416/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated416/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως παράδοση, νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 416 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 416/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΙΚΗ Ν. Κ. και ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ν. Κ. του Μ., κατοίκου .... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδαμάντιο Αρετάκη και ο δεύτερος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Α. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δανάη Μπόλα, η οποία διόρθωσε το εκ παραδρομής εσφαλμένως αναγραφόμενο ως ν. στο πινάκιο όνομα του αναιρεσιβλήτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2014 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-4-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 13-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε είδος. Καταβάλλεται δε η αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 694 του ίδιου Κώδικα, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος.
Ως παράδοση, νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση.
Από το συνδυασμό, δε των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690, και 694 ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει ούτε τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως (άρθρ. 374 Α.Κ.), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθ. 380 επ. 383 επ.
σε συνδυασμό με τα άρθ. 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν, α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε, είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω ρυθμίσεως.
Τούτο διότι, οι διατάξεις για έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές από αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο είναι να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής ουσιώδη, που ενδιαφέρουν τους κρινόμενους λόγους αναιρέσεως: "Τον Ιούλιο του έτους 2007 διενεργήθηκε στο Ναύσταθμο Κρήτης μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάθεση του έργου της επιμετάλλωσης του άξονα επαγώγιμου No 3 Γεννήτριας του υποβρυχίου "Π…" με την μέθοδο SELECTRON, στο διαγωνισμό δε αυτό μειοδότης αναδείχθηκε η πρώτη εναγόμενη εταιρεία.
Η τελευταία, η οποία διατηρούσε στη ... επιχείρηση κατασκευών - επισκευών εξειδικευμένων μηχανουργικών εργασιών, διέθετε μεν τις ειδικές άδειες προκειμένου να εκτελεί ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, δεδομένου ότι με την υπ' αριθ. Φ 14.351/1313/12-12-2006 απόφαση του Αντινομάρχη Χανίων ... είχε εγγραφεί στο μητρώο των επιχειρήσεων οι οποίες μπορούσαν να εκτελούν εργασίες συντήρησης, επιθεωρήσεις και επισκευές κυρίων μηχανών, βοηθητικών μηχανημάτων και συστημάτων ή και κατασκευής εξαρτημάτων επί πλοίου, ωστόσο την εκτέλεση του ανέθεσε στον ενάγοντα, ο οποίος διατηρούσε στην Αθήνα επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "ENECOM" και αντικείμενο εργασιών την τοπική επιμετάλλωση με την ευρωπαϊκή μέθοδο SELECTRON και την εμπορία φαρικών- ραδιοναυτιλιακών και πολυμερών υλικών και όπως είχε ισχυρισθεί στους νομίμους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης διέθετε τις τεχνικές γνώσεις και τις σχετικές πιστοποιήσεις της μεθόδου SELECTRON, που απαιτούνταν σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές που είχαν τεθεί για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου.
Συγκεκριμένα, δυνάμει του από 17-9-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπεγράφη μεταξύ του δευτέρου των εναγομένων, ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης και του Σ. Γ., ο οποίος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος, καταρτίσθηκε μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι αμοιβής 28.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ και συνολικά 33.320 ευρώ, να εκτελέσει με δικά του υλικά, μηχανήματα και εργατικό προσωπικό εργασίες επίπλασης και επιμετάλλωσης του άξονα της ηλεκτρογεννήτριας του υποβρυχίου με τον διακριτικό τίτλο "Υ/Β Π..." με την μέθοδο SELECTRON, για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, η οποία είχε αναλάβει το έργο, όπως προαναφέρθηκε, ως εργολάβος από την υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού.
