416/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated416/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. α' - δ', 6 §§ 1, 2 και 5, 10, 17 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι, στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του ... για την καταβολή αποζημιώσεως στο ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου παραγράφεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 416 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 416/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το αναιρεσείον παραιτείται από τον δεύτερο λόγο της από 27-8-2016 αίτησής του για αναίρεση της 3267/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-2-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3926/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3267/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-8-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 9-5-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη του ίδιου λόγου κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά της υπ' αριθμ. 3267/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας άρθρου 681Α ΚΠολΔ). Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αιτήσεως είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους. Η παραίτηση αυτή έχει ως συνέπεια να θεωρείται στην πρώτη περίπτωση ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε στο σύνολό της, ενώ στη δεύτερη ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι από τους οποίους έγινε παραίτηση (ΑΠ 404/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, πριν από την έναρξη της συζητήσεως, με προφορική δήλωση του νομίμως εκπροσωπούντος αυτόν πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά στο επιτόκιο των τόκων που υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για τα επιδικασθέντα στον τελευταίο ποσά. Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, στον οποίο αφορά η παραίτηση θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε.
Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 324 ΚΠολΔ "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία", ενώ ακόμη επί απορρίψεως της αγωγής, ως αόριστης, είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, ως προς το δικονομικό ζήτημα, νέα αγωγή που έχει το ίδιο ελάττωμα. Περαιτέρω, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δηλαδή λόγω μη απαιτητού του χρέους, δεν παράγει δεδικασμένο για την ουσία του δικαιώματος, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006), ενώ εξάλλου, η απόρριψη της αγωγής για τον ίδιο λόγο, δεν αποτελεί απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους, η οποία υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως αλλά για δικονομικούς, οι οποίοι, δηλαδή, συνεπάγονται ακυρότητα ή απαράδεκτο της αγωγής, όπως και η απόρριψη της αγωγής ως αόριστης.
Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για τον λόγο αυτό απέρριψε την ύπαρξη ή μη ύπαρξή του. Τέλος, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.ΑΠ 15/98, Δ/νη 39,303). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 15/98, ΑΠ 1115/2003 ).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου, και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, δέχτηκε ότι δεν υπάρχει (δικονομικό) δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 5494/2006 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της από 23-3-2001 προηγούμενης (δεύτερης κατά σειράν) αγωγής αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου εναντίον του, από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, αναφορικά με το ερευνηθέν, παρά την ύπαρξη δικονομικού δεδικασμένου και γενόμενο δεκτό απ' αυτό, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμο κονδύλιο της ένδικης από 4-12-2006 αγωγής (τρίτης κατά σειράν από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα) για απώλεια των εισοδημάτων της εργασίας του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος Δ.
Ρ. (διαφυγόντα κέρδη) του χρονικού διαστήματος από 25-6-2028 μέχρι 31-12-2047, το οποίο, είχε ζητηθεί και με την προηγούμενη από 23-3-2001 (δεύτερη κατά σειρά) αγωγή αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου εναντίον του, και απορρίφθηκε, όπως διατείνεται το αναιρεσείον με την εκδοθείσα επί της αγωγής αυτής υπ' αριθμ. 5494/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως αόριστο, με αποτέλεσμα να κωλύεται η νέα έρευνα της ένδικης μεταγενέστερης αγωγής ως προς το ίδιο κονδύλιο, που έχει το ίδιο ελάττωμα, και όχι λόγω πρόωρης άσκησης της από 23-3-2001 αγωγής, όπως δέχθηκε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του (3267/2014) ως προς το κονδύλιο αυτό, η οποία (απόρριψη λόγω πρόωρης άσκησης), δεν παράγει δεδικασμένο.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης από 4-12-2006 αγωγής και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του κονδυλίου αυτής, που αφορά απώλεια των εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου από την εργασία του (διαφυγόντα κέρδη) του χρονικού διαστήματος από 25-6-2028 μέχρι 31-12-2047, δέχτηκε τα εξής: "Με την από 4-12-2006 (αριθμ.
έκθ. Κατάθ. 208435/ 10546/4-12-2006) αγωγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ιστορείται ότι ο Μ. Τ. οδηγώντας το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας Φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία είχε προστήσει αυτόν στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ανασφάλιστο, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του και κάτω από τις ιστορούμενες συνθήκες, τον τραυματισμό του ενάγοντα πεζού, Δ.
Ρ.. Ότι, με την υπ' αριθμ. 5494/2006 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και την συνεπεία αυτού αναπηρία του ενάγοντα, ήταν ο οδηγός του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου, επιδικάστηκαν δε στον παθόντα - ενάγοντα, μεταξύ άλλων, το ποσόν των 1.650 € μηνιαίως, ως αποζημίωση για την απώλεια των διαφυγόντων από την εργασία του κερδών, το ποσό των 120 ευρώ μηνιαίως για δαπάνη αγοράς απορροφητικών ειδών υγιεινής και το ποσό των 112 ευρώ μηνιαίως για δαπάνη φυσικοθεραπείας, άπαντα για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31-12-2004, ενώ απορρίφθηκαν για το μετέπειτα αιτούμενο διάστημα (από 1-1-2005) μέχρι τις 31-12-2048 ως προώρως ασκηθέντα.
Ζήτησε δε ο ενάγων, όπως παραδεκτά περιορίστηκαν τα ως άνω αγωγικά κονδύλια για το διάστημα από 1-7-2007 και εντεύθεν, καθώς επίσης και το αγωγικό αίτημα (παραδεκτώς περιορίστηκε) από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο ...
είναι υποχρεωμένο να του καταβάλει, το ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως, ως αποζημίωση για απώλεια διαφυγόντων κερδών λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, κατά το διάστημα από τον μήνα Ιούλιο του 2007 έως και τον Δεκέμβριο του 2047". Περαιτέρω, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση του συνόλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 3496/29-3-2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί αντιθέτων εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της 5017/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε και επί της προγενέστερης (πρώτης κατά σειρά) από 18-10-1999 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11254/ 1999 αγωγής αποζημίωσης του ενάγοντος και ήδη πρώτου εφεσίβλητου, Δ.
