Legislator Case Law & Legislation
416/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on insurance fund liability for late benefits.

Case Number 416/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the National Pension Fund's appeal against the Athens Labor Court's decision regarding late benefit payments. The Fund argued that its internal regulations barred interest on delayed payments and that certain board resolutions were non-appealable, but the Court found these arguments inadmissible. The Court ruled that the appeal failed to cite specific procedural errors under the Code of Civil Procedure and did not address minor points of reasoning, leading to the dismissal of the appeal and the award of costs to the Fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies solely on substantive law violations or minor points of reasoning without citing specific procedural errors under the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility labor court decision procedural error insurance fund liability dismissal of appeal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 663-676 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015
Article 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 416 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 416/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Φ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2), του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Λιάπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου-και άλλων μη διαδίκων στην παρούσα υπόθεση-, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2187/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4534/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 15.9.2020 και αριθ. κατάθ. 6803/804/18.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 4534/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε την 8.7.2020, αντιμωλία των εδώ διαδίκων (αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου) επί της από 11.11.2019 και αριθ. κατάθ. 98771/7799/12.11.2019 έφεσης του εναγομένου με εκκαλούμενη την υπ` αριθ. 2187/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρο 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α.87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν.4335/2015 και ήδη άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 621, 622, 422, 421, 591 ΚΠολΔ], επί της από 5.12.2014 αγωγής του ενάγοντος (εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου) Ν.

Φ. κατά του εναγομένου (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος) ν.π.ι.δ. "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή πέντε συνολικά λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 5.12.2014 και αριθ. κατάθ. ΓΑΚ 137036/4509/9.12.2014 αγωγή, που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος από κοινού με άλλους οκτώ (8) ενάγοντες, που δεν είναι διάδικοι εν προκειμένω, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ήδη αναιρεσείον να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά, με το νόμιμο τόκο από της ημεροχρονολογίες αποχώρησής τους από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) ως εφάπαξ παροχή με βάση το άρθρο 7 του Κανονισμού του, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του την 19.12.2013 με την υπ' αριθ.

Φ. 80000/35187/1180/19.12.2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β, 3239/19.12.2013). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2187/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Στη συνέχεια ασκήθηκε κατ' αυτής η από 11.11.2019 έφεση του εναγομένου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας ερήμην της 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ης, 8ου και 9ου των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών, μεταξύ των οποίων και του νυν αναιρεσιβλήτου, την απέρριψε ως απαράδεκτη ως προς τον τρίτο εφεσίβλητο, την δέχτηκε τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ως προς τις κρίσιμες παραδοχές της, που αφορούν τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους, ότι : "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι συνταξιούχοι πρώην υπάλληλοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στην οποία προσέφεραν τις υπηρεσίες τους από την πρόσληψή τους έως και την αποχώρησή τους, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος και δη, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, ο Ν.

Φ. από 6.3.1978 έως 29.2.2012, η Δ. χήρα Δ. Κ., το γένος Γ. Ν. από 25.7.1976 έως 11.6.2012, ο Ι. Β. από 29.6.1981 έως 12.5.2012, ο Α. Κ. από 19.3.1982 έως 15.4.2013, ο Γ. Β. από 22.6.1981 έως 19.3.2012, η Φ. Ζ. από 22.6.1981 έως 9.5.2013, ο Κ. Γ. από 6.3.1978 έως 13.5.2013 και ο Α. Σ. από 10.3.1979 έως 29.4.2013. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, για τον κλάδο πρόνοιας ήταν ασφαλισμένοι στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ταμείο με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΤΑΠ-ΕΤΕ)", καταβάλλοντας καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους, τις αναλογούσες στους ίδιους εισφορές υπέρ του ταμείου και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού του τελευταίου, ετύγχαναν δικαιούχοι της προβλεπόμενης σε αυτόν εφάπαξ παροχής, η οποία υπολογιζόταν με τον τρόπο που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού και την οποία το εκκαλούν ταμείο ήταν υποχρεωμένο να τους καταβάλει εντός τριμήνου και κατ' ανώτατο όριο εντός εξαμήνου από την έξοδό τους από την υπηρεσία κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού.

