416/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated416/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 416 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 416/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Απριλίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1.Π. συζ. Γ. Κ., το γένος Ε. Φ., κατοίκου ..., 2.Ά. Χ. Β., το γένος Ε. Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά η 1η και δια η 2η του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Σάμπαλη.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-8-2006 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 8-11-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και, συνεπώς με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη νέα, μετ'αναβολή, δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ720/2017, ΑΠ660/2014) Στην προκείμενη περίπτωση, από την ...-1-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Τρίπολης , Ι.
Μ. - Κ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδουσες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 8-11-2016 αίτησης για αναίρεση της 177/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Γ τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 6-12-2017, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 10-10-2018, καθώς και ακριβές αντίγραφο της με αριθ.πρωτ.340/21-12-2017 βεβαίωσης αναβολής της αρμόδιας Γραμματέως, με κλήση για συζήτηση αυτής για την ορισθείσα μετ'αναβολή ως άνω δικάσιμο της 10-10-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, επίσης εκ του πινακίου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3-4-2019, (ερήμην σε όλες τις άνω δικάσιμους του αναιρεσιβλήτου), επιδόθηκαν με την επιμέλεια των αναιρεσειουσών νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον δικηγόρο Ιωάννη Γκρίτζαλη, ο οποίος είχε παραστεί στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, ως πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου και,συνακόλουθα, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτού κατ'άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 ν. 4335/2015 και έχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου (ΑΠ 75/2019, ΑΠ 971/2018).
Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω νέα μετ' αναβολή και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3-4-2019, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, νέα κλήτευσή του, αφού είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά την προηγούμενη αμέσως δικάσιμο κατά την οποία χώρησε η νέα αναβολή, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά της απουσία αυτού (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α και γ ΚΠολΔ)? Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου) είτε από διαθήκη από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.
Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Κατά τις διατάξεις δε του προϊσχύσαντος βρ δικαίου για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται νομή με καλή πίστη για μία τριακονταετία. Η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμησή του, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και, αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401/2018,ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).
Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 26/2015).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ. ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή, ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κ.λπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ, μάλιστα δε, στην περίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του, το δε τεκμήριο της νομής του άρθρου 980 παρ.2 ΑΚ έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης (π.χ.
χρησιδανείου), που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα. Με βάση τα προεκτεθέντα, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αγωγή του και, εφόσον είναι εναγόμενος, προκειμένου να ανατρέψει την αγωγή, έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, γιατί άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο ότι ο νομέας ή ο κληρονόμος του (αφού, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα) έλαβαν γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκαν αποτελεσματικώς και ότι έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα ή τους κληρονόμους του.
Άρα, στην περίπτωση αντιποίησης της νομής π.χ. από τον χρησάμενο ή τον κατά παράκληση λαβόντα δεν χάνουν τη νομή τους ούτε ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης ούτε ο κληρονόμος του, προτού ο χρησάμενος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβουν γνώση του γεγονότος αυτού ο αντιπροσωπευόμένος χρήστης ή (εφόσον αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε) ο κληρονόμος του (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 622/2014).
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο πατέρας του ενάγοντος, Γ.
Ρ. του Γ., όντας από το έτος 1914 οικονομικός μετανάστης στην πόλη UTAII των Η.Π.Α., έχοντας συγκεντρώσει από την εκεί εργασία του επαρκές χρηματικό ποσό άρχισε με τα χρήματα αυτά περί το έτος 1928 την ανέγερση ανωγείου οικίας επί οικοπέδου, της ήδη κατά το χρόνο εκείνο όπως δεν αμφισβητείται από τις εναγόμενες αποκλειστικής κυριότητας του πατρός του και παππού του ενάγοντος, Γ.
Ρ., κειμένου εντός του οικισμού του Δ.Δ. ... (παλιού χωριού Άνω ...) του Δήμου Λεβιδίου, το οποίο ήταν επικλινές είχε εμβαδόν 400 τ.μ. περίπου ή όσης τούτο μεγαλύτερης ή μικρότερης ήταν, ήταν σχήματος ακανόνιστου τετραπλεύρου, και συνόρευε γύρωθεν βόρεια με δημοτική οδό (χωματόδρομο), νότια με ιδιοκτησία Λ., ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Ρ. του Δ. (και ήδη σήμερα Σ.). Κατά το χρόνο της έναρξης ανέγερσης (1928) της ανωτέρω οικίας, η οποία αποπερατώθηκε το έτος 1930 εξ ολοκλήρου με χρήματα του πατρός του ενάγοντος, Γ. Ρ., ο παππούς του ενάγοντος, αναγνωρίζοντας την οικονομική αυτή συμβολή του γιου του και προς δημιουργία αυτό του οίκου του, μεταβίβασε ατύπως σ' αυτόν το εν λόγω οικόπεδο, το οποίο μαζί με την επ' αυτού ανεγερθείσα οικία, που αποτελεί και το επίδικο με την υπό κρίση αγωγή ακίνητο, περιήλθε έκτοτε με παράδοση από τον αληθινό κύριο αυτού στην νομή του πατρός του ενάγοντος, αυτός δε έκτοτε το νεμόταν με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και καλή πίστη ότι κατείχε και εξουσίαζε αυτό δικαιωματικά και χωρίς να προσβάλει δικαίωμα τρίτου επ' αυτού.
Την επ' αυτού δε νομή, παρέλαβε, διατήρησε και ασκούσε αυτός συνεχώς έκτοτε (από το έτος 1928) μέχρι και το χρόνο θανάτου του που έλαβε χώρα το έτος 1997 στις Η.Π.Α., δηλαδή για διάστημα περίπου εβδομήντα ετών αναδρομικά από του θανάτου του, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για διάστημα υπερβαίνον την τριακονταετία, έχοντας έτσι αυτός καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς ποτέ μέχρι τότε να αμφισβητηθεί η επ' αυτού κυριότητα του από τρίτους ή να αποβληθεί από αυτήν.