Ρ., κατά μεταξύ άλλων, της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "..." και του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "...", έχουσας την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίση (από 4-12-2006) αγωγή, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου τα ακόλουθα: Α) Ότι, στις 24-6-1998 και περί ώρα 12.30, στο χώρο του λατομείου της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "..." παρασύρθηκε ο ενάγων πεζός, Δ.
Ρ., από το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ανωνύμου αυτής εταιρίας, που οδηγούσε ο προστηθείς από το νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας (εταιρίας) στην οδήγησή του, Μ. Τ. και το οποίο (φορτηγό) ήταν ανασφάλιστο, καθισταμένου συνυπόχρεου προς κάλυψη των ζημιών που προκλήθηκαν από αυτό (ατύχημα) το εναγομένο Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "...". Β) Ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντα πεζού ήταν ο τελευταίος - οδηγός (Μ. Τ.), τον οποίο είχε προστήσει στην οδήγηση του ως άνω ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου η ανωτέρω ιδιοκτήτρια αυτού εταιρία. Γ) Ότι ο ενάγων πεζός (Δ.
Ρ.), συνεπεία του ένδικου ατυχήματος (παράσυρσης), τραυματίστηκε σοβαρά, και συγκεκριμένα υπέστη κάταγμα ιερού οστού αριστερά, κάταγμα εγκάρσιας αποφύσεως του 5ου οσφυϊκού σπονδύλου αριστερά με χαρακτήρες αποσπαστικού κατάγματος, κατάγματα των τεσσάρων ηβοϊσχιακών κλάδων, θλάση αριστερού ωτός και εκχυμώσεις κάτω άκρων, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος στο νοσοκομείο Αθηνών "ΚΑΤ" από τις 24-6-1998 έως τις 10-7-1998, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ακινητοποίησης της λεκάνης με εξωτερική οστεοσύνθεση και εν συνεχεία στις 12-10-1998 υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση στο ίδιο νοσοκομείο λόγω του ότι παρουσίασε εκτεταμένη συλλογή οροαιματηρού υγρού σε αμφότερες τις γλουτιαίες χώρες εκτεινόμενες στην έξω επιφάνεια του μηρού και δη (ΔΕ).
Ότι σύμφωνα με την αριθμ. πρωτ. 4289/26-8-1999 Ιατρική Γνωμάτευση της Ορθοπεδικής Κλινικής του αυτού ως άνω νοσοκομείου "ΚΑΤ", τις υπ' αριθμ. 4030/167-1999, 4252/22-8-1999 ιατρικές Βεβαιώσεις του νοσοκομείου "...", την από 14-10-1999 ιατρική Γνωμάτευση του Ορθοπεδικού ιατρού Γ. Ρ., διαπιστώθηκε εικόνα πώρωσης του κατάγματος του ιερού με βαθμό στένωσης των ιερών τμημάτων εκ του σχηματισθέντος πώρου και εικόνα μετατραυματικής αρθρίτιδας στις σπονδυλικές αρθρώσεις του διαστήματος 05-11 και υφίσταται νευρογενής κύστη, μετατραυματική στένωση της οπίσθιας ουρήθρας και στυτική δυσλειτουργία - ανδρική ανικανότητα και ειδικότερα (διαπιστώθηκε) ότι οι σοβαρές ουρογενετικές δυσλειτουργίες (ακράτεια ούρων - κοπράνων και στυτική ανεπάρκεια) που παρουσιάζει, καθώς και η μετατραυματική αρθρίτιδα της οσφυοιεράς σπονδυλικής στήλης είναι καταστάσεις δυσεπίλυτες και με μόνιμο χαρακτήρα.
Ότι με την υπ' αριθμ. 1070/26-10-1999 Γνωμάτευση της Πρωτ/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΤΕΒΕ, όπου ήταν ασφαλισμένος ο ενάγων (ως ελεύθερος επαγγελματίας) κρίθηκε ότι αυτός ήταν "πολυτραυματίας με κάκωση πυελικού δακτύλου συνισταμένη σε κατάγματα και των τεσσάρων ηβοϊσχιακών κλάδων, κάταγμα ιερού οστού ΑΡ, με ορθοστατικές διαταραχές και απώλεια κοπράνων με πολύ μεγάλη δυσκολία στη βάδιση (με βακτηρίες μασχάλης) και αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις απότοκες του ατυχήματος υπό φαρμακευτική και ιατρική υποστήριξη", και ότι συνεπεία αυτών (κρίθηκε) ανάπηρος σε ποσοστό 75% μόνιμα.
Δ) Ότι πριν από τον τραυματισμό του ο ενάγων (γεννηθείς το έτος 1963) διατηρούσε στην περιοχή ..., ατομική επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών και με έναρξη της δραστηριότητας αυτής από το 1990, από την οποία κέρδιζε κατά μέσο όρο καθαρά το ποσό των 5.400.000 δραχμών ετησίως προσαυξανόμενο για καθένα των λοιπών ετών κατά το ποσό των 20.000 δραχμών, παρέμεινε δε ανίκανος για εργασία για το χρονικό διάστημα από 24-6-1998 έως 24-6-2003 ήτοι για πέντε έτη, κατά το οποίο απώλεσε τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, που θα κέρδιζε με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Εν συνεχεία, ο ενάγων (Δ. Ρ.) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23-3-2001 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 40305/2629/2001) προγενέστερη (δεύτερη) αγωγή του κατά, μεταξύ άλλων, του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "...", με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίση αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5494/2006 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία έκρινε με δύναμη δεδικασμένου όσον αφορά τον ενάγοντα και το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ... (άρθρο 321 επ.
ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Οτι ο ενάγων, συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, συνέχισε να έχει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα εξετασθείς στις 19-6-2002, 17-10-2002, 18-10-2002 και 15-1-2003, στα νοσοκομεία Αθηνών, αντίστοιχα, ".1..", "2...","3..." και "...", διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε βαριές ορθοκυστικές διαταραχές (ακράτεια ούρων και κοπράνων) και παραπληγία με μόνιμο πλέον χαρακτήρα.