Πλην όμως το εκκαλούν δεν τους κατέβαλε το σύνολο της εφάπαξ παροχής παρά μόνο κάποιες τμηματικές καταβολές έναντι, ενώ στις 19.12.2013 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, με την οποίαν εγκρίθηκε η αναλογιστική μελέτη που είχε ανατεθεί από το εκκαλούν ταμείο, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κανονισμού του, στην εταιρεία "...", αντικαταστάθηκε το άρθρο 7 του Κανονισμού και ορίσθηκε νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, ο οποίος όμως οδηγούσε σε μείωση της παροχής αυτής, σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς, ενώ με την ανωτέρω ΚΥΑ ορίσθηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής.

Δηλαδή, το ρυθμιστικό πλαίσιο καταλάμβανε αναδρομικά και τους εφεσιβλήτους, μειώνοντας σημαντικά το ποσό της εφάπαξ παροχής τους. Ακολούθως, όμως, η ανωτέρω ΚΥΑ ακυρώθηκε με την υπ' αριθ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ, κατά το μέρος που αυτή προβλέπεται ότι εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο της παροχής, αφού προηγουμένως κρίθηκε ότι "από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη...εν προκειμένω, η...διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της ΕτΕ.

Με το δεδομένο αυτό, η προσβαλλόμενη ΚΥΑ, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της ΕτΕ, εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι και την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής...δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα".

Ακολούθως όμως το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω απόφαση του ΣτΕ και η με αυτήν, λόγω τυπικής παραλείψεως, ακύρωση της ανωτέρω ΚΥΑ, δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσεως διαφορά, αφού η απόφαση της Συν. 23/16.12.2013 του ΔΣ του Ταμείου περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, είναι καθ' όλα νόμιμη.

Και αυτό διότι για τη λήψη αυτής της απόφασης, τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκρισή της από την Αναλογιστική Αρχή, η με βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής μελέτης ανακαθορισμός της εφάπαξ παροχής συμπεριλαμβανομένων και των αποχωρησάντων προ της 19.12.2013, ήτοι και των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων συνταξιούχων στους οποίους γίνεται ρητή αναφορά στον ως άνω νόμο, απόφαση όμως που ουδέποτε προσβλήθηκε από οποιονδήποτε, έχοντας έτσι καταστεί πλέον απρόσβλητη λόγω της άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, με περαιτέρω συνέπεια η αγωγή να έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και όχι να απορριφθεί η ένσταση του άρθρου 101 ΑΚ, που νομίμως προέβαλε, ως μη νόμιμη, όπως έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός της εφέσεως κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, όπως αυτό αναφέρθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, την αποφασιστική, επί του επιδίκου ζητήματος της αναδρομικής μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής αρμοδιότητα, την είχαν οι ανωτέρω συναρμόδιοι υπουργοί, ενώ η επικαλούμενη απόφαση του ΔΣ του εκκαλούντος είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα.

Το γεγονός άλλωστε αυτό, προκύπτει και από τον Κανονισμό του εκκαλούντος, ο οποίος στο άρθρο 13 παρ. 1 αναφέρει ότι "ο παρών Κανονισμός τροποποιείται με απόφαση του ΔΣ λαμβανομένη με πλειοψηφία 6 εκ των μελών αυτού μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος. Εάν η τροποποίηση αφορά τα άρθρα 4, 7, 8, 9 και 10 του παρόντος, απαιτείται να προηγείται η εκπόνηση σχετικής αναλογιστικής μελέτης από την οποία να προκύπτει ότι μετά την τροποποίηση εξασφαλίζεται η αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου", ενώ στις τελικές διατάξεις του Κανονισμού, υπό το στοιχείο II αναγράφεται ότι : "Η εφάπαξ παροχή δύναται να ανακαθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από πρόταση της Διοίκησης του Ταμείου και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση.

Αναλογιστική μελέτη εκπονείται υποχρεωτικά από το ταμείο ανά δύο χρόνια για την διαπίστωση της οικονομικής πορείας του". Το εκκαλούν δε, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις με την επικαλούμενη υπ' αριθ. 23/16.12.2013 απόφαση του ΔΣ, συνοδευόμενη από την σχετική αναλογιστική μελέτη, υπέβαλε πρόταση για ανακαθορισμό της εφάπαξ παροχής που χορηγεί στους ασφαλισμένους του.

