417/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 417 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 417 /2012
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 417 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 417 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ΜΕΤΡΟ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Ειδών Διατροφής και Οικιακής Χρήσεως, με το διακριτικό τίτλο ΜΕΤΡΟ, που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σάββα Μανουσόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Θράκης για οριστικό η προσωρινό προσδιορισμό αποζημίωσης. Εκδόθηκε η απόφαση 375/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 10-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.O από το αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης, ο από το αρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζον επί της αίτησης της αιτούσας- νυν αναιρεσίβλητης, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου της, το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως αυτοαποζημιούμενο, δέχθηκε ότι, στην απαλλοτριωθείσα με την υπ' αριθμ. 6835/5-12-2003 απόφαση του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης, για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση της Εγνατίας οδού Νο 2 τμήμα Αλεξανδρούπολης- Λουτρό", υποτμήμα Αλεξανδρούπολης- Απαλός, συνολική έκταση των 98.819,88 τ.μ., περιλαμβάνεται και το ακίνητο της αιτούσας εταιρείας, με αριθμό ΚΠ 366, εκ του οποίου απαλλοτριώνεται (από τη συνολική έκτασή του 12.704 τ.μ.) τμήμα 1753 τ.μ. και για έκταση 1.740,80 τ.μ. αυτοαποζημιώνεται. Ότι η αιτούσα, με αίτησή της προς την αρμόδια Επιτροπή, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το ακίνητό της δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και που περιέχονται αναλυτικά στην προσβαλλομένη απόφαση. Ότι η Επιτροπή, με την από 9-11-2007 έκθεσή της, αποφαίνεται ότι ισχύει το τεκμήριο ωφελείας. Στη συνέχεια, αναφέρεται στην απόφαση, το περιεχόμενο της από 10-1-2009 τεχνικής έκθεσης του τοπογράφου- μηχανικού Δ. Π. και αναλύονται οι λόγοι, για τους οποίους, σύμφωνα με την έκθεση αυτή, το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου της αιτούσας δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωση. Ειδικότερα αναφέρεται ότι, σύμφωνα με αυτήν, τα ακίνητα τα οποία προ της απαλλοτριώσεως, όπως και το επίδικο, είχαν πρόσωπο και απευθείας πρόσβαση στην Εθνική Οδό Αλεξανδρούπολης-Απαλού, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως οδός του δευτερεύοντος Εθνικού οδικού δικτύου, μετά την απαλλοτρίωση και την ολοκλήρωση του έργου θα έχουν πρόσωπο και πρόσβαση επί παράπλευρων οδών, οι οποίες κατατάσσονται στο τριτεύον Εθνικό οδικό δίκτυο, δηλαδή υποβιβάζεται η κατηγορία της οδού επί της οποίας θα έχουν πρόσωπο και πρόσβαση. Ταυτόχρονα δεν θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα της απευθείας πρόσβασης στην κύρια οδό (αρτηρία) και αντίστροφα. Τα κινούμενα οχήματα επί της κύριας οδού προ της απαλλοτριώσεως είχαν τη δυνατότητα για απευθείας πρόσβαση στις παρόδιες επιχειρήσεις μέσω εγκεκριμένων κυκλοφοριακών συνδέσμων, μετά την απαλλοτρίωση και την ολοκλήρωση του έργου δεν θα έχουν τη δυνατότητα για απευθείας πρόσβαση στις παρόδιες επιχειρήσεις, παρά μόνο μέσω των εγκεκριμένων παραπλεύρων οδών, στις οποίες η πρόσβαση θα επιτυγχάνεται με τη χρήση δύο κόμβων και διαμορφώσεων, που προβλέπονται, ο πρώτος στην αρχή του έργου (γέφυρα Μαϊστρου, χιλιομετρική θέση + 1500) και ο δεύτερος στο τέλος του (οικισμός Απαλού, χιλιομετρική θέση +2575 περίπου), έτσι η έξοδος από την κύρια οδό και η χρησιμοποίηση