Ότι με τις 203/8-11-2002 και 121/19-11-2003 Γνωματεύσεις της Α'/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ καθώς και την 131/6-6-2002 Γνωμάτευση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Δ/νσης Υγείας της Νομαρχίας Αθηνών, κρίθηκε ότι ο ενάγων (σύμφωνα με την πρώτη γνωμάτευση) παρουσιάζει κεντρομυελική αδυναμία (σπαστική παραπληγία) κάτω άκρων, εκ των οποίων το ένα κάτω άκρο άνω του 40%, με ορθοκυστικές διαταραχές και ποσοστό αναπηρίας 80%, ενώ με τις λοιπές (δεύτερη και τρίτη γνωματεύσεις) ότι παρουσιάζει σπαστική παραπληγία, στυτική δυσλειτουργία, αντιδραστική κατάθλιψη σε έδαφος βαρύτατης κάκωσης πυελικής ζώνης, γνωματεύοντας ότι η πάθηση κρίνεται ισόβια και με ποσοστό αναπηρίας 80%.
Ότι, σύμφωνα με την 512/30-1-2006 Ιατρική Γνωμάτευση της Α' Ορθοπεδικής Κλινικής του νοσοκομείου "ΚΑΤ", καθώς και με τα ….7/24-10-2005 και ..7/2-1-2006 Πιστοποιητικά Νοσηλείας των νοσοκομείων "2..." και "1...", παρουσιάζει αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις, ακράτεια ούρων και κοπράνων, στυτική ανεπάρκεια, παραπληγία με μόνιμο χαρακτήρα και βαριές ορθοκυστικές διαταραχές και ότι δεν δύναται να ασκεί οποιαδήποτε βιοποριστική - χειρωνακτική εργασία δηλαδή ανίκανος πλήρως για κάθε εργασία, καθώς και ότι λόγω της κατάστασης αυτής της υγείας του δεν δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί, έχοντας την ανάγκη φροντίδας από τρίτο πρόσωπο.
Β) Ότι παρέμεινε ανίκανος ολικά διά βίου για την προαναφερθείσα εργασία (εμπορία υλικών οικοδομής), που ασκούσε πριν τον τραυματισμό του στο ένδικο ατύχημα και αναγκάστηκε να διακόψει, για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 25-6-2003 έως 31-12-2004 και έτσι απώλεσε από την εργασία του το ποσόν των 1.600 € μηνιαίως κατά μέσον όρο από 25-6-2003 μέχρι 24-6-2004, προσαυξανόμενο μετέπειτα κατά (50) ευρώ μηνιαίως, ήτοι ανερχόμενο σε 1.650 ευρώ μηνιαίως, που μετά πιθανότητας θα αποκόμιζε αν δεν τραυματιζόταν στο ατύχημα αυτό.
Επίσης με την αυτή ως άνω τελεσίδικη απόφαση (5494/ 2006) αυτού του Δικαστηρίου, επιδικάσθηκαν ως αποζημίωση στον ενάγοντα - παθόντα (Δ. Ρ.) και σε βάρος του εναγομένου ..., μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ποσά: α)..., β)...και γ) των 1.093,96 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 25-6-2003 έως 31-12-2003, των 1.073,72 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 1-1-2004 έως 24-6-2004 και των 1.123,72 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από 25-6-2004 έως 31-12-2004, ως αποζημίωση για διαφυγόντα από την εργασία του κέρδη, ενώ απορρίφθηκε το αγωγικό αυτό κονδύλιο για το αιτηθέν με την ίδια ως άνω (από 23-3-2001) αγωγή διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2048, ως προώρως ασκηθέν με το σκεπτικό και πάλι ότι δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί από τότε η εν λόγω μελλοντική αποθετική ζημία του παθόντος, εφόσον αυτή, όταν υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το ..., προσδιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει το ασφαλιστικό ταμείο για την ίδια αιτία στον ζημιωθέντα και από δε το προσκομιζόμενο έγγραφο του ΤΕΒΕ, για το διάστημα από 1-1-2005 έως 24-6-2038, αδυνατεί το τελευταίο να προσδιορίσει τις μελλοντικές παροχές προς τον ασφαλισμένο ενάγοντα, ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν εκ των προτέρων να προσδιορίσει τις μηνιαίες συντάξεις και επιδόματα, διότι δεν γνώριζε τις εκάστοτε ετήσιες αυξήσεις.
Περαιτέρω, όσον αφορά την υπό κρίση (από 4-12-2006) αγωγή του ενάγοντα, Δ. Ρ., αποδείχθηκαν από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία τα ακόλουθα: Πράγματι, μετά την άσκηση των ανωτέρω δύο πρώτων αγωγών του τελευταίου (Δ. Ρ.), το ένδικο ατύχημα συνέχισε να αναδίδει ζημιογόνες συνέπειες για τον ενάγοντα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. 13/03493/21-12-2009 απόφαση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Αττικής του Ο.Α.Ε.Ε., κρίθηκε ο ενάγων, συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, ανάπηρος μόνιμα κατά ποσοστό 80% και αποφασίστηκε η εφ' όρου ζωής παράταση της συνταξιοδότησής του, λόγω ανικανότητας από 1-6-2013 σε συνέχεια της προηγούμενης, μέχρι της άρσεως των προϋποθέσεων, χωρίς άλλες εξετάσεις από υγειονομικές επιτροπές για τη διαπίστωση της αναπηρίας του, ενώ και με την υπ' αριθμ. 4601/1-6-2006 απόφαση του ΤΕΒΕ, κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 86%, γνωματεύοντας η Υγειονομική Επιτροπή ότι πάσχει από μόνιμο χαρακτήρα παραπληγίας και μόνιμες ορθοκυστικές διαταραχές.
Ακόμη στις 18-12-2008, 19-11-2009 και 20-11-2009 εξετασθείς στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων "2...", ".1.." και 3..." αντίστοιχα, διαπιστώθηκε η ίδια προαναφερθείσα κατάσταση της υγείας του (όπως μόνιμη παραπληγία με σοβαρές ουρογενετικές διαταραχές, κατάθλιψη κλπ), γνωματεύοντας οι θεράποντες ιατροί ότι παραμένει μόνιμα ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος, χωρίς να αναμένεται βελτίωση ούτε στην κλινική του εικόνα και έχοντας ανάγκη φροντίδας τρίτου ατόμου (βλ.