Εν όψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το εκκαλούν είναι ενταγμένο στο συμβατικό καθεστώς επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως με σκοπό την παροχή επαγγελματικής ασφαλιστικής προστασίας πέραν από εκείνη που παρέχει η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και λειτουργεί, ουσιαστικά, υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον έλεγχο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής ως προς την οικονομική λειτουργία και τη βιωσιμότητά του.

Στα πλαίσια του καθεστώτος λειτουργίας του, για τη χορήγηση των εφάπαξ παροχών και τη διακύμανση του ύψους αυτών, θεσπίσθηκε μία σύνθετη διοικητική διαδικασία για την οποία καθοριστική αρμοδιότητα έχει η απόφαση - έγκριση των αρμοδίων υπουργών, η οποία λαμβάνεται κατόπιν εκπόνησης της αναλογιστικής μελέτης και της γνώμης - πρότασης του ΔΣ του Ταμείου, η οποία ως τέτοια δεν υπόκειται στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, όπως εσφαλμένα και νομικά αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, με το σχετικό λόγο της εφέσεώς του.

Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που επιτρεπτά αντικαθίσταται από το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, απέρριψε την σχετική ένσταση του εκκαλούντος. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν, εν όψει της ακύρωσης της ανωτέρω ΚΥΑ ως προς την αναδρομική μεταβολή του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, υποχρεούται να καταβάλει στους εφεσιβλήτους την εφάπαξ παροχή στο ύψος που είχε πριν τις αναδρομικές περικοπές, ήτοι την εφάπαξ παροχή με τον τρόπο υπολογισμού που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού του Ταμείου, όπως αυτό ίσχυε πριν από την ημερομηνία αποχώρησης εκάστου από την υπηρεσία της ΕτΕ, ήτοι προ της από 19.12.2013 τροποποίησής του με την ανωτέρω ΚΥΑ, αφαιρουμένων των καταβολών που είχαν ήδη γίνει για την αιτία αυτή, ήτοι υποχρεούται να καταβάλει στους εφεσιβλήτους τα χρηματικά ποσά των 41.501,80, 41.402,09, 33.277,10, 44.885,87, 38.943,76, 48.180,07, 60.693 και 45.434,40 ευρώ, αντιστοίχως, ποσά τα οποία και επιδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση.

Τονίζεται δε, ότι ο τρόπος υπολογισμού και το τελικό ύψος των ποσών αυτών επιβεβαιώνεται από τις βεβαιώσεις του Διευθυντή του Ταμείου, στις οποίες αναγράφεται ότι τα ανωτέρω ποσά είναι αυτά που δικαιούνται οι εφεσίβλητοι σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την ανωτέρω ΚΥΑ.

Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση δεν έσφαλε ως προς τον τρόπο υπολογισμού των εφάπαξ παροχών και ορθά εκτίμησε τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, απορριπτομένου του έκτου λόγου εφέσεως ως κατ' ουσίαν αβασίμου............Ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε με την εκκαλουμένη απόφαση την εφάπαξ παροχή με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, αφού όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται για τόκους επιδικίας, σύμφωνα με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρο 346 ΑΚ και όχι για τόκους υπερημερίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το εκκαλούν απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος εφέσεως.".

3. Το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο : "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι` αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού. Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 553/2019, 1114/2018, 1207/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, 130/2016, 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού λόγου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005). Δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 901/2010, 2173/2007).

Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, 887/2019). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999) και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, όταν το Δικαστήριο ουσίας απορρίψει τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, απαράδεκτο ή αόριστο, χωρίς να ερευνήσει αυτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 450/2020, 1410/2017, 701/2011, 121/2009). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, εφόσον η υπόθεση κρίθηκε στην ουσία, οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 887/2019, 658/2019, 1454/2014) και οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Ολ.ΑΠ. 20/2005, ΑΠ 357/2018, 1022/2017, 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α ' και β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν.

Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 700/2019, 849/2018). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, 625/2008, 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, 625/2008, 558/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, 2102/2007, 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 712/2016, 1277/2015, 739/2011, 1632/2007, 669/2007, 1654/2007).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1285/2019, 173/2016, 442/2015, 391/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β`, 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής πριν την 1-6-2016 (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ` ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά, αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης μετά την 1-1-2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι : α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, 1245/2019, 105/2017, 9/2014).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, 493/2020, 201/2017).

