Legislator Case Law & Legislation
416/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against child abduction custody order, rejecting procedural errors and jurisdictional claims.

Case Number 416/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's order requiring the respondent to return their minor child to their habitual residence. The appellant argued the appellate court exceeded jurisdiction by indirectly ruling on custody and committed procedural errors by considering unrecorded testimonies. The court rejected these claims, finding the appellate court strictly applied the Hague Convention without deciding on custody and that the referenced testimonies were oral and never transcribed into minutes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal against a decision in child abduction cases where the appellate court strictly applies the Hague Convention without ruling on custody, and procedural defects regarding unrecorded testimonies are deemed non-existent.

Keywords

AI generated
child abduction Hague Convention custody dispute appeal dismissal procedural error jurisdiction limits testimony recording

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 699 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 416 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 416/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Β., κατοίκου ... και ήδη προσωρινά διαμένοντος στα ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Χριστίνας - Μαρίας Νικολοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελευθερίας Φουντουλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από .../2021 αίτηση του ήδη αναιρείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2022 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από .../2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων .../2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αρ. .../2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αίτηση που άσκησε ο αναιρεσείων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει άμεσα στον τόπο της κύριας και συνήθους διαμονής του, στην πόλη ..., το ανήλικο τέκνο τους, το οποίο η τελευταία έχει μεταφέρει και κατακρατεί παράνομα στην Ελλάδα.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι δε παραδεκτή, αφού ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις, που για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης, παραπέμφθηκαν προς οριστική επίλυση στη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, χωρίς να πρόκειται κατά τα λοιπά για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 754/1986, ΑΠ 1796/2023, ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020), όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, κατά την οποία τέμνεται οριστικά διαφορά από απαγωγή παιδιού κατά τους όρους της από 25.10.1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", που κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το ν. 2102/1992 και όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας" (ΑΠ 1796/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 317/2016, ΑΠ 598/2015).

Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους (Ολ.

ΑΠ 23/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά, αρκεί το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1474/2022). Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/..., ΑΠ 779/...).

Η παράβαση όμως της υποχρέωσης αυτής προς λήψη υπόψη των ως άνω αποδεικτικών μέσων ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 60/2022).

Τέλος, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα κλπ), να προσδιορίζεται το περιεχόμενό της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και, ακόμη, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε. (ΑΠ 737/2023, ΑΠ 13/2023, ΑΠ 1274/2010, ΑΠ 66/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νομίμως προσκομισθείσες με επίκληση τις προτάσεις του υπ' αριθ. πρωτ. ....2021 και ...2021 ενώπιον της δικηγόρου ...

Αλεξάνδρας Ασουρματζιάν ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Η. Κ. και Γ. - Ν. Μ., αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, προς αντίκρουση της προβληθείσας εκ του άρθρου 13 περ. β της Σύμβασης της Χάγης ένστασης της αναιρεσίβλητης, ότι η επιστροφή του ανηλίκου τέκνου στο ...

ενέχει σοβαρό κίνδυνο να το εκθέσει σε ψυχική δοκιμασία και να το περιαγάγει σε αφόρητη κατάσταση. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο τα ενόρκως βεβαιωθέντα από τους μάρτυρες πραγματικά γεγονότα, ώστε να κριθεί αν αυτά ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των ενόρκων βεβαιώσεων, προκύπτει ότι τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες πραγματικά περιστατικά δεν αφορούν στην αντίκρουση της προβληθείσας εκ του άρθρου 13 περ. β της Σύμβασης της Χάγης καταλυτικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, ότι η επιστροφή του ανηλίκου στο ...

ενέχει σοβαρό κίνδυνο να το εκθέσει σε ψυχική δοκιμασία και να το περιαγάγει σε αφόρητη κατάσταση, καθώς ουδεμία αναφορά γίνεται από τους άνω μάρτυρες στις υποστηριζόμενες από την αναιρεσίβλητη ψυχολογικές επιπτώσεις που θα έχουν στο ανήλικο τέκνο η αιφνίδια απομάκρυνσή του από τη μητέρα του και τα προσφιλή του πρόσωπα και η μετακίνησή του σε μία άγνωστη για εκείνο χώρα, αλλά και στην αντικειμενική αδυναμία ανάληψης εκ μέρους του αναιρεσείοντος της καθημερινής φροντίδας του ανηλίκου, χωρίς τη διαμόρφωση κατάλληλου υποστηρικτικού προς τούτο περιβάλλοντος, ενόψει και της ιδιαίτερα απαιτητικής εργασίας του ως ιατρός καρδιολόγος και, ως εκ τούτου, η μη λήψη υπόψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 340 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσης της υπόθεσης, ενόψει και των περιορισμών των άρθρων 393-394 ΚΠολΔ (ΑΠ 1298/1990) ή προβλέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 60/2024).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 690 παρ.1 ΚΠολΔ, σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα, αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 691παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που εισάγει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εν μέρει το ανακριτικό σύστημα, συνδυαζόμενο πάντως και με το συζητητικό σύστημα (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το σχηματισμό της κρίσης του και με την απόφασή του δέχεται ή απορρίπτει ολόκληρη ή εν μέρει την αίτηση.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι επιτρεπτή η λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων ανεξάρτητα από το αν έχει προηγουμένως κληθεί να παραστεί κατά τη σύνταξή τους ο αντίδικος του επιμεληθέντος τη σύνταξή τους, αφού αυτό επιβάλλει η ταχύτητα της όλης διαδικασίας, που αποσκοπεί στην παροχή προσωρινής μόνον δικαστικής προστασίας, με την έκδοση απόφασης προσωρινής αντίστοιχα ισχύος κατά το άρθρο 695 ΚΠολΔ.

