417/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated417/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ο γιος της δικαιούχου, ΓΓ, με την ανωτέρω σύζυγο του, ΔΔ και τη θυγατέρα αυτής, ΕΕ, στο δε δεξιό τμήμα της, εμβαδού 24 τ.μ. η δικαιούχος και η θυγατέρα της, ΒΒ. Τα δύο αυτά τμήματα της οικίας χωρίσθηκαν με μεσοτοιχία και τοποθετήθηκαν σ' αυτά χωριστές παροχές ΔΕΗ και ΟΥΘ, αλλά η οικία ήταν ενιαία, αφού δεν συστάθηκε οριζόντια ιδιοκτησία επί των ανωτέρω κατοικιών, ως αυτοτελών διαμερισμάτων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 417 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 417/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρούλα Απαλαγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κούσουλα, ο οποίος δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το επώνυμο του αναιρεσιβλήτου "..." αντί του ορθού "...".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20937/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2009/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 9-1-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της 2009/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 8,11,12,15, 21 και 23 παρ. 4 του β.δ. 330/1960 "περί Κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως των αστών προσφύγων νομοθεσίας ..." συνάγεται, ότι επί αστικής αποκαταστάσεως προσφύγων, που έγιναν υπό την ισχύ του β.δ. τούτου, ο αρχηγός οικογένειας, προς τον οποίο παραχωρείται, με οριστικό παραχωρητήριο, ακάλυπτο οικόπεδο για αυτοστέγασή του, με την ανέγερση σ' αυτό οικοδομής, αποκτά πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας και νομής στο παραχωρούμενο σ' αυτόν οικόπεδο από της αποπληρωμής του τιμήματος και της ανεγέρσεως σ'αυτό πλήρους οικοδομής, ενώ πριν από την αποπληρωμή του τιμήματος και την ανέγερση της οικοδομής, ενόψει των τασσομένων με το άρθρο 21 του πιο πάνω β.δ/τος στους δικαιούχους πρόσφυγες απαγορεύσεων της μεταβιβάσεως σε τρίτους των παραχωρούμενων ακινήτων, το παραχωρηθέν οικόπεδο εξακολουθεί να ανήκει στην κυριότητα και νομή του Δημοσίου και τρίτος ή ο πρόσφυγας ή ο κληρονόμος αυτού δεν μπορούν να χρησιδεσπόσουν τούτου, τα δε μέλη της οικογένειας του δικαιούχου αποκτούν δικαίωμα οικήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1188 ΑΚ,ήτοι μόνο δικαίωμα συνοικήσεως στην κατοικία με τον αρχηγό της οικογένειας, χωρίς να αποκτούν κανένα δικαίωμα επί του τυχόν υπάρχοντος περί την οικία οικοπέδου.
Σε περίπτωση όμως θανάτου του αρχηγού της οικογένειας, εάν στο όνομα του εκδόθηκε οριστικός τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο), τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του, που έχουν σχέση με το ακίνητο που παραχωρήθηκε σ' αυτόν, μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του κατά το κοινό κληρονομικό δίκαιο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002, 1117 ΑΚ, 1, 14 του ν. 3744/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ" ορόφους", 1 και 2 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", προκύπτει, ότι, εκτός από τις περιπτώσεις συστάσεως οροφοκτησίας με βάση τη διάταξη του άρθρου 480 Α' ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1562/1985, ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου (ή των συγκυρίων) του όλου ακινήτου, δηλαδή, είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, η οποία περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και της μεταγραφής, όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία, είναι δυνατή μόνο επί συστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής ουσιώδη, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου: Με το ... παραχωρητήριο του Κέντρου Πρόνοιας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε στην ΑΑ, ως δικαιούχο αστικής αποκαταστάσεως προσφύγων, προς στέγαση της ίδιας και της οικογένειας της, η οποία αποτελείτο από τα τέκνα της, ΒΒ, ΓΓ, τη σύζυγο αυτού, ΔΔ, και τη θυγατέρα αυτής, από πρώτο γάμο, ΕΕ, ένα οικόπεδο, εμβαδού 136,07 τ.μ., που βρίσκεται στον αστικό προσφυγικό συνοικισμό ...