Ειδικότερα αυτός ασκούσε εμφανώς διακατοχικές υλικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή τη πίστη, είτε ο ίδιος αυτοπροσώπως, είτε δια των ενεργούντων ως αντιπροσώπων αυτού στην άσκηση της νομής του, διακατεχόντων αυτό στο όνομα του και για λογαριασμό του, από το έτος 1928 όταν του παρεδόθη ατύπως η νομή του επιδίκου από τον κύριο του οικοπέδου πατέρα του, συνεχώς μέχρι και του ανωτέρω χρόνου του θανάτου του, αφού ουδέποτε οι αντιπρόσωποι του στην άσκηση της νομής του δεν του γνωστοποίησαν με νόμιμο τρόπο ότι αντιποιήθηκαν τη νομή του επ' αυτού και ότι νέμονταν για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό τρίτων το ακίνητο του αυτό, όπως θα έπρεπε να έχει συμβεί με βάση όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκαν για να απωλέσει αυτή.
Ειδικότερα, στην επί του ανωτέρω οικοπέδου ανεγερθείσα ανώγειο οικία, κατοίκησε ο ίδιος συνεχώς από το έτος 1928, οπόταν αυτός επέστρεψε από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα, όπου και παντρεύτηκε, με την οικογένεια του, και δη τη σύζυγο του και τα δύο τους τέκνα, τον ενάγοντα και τον αδελφό του Ε., μαζί τους δε διέμεναν επίσης σε αυτήν με τον πατέρα του ενάγοντα και την οικογένεια του, ο παππούς του, Γ.
Ρ. και η γιαγιά του Χ., καθώς και.o έτερος αδελφός του πατέρα του, Η. Ρ. που τότε ήταν ακόμα ανύπαντρος. Στο ισόγειο δε της οικίας ο παππούς του ενάγοντος λειτουργούσε κατάστημα μπακάλικο με εδώδιμα- αποικιακά. Ο πατέρας του ενάγοντος Γ. Ρ. μαζί με την οικογένεια του διέμεινε στην ανωτέρω οικία μέχρι και το έτος 1937, οπότε και αναχώρησαν όλοι μαζί αυτή τη φορά για τις Η.Π.Α.
όπου και παρέμεινε συνεχώς μέχρι του ανωτέρω επισυμβάντος το έτος 1997 θανάτου του. Ουδέποτε όμως αυτός έκτοτε αποξενώθηκε της νομής του ανωτέρω ακινήτου του, ούτε ήταν η βούληση του για κάτι τέτοιο, αφού ήθελε πάντα να διατηρήσει τις ρίζες του στην Ελλάδα τόσο για τον ίδιο όσο και για τα τέκνα του, αλλά την νομή του επί του ακινήτου αυτού ασκούσαν μετά την αναχώρηση του για τις Η.Π.Α.
στο όνομα και για λογαριασμό του, οι διαμένοντες στην ανωτέρω οικία πατέρας του Γ. Ρ. και ο αδελφός του Η. Ρ., οι οποίοι ουδέποτε αμφισβήτησαν την δικαιωματική νομή του και κυριότητα του επ' αυτού. Η ανωτέρω δε οικία κατοικήθηκε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1950 περίπου από την ανωτέρω πατρική οικογένεια του πατέρα του ενάγοντος (παππού Γ.
Ρ., γιαγιά Χ. και γιο Η.), οπότε και αυτοί μετεγκαταστάθηκαν μονίμως στο καινούργιο χωριό ... που δημιουργήθηκε από κατοίκους του χωριού ... σε εκτάσεις που τους παραχωρήθηκαν τότε από την Εκκλησία, ενώ έκτοτε η ανωτέρω οικία παρέμεινε ουσιαστικά ακατοίκητη. Παρόλα αυτά την οικία αυτή επέβλεπαν. για λογαριασμό του αδελφού του, ο Η.
Ρ., κατά τις επισκέψεις του στο χωριό ... ενώ συχνά ήδη από τις αρχές του 1950 και μέχρι το έτος 1989 περίπου, επισκεπτόταν αυτό τακτικά, σχεδόν μία φορά το χρόνο και επέβλεπε αυτή για λογαριασμό του πατρός του Γ. και ο ενάγων, Γ. Ρ., μόνιμος κάτοικος Η.Π.Α., έχοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο ίδιος ως ομογενής και μάλιστα έχοντας διατελέσει Πρόεδρος της Παναρκαδικής Ομοσπονδίας Αμερικής και της Παγκόσμιας Παναρκαδικής Ομοσπονδίας, για τη διατήρηση των δεσμών του με την Ελλάδα και ειδικώς την Αρκαδία και το χωριό του, οπωσδήποτε δε και της επίδικης πατρικής του οικίας.
Ο ίδιος δε μάλιστα κατά τις επισκέψεις του αυτές φρόντιζε να διατηρεί τους δεσμούς του τόσο βέβαια με τον αδελφό του πατέρα του, θείο του Η. Ρ., τον οποίο επισκεπτόταν στο ... όπου κατοικούσε μετά την κατά τα ανωτέρω μετεγκατάσταση μόνιμα, όσο και με τους λιγοστούς διαμένοντες μόνιμα στο χωριό ... όπου και η επίδικη οικία, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αυτόν φωτογραφίες του έτους 1988-9, που απεικονίζουν αυτόν σε κοινωνικές και φιλικές επαφές του έξωθι της πατρικής του οικίας με την μονίμως μέχρι το έτος 1995 διαμένουσα στον ...
Χ. Μ., το γένος Κ. Φ. που ήταν και νονά του, καθώς και με τον αδελφό της, Ι. Κ. Φ., των οποίων ο πατέρας, Κ. Φ. ήταν αδελφός της γιαγιάς του ενάγοντος, Χ. Ρ. και παππούς των εναγομένων. Εξάλλου στον ανωτέρω Ι. Φ., ο οποίος ήταν μόνιμος κάτοικος Αρκαδικού και η οικογένεια του ήταν από τις λίγες που δεν είχαν φύγει από το χωριό για μετεγκατάσταση στα ...
ή το ..., είχε παραδώσει ο ίδιος ο ενάγων κλειδιά της πατρικής του οικίας για να επιβλέπει αυτό για λογαριασμό του, κατά την απουσία του στις Η.Π.Α., καθώς μάλιστα αυτός ήδη από το παρελθόν και κατά παράκληση από την οικογένεια Ρ. χρησιμοποιούσε το υπόγειο της οικίας αυτής ιδίως για να αποθηκεύει ζωοτροφές και για συναφείς με την κτηνοτροφία του χρήσεις (τυροκομία), αυτός δε ουδέποτε αμφισβήτησε τόσο κατά το παρελθόν όσο και κατά τις επισκέψεις αυτές του ενάγοντος στο ανωτέρω πατρικό του σπίτι στο ...