Έτσι αντισταθμίζεται και ο όποιος κίνδυνος από τη σύνταξη ενόρκων βεβαιώσεων για να χρησιμοποιηθούν σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να έχει προηγηθεί η κλήση του αντιδίκου. Το ίδιο ισχύει και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας, που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικάζονται κατά την αντίστοιχη διαδικασία, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή, όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, κατά την οποία τέμνεται οριστικά η διαφορά από απαγωγή παιδιού κατά τους όρους της από 25/10/1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", που κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το Ν. 2102/1992 (ΑΠ 317/2016, ΑΠ 1857/2011).

Μάλιστα η παραπάνω άποψη ενισχύεται στο πλαίσιο της άνω Διεθνούς Σύμβασης και από τις ρυθμίσεις των άρθρων 14 και 15 αυτής, που καθιερώνουν σε ειδικότερα θέματα την ελεύθερη απόδειξη και παρέχουν ευρεία δυνατότητα αυτεπάγγελτων ενεργειών, όχι μόνο προς τις κεντρικές, αλλά και προς τις διοικητικές και δικαστικές αρχές των συμβαλλόμενων κρατών που επιλαμβάνονται ζητημάτων απαγωγής παιδιών (ΑΠ 1857/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις με αριθ. ....2021 και ....2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Β. Κ. και Γ. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, μολονότι αυτή δεν τον είχε κλητεύσει και (κατ` εκτίμηση) ούτε αυτός είχε παραστεί κατά τη σύνταξή τους.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι επιτρεπτή η λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, ανεξάρτητα από το αν έχει προηγουμένως κληθεί να παραστεί κατά τη σύνταξή τους ο αντίδικος του επιμεληθέντος τη σύνταξή τους.

Η από 25-10-1980 Διεθνής Σύμβαση της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", η οποία κυρώθηκε και από την Ελλάδα με τον νόμο 2102/1992 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), εφαρμόζεται δε, κατά το άρθρο 4 αυτής, για κάθε παιδί νεότερο των δέκα έξι ετών, το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε συμβαλλόμενο κράτος αμέσως πριν από την προσβολή των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας, έχει σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1, την εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, προληπτικά με την αποθάρρυνση των γονέων που σχεδιάζουν απαγωγές και κατασταλτικά με την άμεση επαναφορά του παιδιού που μετακινήθηκε ή κατακρατείται παράνομα σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη, στην προηγούμενη κατάσταση.

Προβλέπει, όμως, και εξαιρέσεις στην επαναφορά, όταν το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει άλλη αντιμετώπιση, διασφαλίζοντας ότι τα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας, που υφίστανται κατά το δίκαιο ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, θα είναι σεβαστά και στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη. Στη διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης ορίζονται τα ακόλουθα: "η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες, εφόσον:

α) έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του Κράτους, στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Το δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού που αναφέρεται στην περίπτωση α` μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του Κράτους". Η συγκεκριμένη διάταξη συνιστά τη θεμελιώδη αρχή της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι οριζόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής της, δηλαδή μετακίνηση ανηλίκου παιδιού κατά παραβίαση υφιστάμενου δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο και πράγματι ασκούνταν από το πρόσωπο που επικαλείται την εφαρμογή της Σύμβασης κατά τον χρόνο της μετακίνησης και θίγεται από αυτή, τότε τίθεται σε λειτουργία ο μηχανισμός της Σύμβασης, που οδηγεί στη λήψη του προβλεπόμενου απ` αυτή μέτρου προστασίας.

Το μέτρο αυτό συνίσταται στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού στον τόπο της συνήθους διαμονής και στο πρόσωπο που ασκούσε την επιμέλειά του, από το οποίο το ανήλικο παιδί έχει παράνομα αφαιρεθεί. Η υποχρέωση επιστροφής υπάρχει μόνον αν η αφαίρεση ή κατακράτησή του είναι παράνομη. Το δικαίωμα επιμέλειας (που διακρίνεται και διαχωρίζεται από το ευρύτερο δικαίωμα της γονικής μέριμνας, χωρίς το τελευταίο να αποτελεί αντικείμενο προστασίας της Σύμβασης) μπορεί να απορρέει είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από τη δικαστική απόφαση (ή απόφαση διοικητικής αρχής), που ρύθμισε το σχετικό θέμα και ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας σε κάποιο πρόσωπο, είτε και από ιδιωτικές συμφωνίες περί της επιμελείας, που αναπτύσσουν έννομες συνέπειες στη χώρα της συνήθους διαμονής του παιδιού.

