Legislator Case Law & Legislation
417/2013 AI generated

417/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 417/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

417/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή από τα άρθρα 522,552, 553 και 536 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με τα οποία καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, οι αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση και κριθεί στην ουσία της η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναίρεση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία εξεκλήθη.

Keywords

AI generated
deportation despite health issues marital hardship claim unfit notwithstanding health condition mental health status health impairment in military insurance changed financial circumstances
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 417 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 417/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. Τ. το γένος Β., κατοίκου ... που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλαίρη Κατάνη - Αγγελοπούλου.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργίο Στεφανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουλίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 733/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 7300/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2010 αίτησή της, η οποία κατατέθηκε α)στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 1217/2-12-2010 και β)στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 192/3-12-2010.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 17 Μαΐου 2012 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στο σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η υπό κρίση, από 10-9-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2-12-2010, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7300/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 554 , 556, 558, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ., αφού ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.

Επειδή από τα άρθρα 522,552, 553 και 536 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με τα οποία καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, οι αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση και κριθεί στην ουσία της η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναίρεση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία εξεκλήθη.

Τούτο δε διότι, η απόφαση αυτή, σε περίπτωση μεν αποδοχής της εφέσεως εξαφανίζεται, σε περίπτωση δε απορρίψεως της εφέσεως κατ' ουσίαν ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και σε αναίρεση υπόκειται η τελευταία (Ολ. Α.Π. 40/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο έκρινε παραδεκτή την έφεση κατά της εδώ συμπροσβαλλομένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.

Επομένως η κρινομένη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκείται απαραδέκτως. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προσήκοντος κανόνος δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής : "Η ενάγουσα, Γαλλίδα υπήκοος γεννηθείσα το 1955 και διαμένουσα στην Ελλάδα από το 1978, τέλεσε με τον εναγόμενο, Έλληνα υπήκοο, γεννηθέντα το 1949, νόμιμο γάμο πολιτικό στις 27-9-1982 και από το γάμο τους απόκτησαν ένα τέκνο, τον Α. - Π., που γεννήθηκε στις 12-12-1982, ενώ από τις μεταξύ τους ερωτικές σχέσεις είχε γεννηθεί στις 24-2-1981 και άλλο τέκνο, η Μ., που είχε αναγνωρισθεί από τον εναγόμενο εκουσίως ως γνήσιο τέκνο αυτού.

Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων ήταν αρκετά αρμονική και οικονομικά άνετη.... Με την πάροδο των ετών δημιουργήθηκαν προβλήματα και διενέξεις στις σχέσεις των διαδίκων, επειδή η ενάγουσα από το 2004 παρά τις αντιρρήσεις του εναγομένου υπερχρέωνε τις πιστωτικές κάρτες της ίδιας και του εναγομένου για τις ανάγκες της εμπορίας της και για αλόγιστες προσωπικές δαπάνες...

Εν τω μεταξύ από το 2006 ο εναγόμενος παρουσίασε σοβαρό πρόβλημα υγείας (ανεύρυσμα αορτής). Πριν τα Χριστούγεννα 2006 οι διάδικοι πραγματοποίησαν ταξίδι προς αναψυχή σε Ιταλία, Ισπανία, αλλά στη συνέχεια οι διενέξεις εντάθηκαν και από το Φεβρουάριο 2007 αυτοί έπαψαν να έχουν σωματική και ψυχική επαφή μεταξύ τους παρότι εξακολουθούσαν να συμβιώνουν στη συζυγική κατοικία.

Αντίθετα από τότε άρχισε έντονος δικαστικός αγώνας μεταξύ τους με την άσκηση πλήθους αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, αγωγών, μηνύσεων, ανταλλαγή εξώδικων κλπ. Αρχικά η ενάγουσα με την από 1-3-2007 αίτηση... ζήτησε προσωρινή διατροφή από τον εναγόμενο και εκδόθηκε... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου... που την απέρριψε.