4. Το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με τον πρώτο λόγο της αίτησης : α') κατά το πρώτο σκέλος του με την επίκληση, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία, καθώς και α) με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο για την απαίτησή του τόκο "επιδικίας", κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, και όχι τόκο υπερημερίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου κώδικα β') κατά δεύτερο σκέλος του την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση, κατ' εκτίμηση, ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός του, τον οποίον νόμιμα πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι η καθυστέρηση της οφειλής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 ΑΚ).

Και γ' ) κατά το τρίτο σκέλος του την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο επιδίκασε πέραν του αιτηθέντος και δη τόκους επιδικίας, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα. Ο ως άνω λόγος κατά το πρώτο σκέλος του κρίνεται αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, δεχόμενο ότι ο σχετικός λόγος της έφεσης του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος καθόσον μάλιστα, όπως προκύπτει το τελευταίο δεν ισχυρίζεται ότι υπέβαλε αίτημα για επιδίκαση κατ' εξαίρεση της απαίτησης με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας.

Κατά το δεύτερο σκέλος του ο ως άνω λόγος κρίνεται απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατική διαφορά), το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός (άρθρο 342 ΑΚ, που συνιστά καταλυτική του δικαιώματος ένσταση) προτάθηκε προφορικώς κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των θεμελιούντων αυτόν περιστατικών ή περιεχόταν στις έγγραφες προτάσεις του, κατά πάσα δε περίπτωση δεν προσκομίζονται ούτε οι προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ούτε τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, παρά μόνο οι προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στις οποίες δεν έχει επισυναφθεί επικυρωμένο αντίγραφο των προτάσεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Εξάλλου, στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, κατά το τρίτο σκέλος του ο ως άνω λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται, καθότι από τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ , όπως ισχύει, κατά τα προεκτεθέντα, συνάγεται ότι για την επιδίκαση τόκων επιδικίας δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ιδιαίτερο σχετικό αίτημα στην αγωγή, αφού η υποχρέωση καταβολής τόκων επιδικίας προκύπτει απευθείας από το νόμο και όταν το δικάζον δικαστήριο επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου, νοείται ο νόμιμος τόκος επιδικίας για τον οποίο δεν απαιτείται ρητή αναφορά στην δικαστική απόφαση.

Αντιθέτως ρητή αναφορά απαιτείται όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει απαίτηση με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας. 6. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση, κατ' εκτίμηση, ότι εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε την δικαιοπρακτική διάταξη του Κανονισμού του, δυνάμει της οποίας αποκλείεται η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης για την τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής, ανεξαρτήτως ακόμη και στην περίπτωση της συνδρομής του άρθρου 342 ΑΚ.

Και αυτός ο λόγος κρίνεται απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, ενώ δεν αναφέρεται και συγκεκριμένη πλημμέλεια του άρθρου 342 ΑΚ, όπως και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ' ουσίαν. 7.

Κατά το άρθρο 101 ΑΚ, απόφαση της συνέλευσης (σωματείου) είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης.

Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων. Η διάταξη αυτή του άρθρου 101 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου. Τούτο δε, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αφού δεν υπάρχει άλλη διάταξη και βραχυπρόθεσμη παραγραφή για τις άκυρες αποφάσεις του ΔΣ σωματείου, οι οποίες, ομοίως, όπως και οι άκυρες αποφάσεις της ΓΣ έχουν ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως, αλλά και διότι στο μείζον (δηλ.

στην κήρυξη της ακυρότητας της αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης) περιλαμβάνεται και το έλασσον (δηλ. η κήρυξη της ακυρότητας αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου). Εξ ου και δεν αντίκειται προς το άρθρο 20 του Συντάγματος. Η ως άνω εξάμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και η πάροδός της απράκτως ισχυροποιεί την άκυρη απόφαση των ανωτέρω οργάνων του σωματείου.