Εξάλλου, η Διεθνής Σύμβαση, στο άρθρο 5 εδάφιο α` αυτής, καθορίζει την έννοια που η ίδια, για την εφαρμογή των διατάξεών της, προσδίδει στον όρο "δικαίωμα επιμέλειας" και ειδικότερα ορίζει ότι "Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το "δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του".

Είναι πρόδηλο ότι μόνο το πρόσωπο που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί να προσδιορίζει και τον τόπο της συνήθους διαμονής του τέκνου. Αν την επιμέλεια έχουν, κατά τα ανωτέρω, οι δύο γονείς από κοινού, θα πρέπει να επιλέγουν τον τόπο (χώρα, πόλη, περιοχή, σπίτι) της συνήθους διαμονής του. Το δικαίωμα επιμέλειας του γονέα κατά τη Διεθνή Σύμβαση επιδέχεται προσβολής όχι μόνο από κάποιον τρίτο, αλλά, στην περίπτωση που το ασκούν και οι δύο γονείς, με βάση το δίκαιο του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού, και από τον ένα γονέα σε βάρος του άλλου, όπως συνιστά η μονομερής ενέργεια του ενός γονέα, που θα πάρει μόνος του το παιδί και θα το μετακινήσει σε άλλη χώρα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος κατάργησε τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, έχει δε δεσμευτική ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 72), και αποσκοπεί, κατά το προοίμιο αυτού, να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί...9.

Ο όρος "δικαίωμα επιμέλειας" περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του... 11. Ο όρος "παράνομη μετακίνηση" ή "κατακράτηση" παιδιού σημαίνει τη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού: α) εφόσον γίνονται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από τον νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) με την επιφύλαξη ότι το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Η επιμέλεια θεωρείται ότι ασκείται από κοινού όταν ο ένας από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας δεν μπορεί, σύμφωνα με απόφαση ή απευθείας από τον νόμο, να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση άλλου δικαιούχου της γονικής μέριμνας". Κατά δε το άρθρο 11 του ίδιου Κανονισμού: "Επιστροφή του παιδιού 1.

Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της σύμβασης της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (εφεξής "σύμβαση της Χάγης του 1980"), απόφαση για την επιστροφή του παιδιού, το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους, όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8".

Έτσι, συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης. Εφόσον συντρέχει, κατά τα ανωτέρω, το παράνομο της μετακίνησης ή αφαίρεσης του ανήλικου παιδιού, όταν δηλαδή με αυτές θίγεται το δικαίωμα επιμέλειας που έχει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους στο οποίο βρισκόταν η συνήθης διαμονή του παιδιού αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του, το οποίο (δικαίωμα) ασκούνταν ουσιαστικά, πριν μεσολαβήσουν τα περιστατικά που συνιστούν την απαγωγή, τότε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 εδάφιο α` της Σύμβασης, αν από τη μετακίνησή του μέχρι τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης εφαρμογής της Σύμβασης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του.

Εάν, παρά την κατάθεση της, κατά το άρθρο 8 της Σύμβασης, αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου Κράτους εντός του έτους από την απαγωγή, η διοικητική αρχή επιλήφθηκε αφού είχε παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα, πάλι οφείλει, κατά το β` εδάφιο του άνω άρθρου, να διατάξει την επιστροφή του παιδιού.

Στην τελευταία, όμως περίπτωση, προβλέπεται εξαίρεση από την υποχρέωση επιστροφής, αν αποδειχθεί, ύστερα από την προβολή σχετικής ένστασης από τον καθ` ου στρέφεται η αίτηση, ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται εάν η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους επιλήφθηκε της αίτησης πριν παρέλθει έτος από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020, ΑΠ 1030/2017).

Εξαιρέσεις στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού εισάγει και η διάταξη του άρθρου 13 της Σύμβασης, οι οποίες έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση παράνομης μετακίνησης του παιδιού, δηλαδή είτε η εξέταση της αίτησης που κατατέθηκε μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία γίνεται εντός έτους από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, είτε μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, παρά την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, εφόσον το φυσικό πρόσωπο, που αντιτίθεται στην επιστροφή του, αποδεικνύει, προβάλλοντας σχετική ένσταση:

α) ότι το φυσικό πρόσωπο που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020).

Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης, ομοίως, κατόπιν προβολής σχετικής ένστασης, να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα, που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του. Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη τις πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση του παιδιού που παρέχονται από την Κεντρική Αρχή ή άλλη δημόσια υπηρεσία του κράτους της συνήθους διαμονής του (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 1857/2011).

Οι εξαιρέσεις επιχειρούν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να προκύψουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, από αυτό καθεαυτό το γεγονός της επιστροφής πλέον του παιδιού, και όχι από έκτακτες ή άλλες εξαιρετικές συμπτώσεις, καταστάσεις μη συμβατές προς το συμφέρον του. Το παιδί πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άτομο με τις δικές του ανάγκες και δικαιώματα, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης και ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη και να μην υπάρχει κίνδυνος αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της άμεσης επιστροφής του, να έχει την τάση, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, μετά σφοδρής πιθανότητας και κατά την κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου, να εκθέσει το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση, να επιφέρει, δηλαδή, τα αποδοκιμαζόμενα από τη Σύμβαση αποτελέσματα (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 54/2021, ΑΠ 1030/2017, ΑΠ 916/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/...).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/...). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/..., ΑΠ 1339/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 4, 12 παρ. 1, 13 εδ.