Στη συνέχεια κατόπιν των από 27-3-2007 και από 15-5-2007 αντιθέτων αιτήσεων του εναγομένου περί μετοικήσεως της ενάγουσας και της τελευταίας περί παραχωρήσεως της χρήσεως προσωρινά της συζυγικής κατοικίας σ' αυτή, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 719/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδ. ασφαλ. μέτρων), που διέταξε τη μετοίκηση του εναγομένου από τη συζυγική κατοικία και παραχώρησε προσωρινά τη χρήση αυτής στην ενάγουσα...Ο εναγόμενος από Αύγουστο 2007 κατοικεί σε μισθωμένο διαμέρισμα στα ..., στο οποίο φιλοξενεί τον ενήλικο γιο των διαδίκων, ενώ η ενάγουσα διαμένει στη συζυγική κατοικία της οποίας η χρήση της παραχωρήθηκε προσωρινά ως άνω.

Δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος επέδειξε ανάρμοστη αντισυζυγική συμπεριφορά, ότι επιδίδονταν σε ξυλοδαρμούς εναντίον της ενάγουσας, ούτε ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά, τη βίαζε και την απειλούσε, όπως εκθέτει η ενάγουσα στην αγωγή της ισχυριζόμενη ότι εξ αυτού του λόγου διέκοψε την έγγαμη συμβίωση.

Ούτε εξάλλου οι μάρτυρες της ενάγουσας στις άνω ένορκες βεβαιώσεις κατέθεσαν ότι είχαν άμεση γνώση για ξυλοδαρμούς και βιασμούς. Αντίθετα όπως κατέθεσαν η αδελφή του εναγομένου στο ακροατήριο πρωτοδίκως και τα τέκνα των διαδίκων που είχαν άμεση γνώση στις άνω ένορκες βεβαιώσεις, ο εναγόμενος ήταν πάντα συγκαταβατικός και ευαίσθητος, επιδείκνυε πάντα άψογη συμπεριφορά και ενδιαφερόταν και φρόντιζε την οικογένεια του.

Η ενάγουσα δεν έχει προβεί σε κάποια σε βάρος του εναγομένου καταγγελία ή αναφορά σε αστυνομικό τμήμα (πλην κάποιας αναφοράς το έτος 1983, που δεν κρίνεται ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο σε κρίση για ανάρμοστη δική του αντισυζυγική συμπεριφορά που να επέφερε κλονισμό το 2007) η δε μάρτυς της ενάγουσας που κατέθεσε πρωτοδίκως στο ακροατήριο μετέφερε όσα την πληροφόρησε η ενάγουσα και δεν είχε σχέσεις με τον εναγόμενο ούτε φιλικές, ούτε κοινωνικές.

Με βάση τα άνω αποδειχθέντα περιστατικά ο κλονισμός στην έγγαμη σχέση των διαδίκων και η διάσπαση αυτής οφείλεται αποκλειστικά στην αντισυζυγική συμπεριφορά της ενάγουσας και επομένως η ενάγουσα δεν διέκοψε από εύλογη αιτία την έγγαμη συμβίωση ώστε να δικαιούται χρηματική διατροφή από τον εναγόμενο".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της υπό της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης διακοπής της μετά του αναιρεσιβλήτου εγγάμου συμβιώσεώς της από εύλογη ή μη αιτία, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιασμούς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1389, 1390 και 1391 του Α.

Κ.. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν απεδείχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν, εύλογη αιτία διακοπής από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα της εγγάμου συμβιώσεως, συνιστάμενα σε ανάρμοστη και υβριστική συμπεριφορά του εναγόμενου, σε σεξουαλική παρενόχληση, βιασμό, απειλές και συχνούς ξυλοδαρμούς που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική της ακεραιότητα και την ίδια τη ζωή της και ότι εντεύθεν αυτή δεν διέκοψε την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία, όπως αυτή ισχυριζόταν, ως εκ τούτου δε δεν δικαιούται διατροφής.