Οι υποχρεώσεις του ενάγοντος υπεργολάβου είχαν καθοριστεί εντός του πλαισίου της από Ιούλιος 2007 τεχνικής προδιαγραφής του γραφείου μελετών του Ναυστάθμου Κρήτης καθώς και του εγχειριδίου επιμετάλλωσης SELECTRON (βλ. αριθμ. 16 προαναφερόμενης τεχνικής προδιαγραφής). Μεταξύ των απαιτήσεων της επιμετάλλωσης, όπως αυτές διαγράφονται στην ως άνω τεχνική προδιαγραφή ήταν η προεπεξεργασία, ο προκαταρκτικός καθαρισμός, ο ηλεκτροκαθαρισμός, το ξέπλυμα της επιφάνειας με νερό, η απαλοιφή από τους λεκέδες, η ενεργοποίηση της προς επιμετάλλωση επιφάνειας, η προεπιμετάλλωση αν απαιτούνταν, η ηλεκτροεναπόθεση και η ξήρανση επιφανειών (όροι 1 έως 9 τεχνικής προδιαγραφής).
Ρητώς ορίσθηκε στον όρο 10 της σχετικής τεχνικής προδιαγραφής ότι θα ελάμβανε χώρα και μετεπεξεργασία, όπως τρόχισμα (grinding) ή κατεργασία με τόρνο, εάν απαιτούνταν, ενώ σε περίπτωση που απαιτούνταν η στήριξη του άξονα ή μηχανουργική κατεργασία με χρήση τόρνου (πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά την επιμετάλλωση) αυτή θα εκτελούνταν από προσωπικό του ΠΝ, ή κατάλληλα επιλεγμένο από το ΠΝ εργολάβο.
Η αμοιβή του ενάγοντος, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα προφορικά, θα καταβάλλονταν μετά το πέρας των εργασιών και αμέσως μετά την καταβολή εκ μέρους της υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού του εργολαβικού ανταλλάγματος προς την εργολήπτρια πρώτη εναγομένη. Η εκτέλεση του αναληφθέντος εκ μέρους του ενάγοντος έργου ξεκίνησε στις 5-10-2007 στο Ναύσταθμο Σούδας όπου βρισκόταν δεξαμενισμένο το Υ/Β "Π..." με τη βοήθεια δύο Άγγλων τεχνικών της εταιρείας SIFKO ASC UK LTD τους οποίους είχε προσλάβει ο ενάγων ως πλέον ειδικούς στην εκτέλεση εργασιών επιμετάλλωσης.
Στις 6-10-2007 περατώθηκαν οι εργασίες επιμετάλλωσης στο σημείο έδρασης των ρουλεμάν σε διάμετρο 100.5, ενώ την επομένη ξεκίνησε η επιμετάλλωση στο σημείο έδρασης κόμπλερ με μηχανή γεννήτριας. Στα πλαίσια των εργασιών αυτών έγινε διάνοιξη οπών με χρήση ηλεκτρικού τρυπανιού Μ8 και πρεσάρισμα των χαλύβδινων πίρων με χρήση σφυριού σε δύο σημεία για γρήγορη κάλυψη των φθορών και τη μείωση της χρονικής διάρκειας της επιμετάλλωσης, ενώ απεστάλη και επιστολή εκ μέρους της πρώτης εναγομένης στη Τεχνική Διεύθυνση του Ναύσταθμου Κρήτης για την ως άνω ακολουθούμενη διαδικασία.
Η ανωτέρω Διεύθυνση δια των αρμοδίων οργάνων της, στις 8-10-2007, εξέφρασε τις αντιρρήσεις της για τον ως άνω τρόπο εκτέλεσης της συμφωνηθείσας επιμετάλλωσης, καθόσον ήταν εκτός του πλαισίου της από Ιούλιος 2007 τεχνικής προδιαγραφής του γραφείου μελετών του Ναυστάθμου Κρήτης, ενόψει δε του ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να τηρηθεί η ως άνω διαδικασία αξίωσε από την πρώτη εναγομένη εγγύηση δέκα ετών ότι δεν θα παρουσιασθεί θραύση ή ρωγμάτωση του άξονα, ή αποκόλληση της επίστρωσης ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη στην περιοχή εφαρμογής της ακολουθούμενης διαδικασίας, ήτοι στην περιοχή της επιμετάλλωσης "coypling" του άξονα.