β περ. α και 16 της Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών" (Ν. 2102/1992), δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά παραδοχή της προβληθείσας εκ του άρθρου 13 εδ. β περ. α της Σύμβασης καταλυτικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, ότι η επιστροφή του ανηλίκου τέκνου στον τόπο της συνήθους διαμονής του κατά τον χρόνο που αυτό μετακινήθηκε από την αναιρεσίβλητη, στο ..., ενέχει σοβαρό κίνδυνο να το εκθέσει σε ψυχική δοκιμασία και να το περιαγάγει σε αφόρητη κατάσταση.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "οι διάδικοι, εκ των οποίων ο αιτών είναι ιατρός καρδιολόγος και η καθ' ης διοικητική υπάλληλος στη Βουλή των Ελλήνων, συνήψαν ερωτική σχέση στην ...

τον Οκτώβριο του 2017. Τον Ιανουάριο του 2018 ο αιτών, ο οποίος ήδη από το 2012 εργαζόταν σε διάφορα νοσοκομεία της ..., προσλήφθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της πόλης του ... όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα, ενώ τον επόμενο μήνα τον ακολούθησε και η καθ' ης, η οποία εκείνο το διάστημα τελούσε σε εκπαιδευτική άδεια για την εκπόνηση της διδακτορικής της διατριβής, οπότε και άρχισε ο κοινός τους βίος, κατά τη διάρκεια του οποίου, είτε σε περίοδο διακοπών είτε για άλλες περιστάσεις, μετέβαιναν κυρίως η καθ' ης, στην Ελλάδα.

Στις ....2018 οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στο Δημαρχείο της περιοχής ... του ..., όπου και βρισκόταν η κατοικία τους (...), ενώ σύντομα άρχισαν την προσπάθεια για τεκνοποίηση με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης σε ειδικό προς τούτο κέντρο, αρχικά στο ... και εν τελεί στην ..., όπου και στέφθηκε με επιτυχία περί τον Οκτώβριο του ....

Στη συνέχεια, οι διάδικοι επέστρεψαν στο ... με προοπτική η καθ' ης να γεννήσει εκεί περί τον Αύγουστο του 2020, πλην όμως η πανδημία του Covid-19 που ενέσκηψε τον Μάρτιο του 2020, μετέβαλε τα σχέδιά τους ως προς το ζήτημα αυτό, καθώς, λόγω της συνεχούς εκ της ιδιότητάς του παρουσίας του αιτούντος στο Νοσοκομείο και της συνακόλουθα αυξημένης επικινδυνότητας να μεταδώσει τον ιό στην εγκυμονούσα καθ' ης, κρίθηκε ασφαλέστερο εκείνη να μεταβεί στην ...

για το υπόλοιπο διάστημα της εγκυμοσύνης της και να γεννήσει εκεί, όπως και πράγματι συνέβη πρόωρα στις ....2020. Ήδη, ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων είχαν αρχίσει να επιδεινώνονται με αφορμή κυρίως αντεγκλήσεις του αιτούντος με την πατρική οικογένεια της καθ' ης για διάφορα ζητήματα, γεγονός, ωστόσο, που δεν εμπόδισε την καθ' ης, μετά την πάροδο ενός απαραίτητου προκειμένου το βρέφος να ταξιδέψει με ασφάλεια, διαστήματος δύο περίπου μηνών, να επιστρέφει στις ....2020 στο ...

και να συνεχίσει την έγγαμη συμβίωσή της με τον αιτούντα και το τέκνο τους. Επισημαίνεται ότι η εκπαιδευτική άδεια της καθ' ης είχε λήξει ήδη από τον ... του ... και στη συνέχεια εκείνη έλαβε άδεια άνευ αποδοχών για ένα έτος, τον δε ... του 2020 έλαβε αναρρωτική άδεια λόγω επαπειλούμενης αποβολής και μετά τη γέννηση του τέκνου άδεια ανατροφής τέκνου.

Το επόμενο χρονικό διάστημα μετά τον ... του 2020 υπήρξε ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων των διαδίκων με συνεχείς διενέξεις και ψυχική αποξένωση μεταξύ τους με κυρίαρχο ζήτημα την επιθυμία της καθ' ης για μόνιμη μετεγκατάστασή τους στην ..., γεγονός για το οποίο ο αιτών ήταν κάθετα αντίθετος. Στις ....2021, και ενώ απουσίαζε ο αιτών στην εργασία του, επισκέπτρια υγείας της αρμόδιας Υπηρεσίας Υγείας και Παιδικής Προστασίας του ...

επισκέφθηκε την οικία των διαδίκων στο πλαίσιο προγραμματισμένης επίσκεψης για την επιθεώρηση συνθηκών διαβίωσης του τέκνου. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της η καθ' ης ανέφερε σε εκείνη περιστατικά ψυχολογικής βίας και εκρήξεων θυμού από τον αιτούντα σε βάρος της, οπότε και αυτή την παρότρυνε να αποχωρήσει άμεσα από την οικία μαζί με το τέκνο και να εγκατασταθεί προσωρινά σε ξενοδοχείο, όπως και συνέβη, ενώ στις ....2021, βοηθούμενη ως προς τις διάφορες σχετικές ενέργειες (έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων κλπ) από την ως άνω επισκέπτρια υγείας, η καθ' ης επέστρεψε με το τέκνο στην ...