και συνορεύει, όπως στην απόφαση αναφέρεται, αντί τιμήματος 2.450 δραχμών, καταβλητέων σε 10 άτοκες εξαμηνιαίες δόσεις, που αποπληρώθηκε στις 4-3-1966,με την ανέγερση σ' αυτό οικίας, για την οποία εγκρίθηκε η χορήγηση στεγαστικού δανείου 45.000 δραχμών. Ακολούθως, στο ακίνητο ανεγέρθηκε ισόγειος κατοικία,60τ.μ., αποτελούμενη από δύο δωμάτια και λοιπούς χρειώδεις χώρους, στην οποία, κατά συμφωνία μεταξύ της δικαιούχου και των ανωτέρω τέκνων της, κατοικούσαν, στο αριστερό τμήμα αυτής, που περιγράφεται στην απόφαση, εμβαδού 36 τ.μ.
ο γιος της δικαιούχου, ΓΓ, με την ανωτέρω σύζυγο του, ΔΔ και τη θυγατέρα αυτής, ΕΕ, στο δε δεξιό τμήμα της, εμβαδού 24 τ.μ. η δικαιούχος και η θυγατέρα της, ΒΒ. Τα δύο αυτά τμήματα της οικίας χωρίσθηκαν με μεσοτοιχία και τοποθετήθηκαν σ' αυτά χωριστές παροχές ΔΕΗ και ΟΥΘ, αλλά η οικία ήταν ενιαία, αφού δεν συστάθηκε οριζόντια ιδιοκτησία επί των ανωτέρω κατοικιών, ως αυτοτελών διαμερισμάτων.
Στις 21-10-1961 απεβίωσε η δικαιούχος ΑΑ και κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, κατ' ισομοιρία, τα τέκνα της ΓΓ και ΒΒ. Στις 13-2-1973 απεβίωσε ο γιος ΓΓ, ο οποίος κατέλιπε μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους, κατ' ισομοιρία επί του κληρονομιαίου ποσοστού του στο ανωτέρω ακίνητο, ήτοι επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου, τη σύζυγο του ΔΔ και την αδελφή του ΒΒ.
Η τελευταία, με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε τις επαχθείσες κληρονομιές, κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά, τόσο της μητέρας της, για λογαριασμό της ίδιας και του αδελφού της, όσο και του αδελφού της, για λογαριασμό της ίδιας, και έτσι κατέστη συγκυρία του ακινήτου κατά συνολικό ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου (2/4+1/4).
Στη συνέχεια, με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το ακίνητο, κατά το εξ αδιαιρέτου αυτό ποσοστό (3/4), κατά ψιλή κυριότητα, στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο και παρακράτησε, εφόρου ζωής, για τον εαυτό της την επικαρπία, η οποία μετά τον θάνατο της, στις 4-1-1995, περιήλθε στον ενάγοντα, ο οποίος κατέστη συγκύριος του ακινήτου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου.
Στις 20-10-2002 απεβίωσε η ΔΔ, η οποία με την ... δημόσια διαθήκη της, ενώπιον της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 1561/8-11-2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατάστησε κληρονόμους της τους εναγόμενους εγγονούς της, τέκνα της θυγατέρας της ΕΕ, στους οποίους άφησε, κατ' ισομοιρία, την ως άνω ισόγεια οικία, εμβαδού 40 τ.μ.