Επομένως, η αγωγή για ακύρωση, αποκλείεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη λήψη της απόφασης, τούτο δε, προβάλλεται από τον έχοντα έννομο συμφέρον κατ` ένσταση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ` άρθρο 279 ΑΚ (ΑΠ 548/2012, 433/2009). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον προβληθέντα ισχυρισμό του του άρθρου 101 παρ. 3 ΑΚ, με τον οποίον, ισχυριζόμενος ότι η απόφαση της Συν. 23/16.12.2013 του ΔΣ αυτού περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού του, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, η οποία και δεν προσβλήθηκε εντός της 6μηνης αποσβεστικής προθεσμίας της παρ. 3 του ως άνω άρθρου, έχει καταστεί πλέον απρόσβλητη και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή είναι απαράδεκτη, υπέπεσε, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω λόγου, καθόσον παραλείπεται η αναφορά του αριθμού του αναιρετικού λόγου, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι αυτή από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα ως προς τον ως άνω ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ (ως προς τη φύση του εν λόγω άρθρου ως κανόνα ουσιαστικού δικαίου βλ.

ΑΠ 1043/2020, 433/2009). Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος της αίτησης κρίνεται απαράδεκτος, πέραν του ότι δεν επικαλείται το αναιρεσείον ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν πιο πάνω υπό στοιχείο 5, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή, που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου 8.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω λόγου, καθόσον παραλείπεται η αναφορά του αριθμού του αναιρετικού λόγου, στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, παραβιάζοντας εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες διατάξεις του ΑΚ και του Ν. 3029/2002, με το να απορρίψει τον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό του ότι η υπ' αριθ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ και η με αυτήν, λόγω τυπικής παραλείψεως, ακύρωση της Φ. 80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3092/2002, δεν επηρεάζει την ένδικη ιδιωτικής φύσεως διαφορά, αφού η απόφαση της 23/16.12.2013 του ΔΣ του Ταμείου περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής είναι καθ' όλα νόμιμη, διότι για τη λήψη αυτής της απόφασης τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκρισή της από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή, η με βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής μελέτης ανακαθορισμός της εφάπαξ παροχής συμπεριλαμβανομένων και των αποχωρησάντων προ της 19.12.2013, όπως ο ενάγων και οι λοιποί ομόδικοί του στην πρωτοβάθμια δίκη, στους οποίους γίνεται ρητή αναφορά στον ως άνω νόμο, απόφαση όμως που ουδέποτε προσβλήθηκε από οποιονδήποτε, άλλως δίνοντας στο ΔΣ το δικαίωμα να επαναπροσδιορίσει το ύψος των εφ' άπαξ παροχών ακόμη και αναδρομικά, κάτι δηλαδή, που νομίμως και χωρίς να προβληθεί αίτημα ακύρωσης από οποιονδήποτε έπραξε το ΔΣ του Ταμείου.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος της αίτησης είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο συγκεκριμένες ουσιαστικές διατάξεις, που παραβιάστηκαν, αλλά εντελώς αόριστα διατάξεις του ΑΚ και του Ν. 3029/2002. 9. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν, πλην άλλων, η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990, AΠ 563/2003).

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 385/2010, 381/2009). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις ως λ.χ.

και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 535/2015 και 1742/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τον τρίτο λόγο της έφεσης δέχτηκε τα ακόλουθα : "Με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη και άνευ επαρκούς αιτιολογίας την υπόβληθείσα από τον ίδιο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως δήθεν θεμελιούμενης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων που προσδοκούν την λήψη αξιοπρεπούς εφ' άπαξ παροχής, αφού το εκκαλούν Ταμείο είναι ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε, θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται το σύνολο των ασφαλισμένων του.

Επομένως, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω το εκκαλούν, το δικαίωμα των εφεσιβλήτων ασκείται όλως καταχρηστικώς, αφού η απαίτηση των εφεσιβλήτων για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους θα οδηγήσει στην απώλεια από το ενεργητικό του ταμείου ιδιαίτερα μεγάλου ποσού και μάλιστα κατά παρέκκλιση της αρχής της αλληλεγγύης των γενεών και σε βάρος των νεοτέρων συναδέλφων εν ενεργεία που στήριξαν την είσπραξη από αυτούς ποσών που ήδη έχουν λάβει βάσει του νέου κανονισμού είναι προφανές ότι παρίσταται ως αμιγώς καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός τους.

Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού το εκκαλούν προς θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν επικαλείται στοιχεία συμπεριφοράς των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων από τα οποία να προκύπτει ότι αυτοί του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους, ούτε όμως επικαλείται περιστατικά συμπεριφοράς των τελευταίων που δύναται να εκτιμηθούν ως προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματός τους.