και διαμένει έκτοτε στην ιδιόκτητη κατοικία της στο ..., έχοντας την υποστήριξη της πατρικής της οικογένειας ως προς την ανατροφή του τέκνου. Από τα παραπάνω συνάγονται, ως προς τα αποδεικτέα ζητήματα πέραν πάσης αμφιβολίας τα ακόλουθα: 1) Ο τόπος της συνήθους διαμονής των διαδίκων, όσο διάστημα συμβίωναν μαζί, αρχικά στο πλαίσιο της ερωτικής τους σχέσης και κατόπιν ως έγγαμο ζευγάρι, ήταν το ..., εκεί δηλαδή όπου ο αιτών εργάζεται και η καθ' ης αποδέχθηκε να τον ακολουθήσει, εκμεταλλευόμενη και το γεγονός ότι βρισκόταν σε εκπαιδευτική άδεια από την εργασία της και λαμβάνοντας στη συνέχεια διαδοχικά τις ανωτέρω αναφερόμενες άδειες άνευ αποδοχών, επαπειλούμενης αποβολής και ανατροφής τέκνου.

Άλλα ζητήματα που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς της καθ' ης, όπως η διαχρονική της επιθυμία να επιστρέφουν μόνιμα στην ..., η τυχόν τυπική και μόνο αναφορά της ως συμβαλλόμενου μέρους στο συμβόλαιο μίσθωσης της κατοικίας των διαδίκων στο ..., οι ενέργειές της να εξασφαλίσει άδεια περιορισμένης διαμονής στη ...

προκειμένου να έχει πρόσβαση στις παροχές του Δημόσιου Συστήματος Υγείας και όχι επειδή είχε την πρόθεση να παραμείνει μόνιμα εκεί ή το γεγονός ότι διατηρούσε λειτουργική και την κατοικία της στο ..., όπου διέμενε όταν βρισκόταν στην ..., είναι αδιάφορα, γιατί, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αναιρούν το πραγματικό γεγονός ότι, όσο διήρκησε η σχέση τους, οι διάδικοι συμβίωναν μόνο στο .... 2) Ο τόπος συνήθους διαμονής του τέκνου των διαδίκων κατά τον χρόνο που αυτό μετακινήθηκε από την καθ' ης στην ..., ενός δηλαδή βρέφους ηλικίας κάποιων μηνών που αντικειμενικά δεν μπορεί να αναπτύξει δεσμούς με συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον, δεν μπορεί να είναι άλλος από τον τόπο που επέλεξαν οι γονείς του για τη δική τους διαμονή τους, όπως η κοινή τους αυτή επιλογή εκφράσθηκε εκ των πραγμάτων με τη μετάβαση της καθ' ης μαζί με το τέκνο στο ...

τον ... του 2020 και τη διαμονή της εκεί μέχρι και την ....2021 και, βέβαια, από τη διαρκή βούληση του αιτούντος περί μόνιμης διαβίωσης στην πόλη αυτή, 3) Κατά τον χρόνο μετακίνησης του τέκνου στην ..., ο αιτών είχε δικαίωμα άσκησης της επιμέλειας αυτού από κοινού με την καθ' ης σύμφωνα με τη βρετανική νομοθεσία (άρθρο 2 παρ. 1 του Νόμου περί Παιδιών του 1989), το οποίο ασκούσε πραγματικά έχοντας λόγο στα ζητήματα του τέκνου και συμμετέχοντας, στο βαθμό που του επέτρεπαν οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις, στη φροντίδα του, με την οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν κυρίως επιφορτισμένη η καθ' ης. 4) Η μετακίνηση του τέκνου εκ μέρους της καθ' ης υπό τις ανωτέρω συνθήκες και χωρίς τη σχετική συγκατάθεση του αιτούντος είναι παράνομη κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της Σύμβασης της Χάγης (βλ.

σκέψεις 1 και 2), το δε γεγονός ότι η καθ' ης είχε την αρωγή της ως άνω κοινωνικής λειτουργού για την αναχώρησή της από τη ..., δεν αναιρεί την εν λόγω διαπίστωση, διότι αυτή (η αναχώρηση) ήταν η εκπλήρωση της δικής της επιθυμίας να επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου αισθανόταν ασφαλής (βλ. σχετικά και την από ....2021 επιστολή της επισκέπτριας υγείας), στην οποία και η κοινωνική λειτουργός συνέδραμε αυτοβούλως με τις ενέργειές της, και όχι το αποτέλεσμα κάποιας επίσημης διαδικασίας προστασίας θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, όπως η καθ' ης ισχυρίζεται, που, αν είχε κινηθεί και εφόσον διαπιστωνόταν αρμοδίως το βάσιμο των καταγγελιών της, είναι απολύτως βέβαιο ότι, ιδίως σε ένα κράτος όπως η ..., η καθ' ης θα τύγχανε της δέουσας περίθαλψης και θα είχε τη δυνατότητα να ασκήσει με ασφάλεια τις νόμιμες αξιώσεις της σε βάρος του αιτούντος, όπως θα συνέβαινε σε κάθε περίπτωση, αν δεν υπήρχε η επιλογή της επιστροφής στην Ελλάδα.