την κυριότητα του πατρός του Γ. επ' αυτού, ούτε είχε προβάλει ποτέ φανερά σε αυτόν δικαιώματα νομής δικής του ή τρίτων συγγενικών του προσώπων. Ο ενάγων λόγω οικογενειακών του προβλημάτων υγείας επισκέφτηκε ο ίδιος προσωπικά τελευταία φορά το χωριό ... το έτος 1988, οπότε η ανωτέρω οικία παρέμενε στην ίδια κατάσταση και ακατοίκητη όπως φαίνεται και από τις σχετικές προσκομιζόμενες από αυτόν φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την επίσκεψη του αυτή, έκτοτε δε ο ίδιος δεν κατόρθωσε να επανέλθει στο χωριό από τις Η.Π.Α.
Οι εναγόμενες, οι οποίες είναι ανιψιές του ανωτέρω Ι. Φ., κόρες του αδελφού του Ε., κατοίκου εν ζωή ..., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1990, εκμεταλλευόμενες την επί μακρό απουσία του ενάγοντος στις Η.Π.Α., όπου αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας η θυγατέρα του που απεβίωσε εν συνεχεία, προσπάθησαν να καταπατήσουν το ανωτέρω ακίνητο και να εδραιώσουν δική τους νομή και κατοχή επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς μάλιστα το ανωτέρω χωριό άρχισε να παρουσιάζει τουριστική ανάπτυξη και αγοραστική ζήτηση λόγω της γειτνίασης του με το χιονοδρομικό κέντρο του ...).
Για το λόγο αυτό άρχισαν αυθαίρετα και κρυφά τόσο από τον ενάγοντα όσο και από τις αρμόδιες αρχές, αφού ουδέποτε εξέδωσαν σχετική οικοδομική άδεια από την αρμόδια Πολεοδομία, την ανακατασκευή της ανωτέρω οικίας προκειμένου αυτή να καταστεί σύγχρονη και κατοικήσιμη, κατεδαφίζοντας τμήματα της και επεμβαίνοντας σε αυτή με τρόπο εμφανή και τελείως ξένο προς την αρχική κατασκευή της, κατασκευάζοντας τσιμεντένιες κολώνες στήριξης της τσιμεντένιας πλάκας επικαλύψεως με επεκτάσεις επί της αρχικής επιφάνειας της, προβαίνοντας σε διαιρέσεις αυτής με τουβλοποιία, τοποθετώντας αλουμινένια παράθυρα κλπ..
Ο χρόνος που έγιναν οι εργασίες αυτές δεν προκύπτει επακριβώς από κάποια στοιχεία ασφαλή και επίσημα, αφού δεν υπάρχει μάλιστα σχετική αίτηση για έκδοση αδείας, πάντως οπωσδήποτε χρονολογούνται μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μέχρι και το έτος 2005 περίπου,, οπότε ο ενάγων έλαβε το πρώτο γνώση αυτών μέσω της ενεργούσας ως αντιπροσώπου του στην Ελλάδα, εξαδέλφης του και μάρτυρα αποδείξεως, Χ.
Ρ. του Η.. Οι ίδιες δε οι εναγόμενες στις 25.4.2006 απέστειλαν στην εξαδέλφη του ενάγοντος Χ. Ρ. την από 14.4.2006 εξώδικο διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση με βάση την οποία ισχυρίζονται ότι αυτές είναι κυρίες του επιδίκου ακινήτου και ότι η οικία έχει κατασκευαστεί από αυτές προ δεκαπενταετίας, τοποθετούν δηλαδή, την έναρξη των εργασιών αυτών γύρω στο έτος 1991, ενώ κατηγορούσαν αυτή ότι άλλαξε αυθαίρετα τις κλειδαριές στην ανωτέρω οικία τους.
Σε απάντηση δε αυτών η ανωτέρω Χ. Ρ. τους απέστειλε την από 28.4.2006 εξώδικη απάντηση της στην οποία, αρνούμενη τα ανωτέρω, πληροφορούσε τις εναγόμενες ότι η επίδικη οικία δεν είναι νεοκατασκευασμένη αλλά υπήρχε από παλαιότατων ετών και δη από τις αρχές του 1900 και ανήκει στον ενάγοντα εξάδελφο της Γ. Ρ., ήδη δε αυτή υπέβαλε κατ' αυτών έγκληση για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική της δυσφήμηση αναφορικά με την αποδιδόμενη σε αυτήν από τις εναγόμενες αυθαίρετη επέμβαση στις κλειδαριές της ανωτέρω οικίας που εκκρεμεί προς εκδίκαση.
Όταν δε ο ενάγων έλαβε γνώση από την εξαδέλφη του των ανωτέρω αυθαιρέτων επεμβάσεων των εναγομένων στην πατρική του οικία αναζήτησε μέσω της εξαδέλφης του και φιλικών του προσώπων τον ανωτέρω θείο των εναγομένων, Ι. Φ. που είχε τα κλειδιά της οικίας του τόσο τηλεφωνικά όσο και στην οικία του στην Τρίπολη, όπου είχε πλέον αυτός μετεγκατασταθεί, για να του ζητήσει εξηγήσεις για το θέμα, πλην όμως αυτός κρυβόταν και απέφευγε να εμφανιστεί, τελικά δε όταν τον συνάντησε η εξαδέλφη του Χ.
Ρ. στην οικία του διαμήνυσε σ' αυτόν ότι οι επεμβάσεις αυτές στο επίδικο είχαν γίνει από τις κόρες του αδελφού του Ε. και να έλθει ο ενάγων όποτε θέλει να πάρει το σπίτι του. Ο ενάγων έχοντας πλέον πληροφορηθεί από την ανωτέρω εξαδέλφη του ήδη από το έτος 2005 την ανωτέρω επέμβαση από πλευράς εναγομένων στο επίδικο ακίνητο του πατρός του, προέβη μέσω αυτής, ενεργούσας ως ειδικής πληρεξουσίου, από κοινού με τον αδελφό του Ε.
Ρ., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αδιάθετου το έτος 1997 πατρός του και τυπικά σε αποδοχή της κληρονομιάς αυτού, σε ποσοστό 1/2 αδιαίρετα έκαστος, δυνάμει της υπ' αριθ. .../12.1.2006 αποδοχής κληρονομιάς της Σ/φου Ναυπλίου, Ε. Σ., νομίμως μεταγραφείσας την 1.2.2006 σε τόμο… και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βορείου Πλευράς Τριπόλεως, ενώ εν συνεχεία δυνάμει της υπ' αριθ. .../13.2.2006 δωρεάς εν ζωή της ιδίας ως άνω Σ/ου, νομίμως μεταγραφείσας την 15.2.2006 σε τόμο …και αριθμό ….