αντίστοιχα τα με αριθμ. πρωτ. …16/18-12-2008, ….38/19-11-2009 και 03/…./20-11-2009 Πιστοποιητικά - Γνωματεύσεις Νοσηλείας των ως άνω νοσοκομείων), ενώ στην με αρ. 2…35/25-11-2009 Ιατρική Βεβαίωση, του Αναπλ. Καθηγητή Γ. X. Μ., στην Α' Ορθοπεδική Κλινική του νοσοκομείου "4...", ρητά βεβαιώνεται ότι ο ενάγων εξακολουθεί, μετά από 11 και 1/2 έτη από τον τραυματισμό του στο ένδικο ατύχημα, να παρουσιάζει τις προαναφερθείσες παθήσεις δηλαδή "σοβαρές ουρογενετικές δυσλειτουργίες και μετατραυματική αρθρίτιδα της οσφυοιεράς σπονδυλικής στήλης, καταστάσεις δυσεπίλυτες και με μόνιμο χαρακτήρα, επίσης ατελή παραπληγία με μόνιμο πλέον χαρακτήρα, πλήρη στυτική δυσλειτουργία (ανδρική ανικανότητα), ορθοκυστικές διαταραχές (ακράτεια ούρων - κοπράνων), καθώς και πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση, ευρισκόμενος σε φαρμακευτική ψυχιατρική στήριξη, συνεπεία δε της μόνιμης αυτής κατάστασης δεν δύναται να ασκεί οποιαδήποτε βιοποριστική - χειρωνακτική εργασία τώρα και στο μέλλον, δεν έχει καθόλου βελτιωθεί από την προηγούμενη γνωμάτευση (1/2009) και ούτε αναμένεται να βελτιωθεί πλέον.
Με βάση αυτά, καθίσταται σαφές ότι ο ενάγων (Δ. Ρ.ς) παρέμεινε ολικά ανίκανος προς κάθε εργασία και για το μετά την 1-1-2005 χρονικό διάστημα και εφ' όρου ζωής. Έχει συνεπώς σωματική αναπηρία που καθιστά με βεβαιότητα, αναγκαία στο μέλλον την διενέργεια φυσικοθεραπειών αλλά και την προμήθεια ειδικών απορροφητικών πανών μιας χρήσης, γεγονός που συνεπάγεται αύξηση δαπανών για τον ίδιο (ενάγοντα - παθόντα).
Και ναι μεν θα εξακολουθήσει με βεβαιότητα να υφίσταται αυτός τις μελλοντικές αυτές θετικές ζημίες, πλην όμως η έκτασή τους μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί μόνο για χρονικό διάστημα πέντε ετών, από την 1-7-2007 (λόγω παραιτήσεώς του για το προηγούμενο διάστημα) δηλαδή μέχρι τις 31-5-2012 και όχι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ι) ότι ο ενάγων συνέχισε να υποβάλλεται και κατά το ως άνω διάστημα, σε αναγκαίες, κατά σύσταση και των θεραπόντων ιατρών του, φυσικοθεραπείες, προς αντιμετώπιση της μόνιμης εφ' όρου ζωής αναπηρίας του και δη σε τέσσερις (4) συνεδρίες μηνιαίως, αντί αμοιβής του φυσικοθεραπευτή (28) ευρώ για καθεμία, δαπανώντας δηλαδή συνολικά το ποσό των 112 ευρώ το μήνα για πέντε (5) έτη, αρχής γενομενης από 1-7-2007 και ιι) Όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων παρουσιάζει μόνιμα πλέον και ορθοκυστικές διαταραχές (ακράτεια ούρων και κοπράνων) και συνεπώς χρειάζεται απαραίτητα να προμηθεύεται, κατά το ως άνω διάστημα της πενταετίας, με ειδικές απορροφητικές πάνες μιας χρήσεως, δαπανώντας το ποσό των 120 ευρώ κατά μέσον όρο μηνιαίως για το έτος 2007, προσαυξανόμενο κατά 10 ευρώ ανά τριετία, δηλαδή το ποσό αυτό (των 120 ευρώ) κάθε μήνα για το διάστημα από 1-7-2007 μέχρι 31-6-2010 και εν συνεχεία το ποσό των 130 ευρώ για το επόμενο διάστημα (από 1-7-2010) μέχρι και 31-5-2012.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, επιδίκασε: α) το ίδιο ως άνω ποσό των 112 ευρώ για δαπάνες φυσικοθεραπείας και για το αυτό χρονικό διάστημα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου της από 27-12-2012 έφεσης και β) μεγαλύτερα ποσά μηνιαίως για δαπάνες αγοράς ειδικών απορροφητικών πανών, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού εν μέρει του σχετικού λόγου της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου.
Ωστόσο, κάθε μηνιαία δόση εκ των ανωτέρω είναι καταβλητέα εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής για τις δόσεις που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες μέχρι την άσκηση αυτής και για τις υπόλοιπες από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση, όπως άλλωστε ζητείται και με την κρινόμενη αγωγή, έσφαλε δε η εκκαλούμενη που επιδίκασε τις δαπάνες αυτές, για τις ως άνω αιτίες, σε κεφάλαιο εφάπαξ, δεκτού γενομένου κατ' ουσίαν του σχετικού λόγου της έφεσης.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ήταν ηλικίας 35 ετών (γεννηθείς το έτος 1963) και πριν τον τραυματισμό του στο ένδικο ατύχημα, ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου οικοδομικών υλικών (όπως κρίθηκε και με τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις), για το (μεταγενέστερο) χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-5-2012, με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, θα εξακολουθούσε να ασκεί την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα, την οποία αναγκάστηκε να διακόψει λόγω της μόνιμης και ολικής ανικανότητάς του προς εργασία, κατά τα προαναφερθέντα, αποκερδαίνοντας, κατά μέσο όρο, μηνιαίες αποδοχές, ύψους 1.800 ευρώ, προσαυξανόμενο κατ' έτος με το ποσό των 50 ευρώ για την πρώτη τριετία και συγκεκριμένα:
α) από 1-7-2007 έως 31-6-2008 το ποσό των 1.800 ευρώ, μηνιαίως, β) από 1-7-2008 έως 31-6-2009 το ποσό των 1.850 ευρώ μηνιαίως και γ) από 1-7-2009 έως 31- 6-2010 το ποσό των 1.900 ευρώ μηνιαίως, ενώ για το μετέπειτα χρονικό διάστημα δηλαδή μέχρι 31-5-2012 θα επιδικαστεί το ίδιο ποσό των 1.900 ευρώ μηνιαίως, δεδομένου ότι, εξαιτίας της εν τω μεταξύ επελθούσας οικονομικής κρίσης και ύφεσης, δεν δικαιολογείται κατά την κρίση του Δικαστηρίου η περαιτέρω αύξηση των ως άνω μηνιαίων εισοδημάτων.