Ως προς τον ισχυρισμό της καθ' ης ότι η επιστροφή του τέκνου στο ... ... θα το εκθέσει σε σοβαρή ψυχική δοκιμασία, ισχύουν τα ακόλουθα, αφού εξαρχής σημειωθεί ότι το Δικαστήριο λαμβάνει ως δεδομένο ότι η καθ' ης δεν πρόκειται να επιστρέφει, όπως η ίδια δηλώνει, στο ..., γεγονός απολύτως αναμενόμενο, διότι ο μόνος λόγος διαμονής της εκεί ήταν πάντα η συμβίωσή της με τον αιτούντα, συνθήκη η οποία έχει οριστικά εκλείψει.

Ασφαλώς, η βρεφική ηλικία ενός τέκνου δεν μπορεί από μόνη της να οδηγεί δίχως άλλο στο συμπέρασμα ότι η απομάκρυνσή του από τη μητέρα του θα του επιφέρει σοβαρή ψυχική δοκιμασία, ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση πρωτεύον ζητούμενο για το συμφέρον του τέκνου των διαδίκων δεν μπορεί να είναι η επικαλούμενη από τον αιτούντα ποιότητα ζωής στο ... (που πάντως δεν φαίνεται να υπερέχει πολύ από την αντίστοιχη στο ..., όπου διαμένει η καθ' ης), αλλά το ποιος θα υποκαταστήσει την καθ' ης, υποστηριζόμενη ασφαλώς από την πατρική της οικογένεια, στην παροχή της αδιάλειπτης, επί 24ώρου βάσης, καθημερινής φροντίδας που αυτονόητα ένα βρέφος, ηλικίας μόλις 13 μηνών, χρειάζεται και που μέχρι σήμερα λαμβάνει από εκείνην.

Ο αιτών, πέρα από γενικές αναφορές σε πάρκα, παιδότοπους και χώρους φύλαξης, δεν παρέχει καμία πληροφορία στο Δικαστήριο για το πώς αντιλαμβάνεται το ενδεχόμενο να πρέπει μόνος του, χωρίς τη βοήθεια κάποιου οικείου προσώπου, να παρέχει την εν λόγω φροντίδα στο τέκνο του, σε τι ενέργειες έχει ή πρόκειται να προβεί για την οργάνωση της ζωής του αν επιστρέφει το τέκνο στην οικία του, δεδομένης και της απαιτητικής επαγγελματικής του ενασχόλησης, και εν γένει ποια μέτρα έχει λάβει ώστε το τέκνο να μην βιώσει σοβαρή ψυχική δοκιμασία στερούμενο τη μητέρα του, τα οικεία πρόσωπα της πατρικής της οικογένειας (παππούς, γιαγιά, θείες, ξαδέλφια) και την ως άνω καθημερινή φροντίδα που λαμβάνει από αυτούς, προκειμένου να βρεθεί σε έναν τόπο-περιβάλλον που κάποτε αποτέλεσε επιλογή διαμονής των γονέων του και με τον οποίο πλέον δεν το συνδέει τίποτε απολύτως, πλην φυσικά της παρουσίας του ιδίου του αιτούντος, και να λάβει φροντίδα, κατά κύριο λόγο, από τρίτα άγνωστα πρόσωπα (babysitter), στην πρόσληψη των οποίων εύλογα ο αιτών θα καταφύγει.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι αναμφισβήτητες επιπτώσεις της απουσίας του αιτούντος από τη ζωή του τέκνου στην ψυχοσύνθεση αυτού είναι ζήτημα που άπτεται των θεμάτων της επιμέλειας και της επικοινωνίας και δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, στην οποία, από τη στιγμή που διαπιστώθηκε το παράνομο της μετακίνησης του τέκνου, κρίνεται αν η επιστροφή του στο ...

θα το εκθέσει στην επικαλούμενη από την καθ' ης ψυχική δοκιμασία. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιστροφή του τέκνου στο ..., δηλαδή τον τόπο της συνήθους διαμονής του κατά τον χρόνο της παράνομης μετακίνησής του, αυτή καθεαυτή θα προκαλέσει με βεβαιότητα σε εκείνο σοβαρή ψυχική δοκιμασία, διότι θα στερηθεί την απαιτούμενη για τη βρεφική του ηλικία συνεχή φροντίδα, που αντικειμενικά ο αιτών δεν μπορεί να προσφέρει σε συνεχή βάση, καθώς και τα προσφιλή του πρόσωπα της καθ' ης και της πατρικής της οικογένειας, ευρισκόμενο αιφνιδιαστικά σε ένα νέο περιβάλλον, από το οποίο είναι απίθανο σε αυτήν την ηλικία να διατηρεί οποιαδήποτε μνήμη και εν μέσω αγνώστων σε εκείνο προσώπων, πλην του αιτούντος, με τον οποίο επίσης ο μεταξύ τους ψυχικός δεσμός είναι βέβαιο ότι έχει ατονήσει μετά την μετακίνηση του τέκνου στην ....