Η πρώτη εναγομένη έδωσε την εγγύηση που της ζητήθηκε και έτσι συνεχίσθηκαν οι εργασίες επιμετάλλωσης, οι οποίες ολοκληρώθηκαν αυθημερόν, οπότε και παραδόθηκε το συμφωνηθέν έργο στην πρώτη εναγομένη, το συνεργείο δε του ενάγοντος αποχώρησε από το Ναύσταθμο Κρήτης. Την ίδια ημέρα η ίδια Διεύθυνση δια του εκπροσώπου της προχώρησε σε γραπτή επίπληξη της πρώτης εναγομένης λόγω μη τήρησης της ως άνω τεχνικής προδιαγραφής καθόσον είχε ήδη διαπιστωθεί βλάβη στον άξονα και είχε αρχίσει η θραύση αυτού από τις οπές που είχαν δημιουργηθεί, ενώ η επιμετάλλωση του άξονα στο κωνικό σημείο ήταν κατά 0,5mm μεγαλύτερη του κανονικού.
Ακολούθως με την επίβλεψη του Ναύσταθμου Κρήτης έγινε από την πρώτη εναγομένη επεξεργασία του άξονα με χρήση τόρνου και συγκεκριμένα η τόρνευση στο σημείο έδρασης του ρουλεμάν και στο σημείο έδρασης κόπλερ (στο κωνικό σημείο του άξονα), ήτοι στην επιφάνεια έδρασης του τριβέα (Φ100) μέχρι επαναφοράς αυτής στην ονομαστική της τιμή.
Κατά τη φάση όμως αυτή και μετά την διαδικασία τόρνευσης παρατηρήθηκε αποκάλυψη του υποστρώματος χαλκού, γεγονός που καθιστούσε το όλο έργο μη αποδεκτό από το Πoλεμικό Ναυτικό- και επιβεβλημένη την επανάληψη του τελικού σταδίου επιμετάλλωσης τόσο στο σημείο έδρασης του ρουλεμάν, όσο και στο σημείο έδρασης του κόμπλερ, σύμφωνα με την τεχνική προδιαγραφή (χρήση χαλκού για γέμισμα τοπικών κενών και όχι για αναγόμωση στο σύνολο της περιφέρειας, καθώς και εφαρμογή νικελίου ως τελικού στρώματος επιμετάλλωσης για λόγους σκληρότητας και αντιδιαβρωτικής ικανότητας).
Η εμφάνιση δε χαλκού στην επιφάνεια καθιστούσε μη αποδεκτό το έργο από τον εργοδότη, οφείλονταν δε σε πλημμελείς ενέργειες του ενάγοντος. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η ποιότητα του τελικού αποτελέσματος ήταν εμφανώς κατώτερη της προδιαγεγραμμένης από την σχετική τεχνική προδιαγραφή. Υπήρχε σαφής παρέκκλιση από τη διαδικασία που είχε ενυπογράφως υποβληθεί εκ μέρους της πρώτης εναγομένης.
Ενδεικτικά: Καλύφθηκαν τα σημεία φθορών του άξονα με πίρους από χάλυβα αντί ηλεκτροαπόθεσης με χαλκό. Χρησιμοποιήθηκε χαλκός για αναγόμωση στο σύνολο της περιφέρειας και όχι για τοπικό γέμισμα των αυλακώσεων. Μετά την ολοκλήρωση της επιμετάλλωσης διαπιστώθηκε σαφής απόκλιση από την ονομαστική διάμετρο και αναγκαιότητα χρήσης τόρνου.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής καθυστέρησης στην εργασία. Έγινε επιμετάλλωση με χαλκό σε διάμετρο 0.03mm πάνω από την ονομαστική διάμετρο, ενώ προβλεπόταν μετά τον χαλκό να επακολουθήσει επιμετάλλωση με ένα στρώμα "nickel special" και ένα στρώμα "nickel cobalt" που θα ήταν και το τελικό. Η επίστρωση χαλκού δεν είχε επαρκή πρόσφυση και συγκεκριμένα, αφενός, παρατηρήθηκε απομάκρυνση υλικού με ξεφλούδισμα αντί για ρίνισμα, αφετέρου παρατηρήθηκε ανασήκωση της τελικής επιφάνειας του χαλκού υπό μορφή εσωτερικών φυσαλίδων.