των αυτών ως άνω βιβλίων μεταγραφών, του μεταβιβάστηκε λόγω δωρεάς εν ζωή το ανωτέρω κληρονομικό μερίδιο του αδελφού του επί του επιδίκου ήτοι το 1/2 αδιαίρετα, κατά τρόπο ώστε η επίδικη οικία περιήλθε, σε αυτόν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, τόσο με παράγωγο τρόπο, αφού απέκτησε αυτό από τον κατά ανωτέρω διαληφθέντα αληθή κύριο αυτού και κατά το χρόνο του θανάτου του, πατέρα του Γ.
Ρ., όσο και με πρωτότυπο, δι' εκτάκτου χρησικτησίας, αφού διαδέχθηκε αυτόν στην επί εβδομηκονταετία και πλέον νομή του επ' αυτού, με καλή πίστη διάνοια αποκλειστικού και δικαιωματικού κυρίου για διάστημα μείζον εικοσαετίας αναδρομικά από της ασκήσεως της αγωγής.
Οι εναγόμενες από την πλευρά τους προς απόκρουση της υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής ισχυρίστηκαν στον πρώτο βαθμό, ισχυρισμό που επανέφεραν και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τούτο με τις έγγραφες προτάσεις τους, ότι ο ενάγων ουδέποτε κατέστη κύριος του επιδίκου, διότι ο δικαιοπάροχος του Γ. Ρ. δεν ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του κύριος του επιδίκου, αλλά ο αληθής κύριος αυτού παππούς του ενάγοντος, Γ.
Ρ., λόγω της μετεγκατάστασης του από τον ... στο Αργολικό, μεταβίβασε εν ζωή μαζί με όλη του την περιουσία στον ... και την νομή του επιδίκου στον παππού τους και κουνιάδο του (αδελφό της συζύγου του Χ.) Κ. Φ., λόγω πωλήσεως δυνάμει του ανωτέρω προαναφερθέντος από 15.3.1954 ιδιωτικού συμφωνητικού (του οποίου η γνησιότητα σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω αμφισβητήθηκε από τον ενάγοντα και δεν λαμβάνεται υπόψη εν προκειμένω ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), έναντι τιμήματος τότε 6.000.000 δραχμών και ότι έκτοτε αυτός το νεμόταν και το εξουσίαζε, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικες υλικές πράξεις που αναφέρει στις προτάσεις της (κατοικώντας σε αυτό, παραχωρώντας τη χρήση του σε τρίτους, επιβλέποντας αυτό) με διάνοια αληθούς και αποκλειστικού κυρίου" χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, συνεχώς μέχρι του θανάτου του το έτος 1969 και ότι μετά το θάνατο του, συνέχισε τη νομή του επ' αυτού ο γιος του και πατέρας τους Ε.
Φ., κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του Κ. Φ. μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του που έλαβε χώρα το έτος 1970 και ότι αυτός νεμήθηκε αυτό έκτοτε και μέχρι του επισυμβάντος το έτος 1990 θανάτου του, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του υλικές διακατοχικες πράξεις με διάνοια κυρίου, δια του ενεργούντος ως αντιπροσώπου του στην άσκηση της νομής του, αδελφού του, Ι.
Φ., στον οποίο παραχώρησε τη χρήση του και ο οποίος το χρησιμοποιούσε για λογαριασμό του αδελφού του Ε., επιβλέποντας αυτό, διατηρώντας στο ισόγειο αυτού τσαγκάρικο, τυροκομείο και αποθήκη ζωοτροφών και ότι μετά το θάνατο του, αυτές αφού αποδέχθηκαν την κληρονομιά του δυνάμει της .../1990 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Σ/φου Ναυπλίου Γ.
Π. νομίμως μεταγραφείσας σε τόμο ... και αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τριπόλεως Β. Π., με ενέργειες τους που διήρκεσαν από το έτος 1990 μέχρι το έτος 1997 ανακατασκεύασαν άρδην την ανωτέρω οικία, έχοντας έτσι αυτές καταστεί κυρίες του επιδίκου τόσο παραγώγως αφού απέκτησαν αυτό λόγω κληρονομικής διαδοχής δυνάμει αποδοχής της κληρονομιάς του αληθούς κυρίου κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους Ε., όσο και πρωτοτύπως δι' εκτάκτου χρησικτησίας, νεμόμενες αυτό οι ίδιες για διάστημα μείζον των πενήντα ετών αναδρομικά από της ασκήσεως της αγωγής προσμετρουμένου στο χρόνο της αρξαμένης το έτος 1990 νομής τους επ' αυτού και της προηγηθείσας επ' αυτού νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων χους πατρός τους, Ε.
Φ. και παππού τους, Κ. Φ..
Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, εκτιμάται ως άρνηση της αγωγής κατά το σκέλος της που αυτή στηρίζεται στην με παράγωγο τρόπο κτήση κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου, αφού βάλει κατά της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του σε αυτήν, πατέρα του Γ. Ρ. και ένσταση ιδίας κυριότητας ως προς τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του ενάγοντος δια εκτάκτου χρησικτησίας, αφού κατά τα επικαλούμενα στον ισχυρισμό, από το έτος 1954 που φέρεται ότι άρχισε η νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων και την οποία προσμετρούν αυτές στην δική τους νομή μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (2006), χωρεί η συμπλήρωση δύο εκτάκτων χρησικτησιών.
Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων περί κτήσης κυριότητας δι' εκτάκτου χρησικτησίας επί του επιδίκου του δικαιοπαρόχου τους Ε. Φ. και μέσω αυτού των ιδίων, από κανένα ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος στην ουσία του, ώστε να επιφέρει κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος και δη της κυριότητας αυτού και των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου και 0α πρέπει αυτός να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ειδικότερα δεν προέκυψε, η ύπαρξη αγοραπωλησίας μεταξύ Γ. Ρ. και Κ. Ρ., ούτε ότι αυτή αφορούσε την επίδικη οικία μετά του οικοπέδου της, αφού μάλιστα δεν λαμβάνεται υπόψη το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό με βάση το οποίο φέρεται ότι έλαβε χώρα αυτή, ενώ δεν αποδείχθηκε ούτε η καταβολή τιμήματος για την αγοραπωλησία, ο τρόπος σύναψης αυτής, το γιατί εγένετο δι' αντιπροσώπου, όταν μάλιστα η κόρη του τελευταίου αρνείται αυτό, αλλά και ότι δεν υπήρξε οικονομική ανάγκη της οικογένειας Ρ.
