων, απαλλοτριώσαντος και αποκτήσαντος, όταν ενάγονται από κοινού, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς, δηλαδή του οφειλέτη του δανειστή και του τρίτου με τον οποίο αυτός συμβλήθηκε (ΑΠ 1332/2011).

Ωστόσο, η άσκηση της αγωγής εκ μέρους όλων ή εναντίον όλων των αναγκαίων ομοδίκων δεν απαιτείται σε κάθε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αλλά μόνο όπου ο νόμος το ορίζει, και συγκεκριμένα, όταν η αγωγή ή η ανακοπή ασκείται κατά νόμο μόνο από κοινού εκ μέρους περισσοτέρων ή εναντίον περισσοτέρων προσώπων.

Στις άλλες τρεις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας δεν είναι απαράδεκτη η αγωγή που δεν ασκείται από όλους ή εναντίον όλων των ομοδίκων, οπότε η ομοδικία δημιουργείται είτε δυνητικά εξαρχής με την άσκηση της αγωγής, είτε εξαναγκάζεται αυτή διά της προσεπικλήσεως των μη μετεχόντων στη διαδικασία ομοδίκων.

Η ρύθμιση αυτή προβλέπεται στο άρθρο 86 ΚΠολΔ, που ορίζει σχετικά: "Στις περιπτώσεις του άρθρου 76, αν μόνο ένας ή μερικοί από τους ομοδίκους ασκούν την αγωγή, ενώ οι άλλοι δεν θέλουν να συμπράξουν μαζί τους, οι πρώτοι έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν τους τελευταίους για τη συζήτηση της υπόθεσης. Το ίδιο δικαίωμα έχει και ο εναγόμενος, αν μόνο ένας ή κάποιοι από τους ομοδίκους άσκησαν εναντίον του την αγωγή ή αν ο ενάγων άσκησε την αγωγή μόνο εναντίον ενός ή μερικών από τους ομοδίκους".

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφαση στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να παραλείψει να κηρύξει ακυρότητα του αγωγικού δικογράφου, διότι ενώ η αγωγή καταδολιεύσεως δανειστών στρέφεται υποχρεωτικά τόσο κατά του μεταβιβάσαντος όσο και κατά του αποκτήσαντος τρίτου, στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μόνο εναντίον τους και όχι και κατά του μεταβιβάσαντος σ' αυτούς τα ακίνητα Σ.

Μ., ως αναγκαίου ομοδίκου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή καταδολιεύσεως δανειστών στρέφεται υποχρεωτικά τόσο κατά του μεταβιβάσαντος όσο και κατά του αποκτήσαντος τρίτου, ενώ, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν, η άσκηση της αγωγής εκ μέρους όλων ή εναντίον όλων των αναγκαίων ομοδίκων δεν απαιτείται σε κάθε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αλλά μόνο όπου ο νόμος το ορίζει, και η αγωγή καταδολιεύσεως δανειστών δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις αυτές.

Και ναι μεν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είχαν τη δυνατότητα μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο ακροατήριο (άρθρο 89 ΚΠολΔ) να προσεπικαλέσουν ως αναγκαίο ομόδικο τούτων τον ομόρρυθμο εταίρο της πτωχευσάσης εταιρείας Σ. Μ. που τους μεταβίβασε λόγω δωρεάς και γονικής παροχής, αντίστοιχα, τα ακίνητα, των οποίων ζητείται η διάρρηξη, πλην όμως δεν το έπραξαν, με συνέπεια να μη καταστεί αυτός διάδικος.

Η παράλειψη, ωστόσο, του οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης εταιρείας να ασκήσει την αγωγή και εναντίον του Σ. Μ. δεν κατέστησε εκ του λόγου αυτού άκυρο το σχετικό δικόγραφο.

Συνακόλουθα των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολο τους, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2012 αίτηση και τους από 26 Μαΐου 2014 πρόσθετους λόγους των 1) Φ. συζ. Σ. Μ. και 2) Ι. Σ. Μ. για αναίρεση της 2158/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό" των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2015.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