Όλα τα ανωτέρω περιελήφθησαν στη σχετική επιστολή που απέστειλε στις 19-10-2007 η Τεχνική Διεύθυνση του Ναύσταθμου Κρήτης προς την εναγομένη με την οποία την καλούσε να επισκευάσει τις ανωτέρω κακοτεχνίες τηρώντας τη διαδικασία επισκευής σύμφωνα με τα πρότυπα που ορίζονταν στην προαναφερθείσα τεχνική προδιαγραφή, τα standards, και το εγχειρίδιο της SELECTRON.
Η ίδια μάλιστα επιστολή κοινοποιήθηκε και στον ενάγοντα. Ο ενάγων προσφέρθηκε να αποκαταστήσει τις πλημμέλειες που είχαν παρατηρηθεί από το Ναύσταθμο Κρήτης, ο δε Σ. Γ., ο οποίος ήταν και ο χειριστής του μηχανήματος επιμετάλλωσης, απέστειλε για λογαριασμό του ενάγοντος στο Ναύσταθμο Κρήτης την από 19-10-2007 επιστολή με την οποία δήλωσε ότι η επιχείρηση του ενάγοντος προσφέρεται να ολοκληρώσει τις σχετικές εργασίες με την τοποθέτηση εκ μέρους του του τελικού στρώματος νικελίου εντός ελαχίστου χρόνου.
Την επομένη μάλιστα το συνεργείο του ενάγοντος, στο οποίο δεν περιλαμβάνονταν πλέον εξειδικευμένα άτομα, προσήλθε στο Ναύσταθμο Κρήτης, όπου παρέμεινε έως και τις 23.10.2007, προσπαθώντας να επιμεταλλώσει εκ νέου τον άξονα, χωρίς όμως επιτυχία, αφού γινόταν επικάθηση του υλικού που χρησιμοποιούνταν στο χειριστήριο και όχι στον άξονα, ενώ μετά την αποκόλληση ολόκληρων τεμαχίων μετάλλου εγκατέλειψε τις προσπάθειες του.
Κατόπιν τούτου, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία ανέθεσε την ολοκλήρωση του έργου αυτού στην εταιρία "Υπηρεσίες επιμετάλλωσης τριβιολογικά προϊόντα Ελλάς ΕΠΕ", η οποία με το εξειδικευμένο προσωπικό της το ολοκλήρωσε εντός δώδεκα ημερών, παρεδόθη δε στο Ναύσταθμο Κρήτης στις 14-11-2007, οπότε συντάχθηκε και το σχετικό πρωτόκολλο οριστικής ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής εργασιών (βλ.
το με ίδια ως άνω ημερομηνία σχετικό πρωτόκολλο οριστικής ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής εργασιών επιμετάλλωσης άξονα επαγώγιμου γεννήτριας No 3 Υ/Β Π...") ... Η εκτέλεση των προαναφερόμενων εργασιών εκ μέρους του ενάγοντος με πλημμέλειες, τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, επεχείρησε να αποκαταστήσει στη συνέχεια, δεν δίδει το δικαίωμα στην πρώτη εναγομένη να αρνηθεί την καταβολή της αμοιβής, αφού το παραδοθέν εκ μέρους του έργο με βάση τα όσα αποδείχθηκαν δεν ήταν εντελώς διάφορο με αυτό που αρχικά συμφωνήθηκε ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για μη εκπλήρωση της σύμβασης έργου από την πλευρά του ενάγοντος ούτε είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης αντίθετη, της πιο πάνω, ρύθμιση, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες της υπό στοιχείο Α' έφεσης με τους σχετικούς λόγους της μεταξύ δε αυτών και ο υπό στοιχ. 3 λόγος έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον συνιστώντα άρνηση της αγωγικής αξιώσεως προς καταβολή της αμοιβής, ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η πρώτη εναγόμενη, αν και έλαβε ως αμοιβή για το προαναφερόμενο έργο από το Πολεμικό Ναυτικό το ποσό των 38.597,34 ευρώ χωρίς ΦΠΑ (βλ. το υπ' αριθμ. 26/22-11-2007 τιμολόγιο) δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τη συμφωνηθείσα μεταξύ τους αμοιβή. Στις 15-2-2008 μάλιστα η πρώτη εναγομένη του απέστειλε την από 6.2.2008 εξώδικη δήλωση -διαμαρτυρία, με την οποία επικαλούμενη τις προαναφερόμενες κακοτεχνίες και επιπλέον ότι ο ενάγων αναχώρησε για την Αθήνα χωρίς να προβεί στην διόρθωση τους και στην αποκατάσταση των βλαβών που προκλήθηκαν δήλωσε προς αυτόν ότι δεν είχε συμφέρον στην εκτέλεση εκ μέρους του της σύμβασης, ότι υπαναχωρεί από αυτή και ότι υπέστη ζημίες καθόσον λόγω κακοτεχνιών του έργου που εκτελέστηκε υποχρεώθηκε να επιβαρυνθεί τόσο με 10ετή εγγύηση καλής λειτουργίας του έργου υπέρ του Πολεμικού Ναυτικού όσο και με δαπάνη αποκατάστασης των κακοτεχνιών, για τις οποίες επροτίθετο να προσφύγει στη Δικαιοσύνη.