των παραπλεύρων οδών για την επίσκεψη παρόδιων επιχειρήσεων θα αναγκάζει τους οδηγούς των οχημάτων που θα κινούνται σ' αυτήν (κύρια οδό) να διανύουν επιπλέον απόσταση 1.000 έως 1.500 μέτρων, κατά μέσο όρο, αναλόγως της θέσεως της παρόδιας επιχειρήσεως, γεγονός το οποίο θα αποτελεί ιδιαίτερα ανασταλτικό παράγοντα, με συνέπεια το πελατολόγιο των παρόδιων επιχειρήσεων θα περιοριστεί μόνο σε αυτούς που κινούνται επί των παραπλεύρων οδών. Και το δικαστήριο καταλήγει δεχόμενο τα εξής: Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ένδικη απαλλοτρίωση ουδεμία στην πραγματικότητα επέφερε ωφέλεια στην εναπομείνασα ΚΠ 366 ιδιοκτησία της αιτούσας και συγκεκριμένα δεν αυξήθηκε η αξία ή η εκμεταλλευσιμότητά της, ούτε επηρεάστηκε θετικώς οποιοδήποτε προσδιοριστικό της αξίας του ακινήτου στοιχείο. Κατόπιν των ανωτέρω, συνάγεται ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφελείας υπέρ της άνω απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας της αιτούσας, αφού από τα ως άνω εκτιθέμενα προκύπτει ότι αυτή αντίθετα ζημιώθηκε από την απαλλοτρίωση.
Και υπό τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ως κατ' ουσία βάσιμη. Από τις ως άνω αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες είναι μεν συνοπτικές, πλην όμως, σε συνάρτηση με τις προηγηθείσες απόψεις της τεχνικής έκθεσης, τις οποίες είναι προφανές, κατά το πνεύμα της απόφασης, ότι υιοθετεί και το Εφετείο και οι οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι η απόφαση διαλαμβάνει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την ορθή ή μη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 33 Ν. 2971/2001, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του αρθ. 18 παρ. 4 εδ. γ του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων [ΚΑΑΑ], ορίζεται ότι "προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957", Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία του Αρείου Πάγου άποψη [Ολ.ΑΠ 17/2000, Ολ.ΑΠ 13/2000, ΑΠ 920/2005 βλ. και αντίθετος 821/2007] έχει εφαρμογή όχι μόνο στις δίκες περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης ή αναγνώρισης δικαιούχων, αλλά και στα λοιπά συναφή προς την απαλλοτρίωση ζητήματα, όπως ασφαλώς είναι και το ζήτημα της ανατροπής του [μαχητού] τεκμηρίου ωφέλειας και του καθορισμού αποζημίωσης, για το μη ωφελούμενο και κατ' ακολουθία, μη αυτοαποζημιούμενο απαλλοτριωθέν ακίνητο καθώς και για τη δικαστική δαπάνη, διότι αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, αφού μόνον έτσι, η αποζημίωση του δικαιούχου θα είναι πλήρης, σύμφωνα με το άρθ, 17§2 του Συντάγματος. Επομένως, το Εφετείο, για τον ορισμό της δικαστικής δαπάνης, ορθώς εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του αρθ. 18 παρ. 4 εδ. γ' του Ν. 2882/2001, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, για παραβίαση, ευθέος και εκ πλαγίου λόγω εφαρμογής, της ως άνω διάταξης του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του Ν. 2882/2001, η οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, δεν είναι εφαρμοστέα, όταν πρόκειται για το αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και του καθορισμού αποζημίωσης, για το μη αυτοαποζημιούμενο τμήμα, αίτημα, για το οποίο, κατά την άποψή του η δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατ' εφαρμογή του αρθ. 22 Ν. 3693/1957(μειωμένη κατά το ήμισυ), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αιτηθέν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική της αναιρεσίβλητης (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 376/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