Ο αιτών με το πρώτο λόγο έφεσής του ισχυρίζεται ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και έκρινε ότι η καθ' ης δεν πρόκειται να επιστρέψει στο ... τόπου συνήθους διαμονής του τέκνου των διαδίκων. Από όλα όμως τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας αποδείχθηκε πλήρως ότι η καθ' ης δεν θα επιστρέψει στο ...

που αποτελούσε το τόπο συνήθους διαμονής των διαδίκων και τούτο διότι ο μόνος λόγος διαμονής αιτούσας εκεί ήταν η αρμονική συμβίωση με τον αιτούντα, η οποία όμως είχε από πολύ νωρίς κλονιστεί από περιστατικά λεκτικής και ψυχολογικής βίας εκ μέρους του αιτούντος. Έτσι η καθ' ης αναγκάστηκε με τη συνδρομή της κοινωνικής υπηρεσίας και των Αρχών της ...

να μετακινηθεί με το ανήλικο τέκνο τους (βρέφος) στην Ελλάδα. Περαιτέρω η αιτούσα είναι μόνιμη υπάλληλος στη Βουλή των Ελλήνων από το έτος ... και η παραμονή της στη ... έλαβε χώρα προσωρινά κατά τη περίοδο της εκπαιδευτικής της άδειας για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στο Πανεπιστήμιο ... μέχρι το έτος ...

και μετέπειτα ακολούθησε άδεια άνευ αποδοχών, άδεια ανάρρωσης λόγω επαπειλούμενης κύησης και άδεια ανατροφής του τέκνου τους. Η καθ' ης λόγω της τριετούς αυτής εκπαιδευτικής άδειας που έλαβε για την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής, είναι υποχρεωτική για έτη η παραμονή στην εργασία της στη Βουλή των Ελλήνων, διότι διαφορετικά πρέπει να επιστρέψει τις αποδοχές που έλαβε για το διάστημα αυτό περίπου ...

ευρώ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η καθ' ης είναι μόνιμη κάτοικος Ελλάδας υποβάλλοντας τις φορολογικές στην Ελλάδα και διαμένει σε ιδιόκτητη οικία, η οποία είναι πλήρως και κατάλληλα εξοπλισμένη για το ανήλικο τέκνο τους.

Συνεπώς αφού το κέντρο των βιοτικών οικογενειακών και επαγγελματικών αναγκών της καθ' ης βρίσκεται στην Ελλάδα και η έγγαμη συμβίωσή τους στο ... της ... έχει διασπαστεί λόγω των σοβαρών εντάσεων μεταξύ των, η καθ' ης δεν έχει λόγους να επιστρέψει στην .... Κατόπιν των παραπάνω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και έκρινε ότι η καθ' ης δεν πρόκειται να επιστρέψει στο ...

και συνεπώς ο σχετικός προς τούτο λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι ή εκκαλουμένη κατά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων θα υποστεί ψυχική δοκιμασία αν διαταχθεί η επιστροφή του στο ....

Ο λόγος αυτός έφεσης του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν καθόσον ο εκκαλών λαμβάνει ως δεδομένο ότι μαζί με το ανήλικο τέκνο τους θα επιστρέψει στην ... και η μητέρα του, ώστε να του παρέχει την απαιτούμενη φροντίδα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και έκρινε ότι από μόνη της η βρεφική ηλικία ενός τέκνου δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η απομάκρυνση από τη μητέρα του θα του επιφέρει ψυχική δοκιμασία αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιστροφή του βρέφους στην ...

χωρίς τη μητέρα του που μέχρι τώρα το φροντίζει, ελλοχεύει σοβαρούς κινδύνους για τη ψυχική του υγεία δεδομένου ότι ο εκκαλών - αιτών αδυνατεί αντικειμενικά και λόγω των αυξημένων επαγγελματικών του υποχρεώσεών του να ανταποκριθεί στη φροντίδα του μωρού χωρίς οικείο υποστηρικτικό περιβάλλον.

Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία καθώς και ο συναφής με αυτόν τρίτος λόγος έφεσης. Τούτο διότι ο εκκαλών στην αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ως διαδίκου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν κατέθεσε απολύτως τίποτα σχετικά με τις συνθήκες ζωής του παιδιού σε περίπτωση επιστροφής του στην ... και το τρόπο διαχείρισης της καθημερινότητάς του αλλά απαίτησε την επιστροφή της καθ' ής στην ... για τη φροντίδα του γεγονός όπως ανωτέρω αποδείχθηκε δεν θα συμβεί λόγω και της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους. Με το τέταρτο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατά εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 13 εδ β' περ. α' της Σύμβασης και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν έκρινε ότι το συμφέρον του τέκνου είναι να διαμένει μαζί του στο .... Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ηλικία του μωρού 13 μηνών, την καθημερινή φροντίδα από τη μητέρα το υποστηρικτικό περιβάλλον στο οποίο διαβιεί σε οργανωμένη κατοικία στο ....

Συνεπώς ορθώς σταθμίστηκαν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα κατά νόμο στοιχεία αλλά και εκτιμήθηκαν οι αποδείξεις και κρίθηκε ότι το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων για τη ψυχική και σωματική και εν γένει ομαλή ανάπτυξη του είναι να μη διαταχθεί η επιστροφή του στην ....