Η προβαλλομένη από την αναιρεσείουσα έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον αφορά τα περιστατικά που προσδιορίζουν την εκ μέρους της αλόγιστη σπατάλη των χρημάτων του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου σε ανάγκες προσωπικές της και της εμπορίας της, την οποία δέχθηκε εκ περισσού ως αποδειχθείσα το Εφετείο, δεν αφορά ουσιώδες ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η εύλογη αιτία για την διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως, την οποία επικαλείται με την αγωγή της η αναιρεσείουσα δεν συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπον με συμπεριφορά του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας της χρησιμοποιήσεως ή σπατάλης χρημάτων του από την ενάγουσα- αναιρεσείουσα.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της τελευταίας, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., τυγχάνουν αβάσιμοι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν.

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσεκόμισε νομίμως η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα τις ένορκες ενώπιον συμβολαιογράφου βεβαιώσεις των μαρτύρων αυτής Ι.

Π., Δ. Α. και Ε. Φ., τις οποίες είχε επικαλεσθεί με τις από 26-3-2009 έγγραφες προτάσεις της και είχε προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και μνημονεύει ρητώς μεταξύ των ληφθέντων υπόψη και συνεκτιμηθέντων για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος αποδεικτικών μέσων και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσειούσης.

Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται βεβαίως εκ του γεγονότος ότι τα στοιχεία της δευτέρας ως άνω ενόρκως βεβαιωσάσης, Δ. Α., η οποία έδωσε την υπ' αριθμ…/5-6-2008 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Καμπέρη, από προφανή παραδρομή αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση ως Π. Α.. Τούτο δε διότι μάρτυρας με τέτοιο όνομα δεν υπάρχει στην προκειμένη υπόθεση και η προμνησθείσα ένορκη βεβαίωση, η οποία και ελήφθη υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά την ρητή σχετική αναφορά σ' αυτήν, αντιστοιχεί στην ενόρκως βεβαιώσασα Δ.

Α. Επιπροσθέτως η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση επίσης για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ. , συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο προερχόμενο από το δικηγόρο του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, με το οποίο αυτός προέτρεπε την Αλβανή υπήκοο, οικιακή βοηθό των διαδίκων να καταθέσει ψευδή περιστατικά υπέρ του ιδίου και σε βάρος αυτής, προτροπή όμως στην οποία δεν συμμορφώθηκε η εν λόγω μάρτυρας, η οποία κατέθεσε την αλήθεια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το έγγραφο που φέρεται ότι δεν ελήφθη υπόψη, του οποίου και δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα στο αναιρετήριο, δεν είναι πρόσφορο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού και συνεπώς η μη λήψη υπόψη αυτού από το Εφετείο δεν ιδρύει τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτής ότι απέστη της μετά του αναιρεσιβλήτου εγγάμου συμβιώσεως από εύλογη αιτία, και δη για την προστασία της ζωής της από τις βιαιότητες του τελευταίου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τα παρατεθέντα ως άνω αποσπάσματα της προσβαλλομένης αποφάσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό (και τον απέρριψε ως αναπόδεικτο).

Επειδή, η κατά τη διάταξη του άρθρου 601 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. απαγόρευση της εξετάσεως ως μαρτύρων των τέκνων των διαδίκων στις κατά τη διαδικασία των άρθρων 592 επ. εκδικαζόμενες διαφορές έχει εφαρμογή μόνο στις γαμικές διαφορές που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, στις οποίες ρητώς αναφέρεται η διάταξη και όχι σε άλλες μεταξύ των συζύγων δίκες, όπως είναι και η προκειμένη περί καθορισμού της οφειλομένης λόγω γάμου διατροφής (άρθρο 1390 του Α.Κ.), στην οποία δεν αποκλείεται να εξετασθούν ως μάρτυρες τα τέκνα των συζύγων ή να ληφθούν υπόψη ένορκες βεβαιώσεις τούτων (Α.Π. 2134/2007, 648/1989). Επομένως ο έκτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από τον νόμο αποδεικτικό μέσο, ήτοι ένορκες βεβαιώσεις των τέκνων των διαδίκων είναι νομικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου , όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2010 αίτηση της Ε. Μ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7300/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 733/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