Όμως για το αντίστοιχο από 1-7-2007 έως 31-5-2012 χρονικό διάστημα, ο ενάγων έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα Ο.Α.Ε.Ε., όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως Βεβαίωση Αποδοχών του τελευταίου, κατ' έτος για το διάστημα από το 2007 έως το έτος 2012, τα ακόλουθα ποσά: α) για το διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12-2007, ως σύνταξη το συνολικό ποσό των 2.663,62 ευρώ (5.327,25 ευρώ ετησίως : 2) και μηνιαίως 444 ευρώ (κατά στρογγυλοποίηση, ήτοι 2.663,62 : 6μην), επιπλέον δε και το ποσό των 1.331,81 ευρώ (2.663,62 : 2) ευρώ, ήτοι μηνιαίως 222 ευρώ (κατά στρογγυλοποίηση, ήτοι 1.331,81 : 6μην), ως επίδομα απόλυτης αναπηρίας και συνολικά 666 ευρώ (444 + 222).
Συνολικά έλαβε από τις αιτίες αυτές για το εν λόγω διάστημα (6μηνο) το ποσό των 3.995,43 ευρώ και μηνιαίως των 666 ευρώ (κατά στρογγυλοποίηση), β) για το έτος 2008, ως σύνταξη και επίδομα απόλυτης αναπηρίας, το συνολικό ποσό των 8.278,96 ευρώ (5.519,31 + 2.759,65 αντίστοιχα) και μηνιαίως των 690 ευρώ (8.278,96 : 12 μην.), γ) για το έτος 2009, όπως ο ίδιος ο ενάγων ομολογεί με την προσθήκη αντίκρουση των έγγραφων προτάσεών του, ως σύνταξη, το συνολικό ποσό των 14.576,33 ευρώ και επιπλέον 500 ευρώ ως ενισχ.
και αλληλεγγύη ήτοι 15.076,33 ευρώ και μηνιαίως των 1.256,36 ευρώ (15.076,33 : 12 μην.), δ) για το έτος 2010, ως σύνταξη, το συνολικό ποσό των 4.353,62 ευρώ και μηνιαίως των 363 ευρώ, κατά στρογγυλοποίηση (4.353,62 : 12 μην.), ε) για το έτος 2011, ως σύνταξη, το συνολικό ποσό των 5.775,56 ευρώ και μηνιαίως των 482 ευρώ, κατά στρογγυλοποίηση (5.775,56 : 12 μην.), και στ) το διάστημα από 1-1-2012 έως 31-5-2012, ως σύνταξη το συνολικό ποσό των 2.273,15 ευρώ και μηνιαίως 454,63 ευρώ (2.273,15 : 5 μην), ως προς τα οποία (καταβληθέντα ποσά) επήλθε αυτοδίκαιη μεταβίβαση εκ του νόμου της αξίωσης αυτής στον ασφαλιστικό φορέα ΟΑΕΕ..., αλλά και σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 ("η αποζημίωση του ...
περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αιτία αυτή στο ζημιωθέντα"), με την οποία καθιερώνεται πράγματι ο επικουρικός χαρακτήρας της ευθύνης του ... και συνεπώς, αφαιρουμένων των εκάστοτε καταβληθέντων ως άνω ποσών μηνιαίως, για το χρονικό αυτό διάστημα, από τα μηνιαίως ποσά των ανωτέρω διαφυγόντων κερδών, για το ίδιο χρονικό διάστημα, ζημιώθηκε ο ενάγων από την αιτία αυτή κατά την διαφορά, ανερχόμενη:
α) σε 1.134 ευρώ μηνιαίως (1.800 - 666 ευρώ), το διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12- 2007, β) σε 1.160 ευρώ μηνιαίως (1.850 - 690 ευρώ), το διάστημα από 1-7-2008 έως 31-12-2008, γ) σε 593,64 ευρώ μηνιαίως (1.850 - 1.256,36 ευρώ), το διάστημα από 1-1-2009 έως 31-6-2009, δ) σε 643,64 ευρώ μηνιαίως (1.900 - 1.256.36 ευρώ), το διάστημα από 1-7-2009 έως 31-12-2009, ε) σε 1.537 ευρώ μηνιαίως (1.900 - 363 ευρώ), το διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2010, ζ) σε 1.418 ευρώ μηνιαίως (1.900 - 482 ευρώ), το διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2011 και η) σε 1.445.37 ευρώ μηνιαίως (1.900 - 454,63 ευρώ), το διάστημα από 1-1-2012 έως 31-5-2012, τα οποία και νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει από το εναγόμενο - υπόχρεω ως αποζημίωση, για την δεκτική αυτή ακριβούς προσδιορισμού αποθετική του ζημία.
Σημειωτέον δε ότι το ποσό που πράγματι ελάμβανε μηνιαίως ο ενάγων, καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, ως παραπληγικό επίδομα, σύμφωνα με την ειδική πρόβλεψη του άρθρου 42 παρ. 1 του Ν. 1140/1981 σε συνδ. με 16 παρ. 1 του Ν. 2042/1992 και το οποίο χορηγείται ως βοήθημα σε περίπτωση προκλήσεως μονίμου κινητικής αναπηρίας, όπως εν προκειμένω, δεν αποτελεί αντιστάθμισμα απώλειας εισοδήματος, αλλά χορηγείται για αμοιβή τρίτου προσώπου προς μόνιμη βοήθεια και συμπαράσταση του παθόντος, λόγω αδυναμίας του ιδίου να αυτοεξυπηρετείται, δηλαδή για συνοδό προς καθημερινή εξυπηρέτηση και φροντίδα του, κονδύλιο όμως που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ζητείται με την κρινόμενη αγωγή και συνεπώς δεν αφαιρείται από την αγωγική αξίωση για διαφυγόντα από την εργασία του κέρδη, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ...
θ' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, επιδίκασε τα αυτά ποσά για την ίδια ως άνω αιτία (διαφυγόντα κέρδη) και για το αυτό χρονικό διάστημα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως, όμως έσφαλε που τα επιδίκασε σε κεφάλαιο εφάπαξ, καθόσον, όπως ζητείται με την κρινόμενη αγωγή, είναι καταβλητέα εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινομένης αγωγής για τις δόσεις που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες μέχρι την άσκηση αυτής και για τις υπόλοιπες από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση, δεκτού γενομένου κατ' ουσίαν του σχετικού λόγου της έφεσης.