Βέβαια δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπαναχώρηση της πρώτης εναγομένης από τη μεταξύ αυτής και του ενάγοντος σύμβασης, καθόσον, όπως σαφώς προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 του ΑΚ στην περίπτωση αυτή, που ο εργολάβος εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο, έστω και με ελλείψεις ή ελαττώματα, ο κύριος του έργου δεν έχει το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση, εκτός αν:
α) εξαιτίας των ελλείψεων ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε η προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ του κυρίου του έργου και του εργολάβου αντίθετη, της πιο πάνω, ρύθμιση περιπτώσεις οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν και συνεπώς η σχετική δήλωση της πρώτης εναγομένης περί υπαναχωρήσεως που περιελήφθη στην ανωτέρω επιστολή εφόσον έλαβε χώρα μετά την παράδοση του συμφωνηθέντος έργου ήταν ανίσχυρη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στον ενάγοντα ως εργολαβική αμοιβή το ποσό των 28.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ και συνολικά το ποσό των 33.320 ευρώ. Με το να κρίνει το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή από την εκτέλεση και παράδοση του επίμαχου έργου δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 681, 688, 689, 690 και 694 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και ειδικότερα στις διατάξεις του άρθρου 694 ΑΚ, όπως η έννοια αυτού, αναφορικά με την παράδοση του έργου, αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν, όπως παρακάτω αναλυτικότερα εκτίθεται, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το έργο παραδόθηκε, έστω και με ελαττώματα, από τον ενάγοντα στην εναγομένη.
Περαιτέρω, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, (αναφορικά με την εκτέλεση και παράδοση του επίδικου έργου), προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εν λόγω εφαρμοστέων διατάξεων τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τη συμφωνία μεταξύ ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης για την ανάθεση του επίδικου έργου, την εκτέλεση αυτού εκ μέρους του ενάγοντος, έστω και με τα αναφερόμενα ελαττώματα, τα οποία όμως δεν το καθιστούν διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, και την παράδοσή του στην εναγομένη, ενώ δέχεται ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης να θεωρείται ότι το έργο δεν παραδόθηκε αν έχει ελαττώματα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 425 ΑΚ, κατά την οποία, "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", προκύπτει ότι τα έξοδα που βεβαιώνουν την εξόφληση (μερική ή ολική) της απαιτήσεως, με την έκδοση εξοφλητικής αποδείξεως ή τιμολογίου από το δανειστή που ικανοποιείται από την εξόφληση, - τέτοια δε είναι και τα τέλη χαρτοσήμου ή ο φόρος προστιθέμενης αξίας - εμπίπτουν στην έννοια των εξόδων του άρθρου 425 του ΑΚ, και βαρύνουν τον οφειλέτη.