να αποξενωθούν μετά την αποχώρηση τους από τον ... της πατρικής τους κατοικίας. Εξάλλου και ο μάρτυρας ανταπόδειξης των εναγομένων, που είναι γιος της νονάς του ενάγοντος, Χ. Μ., στην επ' ακροατήρίω ένορκη κατάθεση του αναφέρει ότι πριν τις εργασίες των εναγομένων ατιό το έτος 1990 και μετά δεν κατοικούνταν μόνιμα το σπίτι, εάν ήθελε να μείνει κανείς για λίγο έμενε, όχι σε μόνιμη βάση μόνο κατά διαστήματα, ότι ο παππούς του Κ.
Φ. έμενε εκεί μόνιμα τα έτη 1965-67 και ότι ο Ι. Φ., ο οποίος ήταν μόνιμος κάτοικος ... μέχρι το έτος 2005, το είχε σαν τσαγκάρικο και έβαζε εκεί διάφορες ζωοτροφές, από τα αναφερόμενα δε σε αυτόν δεν προκύπτουν ούτε συνεχείς διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου τόσο από τον παππού του Κ. Φ. επί εικοσαετία μάλιστα, πολλώ δε μάλλον του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Ε.
Φ., ο οποίος ουδέποτε έμεινε ούτε κατά τους ισχυρισμούς τους στην ανωτέρω οικία, αλλά πάντοτε φέρεται ότι ασκούσε τη φερόμενη νομή του στο επίδικο μέσω του Ι. Φ.. Ούτε αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη συνεχούς διακατοχής του επιδίκου από τον Ε. Φ. με διάνοια μάλιστα αληθούς κυρίου, μόνη η επικαλούμενη από τις εναγόμενες έγγραφη αίτηση του προς την Εθνική Τράπεζα το έτος 1980 για χορήγηση δανείου με τη σχετική βεβαίωση περί κυριότητας του από τον τότε κοινοτάρχη, ο οποίος δεν ήταν αρμόδιος να εκδίδει τέτοιες βεβαιώσεις περί κυριότητας, καθόσον από αυτήν δεν προκύπτει ταυτότητα του αιτούμενου την χορήγηση με το επίδικο ακίνητο, την οποία αμφισβητεί ο ενάγων.
Αντίθετα σταθερή παρουσία και διακατοχή στο επίδικο από την οικογένεια Φ. φέρεται να έχει μόνο ο θείος των εναγομένων Ι. Φ., την κατοχή του οποίου όμως μόνο κατά παραχώρηση και κατά παράκληση από την οικογένεια Ρ., είχε αυτός όπως επικαλείται και ο ίδιος ο ενάγων, κατά τρόπο ώστε αφού τις διακατοχικές πράξεις στο επίδικο άρχισε με βάση όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν να τις ασκεί στο όνομα των αρχικών ιδιοκτητών του ακινήτου, δηλαδή της οικογένειας Ρ.
και όχι στο όνομα και για λογαριασμό του πατέρα του, Κ. Φ. ή του αδελφού του Ε. Φ., δεν μπορούσε να αρχίσει να νέμεται νόμιμα το επίδικο για λογαριασμό δικό του ή των δικαιοπαρόχων των εναγομένων προτού γνωστοποιήσει την μεταβολή αυτή της βούλησης του στον αρχικό κύριο της οικίας Γ. Ρ. ή στον κληρονόμο του, ήδη ενάγοντα, ο οποίος έλαβε γνώση της μεταστροφής της διάνοιας του ανωτέρω διακατέχοντας για λογαριασμό τους το επίδικο μόλις το έτος 2005.
Δεδομένου δε ότι σύμφωνα με όσα προέκτέθηκαν οι εναγόμενες εισήλθαν στο επίδικο και επέφεραν εμφανείς αλλαγές σε αυτό συμπεριφερόμενες πλέον φανερά στους τρίτους ως αποκλειστικές κυρίες του επιδίκου, προσπαθώντας να εδραιώσουν το πρώτον δική τους νομή επ' αυτού το νωρίτερο μέσα στη δεκαετία του 1990, από τότε και μέχρι την άσκηση της αγωγής που έλαβε χώρα το έτος 2006 δεν είχε συμπληρωθεί ακόμα ο απαιτούμενος χρόνος (εικοσαετία) για να αποκτήσουν αυτές κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία να μπορεί να προταθεί σε απόκρουση της υπό κρίση αγωγής κατά του ενάγοντος αληθούς κυρίου του επιδίκου και ο σχετικός ισχυρισμός τους 0α πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως κατ' ουσία αβάσιμος, όπως ομοίως για την ίδια αιτία τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος και ο ισχυρισμός τους περί παραγραφής της ενδίκου αγωγής, αφού αυτή ασκήθηκε και διέκοψε την εν λόγω παραγραφή πριν από τη συμπλήρωση είκοσι ετών από την κατάληψη του επιδίκου από τις εναγόμενες.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από το γεγονός ότι οι εναγόμενες φέρονται να έχουν αποδεχθεί την κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1990 πατρός τους Ε. Φ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1.8.1990 συμβολαίου του Σ/φου Ναυπλίου Γ. Π., αφού μάλιστα το περιγραφόμενο σε αυτήν κληρονομιαίο ακίνητο που είναι "ένα οικόπεδο έκτασης 700 τ.μ.
στο οποίο βρίσκεται οικία κρημνισθείσα ήδη που βρίσκεται μέσα στον οικισμό της Κοινότητας ... Μαντινείας και συνορεύει βόρεια με Χ. χας Δ. Μ., .." δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί με το επίδικο που έχει άλλο εμβαδόν οικοπέδου και περιγραφή ως προς το προς βόρειο σύνορο του (δημοτικός δρόμος), ενώ γίνεται αναφορά ότι επ' αυτού υπήρχε ήδη κρημνισθείσα διώροφη οικία, το οποίο συμβόλαιο αξίζει να σημειωθεί ότι μεταγράφηκε όχι κοντά στο χρόνο σύνταξης του ως συνηθίζεται και 0α ήταν αναμενόμενο λογικά, αλλά στις 17.4.2006, αφότου δηλαδή ανέκυψε η μεταξύ των διαδίκων διαφορά και ήδη μετά την μεταγραφή των ανωτέρω συμβολαίων κτήσης του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα.