Αντιθέτως, από τους σχετικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντος και δη από το γεγονός ότι το τελευταίο αναλίσκεται στην αναφορά και μόνο των δυσμενών γι' αυτό συνεπειών, χωρίς ουδεμία συγκεκριμένη αιτίαση για τη συμπεριφορά των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, καθίσταται σαφές ότι οι τελευταίοι με την αγωγή τους απλώς αποφάσισαν να διεκδικήσουν τη νόμιμη εφάπαξ παροχή που δικαιούνταν, στο ύψος που αυτή προβλεπόταν από το καταστατικό του ταμείου προ της συνταξιοδοτήσεώς τους, γεγονός όμως, που αποτελούσε δικαίωμά τους, συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας τους, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτοί μόνο μπορούσαν να αποφασίσουν, χωρίς να δύναται να αποτελέσει η ενέργειά τους αυτή και μόνο κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ακόμα και αυτό επέφερε βλάβη έστω και μεγάλη στο εκκαλούν ταμείο, όπως το τελευταίο τονίζει με την σχετική ένστασή του.

Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ομοίως, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που επιτρεπτά αντικαθίσταται από το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν". Με αυτά, που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποίαν, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, ορθά ερμήνευσε και δεν υπέπεσε, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του πέμπτου λόγου της αίτησης, καθόσον παραλείπεται η αναφορά του αριθμού του αναιρετικού λόγου, στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι αυτή από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα ως προς τον ως άνω ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη.

Ένα μέλος του Δικαστηρίου, η Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου έχει την παρακάτω σ υ γ κ λ ί ν ο υ σ α γνώμη για την απόρριψη της αναιρέσεως:

(Ι).- Κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ιδίας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για την διαπίστωση της πλημμέλειας πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 345/2015). Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Έτσι, μόνο η ευθεία παραβίαση, που αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύει τον λόγο αυτόν αναιρέσεως. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ.

αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στον ουσιαστικό νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη ουσιαστικού νόμου, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού [άρθρο 578 ΚΠολΔ].

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων ή αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (ΑΠ ολ. 3/2020).

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.

β). Νοούνται, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ] ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι ή τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ' όψη και παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/2009).

Πάντως, αυτός ο λόγος δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει πως ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ ολ. 25/2003) ακόμη, δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντιθέτων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΑΠ ολ. 11/1996, ΑΠ 377/2019).

Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλ. κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νομική μορφή της, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι ιδίως της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ανακοπής, τριτανακοπής ή ενδίκου μέσου.

Δεν αποτελεί τέτοια αίτηση της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 615/2013). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (οπότε υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) και, ιδίως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα (όχι στη μείζονα) πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 135/2014). Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015).

Στους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, εξ αιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά. Για τη διόρθωση τέτοιων σφαλμάτων προβλέπουν, ειδικώς, τα άρθρα 315, 317 - 320 ΚΠολΔ (ΑΠ 1336/1991). Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της αποφάσεως, περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει, με νέα απόφασή του και κατά το άρθρο 319 ΚΠολΔ, η απόφαση, που εκδίδεται σε αίτηση για διόρθωση αποφάσεως μπορεί να προσβληθεί με όλα τα ένδικα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση, που ζητήθηκε να διορθωθεί, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας.

Έτσι, η διόρθωση της αποφάσεως από το δικαστήριο, που την εξέδωσε, μπορεί να γίνει και αν η υπόθεση ευρίσκεται ενώπιον ανωτέρου δικαστηρίου, συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου καθώς και μετά την απόρριψη του ενδίκου μέσου και τη μη εξαφάνιση της αποφάσεως, που προσβάλλεται, οπότε κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως, η απόφαση αυτή εξακολουθεί να διατηρεί τη νομική ύπαρξή της, όπως και προηγουμένης (ΑΠ 43/2007).