Στην περίπτωση δε που ο δανειστής έχει προκαταβάλει τα έξοδα αυτά, μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη και να τα ζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), εφόσον βεβαίως δεν υπάρχει μεταξύ τους διαφορετική συμφωνία, (την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο οφειλέτης), ή δεν υφίσταται ειδική διάταξη που υπερισχύει της γενικής τοιαύτης του άρθρου 425 ΑΚ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, εδ.α 12 παρ.1, 13 παρ.1, 2 περ.δ`, 15 παρ.1, 28 παρ.1γ, και 31 του Ν. 1642/1986 "Φόρος Προστιθέμενης Αξίας", οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση συμβάσεως έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, (για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση του αναλογούντος σ` αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σ` αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του), εφόσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α.
στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει από αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικώς, εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αντίθετα, ο εργολάβος δεν μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη, τον Φ.Π.Α που αναλογεί στην αμοιβή του, εφόσον δεν τήρησε τις ως άνω νόμιμες διατυπώσεις, με την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, στα οποία περιέχεται ο Φ.Π.Α, που αντιστοιχεί σ' αυτά, καθόσον σκοπός των παραπάνω διατάξεων που θεσπίζονται με το νόμο αυτό, είναι η διασφάλιση της αποδόσεως στο δημόσιο του προβλεπόμενου από αυτές φόρου (Φ.Π.Α), τον οποίο διαφορετικά θα καρπωθεί ο ίδιος ο εργολάβος με την αρνητική δήλωση του άρθρου 31 του πιο πάνω νόμου.
Έτσι, καταβολή Φ.Π.Α εκ μέρους του εργοδότη νοείται μόνο για το ποσό της αμοιβής του εργολάβου για το οποίο εκδόθηκαν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ή θεωρημένες αποδείξεις από την αρμόδια ΔΟΥ (ΑΠ 659/2014, ΑΠ 1598/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, επιδίκασε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, εκτός από τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή των 28.000 και τον Φ.Π.Α που αναλογεί στην αμοιβή αυτή εκ 5.320 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, σχετικώς με το ζήτημα της επιδικάσεως του Φ.Π.Α Τούτο δε διότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αν ο αναιρεσίβλητος προέβη στην έκδοση του σχετικού τιμολογίου, στο οποίο περιέχεται ο (επίδικος) Φ.Π.Α, ούτε και διαλαμβάνεται σ' αυτή (αναιρεσιβαλλόμενη) παραδοχή περί υπάρξεως συμβατικού όρου καταβολής του ανωτέρω ποσού για Φ.Π.Α, χωρίς προηγουμένως να εκδοθεί από τον αναιρεσίβλητο το προβλεπόμενο από τις ως άνω φορολογικές διατάξεις τιμολόγιο.
Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο πρώτος λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του, κατ'εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ (και όχι 1).
Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά, γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα εκείνα που αφορούν το ύψος της επιδικασθείσης εργολαβικής αμοιβής, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι "καταλείπονται αμφιβολίες για το αποδεικτικό μέσο στο οποίο στηρίχθηκε" για την επιδίκαση της εργολαβικής αμοιβής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ γ' ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι καμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, (για την απόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών τους), αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έχουν ληφθεί υπόψη.
Ως πράγματα, τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο, από τον αριθμ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του την πιο κάτω "ένσταση", που πρότειναν παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο νομίμως με λόγο εφέσεως. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 30-9-2010 προτάσεων των αναιρεσειόντων, που υπέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αυτοί προέβαλαν, όπως αναφέρουν, "Ένσταση οικείου πταίσματος", επικαλούμενοι προς θεμελίωση της τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων από δική του βαριά αμέλεια, αδυναμία, άλλως επιπολαιότητα των προστηθέντων του δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το έργο, που του ανατέθηκε, με συνέπεια να το εγκαταλείψει, να υπαναχωρήσει τις μεταξύ μας συμβάσεως και να αναγκασθώ να συμφωνήσω με άλλον υπεργολάβο, ο οποίος εκτέλεσε το έργο και έλαβε την (με αυτόν) συμφωνηθείσα αμοιβή.