περίπου, με το κάτω και γύρω από αυτήν οικόπεδο, εμβαδού 68 τ.μ., η οποία περιήλθε σ' αυτήν, όπως στη διαθήκη αναφέρονταν, από άτυπη δωρεά του συζύγου της ΓΓ προς αυτήν το έτος 1962. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτή, με την ... δήλωση, ενώπιον του επίσης αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι αμφισβήτησαν το δικαίωμα συγκυριότητας του ενάγοντος επί του εν λόγω ακινήτου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων έγινε συγκύριος του όλου ακινήτου, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο και ότι οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα του ως άνω διαιρετού τμήματος του ακινήτου τούτου με έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση και της νομής των δικαιοπαρόχων τους, διότι οι τελευταίοι, ως μέλη της οικογένειας της δικαιούχου ΑΑ, απέκτησαν μόνο δικαίωμα περιορισμένης προσωπικής δουλείας οικήσεως, δηλαδή δικαίωμα συνοικήσεως στην κατοικία αυτής, ως αρχηγού της οικογένειας, ενώ επί του γύρω από την οικία οικοπέδου δεν απέκτησαν κανένα δικαίωμα, αφού στην κατοχή της οικίας βρισκόταν ως οιονεί νομείς, μαζί με την ανωτέρω δικαιούχο, νομέα της οικίας, και γι' αυτό δεν μπορούσαν να μεταβάλουν μονομερώς την αιτία της διακατοχής, από οιονεί νομή περιορισμένης προσωπικής δουλείας, σ' αυτήν της νομής, έτσι ώστε να αποκτήσουν την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να λάβει γνώση η δικαιούχος-νομέας της αντιποιήσεως της νομής εκ μέρους των μελών της οικογένειας της.
Ακολούθως, έκρινε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικώς βάσιμη και ως αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων περί κτήσεως της κυριότητας του ανωτέρω διαιρετού τμήματος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε ομοίως. Με βάση όμως τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, η ανωτέρω ένσταση των εναγομένων, περί κτήσεως της κυριότητας επί του ως άνω επίδικου διαιρετού τμήματος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, με την αιτιολογία, ότι, εφόσον το ακίνητο(οικία) ήταν ενιαίο και δεν συστάθηκε οριζόντια ιδιοκτησία επί των ανωτέρω κατοικιών, ως χωριστών διαμερισμάτων, όπως ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας, δεν ήταν δυνατή η κτήση χωριστής κυριότητας σε τμήμα( διαμέρισμα) αυτού με χρησικτησία και όχι με την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία, που διαλήφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, μετά τον θάνατο της δικαιούχου της αποκαταστάσεως, στο όνομα της οποίας είχε ήδη εκδοθεί οριστικός τίτλος κυριότητας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της, που είχαν σχέση με το ακίνητο που της παραχωρήθηκε, μεταβιβάσθηκαν, μετά την αποπληρωμή του δανείου (4-3-1966), στους μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της-τέκνα αυτής, ΒΒ και ΓΓ, απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων, σε καθένα των οποίων περιήλθε το ακίνητο, κατά συγκυριότητα και σύννομη, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, απέρριψε την εν λόγω ένσταση, πρέπει ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1, 8, 11, 12, 15, 21, 23 παρ.4 β.δ. 330/1960, 980, 981, 982, 984επ, 994, 1045 ΑΚ καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, να απορριφθεί ως αβάσιμος (αρθρ. 578 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτής, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο τελευταίος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλ" αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, το οποίο αποτελεί τμήμα παραχωρηθέντος, προς αστική αποκατάσταση, οικοπέδου και ανεγέρσεως επ' αυτού πλήρους οικοδομής, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 330/1960, του οποίου η κυριότητα αποκτάται από το δικαιούχο της παραχωρήσεως, από της καταβολής της τελευταίας δόσεως του τιμήματος.
Εξάλλου, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "ζήτημα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προέκυψαν τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, προς απόκρουση της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου, εκτός των άλλων, πρότειναν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του με την αγωγή ασκούμενου δικαιώματος, την οποία επανέφεραν νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε, κατόπιν εφέσεως αυτών, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή την αγωγή.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι: 1) η δικαιοπάροχος του ενάγοντος πωλήτρια, ΒΒ, είχε προβεί, το έτος 1961, μετά τον θάνατο της μητέρας της ΑΑ, σε άτυπη διανομή, με τον αδελφό της ΓΓ, του ακινήτου, που κληρονόμησαν από την μητέρα τους, ώστε να λάβουν, αυτός μεν την αριστερή κατοικία - διαμέρισμα με το οικόπεδο της και το δικαίωμα διελεύσεως από το οικόπεδο της, η ίδια δε τη δεξιά κατοικία - διαμέρισμα με το οικόπεδο της.