Εξάλλου η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, θείου τους, Ι. Φ., που περιλαμβάνεται στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από αυτές προς απόδειξη της ανωτέρω ένστασης τους υπ' αριθ. .../2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τριπόλεως, ο οποίος επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς τους και διαψεύδει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα, διατεινόμένος ότι ουδέποτε επιστατούσε για λογαριασμό του το επίδικο σπίτι, δεν κρίνεται αξιόπιστος καθόσον ο ίδιος αυτός μάρτυρας αρνείται ακόμα και την οποιαδήποτε γνωριμία με τον ενάγοντα, αν και στις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα φωτογραφίες που φέρονται ότι έχουν ληφθεί περί το έτος 1988, φαίνεται αυτός να φωτογραφίζεται μαζί με τον ανωτέρω μάρτυρα και την αδελφή του- νονά του ενάγοντος, Χ.
Μ. σε κάποια από τις επισκέψεις του ενάγοντος στο επίδικο. Ενόψει των ανωτέρω προκύπτει επομένως ότι οι εναγόμενες με τις ανωτέρω αυθαίρετες ενέργειες τους να ανακατασκευάσουν την παλαιά οικία επί του επιδίκου και να μην παραδίδουν κλειδιά της ανακατασκευασμένης από αυτές οικίας του στον ενάγοντα, αλλά να αρνούνται την απόδοση του επιδίκου ισχυριζόμενες ότι είναι συγκυρίες αυτού, απέβαλαν αυτόν παρανόμως από την νομή του επ' αυτού και πρέπει επομένως να υποχρεωθούν δικαστικώς να του αποδώσουν αυτό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παρά το νόμο το κατά τα ανωτέρω προσβληθέν από τον ενάγοντα ως μη γνήσιο ιδιωτικό έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό του 1954 και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδιαιτέρως την ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω θείου των εναγομένων, Ι. Φ. που προσκόμισαν οι εναγόμενες και στην οποία απέδωσε ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμο τον προβληθέντα σε απόκρουση της αγωγής ισχυρισμό τους περί κτήσης ιδίας κυριότητας αυτών επί του επιδίκου και δη ότι αυτές είχαν καταστεί συγκυρίες αυτού ήδη από το έτος 1990 τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με έκτακτη χρησικτησία, με συνέπεια το επίδικο να μην περιλαμβάνεται κατά τους αγωγικούς του ισχυρισμούς του ενάγοντος στην κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος το έτος 1997 πατέρα του και ακολούθως απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη, έκανε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων όπως βάσιμα παραπονείται κατ' αυτής ο ενάγων - εκκαλών με τους συναφείς περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων (1°, 2°, 3°, 4° ,6° και 7°) λόγους της κρινόμενης έφεσης του, η οποία Οα πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολο της ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 16-8-2006 διεκδικητική αγωγή ακινήτου (οικοπέδου μετά ισόγειας παλαιάς οικίας) του αναιρεσιβλήτου, που απέκτησε με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί ιδίας αυτών κυριότητας με παράγωγο τρόπο και έκτακτη χρησικτησία ως αβάσιμο, εξαφανίζοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, μετά από την παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, που είχε απορρίψει την αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περί εκτάκτου χρησικτησίας (1045 ΑΚ), ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας των αναιρεσειουσών στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, προς κατάλυση της κτηθείσας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, που αφορούν οι παρακάτω αναιρετικοί λόγοι, τις οποίες σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα , διαλαμβάνεται ότι η άσκηση νομής από τις αναιρεσείουσες από το έτος 1990 μέχρι την άσκηση της αγωγής (2006) δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση της 20ετίας, ενώ δεν δέχθηκε (ως μη αποδειχθείσα) την επικαλούμενη από αυτές ύπαρξη άτυπης συμφωνίας αγοραπωλησίας το έτος 1954 μεταξύ του παππού του αναιρεσιβλήτου Γ.
Ρ. (ως κυρίου του επίδικου) και μάλιστα δι' αντιπροσώπου, και του Κ. Ρ., απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, έναντι τιμήματος 6.000.000 δρχ και την άσκηση από αυτόν και ακολούθως από τον γιό του Ε. Ρ. και άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών (πατέρα τους), πράξεων νομής με διάνοια κυρίου ( και μάλιστα δια αντιπροσώπου), προκειμένου να προσμετρηθεί αυτή (η νομή) στο χρόνο νομής των αναιρεσειουσών .Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, και ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους εκτιμάται ότι προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 πλημμέλειες είναι αβάσιμοι.
Από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Έτσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως , απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό στηριζόμενο αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές , αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015).
Αλυσιτελείς, επίσης, είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τους ακόλουθους λόγους αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις παρακάτω πλημμέλειες: 1) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδουν την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις περί απόδειξης, κατ' άρθρο 458 ΚΠολΔ, της γνησιότητας των ιδιωτικών εγγράφων και δη του επικληθέντος και προσκομισθέντος από αυτές από 15-3-1954 ιδιωτικού συμφωνητικού, "περί αγοράς οικίας και τους αγρούς αυτόν" που φέρεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ του παππού του αναιρεσιβλήτου Γ.