(

ΙΙ).- Το άρθρο 101 ΑΚ, που αφορά σωματείο, ορίζει ότι: "Απόφαση της συνέλευσης (σωματείου) είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους, που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης. Η απόφαση, που κηρύσσει την ακυρότητα, ισχύει έναντι όλων". Η διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου εφαρμόζεται δε, αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου (σωματείου). Η ως άνω εξάμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και η άπρακτη πάροδός της ισχυροποιεί την άκυρη απόφαση αυτών των οργάνων (συνελεύσεως και διοικητικού συμβουλίου) του σωματείου. Η πάροδος άπρακτης της εξάμηνης προθεσμίας προβάλλεται (και) κατ' ένσταση από τον έχοντα έννομο συμφέρον (ΑΠ 1043/2020, ΑΠ 433/2009). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Έτσι, αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η συνέπεια της υπερημερίας, όταν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ή αβεβαιότητα του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους. Ο ισχυρισμός από το άρθρο 342 ΑΚ αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής για επιδίκαση της οφειλής και, εάν ευδοκιμήσει, η αγωγή απορρίπτεται (ΑΠ 137/2020).

Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει τις παρακάτω μερικότερες αιτιάσεις: (1).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4534/2020 απόφαση παραβίασε ευθέως το άρθρο 346 ΑΚ, το οποίο ψευδώς ερμήνευσε. (2).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4534/2020 απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον επικαλείται ότι το εφετείο, ως προς την επιδίκαση γενικώς τόκων είτε κατά το άρθρο 345 ΑΚ είτε κατά το άρθρο 346 ΑΚ, "θεώρησε ως απορριπτέο τον λόγο της εφέσεώς του, που αφορά την απουσία ευθύνης του ως οφειλέτου, κατά το άρθρο 342 ΑΚ". (3).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 9 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4534/2020 απόφαση άφησε αδίκαστη αίτηση ως προς την ένσταση του άρθρου 342 ΑΚ.

Για τις μερικότερες αιτιάσεις, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις, λεκτέα τα εξής: Κατά την υπό στοιχείο (2) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος διότι το ίδιο το αναιρεσείον επικαλείται, ως άνω ότι το εφετείο απέρριψε τον λόγο εφέσεως, που αφορά την ένσταση του άρθρου 342 ΑΚ.

Η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός (ένσταση) έχει ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατά την υπό στοιχείο (3) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 9 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι η ένσταση του άρθρου 342 ΑΚ δεν νοείται ως "αίτηση" του άρθρου 559 αριθμός 9 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης, που προσκομίζονται και δη, από (i).- την με ημερομηνία 5.12.2014 ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ., (ii).- την 2187/2019 (πρωτόδικη) οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 5.12.2014 ένδικης αγωγής και (iii).- την 4534/2020 (προσβαλλόμενη) οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τα οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως κατά την υπό στοιχείο (1) μερικότερη αιτίαση [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: (i).- Στην από 5.12.2014 αγωγή, ο ενάγων Ν.

Φ. ισχυρίσθηκε ότι υπήρξε υπάλληλος της (μη διαδίκου) ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ε.Τ.Ε. ΑΕ) και ασφαλισμένος στο εναγόμενο ν.π.ι.δ. υπό την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΤΑΠΕΤΕ) για τη λήψη εφ' άπαξ παροχής κατά τη συνταξιοδότησή του.

Ότι την 29.2.2012, αποχώρησε για συνταξιοδότηση από την εργασία του στην Ε.Τ.Ε. ΑΕ και ενώ εκκρεμούσε η αίτηση του για τη λήψη της εφ' άπαξ παροχής, το εναγόμενο με την 23 / 16.12.2013 απόφαση του Δ.Σ. του [κοινή απόφαση Φ . 80000 / 35187 / 1180 / 19.12.2013 των Υπουργών Οικονομικών - Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β. 3239 / 19.12.2013)] τροποποίησε το άρθρο 7 του Κανονισμού του και μείωσε την επίμαχη εφ' άπαξ παροχή, αναδρομικά, ώστε ο νέος τρόπος υπολογισμού της να καταλαμβάνει και όσους εργαζόμενους της Ε.Τ.Ε.

ΑΕ αποχώρησαν για συνταξιοδότηση από 3.1.2012. Ότι το εναγόμενο του κατέβαλε μειωμένη την εφ' άπαξ παροχή, κατά το νέο τρόπο υπολογισμού της. Ζήτησε, στη συνέχεια, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού του, όπως ίσχυσαν πριν από την αναδρομική μείωση της εφ' άπαξ παροχής, να του καταβάλει, ως υπόλοιπο - διαφορά της εφ' άπαξ παροχής, το ποσό των 41.501,80 ευρώ, με το "νόμιμο τόκο" από την 30.2.2012 (επομένη της ως άνω αποχωρήσεώς του για συνταξιοδότηση), άλλως, με το "νόμιμο τόκο" από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. (ii).- Η 2187/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον αφορά τον ενάγοντα Ν.