Επίσης, τα ως άνω αγωγικά κονδύλια για επιδίκαση δαπανών διενέργειας φυσικοθεραπείας, αγοράς ειδικών απορροφητικών πανών και διαφυγόντων από την εργασία του κερδών, για το περαιτέρω αιτούμενο χρονικό διάστημα μέχρι δηλαδή τις 31-12-2047 το σχετικό αίτημα του ενάγοντα κρίνεται απορριπτέο, ως προώρως ασκηθέν, καθόσον η έκταση των μελλοντικών αυτών ζημιών του δεν είναι προβλέψιμες έτσι ώστε να παρίσταται εφικτός από τούδε ο ακριβής προσδιορισμός εκάστου εξ αυτών (όπως ο αριθμός και το κόστος κάθε φυσικοθεραπείας, η ποσότητα (ή τεμάχια) και το κόστος των ως άνω πανών, σε συνάρτηση με τις προκύπτουσες εκάστοτε ανάγκες τους παθόντα - ενάγοντα κλπ.), αφού εξαρτώνται από μελλοντικές συνθήκες που έχουν σχέση και με τα εν γένει οικονομικά δεδομένα και τις εν γένει συνθήκες που θα διαμορφωθούν στο μέλλον, επί πλέον δε για το αίτημα καταβολής διαφυγόντων κερδών, δεν μπορεί από τούδε να καθοριστεί το τυχόν ποσό που θα καταβληθεί στον ενάγοντα για συνταξιοδότηση αναπηρίας από τον ασφαλιστικό του φορέα (ως ελεύθερος επαγγελματίας), του οποίου η αφαίρεση είναι υποχρεωτική, αφού ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να περιλάβει στην αποζημίωσή του τα ποσά αυτά, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δηλαδή λόγω μη απαιτητού του χρέους, δεν παράγει δεδικασμένο για την ουσία του δικαιώματος, αλλά εξομοιώνεται με απόφαση που απορρίπτει την αγωγή για τυπικούς λόγους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της αντέφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου.
Ο ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος και του ιδίου του ενάγοντος για την επέλευση, άλλως την έκταση της ζημίας του, καθόσον παραλείποντας να ασκήσει κάποιο άλλο επάγγελμα συμβατό με την αναπηρία του, όπως αυτό του θυρωρού ή του τηλεφωνητή, δεν λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα προς μείωση της ζημίας του μέτρα, συντελώντας έτσι με την συμπεριφορά του αυτή στην επαύξηση της ζημιάς του εκ της απώλειας των εισοδημάτων του, που παραδεκτά είχε προβάλλει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με λόγο έφεσης, ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Και τούτο διότι, δεν αποδείχθηκε τόσον η προσφορά ανάλογης εργασίας, όσο και η ανεύρεσή της, λόγω της υφιστάμενης ανεργίας σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, πέραν του ότι λόγω της προαναφερόμενης αναπηρίας του (παραπληγία, ακράτεια ούρων - κοπράνων κλπ.) είναι και αντικειμενικά αδύνατον η παροχή εκ μέρους του και της ως άνω προτεινόμενης εργασίας...".
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, που εξέδωσε αυτή, δεν ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων δεδικασμένου ως προς το δικονομικό ζήτημα (αοριστία), καθόσον αφορά στο κονδύλιο της ένδικης από 4-12-2006 αγωγής (τρίτης κατά σειράν από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα), για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του ενάγοντος (διαφυγόντα κέρδη), του χρονικού διαστήματος από 25-6-2028 μέχρι 31-12-2047 προκύπτοντος από την υπ' αριθμ. 5494/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστο το ίδιο κονδύλιο και κωλύοντος τη νέα έρευνα του κονδυλίου αυτού στο πλαίσιο της ένδικης αγωγής, απορρίπτοντας την ύπαρξη τούτου, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον και συνεπώς, σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που αναφέρθηκε παραπάνω δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση δικονομικού δεδικασμένου, ως προς το εν λόγω κονδύλιο, αφού για να γίνει δεκτός ο λόγος, έπρεπε το δικαστήριο να δέχτηκε εσφαλμένως ή να αρνήθηκε εσφαλμένως να δεχτεί δεδικασμένο, από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των διαδίκων.
Ανεξάρτητα απ' αυτά, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της υπ' αριθμ. 5494/2006 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 23-3-2001 προηγούμενης (δεύτερης κατά σειράν) αγωγής αποζημιώσεως του αναιρεσίβλητου Δ. Ρ. εναντίον του αναιρεσείοντος ... από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση, καθόσον αφορά στο κονδύλιο διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος της ως άνω από 23-3-2001 (δεύτερης κατά σειράν από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα) προγενέστερης αγωγής του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 μέχρι τις 31-12-2048, στο οποίο περιλαμβάνεται και το από 25-6-2028 μέχρι 31-12-2047 χρονικό διάστημα της ένδικης αγωγής, απορρίφθηκε με την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση ως προώρως ασκηθέν, ως προς το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, όπως δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση (απόρριψη η οποία δεν τέμνει τη διαφορά, και ως εκ τούτου δεν παράγει δεδικασμένο, ούτε συνιστά απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους), και όχι ως αόριστο, όπως αβάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον, αφού, η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 5494/2006 τελεσίδικη απόφαση δέχτηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Καθόσον αφορά την από 23/3/2001 αγωγή του 1ου ενάγοντος Δ.
Ρ. που κρίθηκε οριστικά ως προς το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο με την 1178/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου: ...Επίσης ο εν λόγω παθών Δ. Ρ.ς κατά το χρόνο του ατυχήματος διατηρούσε ατομική επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών (μάνδρα υλικών) στην περιοχή .... Από τη λειτουργία της επιχείρησής του αυτής κέρδιζε καθαρά κατά μέσο όρο κατά το χρόνο του ατυχήματος το ποσό των 450.000 δρχ.
