Supreme Court allows appeal against dismissal of labor contract annulment suit due to procedural timing errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court's dismissal of a labor contract annulment suit. The plaintiff argued the dismissal was procedural, but the lower court had rejected the claim because the annulment action was filed after the statutory limitation period expired. The court ruled that the plaintiff could have sought immediate judicial protection upon learning of the termination to prevent the limitation period from running, thereby validating the suit's admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 69(1)(e) of the Code of Civil Procedure and Articles 242-243 of the Civil Code; The right to annul a labor contract termination is subject to a limitation period, but the court may grant interim protection if the plaintiff knew of the termination and could have acted earlier to prevent the expiration of the limitation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 416 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 416/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Παπουτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2017 αγωγή του και την από 27/7/2017 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1581/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5767/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/2/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο ενάγων με την από 10-5-2017 αγωγή, καθώς και με την από 27-7-2017 παρεπίμπτουσα αγωγή του, εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο φιλανθρωπικό σωματείο στις 15.1.2010, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί σε διευθυντική θέση, με τα ειδικότερα καθήκοντα της επίλυσης θεμάτων διοικητικής φύσης και κοινωνικής πρόνοιας και προκειμένου να οργανώσει και εποπτεύσει τις αντίστοιχες υπηρεσίες του εναγομένου με σκοπό την ανεύρεση χρηματοδότησης του τελευταίου μέσω κοινοτικών προγραμμάτων.
Ότι σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης απασχολήθηκε πράγματι στην παραπάνω θέση προσφέροντας συνεπώς ανελλιπώς και προσηκόντως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του. Ότι στις 15/2/2017 το εναγόμενο του κοινοποίησε την τακτική καταγγελία της μεταξύ τους σχέσης εργασίας επικαλούμενο την τήρηση τη τρίμηνης προμήνυσης και συγκεκριμένα ότι τα αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας θα επέρχονταν στις 15.05.2017.
Ότι η ένδικη απόλυση του έλαβε χώρα πάρα την πολυετή, άψογη και αποτελεσματική απόδοση του στα εργασιακά του καθήκοντα και οφειλόταν στην προσωπική εναντίον του εμπάθεια της αναφερόμενης Προέδρου της Προσωρινής Διοικητικής και Διαχειριστικής Επιτροπής του εναγόμενου, κατά τα ειδικότερο εκεί αναφερόμενα περιστατικά.
Ότι η παραπάνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη ως καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, για τους παραπάνω λόγους και ότι εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας το εναγόμενο περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ύστερα από μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, που έγινε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, ζήτησε:
Α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης και να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής ποσού 5.000 ευρώ για κάθε μήνα μη συμμόρφωσης του στην παρούσα απόφαση, Β) Να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.920 ευρώ για μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από τις 16.5.2017 μέχρι και τις 16.10.2017 (πιθανολογούμενος χρόνος συζήτησης της αγωγής) συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που καθεμία επιμέρους μισθολογική παροχή από αυτές που το συναπαρτίζουν κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και Γ) Να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει το ποσό των 1.000 ευρώ, καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 19.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, συνεπεία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Περαιτέρω με τη δεύτερη παρεμπίπτουσα αγωγή του, ο ενάγων εξέθεσε ότι το εναγόμενο επίσης δεν του κατέβαλε τις δεδουλευμένες του αποδοχές του μηνός Μαρτίου του 2014, καθώς και το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2013, το δώρο Πάσχα του έτους 2014 και την αποζημίωση μη ληφθείσας, παρότι αιτηθείσας, άδειας του έτους 2014 και ζήτησε για τις αιτίες αυτές να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.510 ευρώ, νομμιότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 1581/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την κύρια αγωγή του ενάγοντος και έκανε δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή του και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9510 ευρώ νομιμότοκα. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με αντίθετες εφέσεις τόσο ο ενάγων, όσο και το εναγόμενο και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη, η οποία τις απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμες, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια άνω απόφαση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 7-2-2020 αίτηση αναίρεσης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/ 1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη εάν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση.
Σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο παραλήπτης-εργαζόμενος κατά το άρθρο 167 ΑΚ. Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης.
Για τον λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ` αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αίρεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, η οποία δεν συμβιβάζεται με τον χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 65/2012). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης.
Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, διότι, όταν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής από τον μισθωτό της καταγγελίας για ακυρότητα (άρθρο 279 ΑΚ), λαμβάνεται δε υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 280 ΑΚ) και αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτών, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 404/2008).
Η μη κοινοποίηση της αγωγής για την ακυρότητα της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτήν ουσιαστικές αξιώσεις, όπως την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας ή απασχόλησης του μισθωτού.
Επομένως, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία καθίσταται έγκυρη και η σχετική από την ακυρότητα αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη, ο δε εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006). Αφετηρία της ως άνω προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος λύσης της εργασιακής σύμβασης, που επέρχεται με την καταγγελία.