Φ., δέχθηκε εν όλω την αγωγή στην ουσία ειδικότερα, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, ως υπόλοιπο - διαφορά της εφ' άπαξ παροχής, "το ποσό των 41.501,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 30.2.2012 και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση". (iii).- Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 4534/2020 απόφαση, όσον αφορά τον εφεσίβλητο (ενάγοντα) Ν.

Φ. δέχθηκε την έφεση τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσία. Διαλαμβάνεται όμως στο σκεπτικό ότι: "Ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε, με την 2187/2019 εκκαλουμένη απόφαση, την εφ' άπαξ παροχή με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, αφού ... πρόκειται για τόκους επιδικίας, σύμφωνα με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και όχι για τόκους υπερημερίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το εκκαλούν ν.π.ι.δ.

και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος εφέσεως". Εν όψει τούτων, ο πρώτος λόγος κατά την υπό στοιχείο (1) μερικότερη αιτίαση, είναι αβάσιμος, αφού, ως άνω, το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των 41.501,80 ευρώ με το "νόμιμο τόκο από την 30.2.2012" (όχι από την επίδοση της αγωγής) και το εφετείο επικύρωσε καθ' όλα, δηλ.

και ως προς την επιδίκαση του ποσού των 41.501,80 ευρώ "με το νόμιμο τόκο από την 30.2.2012", την 2187/2019 απόφαση, με την απόρριψη της εφέσεως κατ' ουσία. Αν εκτιμηθεί η μερικότερη υπό στοιχείο (1) αιτίαση του πρώτου λόγου ότι η 4534/2020 απόφαση είναι αναιρετέα για παραδρομή κατά τη σύνταξή της, τότε, ο πρώτος λόγος είναι, κατά τη μερικότερη αυτή αιτίαση, απαράδεκτος, εφ' όσον τέτοια πλημμέλεια δεν ιδρύει οποιονδήποτε αναιρετικό λόγο από όσους αναφέρονται (περιοριστικώς) στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4534/2020 απόφαση παραβίασε ευθέως την δικαιοπρακτική διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, το αναιρεσείον επικαλείται ότι "η δικαιοπρακτική διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 του Κανονισμού του, ο οποίος ρυθμίζει τις σχέσεις του με τους ασφαλισμένους του, αποκλείει την επιβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημιώσεως για την τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφ' άπαξ παροχής, ανεξαρτήτως ακόμη και της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 342 ΑΚ".

Κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ στοιχειοθετείται επί ευθείας παραβάσεως μόνο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (όχι δικαιοπραξίας). Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4534/2020 απόφαση "άνευ επαρκούς και σαφούς αιτιολογίας" απέρριψε την ένσταση του άρθρου 101 εδ. 3 ΑΚ, την οποία νομίμως πρότεινε το αναιρεσείον, "κρίνοντας εσφαλμένως ότι η 23 / 16.12.2013 απόφαση του Δ.Σ.

του αναιρεσείοντος για τον επαναπροσδιορισμό του ύψους των εφ' άπαξ παροχών δεν υπόκειται σε ακυρωτική αγωγή, επειδή δήθεν έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και επειδή το Ταμείο (αναιρεσείον) δεν έχει σωματειακό χαρακτήρα". Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4534/2020 απόφαση "άνευ επαρκούς αιτιολογίας" απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι η 23 / 16.12.2013 απόφαση του Δ.Σ.

του είναι νόμιμη, αφού δεν προσβλήθηκε με ακυρωτική αγωγή". Επίσης, ο π έ μ π τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4534/2020 απόφαση "άνευ επαρκούς αιτιολογίας" απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, που το αναιρεσείον νομίμως πρότεινε.

Οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι, ως έχουν, εκτιμάται -δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση αριθμού αναιρετικού λόγου- ότι αφορούν σε πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ. Πλην όμως, είναι απαράδεκτοι διότι όπως εκτίθεται στην (Ι) μείζονα σκέψη, δεν αναφέρονται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ.

σε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.9.2020 και αριθ. κατάθεσης 6803/804/18.9.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 4534/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15 Μαρτίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