Επομένως ουδεμία αμοιβή οφείλεται στον ενάγοντα, της παρούσης ενστάσεως ούσης βάσιμου και αποδεδειγμένης κατά τα παρακάτω, για την αποκατάσταση της αλήθειας, αναφερόμενα. Σημειώστε ότι αναγκάσθηκα, ως εργολάβος, να επιβαρυνθώ με 10ετή εγγύηση για τη λειτουργία του άξονα όταν η τεχνική προδιαγραφή προέβλεπε ετήσια και τούτο διότι ο υπεργολάβος είχε ήδη προξενήσει σημαντικές φθορές στον άξονα.
Σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης αυτής ασφαλώς και θα αναζητήσω ότι υποχρεωθώ να πληρώσω στο Π/Ν. Ειρήσθω, ότι εάν σπάσει ο άξονας, δεν επισκευάζεται με συμβατικό τρόπο, πρέπει το υποβρύχιο να δεξαμενισθεί στο ναυπηγείο που κατασκευάστηκε, να "κοπεί" στα δύο, να βγει ο άξονας και να τοποθετηθεί καινούργιος, κόστος εκατομμυρίων Ευρώ, ήτοι πλήρης και ολοσχερής καταστροφή μου.
Αυτό κατάφερε ο ενάγων με τις ατεχνίες του. Επιπλέον, ενώ είχαμε συμφωνήσει να εκτελέσει το σύνολο του έργου και να μην ασχοληθώ καθόλου, άρχισα ασχολούμενος με την εγκατάσταση μίας ιδιοκατασκευής για την στήριξη και περιστροφή του άξονα από πέντε στροφές σε είκοσι στροφές το λεπτό (παρακαλώ συσχετίσατε με τα εξειδικευμένα εργαλεία που υποτίθεται ότι διέθετε) και τελικά φθάσαμε, ειδικά μετά τις ατεχνίες του, να είμαι, ως εργολάβος, συνεχώς παρών, με προστηθέντες μου αποτέλεσμα να επιβαρυνθώ τόσον με την προσωπική απασχόληση του Ν.
Κ. όσο και με την απασχόληση του προσωπικού μου, ήτοι με κόστος τουλάχιστον 20.000,00 Ευρώ. Ειρήσθω ότι η αμοιβή που καταβλήθηκε στο συνεργείο που εκτέλεσε, τελικά την επιμετάλλωση ανέρχεται στο ποσό των 24.000,00 Ευρώ συνολικά. Επομένως, εκ των ανωτέρω και κατωτέρω. ασφαλώς συνάγεται ότι ουδεμίας αμοιβής δικαιούται ο ενάγων, για το έργο, που δεν εκτέλεσε".
Οι ισχυρισμοί αυτοί κατά τον τρόπο που διατυπώνονται, συνιστούν άρνηση της ένδικης αγωγής με την οποία διώκεται η καταβολή εργολαβικής αμοιβής. Άλλωστε, δεν είναι δυνατή η πρόταση ενστάσεως από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ εναντίον αγωγής με την οποία ζητείται εργολαβική αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 694 ΑΚ, η οποία δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα.
Κατά συνέπεια είναι απαράδεκτος ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έκρινε αν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την (προταθείσα από αυτούς) ένσταση της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι, ενόψει των ανωτέρω, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει. κατά παραδοχή του ανωτέρω πρώτου λόγου, κατά το τέταρτο μέρος του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της που αφορά την επιδίκαση του Φ.Π.Α εκ 5.320 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με τη διάταξή της που αφορά την επιδίκαση του Φ.Π.Α, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο διατυπώνονται σχετικές (με την επιδίκαση Φ.Π.Α) αιτιάσεις. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 17/2014 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. κατά τη διάταξή της που αφορά την επιδίκαση Φ.Π.Α εκ 5.320 ευρώ.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