Η άτυπη αυτή διανομή έγινε σε εκπλήρωση συμφωνίας με τη μητέρα τους, η οποία όσο ζούσε είχε καθορίσει ποία οικία θα περιέλθει σε κάθε τέκνο της, τα οποία τόσο από την ανέγερση των δύο ξεχωριστών διαμερισμάτων (τέλος 1960) όσο και μετά την άτυπη διανομή το έτος 1961, μετά το θάνατο της ΑΑ, χρησιμοποιούσαν αυτές χωριστά, διαμένοντες και χρησιμοποιώντας έκτοτε ο καθένας την οικία του, με το οικόπεδο της, η μεν ΒΒ στο δεξιό διαμέρισμα, ο δε ΓΓ στο αριστερό διαμέρισμα, ασκούντες πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου συνεχώς , αδιαλείπτως και αδιαταράκτως.
Η δικαιοπάροχος τους ΔΔ, από τότε που ο σύζυγος της, ΓΓ, το έτος 1962, της παρεχώρησε με άτυπη δωρεά το ακίνητο, το οποίο αυτός είχε λάβει (αριστερό διαμέρισμα - κατοικία με το οικόπεδο του) από την άτυπη διανομή με την αδελφή του- δικαιοπάροχο του ενάγοντος ΒΒ, κατοικούσε σ' αυτό, αρχικώς με το σύζυγο της ΒΒ μέχρι τον θάνατο του, στις 13-2-1973, στη συνέχεια δε μόνη της μέχρι τον Θάνατο της, στις 20-10-2002, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, νεμόμενη με καλή πίστη και διάνοια κυρίου το άνω ακίνητο της, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση, τον προορισμό και τον κύριο του πράγματος.
Η ΔΔ, είχε στο όνομα της σύνδεση με το δίκτυο ηλεκτροδότησης, από την 27-1-1961, όπως αντίστοιχη είχε και η ΒΒ, όταν ανεγέρθηκαν τα δύο διαμερίσματα - κατοικίες ,πριν την ως άνω άτυπη διανομή τους μεταξύ των δύο αδελφών, όσο ακόμη ζούσε η μητέρα τους ΑΑ. Η ίδια είχε στο όνομα της, όσο ζούσε ακόμη ο σύζυγος της ΓΓ, από 23-1-1970, τηλεφωνική σύνδεση διχτύου ΟΤΕ, με αριθμό ..., η δε σύνδεση με το υδροδοτικό και αποχετευτικό δίκτυο του ΟΥΘ (ήδη ΕΥΑΘ) είναι, από την αρχή μέχρι και σήμερα, στο όνομα του συζύγου της ΓΓ.
Αυτή κατοικούσε συνεχώς κατ αδιαλείπτως στην ανωτέρω οικία της, έχοντας πλήρη οικιακό εξοπλισμό μέχρι το θάνατο της, στις 20-10-2002, την δε οικία της φρόντιζε και συντηρούσε, ώστε να είναι πάντα σε καλή κατάσταση, κατοικήσιμη και λειτουργική, φροντίζοντας για την αντιμετώπιση όλων των δαπανών και αναγκών που προέκυπταν.