μηνιαίως (όπως κρίθηκε με την 3491/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που κατέστη αμετάκλητη με την 467/03 απόφαση του Αρείου Πάγου). Εξ αιτίας του ως άνω τραυματισμού του και της εξ αυτής αναπηρίας του κατά ποσοστό 80%, όπως κρίθηκε με τις ….03/8-11-02, …31/6-6-02 και …21/19-11-03 γνωματεύσεις της Α/βαθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ οι δύο πρώτες και Α/βαθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Δ/νσης Υγείας της Νομαρχίας Αθηνών η τρίτη και τούτο λόγω σπαστικής παραπληγίας, ορθοκυστικών διαταραχών, στυτικής δυσλειτουργίας αντιδραστικής κατάθλιψης σε έδαφος βαρυτάτης κάκωσης πυελικής ζώνης, κρίνονται πλέον ισόβιες και τον καθιστούν ολικά ανίκανο για κάθε εργασία και εν προκειμένω για την άσκηση του επαγγέλματος του εμπόρου και είχε ως αποτέλεσμα να διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησής του, ενώ η σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του του στερεί τη δυνατότητα να εξεύρει άλλη κατάλληλη για την περίπτωσή του εργασία.
Λαμβανομένης δε υπόψη της ηλικίας του (35 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος, των συνθηκών της άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, της εμπορίας του στο χώρο αυτό, καθώς ασκούσε αυτή από το έτος 1990, μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε την εμπορία υλικών οικοδομής ομοίως και
για το χρονικό διάστημα από 25/6/03 έως 31/12/04 και κατά το οποίο θα είναι ανίκανος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα για την άσκηση και τη συνέχιση της εμπορικής του αυτής δραστηριότητας και θα κέρδιζε για το από 25/6/03 έως 24/6/04 το ποσό των 1.600 ευρώ μηνιαίως προσαυξανόμενο κατά 50 ευρώ κατά μέσο όρο για το από 25/6/04 έως 31/12/2004 χρονικό διάστημα ανερχομένου έτσι σε 1.650 ευρώ, λόγω της μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αύξησης για τα επόμενα έτη του κύκλου των εργασιών του.
Από τα ποσά αυτά πρέπει ν' αφαιρεθούν α) το ποσό της μηνιαίας σύνταξης του ενάγοντος Δ. Ρ. που σύμφωνα με το προαναφερόμενο έγγραφο του ΤΕΒΕ ανέρχεται από 1/1/03 σε 337,36 ευρώ και από 1/1/04 σε 350,85 ευρώ και β) το ποσό του επιδόματος απολύτου αναπηρίας που διαμορφώθηκε από 1/1/03 σε 168,68 ευρώ και από 1/1/04 σε 175,43 ευρώ, εφόσον κατ' άρθρ. 19 § 5 ν. 489/76 όταν υπόχρεο για την κάλυψη της ζημίας του παθόντος είναι το ΤΕΒΕ, οπότε ο δικαιούχος ασφαλισμένος στην έκταση που δικαιούται ν' απαιτήσει παροχές από αυτό (ΤΕΒΕ) δεν έχει αξίωσης τέτοια αποζημίωσης έναντι του ..., ανερχομένων μετά ταύτα μηνιαίως σε 1.093,96 ευρώ (δηλ. 1.600 - 506,04 ευρώ) για το από 25/6/03 έως 31/12/03 χρον.
διάστημα, σε 1.073,72 ευρώ μηνιαίως (δηλ. 1.600 - 526.28 ευρώ) για το από 1/1/04 έως 24/6/04 χρον. διάστημα και σε 1.123,72 ευρώ μηνιαίως (δηλ. 1.650 - 526,28 ευρώ) για το από 25/6/04 έως 31/12/04 χρον. διάστημα, απορριπτομένου του αιτουμένου για την ως άνω αιτία ποσού για το διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2048 ως προώρως ασκηθέντος και τούτο διότι η ως άνω μελλοντική περιουσιακή ζημία του παθόντος - ενάγοντος αποκαθίσταται για το προαναφερόμενο διάστημα για το οποίο η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, εφόσον, υποχρέου προς αποζημίωση εδώ του ..., η τελευταία προσδιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο για την αιτία αυτή στο ζημιωθέντα, όπως προεκτέθηκε, από δε το προαναφερόμενο έγγραφο του ασφαλιστικού οργανισμού του ενάγοντος (ΤΕΒΕ) προκύπτει ότι το τελευταίο αδυνατεί να προσδιορίσει τις μελλοντικές παροχές για το από 1/1/05 έως 24/6/2038 χρον.
διάστημα, ούτε είναι δυνατόν εκ των προτέρων να προσδιορίσουν μηνιαίες συντάξεις και επιδόματα διότι δεν γνωρίζουν τις εκάστοτε ετήσιες αυξήσεις (βλ. αυτό προσκομιζόμενο)...". Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. α' - δ', 6 §§ 1, 2 και 5, 10, 17 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι, στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του ... για την καταβολή αποζημιώσεως στο ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου παραγράφεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ.
και 260 επ. του ΑΚ. Η διετής αυτή παραγραφή, στην οποία υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρχίζει, σύμφωνα και με το άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξή της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου.
Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξιώσεως. Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξιώσεως αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, ήτοι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης του ... (ΑΠ 603/2006).
Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (παρ. 3 του ίδιου άρθρου), η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή της (Κ.Πολ.Δικ. 221 παρ. 1), αρχίζει δε και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, κατά δε την διάταξη του άρθρου 263 του Α.Κ. "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διατάξεως αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς. Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγουμένης αγωγής.
Πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη, δηλαδή εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται γενομένη για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται, όταν νεαρής ηλικίας πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρώς από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβαίνον συνήθως τα δέκα έτη.
Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη. Εξ άλλου, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους.
Τούτο δε καθ' όσον κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1445/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από του αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να απορρίψει τη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 19 § 2 και 10 § 2 του ν. 489/76 προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης διαφυγόντων κερδών του αναιρεσίβλητου ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 25-6-2028 έως 31-12-2047, λόγω παρόδου διετίας από την επομένη του ατυχήματος, κατά το μέρος που στρεφόταν κατ' αυτού, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 261, 263, 268, 298, 914, 937 παρ. 1 ΑΚ και των άρθρων 10 § 2 και 19 § 2 του ν. 489/76.