Ρ. και δια αντιπροσώπου του, ως πωλητή, και του παππού των αναιρεσειουσών Κ. Ρ., απώτερου δικαιοπαρόχου των τελευταίων, ως αγοραστή, της αναφερόμενης οικίας και άλλων αγρών, αντί τιμήματος 6.000.000 δρχ., που κατά τις αναιρεσείουσες η οικία μετά του οικοπέδου της ταυτίζεται με το επίδικο. Και τούτο, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, μετά την αμφισβήτηση από τον αναιρεσίβλητο της γνησιότητας αυτού και της υπογραφής του φερόμενου ως αντιπροσώπου του πωλητή, ότι οι αναιρεσείουσες, που έφεραν το βάρος της απόδειξης, απέδειξαν την γνησιότητα αυτού με κάποιο αποδεικτικό μέσο και δεν έλαβε αυτό υπόψη, χωρίς να αιτιολογεί τις προσκομισθείσες από αυτές με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων τους για την απόδειξη της γνησιότητας τούτου.? 2) Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν την πλημμέλεια, κατ'ορθή εκτίμηση από τον αριθ.. 11γ (αντί του αναφερόμενου στο αναιρετήριο 11β), του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ, που συνίσταται στο ότι για την απόδειξη της γνησιότητας του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από αυτές με επίκληση δύο ένορκες βεβαιώσεις των αναφερόμενων τριών μαρτύρων τους, καθώς και την (κατ' εκτίμηση) συναχθείσα κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ένεκα της μη ειδικής αμφισβήτησης, ότι μαζί με την επίδικη οικία μετά του οικοπέδου της με το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήθηκαν στο απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών και άλλα ακίνητα, 3) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος, αποδίδουν την πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην ιδιωτική γνωμοδότηση της Χ.
Τ., που προσήχθη με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο για την απόδειξη της μη γνησιότητας του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού.
4) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, καθόλα τα σκέλη, πλην του πέμπτου, αποδίδουν πλημμέλειες από τους αριθ. 19, 20, 8 και 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε τη μη απόδειξη από αυτές της γνησιότητας του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης ως προς την παραδοχή από το τελευταίο της γνησιότητας του συμφωνητικού και ότι δεν δέχθηκε τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν αυτές για την απόδειξη της γνησιότητας του συμφωνητικού.
Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, αλυσιτελείς, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και το περιεχόμενο αυτής , όπως προεκτέθηκε, έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε (από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων) η ύπαρξη της επικαλούμενης άτυπης αγοραπωλησίας το 1954, (παρά τη μη λήψη υπόψη του συμφωνητικού) ούτε ότι αυτή αφορούσε την επίδικη οικία, ούτε ότι καταβλήθηκε τίμημα , ούτε ότι υπήρχε οικονομική ανάγκη του φερόμενου πωλητή για πώληση του επίδικου, ούτε ο λόγος που έγινε δια αντιπροσώπου και, ιδία, ότι ουδέποτε νεμήθηκαν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών το επίδικο με διάνοια κυρίου από το 1954 και εντεύθεν και μέχρι το 1990, αλλά αντίθετα πράξεις νομής επί αυτού από το έτος 1928 και εντεύθεν με διάνοια κυρίου, και καλή πίστη μέχρι την ισχύ του ΑΚ, και ανεξάρτητα από την καλή πίστη μετά την ισχύ του ΑΚ, ασκούσε ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, πατέρας του Γ.
Ρ., οι αιτιολογίες δε αυτές και, ιδία, ως προς τη μη άσκηση νομής χρησικτησίας από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειουσών και αντίθετα της άσκησης νομής χρησικτησίας από το δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου, στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και δεν ασκεί επιρροή η γνησιότητα ή μη του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, χωρίς παραδοχή νομής χρησικτησίας από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειουσών.? Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1597/2018).Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τους ακόλουθους λόγους αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ 1) Με τον τέταρτο λόγο α) κατά το πρώτο σκέλος, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα οσα ισχυρίστηκαν αυτές ως προς το επίδικο με βάση το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό ότι, δηλαδή, το επίδικο πώλησε ο παππούς του αναιρεσιβλήτου το 1954 στον παππού των αναιρεσειουσών, ότι μαζί με αυτό πώλησε όλη την περιουσία του λόγω μετεγκατάστασης σε άλλο χωριό, ότι όλα τα ακίνητα νεμόταν έκτοτε ο αγοραστής και οι δικαιοδόχοι του, β) κατά το δεύτερο σκέλος, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αυτών περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου αυτών από το 1990 με την προσμέτρηση της ίδιας νομής των δικαιοπαρόχων τους από το 1954. 2) Με τον όγδοο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, που συνίσταται, κατ' εκτίμηση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου δεν ασκούσε εμφανείς διακατοχικές πράξεις στο επίδικο με διάνοια κυρίου.
Οι λόγοι αυτοί, ο μεν τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος, και ο όγδοος κατά το δεύτερο σκέλος, είναι απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι, όσα φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, ο δε τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος είναι αβάσιμος, διότι κατά τα προαναφερόμενα, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση περί ιδίας κυριότητας των αναιρεσειουσών στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία και ρητά την απέρριψε κατ' ουσίαν.? Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφαση του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 1420/2011).
Επομένως ο έκτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην ένορκη κατάθεση της αναφερόμενης μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία έκρινε ως πιο πειστική από την αντίστοιχη ένορκη κατάθεση του αναφερόμενου μάρτυρα των αναιρεσειουσών, επίσης στο ακροατήριο του πρώτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ "υποβάθμισε" τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τριών μαρτύρων τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης , κατά το τέταρτο σκέλος, με τον οποίο προβάλλεται η ίδια αιτίαση από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε "ως αποδεικτικό μέσο", τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου "ότι ο θείος των αναιρεσειουσών Ι. Φ. είχε την κατοχή του επίδικου μόνο κατά παραχώρηση και κατά παράκληση από την οικογένεια Ρ." είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης και το προεκτεθέν αυτής περιεχόμενο, η τελευταία δεν δέχθηκε ως αποδεικτικό μέσο τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου.? Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά,. "Πράγματα" δε είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 76/2013). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τους ακόλουθους λόγους αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: 1) Με το δεύτερο, κατά το πέμπτο σκέλος, λόγο, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου πατέρα του, χωρίς απόδειξη, αφού, κατά τα υποστηριζόμενα, το επίδικο μέχρι το 1954 εξακολουθούσε να ανήκει στον παππού του, 2) Με τον πέμπτο λόγο, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο παππούς του αναιρεσιβλήτου το 1930 μεταβίβασε άτυπα στον γιό του και πατέρα του αναιρεσιβλήτου το επίδικο 3) Με τον όγδοο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο παραπάνω πατέρας του αναιρεσιβλήτου ασκούσε εμφανείς διακατοχικές πράξεις στο επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη , είτε ο ίδιος είτε δι'άλλων προσώπων για λογαριασμό του από το 1928, 4) Με το δέκατο λόγο, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι ο Ι.