Στις 29-11-1991, ήτοι σε εντελώς ανύποπτο χρόνο, συνέταξε, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Μπάτσιου-Τσιαούση, την ... δημόσια διαθήκη της, με την οποία όρισε αυτούς (εναγομένους) ως κληρονόμους της, κατ' ισομοιρία, στο ως άνω ακίνητό της, το οποίο περιέγραψε με κάθε σαφήνεια κατ ακρίβεια (οικία 40 τ.μ με οικόπεδο 68 τ.μ.), έχουσα τη βεβαιότητα ότι είχε ήδη καταστεί κυρία με χρησικτησίας αφού είχαν περάσει 30 χρόνια από την άτοπη δωρεά του συζύγου της και 20 σχεδόν χρόνια από το θάνατο του. 2) Η δικαιοπάροχος του ενάγοντος ΒΒ, η οποία κατοικούσε ακριβώς στη διπλανή οικία, ουδέποτε άσκησε οποιοδήποτε κληρονομικό δικαίωμα της ούτε στην κληρονομία της μητέρας της ΑΑ, ούτε, πολύ περισσότερο, στην κληρονομία του αποβιώσαντος, στις 13-2-1973, αδελφού της ΓΓ, αν και ήταν κατά νόμο κληρονόμος εξ αδιαθέτου αυτού κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, αφού είχε προβεί ήδη από το 1961 σε άτυπη διανομή του ακινήτου με εκείνον και κατοικούσαν χωριστά ο καθένας στο διαμέρισμα του. 3) Μετά την παραπάνω συμπεριφορά, εύλογα δημιουργήθηκε στη δικαιοπάροχο τους και στη συνέχεια στους ίδιους (εναγομένους) η πεποίθηση ότι δεν υφίσταται κάποιο δικαίωμα. 4) Μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος αδράνειας από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, σε συνδυασμό με την εν γένει συμπεριφορά της, που ανέχονταν όλες τις ενέργειες της δικαιοπαρόχου τους ΔΔ και στη συνέχεια των ίδιων(εναγομένων) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, θα είναι κατάφωρη αδικία να διεκδικεί σήμερα ο εφεσίβλητος το ακίνητο τους, ως ειδικός διάδοχος της ΒΒ, πράξη η οποία θα επιφέρει αναμφίβολα σε αυτούς (εναγομένους) αφόρητες συνέπειες και δημιουργεί αναμφίβολα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού μετά από πάροδο τόσων ετών και με διαμορφωμένη την πεποίθηση σε όλους ότι αυτοί (εναγόμενοι) είναι ιδιοκτήτες του ως άνω ακινήτου τους, ως κληρονόμοι της ΔΔ, δεν είναι δυνατό να ανέχεται το δίκαιο διεκδίκηση μεριδίου επί του ακινήτου τους από τον ενάγοντα, ο οποίος παρέλειψε και αυτός να ασκήσει εγκαίρως τα δικαιώματα του μετά την κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου, αδρανήσας επί μακρόν.
Παρά την αποδοχή στην οποία προέβη η ΒΒ, εν τούτοις αυτή ουδέποτε απέκτησε τη νομή επί του μεριδίου 3/4 του ακινήτου της δικαιοπαρόχου τους, και επομένως ουδέποτε μεταβίβασε το σχετικό δικαίωμα στον εφεσίβλητο, αφού ακόμη και σήμερα κάθε οικία είναι αντικείμενο χωριστής κυριότητας, νομής και κατοχής, η αριστερή από τους ίδιους(εναγομένους) και η δεξιά από τον ενάγοντα. 5) Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η προηγούμενη συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος αλλά και του ιδίου, μετά το θάνατο της, καθώς και η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί πριν από την άσκηση του σχετικού δικαιώματος, εύλογα δημιούργησαν σε αυτούς την πεποίθηση ότι τέτοιο δικαίωμα δεν υφίσταται ή δεν δικαιολογείται η άσκηση του αλλά τουναντίον εμφανίζεται προφανώς αντίθετη στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αφού η άσκηση της αγωγής έγινε μετά από προηγηθείσα άτυπη διανομή συγκληρονόμων αδελφών, ενώ η δικαιοπάροχος αυτών (εναγομένων) είχε προβεί σε πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, η δε δικαιοπάροχος του ενάγοντος, αλλά και ο ίδιος αδράνησαν επί μακρόν, ώστε η συμπεριφορά του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου του εμφανίζει έντονα χαρακτηριστικά αδικίας και αφόρητης πιέσεως γι' αυτούς.