Αναφορικά με τον προβληθέντα πρωτοδίκως κατ' ένσταση ισχυρισμό του εναγομένου "Επικουρικό Κεφάλαιο", περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 25-6-2028 έως 31- 12-2047, τον οποίο επανέφερε με σχετικό λόγο της έφεσής του, παραπονούμενο για εσφαλμένη απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, το εκκαλούν-εναγόμενο ..., παραπονείται, με σχετικό λόγο έφεσης, για το ότι η εκκαλουμένη απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης διαφυγόντων κερδών για το διάστημα από 25-6-2008 έως 31-12-2047, κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, διότι ο ενάγων τη σχετική αξίωση, για το συγκεκριμένο αυτό (μεταγενέστερο) διάστημα, την άσκησε για πρώτη φορά με την κρινόμενη αγωγή του και ως εκ τούτου από την επομένη του χρόνου του ένδικου ατυχήματος (25-6-1998) μέχρι την έγερση της υπό κρίση από 4-12-2006 αγωγής, η οποία επιδόθηκε σ' αυτό στις 6-12-2006 (βλ.
σχετική έκθεση επίδοσης), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας. Όμως από την επισκόπηση των δικογράφων των ως άνω προγενεστέρων (από 18-10-1999 και 23-3-2001) όμοιων αγωγών αποζημίωσης από την ίδια αδικοπραξία (τραυματισμός του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα)- (ήτοι με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίση αγωγή, όπως προαναφέρθηκε), προκύπτει καταρχάς η αβασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, διότι ο ενάγων ζητούσε διαφυγόντα από την εργασία του κέρδη για το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα δηλαδή μέχρι και 31-12-2047.
Και πλέον ειδικότερα στην προγενέστερη από 23-3-2001 εμπεριέχεται σαφώς και το ως άνω διάστημα στη σχετική αυτή αξίωσή του, αφού αιτείται κατά λέξη "...απώλεια εισοδημάτων εφ' όρου ζωής δηλαδή μέχρι το έτος 1948 σύμφωνα με τον προβλεπόμενο μέσο όρο διαβίωσης και δη από 25-6-2003 μέχρι και 24-6-2048...". Επομένως, η άσκηση από τον ενάγοντα (Δ.
Ρ.) της προγενέστερης αυτής όμοιας (από 23-3-2001) αγωγής εναντίον του αυτού εναγομένου ..., για την προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αποθετική του ζημία (διαφυγόντα κέρδη), και ειδικότερα για όμοια αιτία και για τα ίδια επίδικα χρονικά διαστήματα, επί της οποίας εκδόθηκε η 5494/2006 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε το αγωγικό αυτό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών για το ως άνω διάστημα από 26-6-2028 έως 31-12-2047 ως προώρως ασκηθέν (και η οποία σημειωτέον εξομοιώνεται με απόφαση που απορρίπτει την αγωγή για τυπικούς λόγους, διέκοψε την παραγραφή της ένδικης αυτής αξίωσης του ενάγοντα - παθόντα (κατ' άρθρο 261 του ΑΚ), αφού ο ίδιος-ενάγων (Δ.
Ρ.) άσκησε εν συνεχεία την υπό κρίση από 4-12-2006 όμοια αγωγή του, η οποία επιδόθηκε στο Επικουρικό κεφάλαιο στις 6-12-2006, όπως συνομολογείται από το τελευταίο, δηλαδή εντός έξι (6) μηνών από την δημοσίευση (στις 12-7-2006) της ως άνω (5494/2006) τελεσίδικης απόφασης. Κατόπιν αυτών ο εν λόγω ισχυρισμός του ..., που αποτελεί ένσταση παραγραφής, αν και είναι νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 και 19 παρ. 2 του Ν. 489/1976, ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατά παραδοχή της παραδεκτά προβληθείσας (καθ' υποφοράν με την υπό κρίση αγωγή) αντενστάσεως του ενάγοντος διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής του για το συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα...".
Με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες η ασκηθείσα με την ένδικη από 4-12-2006 αγωγή αξίωση του ενάγοντος για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 26-6-2028 έως 31-12-2047 είχε περιληφθεί και στην ασκηθείσα προγενέστερη από 23-3-2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2629/26-3-2001 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5.494/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως προώρως ασκηθέν, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση της εν λόγω απόφασης, η προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ένσταση διετούς παραγραφής της ασκηθείσας με την ένδικη από 4-12-2006 αγωγή παραπάνω αξίωσης του ενάγοντος ήταν πράγματι, απορριπτέα ως αβάσιμη, εφόσον με την άσκηση της προγενέστερης από 23-3-2001 αγωγής, κατά τη συζήτηση της οποίας σημειωτέον το αναιρεσείον, δεν προέβαλε ένσταση διετούς παραγραφής, διακόπηκε η παραγραφή της εν λόγω αξιώσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και μάλιστα χωρίς να έχει υποχρέωση επανασκήσεως αυτής εντός έξι μηνών από την τελεσίδικη απόρριψή της, προκειμένου να θεωρηθεί διακοπείσα η παραγραφή από την άσκηση της προγενέστερης αγωγής, μετά την τελεσίδικη απόρριψή της, εφόσον η εν λόγω αξίωση απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως προώρως ασκηθείσα και όχι για τυπικό λόγο κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, οπότε θα ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, η οποία επιτάσσει επανέγερση της αγωγής εντός εξαμήνου προκειμένου να θεωρηθεί η παραγραφή διακοπείσα με την προηγούμενη αγωγή.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ένσταση διετούς παραγραφής της ασκηθείσας με την ένδικη από 4-12-2006 αγωγή αξίωσης του ενάγοντος για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 26-6-2028 έως 31-12-2047, αν και με διαφορετική αιτιολογία, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις επικαλούμενες και από το αναιρεσείον ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη του παρόντος λόγου, και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι η ένδικη από 4-12-2006 νεότερη όμοια ως προς το εν λόγω κονδύλιο αγωγή του αναιρεσίβλητου, επιδόθηκε στο αναιρεσείον Επικουρικό κεφάλαιο στις 6-12-2006, δηλαδή εντός έξι (6) μηνών από την δημοσίευση (στις 12-7-2006) της ως άνω (5494/2006) τελεσίδικης απόφασης, με αποτέλεσμα η παραγραφή να θεωρείται σε κάθε περίπτωση ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της προηγούμενης από 23-3-2001 αγωγής.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. Ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-8-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3267/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