Φ., θείος των αναιρεσειουσών, ενεργούσε για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, ότι αυτός φέρεται να έχει την κατοχή, μόνο κατά παραχώρηση και κατά παράκληση από την οικογένεια Ρ., ότι ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου ουδέποτε αποξενώθηκε της νομής του επίδικου παρά την αναχώρησή το έτος 1937 στις ΗΠΑ, και ότι το επίδικο επέβλεπαν για λογαριασμό του πατέρα του αναιρεσιβλήτου, τόσο ο αδελφός του πρώτου, όσο και ο αναιρεσίβλητος.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αβάσιμοι, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμα ύστερα από εκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, κλπ). Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι τα όσα φέρεται παραπάνω ότι έλαβε υπόψη το Εφετείο ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη.
Με τον ένατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και, ειδικότερα προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο φωτογραφίες, μολονότι οι ίδιες αμφισβήτησαν την εικόνα του αναιρεσιβλήτου σε αυτές. Ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο για το ορισμένο του λόγου αυτού (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 1874/2008). Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τις προτάσεις των αναιρεσειουσών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ουδόλως προκύπτει ότι αμφισβητήθηκε από αυτές η γνησιότητα των φωτογραφιών.
Με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 10, 11γ κατ' εκτίμηση (αντί του αναφερόμενου στο αναιρετήριο 11 β), 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται, κατά τα υποστηριζόμενα, στο ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε την κατοχή από αυτές και άλλων επτά (7) κτημάτων, που αποτελεί όλη την υπόλοιπη περιουσία του παππού του αναιρεσιβλήτου, που πωλήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο τους με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, αγνοώντας και απορρίπτοντας αναιτιολόγητα τους σχετικούς περί τούτου ισχυρισμούς τους, και τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν αυτές.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος: α) ως προς τις από τους αριθ. 8 και 10 πλημμέλειες, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε στη αντίστοιχη μείζονα σκέψη, β) ως προς τις από τους αριθ. 11γ, 12 και 19 πλημμέλειες, προεχόντως, ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ιδία, για μεν την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ, ποια αποδεικτικά μέσα επικαλέστηκαν αυτές και προσκόμισαν στο δικαστήριο της ουσίας και δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 766/2017), για δε την πλημμέλεια από τον αριθ. 12, σε ποια αποδεικτικά μέσα προσέδωσε το Εφετείο αυξημένη δύναμη που δεν είχαν ή μικρότερη απο αυτή που είχαν (ΑΠ 700/2009, ΑΠ 1592/2008), και για την πλημμέλεια από τον αριθ. 19, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και, μάλιστα, ενάριθμα (ΑΠ 860/2018).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1β' του ΚΠολΔ ,η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ .Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας νοούνται οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία , τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα. (ΑΠ 64/2017,ΑΠ 401/2018, ΑΠ 860/2018).
Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, β) ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας γ) σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, δ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και ε) η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 401/2018,ΑΠ 1226/2014).
Με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που παρέλειψε να εφαρμόσει, κατά τα υποστηριζόμενα' 1) "Στο θέμα της αντιπροσώπευσης και πληρεξουσιότητας" για να ανεύρει την έννοια των κανόνων δικαίου 211 ως 235 ΑΚ, διότι η κοινή πείρα και λογική δεν δέχεται τέτοια σχέση επί 52 χρόνια με προφορική συμφωνία 2) "Στο θέμα της άτυπης αγοράς", διότι δεν είναι νοητό η ισχυριζόμενη αγορά για τα υπόλοιπα οκτώ ακίνητα να είναι αναμφισβήτητη και να αμφισβητείται μόνο για το επίδικο, που πώλησε ο παππούς του αναιρεσιβλήτου στο απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών, που ο πρώτος εισέπραξε το τίμημα για όλα τα ακίνητα, και δεν είναι δυνατόν αυτός λόγω της μετανάστευσης να δίδει τα κτήματα για καλλιέργεια στον αδελφό της συζύγου του, η δε αδράνεια του πωλητή και των τέκνων του για διεκδίκηση υποδηλώνει αναγνώριση της πώλησης 3) "Στο θέμα της νομής", διότι δεν είναι λογικό μετά τη μετανάστευση, να έρχεται κάποιος στην Ελλάδα και ως πράξη νομής στο επίδικο να προβαίνει στην επίβλεψη μόνο και όχι σε άλλη πράξη (που κατονομάζονται) και να μην λαμβάνει "δήλωση, συμφωνητικό χρησιδανείου ή μίσθωσης" το δε Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής για την ανεύρεση των κανόνων 211, 974, 980, 981, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ. 4) "Στο θέμα της δήθεν κατά παράκληση χρήσης-Χρησιδανείου", διότι δέχεται ότι ο Ι.
Φ., θείος των αναιρεσειουσών είχε την κατοχή μόνο κατά παραχώρηση και κατά παράκληση από την οικογένεια Ρ., που όμως δεν δικαιολογείται για μεγάλο χρονικό διάστημα και μετά το θάνατο του το 1969, και 5) " Στο ψυχολογικό θέμα της διατήρησης των ριζών με την πατρίδα", διότι δέχεται ότι πατέρας του αναιρεσιβλήτου και μετά την οριστική του αναχώρηση το 1937 με την οικογένειά του για τις ΗΠΑ, ουδέποτε αποξενώθηκε της νομής του επίδικου, ούτε αυτή ήταν η βούλησή του αφού ήθελε να διατηρήσει τις ρίζες του στην Ελλάδα και επισκεπτόταν από τις αρχές του 1950 ως και το 1989 το επίδικο ο αναιρεσίβλητος ως ομογενής, χωρίς να εξηγεί πως "θέλοντας να διατηρήσει τις ρίζες του με την Ελλάδα" δεν έπραξε τίποτε για το πατρικό του (επισκευές κλπ), δεν κατέγραψε στην ακίνητη περιουσία του, ούτε ως Πρόεδρος της Παναρκαδικής Ομοσπονδίας Αμερικής δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον για το επίδικο., ούτε για μία οικία στο "...
χωριό" από αυτές που διατέθηκαν από την Ελληνική Πολιτεία.? Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει. Θέμα επιβολής δικαστικών εξόδων στις αναιρεσείουσες δεν τίθεται, λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος και μη υποβολής του αναιρεσιβλήτου σε έξοδα, συνεπεία της ερημοδικίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2016 αίτηση των Π. Γ. Κ. κλπ. για αναίρεση της 177/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