Συνεπώς και ο σχετικός προς τούτο λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν....Περαιτέρω απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος είναι ο πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και δέχθηκε ότι το ανήλικο τέκνο τους υποστηρίζεται όχι μόνο από την καθ' ης αλλά και από την πατρική της οικογένεια.

Από όλα δε τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας αποδείχθηκε πλήρως ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων απολαμβάνει στην Ελλάδα τόσο της μητρικής φροντίδας όσο και της φροντίδας των παππούδων καθώς και το ότι η μητέρα του φρόντισε να εγγραφεί το ανήλικο τέκνο τους στο βρεφονηπιακό σταθμό ..., ο οποίος λειτουργεί στο ... ..., όπου γίνονται σεβαστά και τηρούνται τα Δικαιώματα του Παιδιού σύμφωνα με τη κείμενη νομοθεσία, το σχετικό Χάρτη Ο.Η.Ε, τις διεθνείς συμβάσεις και τις οδηγίες.

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το περιβάλλον του παιδιού θα είναι πιο ασφαλέστερο στο ... διότι η εφεσίβλητη - καθ' ης δεν έχει εμβολιασθεί και η παραμονή του στο Βρεφονηπιακό σταθμό ... εγκυμονεί κινδύνους για το ανήλικο τέκνο λόγω και της Πανδημίας. Ο πρόσθετος λόγος αυτός έφεσης του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία καθόσον η εφεσίβλητη - καθ' ης έχει ήδη εμβολιασθεί, καθώς και τα οικεία πρόσωπα (παππούς - γιαγιά) που φροντίζουν το παιδί λαμβάνοντας όλα τα μέτρα προστασίας COVΙD-19.

Περαιτέρω δε το περιβάλλον του Βρεφονηπιακού Σταθμού τηρεί τους κανόνες υγιεινής και όλα τα μέτρα που έλαβε η πολιτεία για την αποτροπή μετάδοσης του covid 19. Κατόπιν των παραπάνω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά και σύννομα και με πλήρη αιτιολογία και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του τέκνου στο ...

θα το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο θα το περιάγει σε μία αφόρητη κατάσταση αφού έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό της καθ' ης που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 13 περ. 1 β της σύμβασης της Χάγης.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αρ. .../2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αίτηση που άσκησε ο αναιρεσείων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 4, 12 παρ. 1, 13 εδ. β' περ. α' και 16 της Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών" (Ν. 2102/1992), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κρίνοντας ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα εκ του άρθρου 13 εδ.

β' περ.α' της Σύμβασης της Χάγης καταλυτική ένσταση της αναιρεσίβλητης. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η επιστροφή του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στο ..., δηλ. στον τόπο της συνήθους διαμονής του, κατά τον χρόνο της παράνομης μετακινήσεώς του, θα προκαλέσει με βεβαιότητα σ'αυτό σοβαρή ψυχική δοκιμασία, διότι θα στερηθεί την απαιτούμενη για την βρεφική ηλικία του συνεχή φροντίδα της μητέρας του - αναιρεσίβλητης, η οποία δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην ...

μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς της με τον αναιρεσείοντα, φροντίδα, την οποία ο αναιρεσείων δεν μπορεί αντικειμενικά λόγω των αυξημένων επαγγελματικών του υποχρεώσεων, να προσφέρει σε συνεχή βάση και θα βρεθεί το ανήλικο αιφνιδίως σε ένα μη οικείο περιβάλλον, από το οποίο σε αυτή την ηλικία δεν διατηρεί μνήμες και ο ψυχικός δεσμός του με τον πατέρα του έχει ατονήσει και ως εκ τούτου το συμφέρον του ανηλίκου για την ψυχική σωματική και εν γένει ομαλή ανάπτυξή του επιβάλλει να μην διαταχθεί η επιστροφή του στην ....

Συνακόλουθα, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 3, 4, 12 παρ. 1, 13 εδ.

β περ. α και 16 της Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών" (Ν. 2102/1992), ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 19/2021, ΑΠ 477/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 3 και 16 της Σύμβασης της Χάγης, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων κατά το μέρος που προέβη σε έμμεση κρίση αναφορικά με την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο εφάρμοσε αποκλειστικά τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης της 25.10.1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, χωρίς να διαλάβει παραδοχές επί των θεμάτων που άπτονται της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου.

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη "τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου περιέχονται η ανωμοτί κατάθεση του αιτούντος και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της καθ' ης Ι.

Κ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου." ενώ η ένδικη αίτηση δικάστηκε χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα και χωρίς την τήρηση πρακτικών. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η πρωτόδικη δίκη, όπως αναγράφεται στο εισαγωγικό της υπ' αριθ. .../2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., διεξήχθη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα και δεν τηρήθηκαν πρακτικά για να καταχωρηθούν η ανωμοτί κατάθεση του αναιρεσείοντος και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο.

Επομένως, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ως άνω καταθέσεις αποτελεί γραφικό λάθος, οφειλόμενο σε παραδρομή, αφού οι εν λόγω καταθέσεις ήταν προφορικές και δεν απότυπώθηκαν σε πρακτικά και ως εκ τούτου ο έβδομος αναιρετικός λόγος από τον αριθ.11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ....2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό .../2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 14 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 7 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