Δηλαδή, αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και περιήλθε αυτή στον μισθωτό (άρθρο 241 το ΑΚ) και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, αν δε αυτή είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), με την παρέλευση ολόκληρης της επόμενης εργάσιμης ημέρας, σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 243 εδ.
β του ΑΚ (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, 1938/2007). Αν δε η καταγγελία έγινε μετά προειδοποίηση, η λύση της εργασιακής σύμβασης επέρχεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης (ΑΠ 524/2018, ΑΠ 397/2017, ΑΠ 55/2015, ΑΠ 65/2012, ΑΠ 1585/2009, ΑΠ 1171/2006). Πρόκειται δηλαδή για καταγγελία υπό αναβλητική αίρεση (ΑΠ 55/2015).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ, που εισάγεται απόκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος, ενώ κατά την παρ. 2 εδαφ. γ' του ίδιου άρθρου, στην περίπτωση αυτή, ο εναγόμενος καταδικάζεται στην παροχή, μόλις πληρωθεί η αίρεση ή επέλθει το γεγονός και αυτό διαπιστωθεί με τον τρόπο που ορίζει η απόφαση.
Απ' αυτό παρέπεται ότι για την άσκηση πρόωρης καταψηφιστικής, αναγνωριστικής ή διαπλαστικής αγωγής και προς αποτροπή επιβράδυνσης του δικαστικού αγώνα, την επιτάχυνση δημιουργίας εκτελεστού τίτλου και την ικανοποίηση του δικαιούχου, αρκεί απλώς έμμεσο συμφέρον. Η πιο πάνω διάταξη καλύπτει μόνο την έλλειψη του απαιτητού του δικαιώματος και όχι την έλλειψη των όρων της γέννησής του, οι οποίοι πρέπει να συντρέχουν οπωσδήποτε κατά τον χρόνο εκδίκασης της αίτησης παροχής έννομης προστασίας, μη αρκούσης της ύπαρξης απλής πιθανότητας κτήσης του δικαιώματος στο μέλλον.
Κατ' εξαίρεση δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ παρέχει την δυνατότητα να παρασχεθεί η έννομη προστασία και όταν το δικαίωμα δεν είναι απαιτητό. Ειδικότερα κατά την διάταξη του άρθρου 69 παράγραφοι 1 εδάφ. ε' και 2 του ΚΠολΔ επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και "αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή της επέλευσης γεγονότος και στην περίπτωση του ....εδαφ.
ε', ο εναγόμενος καταδικάζεται στην παροχή μόλις πληρωθεί η αίρεση". Όμως απαραίτητη προϋπόθεση εν προκειμένω είναι ο γενεσιουργός λόγος του δικαιώματος να έχει ήδη υπάρξει και απλώς αναβάλλεται η ενεργοποίησή του(ΑΠ 829/1980). Ακόμη και αν ο ενάγων υποβάλει αίτημα για άμεση καταδίκη, ενώ συγχωρείται να ζητήσει μόνο από την επέλευση ορισμένης προθεσμίας ή γεγονότος, είναι παραδεκτή η άσκηση της αγωγής, το δικαστήριο όμως επιτρέπεται να διατάξει την καταψήφιση όχι αμέσως, αλλά όταν επέλθει το χρονικό σημείο ή το γεγονός (ΑΠ 1377/2004, ΑΠ 436/1995).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
3. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο της αίτησης, προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεχόμενο, ότι η 10-5-2017 (αριθ. κατ. 534250/994/10-5-2017) αγωγή του είναι απαράδεκτη, διότι έχει ασκηθεί εκτός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167, 168, 180, 201, 240, 241, 242, 243, 279, 247, 251, 281, 648, και 669 ΑΚ, την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδάφ.ε' και παρ. 2 εδάφ. γ' ΚΠολΔ και των άρθρων 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 ΒΔ της 16/7/1920 και 5 του ν. 3198/1955.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα σχετικά με το επίμαχο άνω θέμα : "Ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο Φιλανθρωπικό Σωματείο, ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ, στις 15.1.2010, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί σε διευθυντική θέση, με τα ειδικότερα καθήκοντα της επίλυσης θεμάτων διοικητικής φύσης και κοινωνικής πρόνοιας και προκειμένου να οργανώσει και εποπτεύσει τις αντίστοιχες υπηρεσίες του εναγομένου με σκοπό την ανεύρεση χρηματοδότησης του τελευταίου μέσω κοινοτικών προγραμμάτων, έναντι τακτικών μηνιαίων αποδοχών ανερχόμενων στο ποσό των 3.440 ευρώ.
Το εναγόμενο Φιλανθρωπικό Σωματείο, στις 15-2-1017 κοινοποίησε στον ενάγοντα την τακτική καταγγελία της μεταξύ τους σχέσης εργασίας επικαλούμενο τη τήρηση τρίμηνης προμήνυσης και συγκεκριμένα ότι τα αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας θα επέρχονταν την 15-5-2017. Ο ενάγων με την κύρια αγωγή του από 10-5-2017, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο Φιλανθρωπικό Σωματείο την 10-5-2017 (βλ.
υπ' αριθμ 6682/10-5-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Λ.), ζήτησε την ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και τις σωρευόμενες με αυτό αξιώσεις. Η αγωγή όμως αυτή του ενάγοντα έχει ασκηθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου προμήνυσης, δηλαδή ενώ εξακολουθούσαν να υφίστανται αναλλοίωτα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων από την επίδικη εργασιακή σχέση και επομένως εκτός της τρίμηνης αποσβεστικής ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσεως εργασίας του ενάγοντος.
Συνεπώς σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε η αγωγή αυτή ασκήθηκε κατά τρόπο απαράδεκτο, ήτοι εκτός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955, η τήρηση της οποίας ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα δε η προθεσμία της προειδοποίησης με την οποία έγινε η επίδικη καταγγελία, έληγε στις 15.5.2017 και επομένως από την ημερομηνία αυτή άρχιζε η παραπάνω τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία, ενώ όπως ήδη αναφέρθηκε η αγωγή ασκήθηκε την 10.05.2017, δηλαδή κατά τη διάρκεια του χρόνου προμήνυσης της σχέσεως εργασίας του ενάγοντα. Κατόπιν των παραπάνω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και απέρριψε για τον άνω λόγο την αγωγή του ενάγοντος ως απαράδεκτη, δεν έσφαλε και ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης του ενάγοντος- εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και δεχόμενο ότι η ένδικη από 10-5-2017 αγωγή ασκήθηκε απαράδεκτα εκτός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η καταγγελία έγινε μετά προειδοποίηση, η λύση της εργασιακής σύμβασης επέρχεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης, διότι η καταγγελία τελεί υπό αναβλητική αίρεση.
Ειδικότερα εφόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος του γνωστοποιήθηκε την 15-2-2017, με προμήνυση ότι θα λυθεί αυτή την 15-5-2017, η αγωγή για ακυρότητα της καταγγελίας αυτής είχε ως αφετηρία άσκησής της την 16-5-2017 και καταληκτική ημερομηνία, την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, αν δε αυτή είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), με την παρέλευση ολόκληρης της επόμενης εργάσιμης ημέρας, σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 243 εδ.
β του ΑΚ, ήτοι την 16-8-2017. Μπορούσε όμως ο ενάγων εφόσον γνώριζε ότι του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του κατά τα άνω και είχε προς τούτο το έμμεσο, και πριν την έναρξη της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, ήτοι και πριν τις 16-5-2017 σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδαφ.
ε' του ΚΠολΔ, να ζητήσει δικαστική προστασία, εφόσον το δικαίωμά του για ακύρωση της εν λόγω καταγγελίας εξαρτάτο από την πλήρωση αίρεσης, προς αποτροπή επιβράδυνσης του δικαστικού αγώνα, και προς επιτάχυνση δημιουργίας εκτελεστού τίτλου και επέκεινα ικανοποίησή του. Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση, που ο γενεσιουργός λόγος του με την αγωγή ασκηθέντος δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει την ακύρωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, είχε ήδη υπάρξει με την κατά τα άνω στις 15-2-2017 καταγγελία αυτής εκ μέρους του εναγομένου και απλώς αναβάλετο η ενεργοποίησή του, παρέχεται σ'αυτόν το δικαίωμα για έννομη προστασία έστω και αν το δικαίωμα του δεν είναι απαιτητό, αφού το εναγόμενο θα καταδικασθεί στην παροχή καταβολής της αποζημίωσης μόλις πληρωθεί η αίρεση, που εν προκειμένω είναι η 15-5-2017, όταν λυθεί δηλαδή η εν λόγω σύμβαση του και καταστεί απαιτητή η καταβολή της αποζημίωσης σ' αυτόν λόγω καταγγελίας.
Δηλαδή η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 69 παρ 1 εδάφ. ε' ΚΠολΔ καλύπτει μόνο την έλλειψη του απαιτητού του δικαιώματος και όχι την έλλειψη των όρων της γέννησής του, οι οποίοι πρέπει να συντρέχουν οπωσδήποτε κατά τον χρόνο εκδίκασης της αίτησης παροχής έννομης προστασίας, μη αρκούσης της ύπαρξης απλής πιθανότητας κτήσης του δικαιώματος στο μέλλον.
Επομένως ο ενάγων ασκώντας την ένδικη αγωγή του στις 10-5-2017 με επίδοση της στο εναγόμενο, παραδεκτά την άσκησε και ο μοναδικός λόγος της αίτησης είναι βάσιμος.
4. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά το κεφάλαιό της, περί απόρριψης ως απαράδεκτης της από 10-5-2017 αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττηθέν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5767/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο, που αναφέρθηκε στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
-Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