Το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση, με την αιτιολογία, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι, τόσο η δικαιοπάροχος του ενάγοντος αδράνησε και ανέχθηκε, από το 1.962, όταν ανεγέρθηκαν τα, κατά τους εναγομένους, δύο διαμερίσματα-κατοικίες, όσο και ο ίδιος, μετά τον θάνατο της, τη χρησιμοποίηση του αριστερού διαμερίσματος-κατοικίας αρχικά από το ΓΓ μεταξύ ΒΒ και ΔΔ, σχετικά με τα ποσοστά συγκυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο, μετά δε τον θάνατο του, από τη σύζυγο του ΔΔ έως το θάνατο της, στις 20-10-2002, με αποτέλεσμα να είναι κατάφωρα άδικη η άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού και στο παρελθόν υπήρξαν προστριβές μεταξύ ΒΒ και ΔΔ, μετά τον θάνατο του συζύγου της ΓΓ, σχετικά με τα ποσοστά συγκυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο, ο ίδιος δε ο ενάγων σε σύντομο χρονικό διάστημα από την δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς της ΔΔ εκ μέρους των εναγομένων (12-2-2003) με την οποία αμφισβητούσαν οι τελευταίοι το παραπάνω ποσοστό συγκυριότητας του επί του επιδίκου, άσκησε κατ' αυτών την ένδικη από 27-7-2004 αγωγή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281ΑΚ, την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, ενώ η ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, που προέβαλαν οι εναγόμενοι, στηρίζονταν σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά ανωτέρω εκτίθενται, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση, έκανε δεκτό ότι, στο οικόπεδο που παραχωρήθηκε ανεγέρθηκε ισόγειος κατοικία, 60 τ.μ., αποτελούμενη από δύο δωμάτια και λοιπούς χρειώδεις χώρους, στην οποία, κατά συμφωνία μεταξύ της δικαιούχου και των ανωτέρω τέκνων της, κατοικούσαν, στο αριστερό τμήμα αυτής, που περιγράφεται στην απόφαση, εμβαδού 36 τ.μ., ο γιος της δικαιούχου, ΓΓ, με τη σύζυγο του, ΔΔ και τη θυγατέρα αυτής, ΕΕ, στο δε δεξιό τμήμα της, εμβαδού 24 τ.μ.
η δικαιούχος και η θυγατέρα της, ΒΒ και ότι τα δύο αυτά τμήματα της οικίας χωρίσθηκαν με μεσοτοιχία και τοποθετήθηκαν σ' αυτά χωριστές παροχές ΔΕΗ και ΟΥΘ, χωρίς περαιτέρω να εκθέτει, αν έγινε άτυπη διανομή του ακινήτου, μεταξύ των ανωτέρω δικαιοπαρόχων των διαδίκων, καθώς και αν γινόταν αποκλειστική χρήση του αριστερού (επίδικου) τμήματος της κατοικίας από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων από το έτος 1960 έως το έτος 2002, αλλά και μετά, μέχρι την άσκηση της αγωγής, αν αυτή ήταν αντικείμενο χωριστής κατοχής από τους εναγομένους, όπως οι τελευταίοι προέβαλαν με την ως άνω ένσταση τους.
Επίσης δεν εξειδικεύει συγκεκριμένα περιστατικά (εκτός από την άσκηση της ένδικης, από 27-7-2004, αγωγής), τα οποία δικαιολογούν την κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος και η δικαιοπάροχος του, δεν αδράνησαν στην άσκηση του δικαιώματος τους, με την ανοχή της αποκλειστικής χρήσεως του επίδικου αριστερού διαμερίσματος από τους εναγομένους και τους δικαιοπαρόχους αυτών κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, και, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι ανωτέρω ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά αυτών, η οποία θα μπορούσε να στηρίζει εύλογη πεποίθηση στους αναιρεσείοντες ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε δικαίωμα ή ότι δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμα, με αποτέλεσμα να μην επέρχονται δυσμενείς συνέπειες για αυτούς(αναιρεσείοντες) από την άσκηση της αγωγής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, κατ' ορθή υπαγωγή, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2009/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