416/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 546/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6553/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2012 αίτησή τους και τους από 29-10-2013 πρόσθετους λόγους τους.
Legislator headnote
AI generated416/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): βάσει του 18ου όρου των μισθωτηρίων, η μισθώτρια έλαβε γνώση του κανονισμού της πολυκατοικίας στο οποίο προσχώρησε από της υπογραφής ανεπιφύλακτα, 3.βάσει του 3ου όρου εκάστου μισθωτηρίου η μισθώτρια ανεγνώρισε ότι το ύψος του μισθώματος εκάστου μισθίου είναι εύλογο, δίκαιο και ανάλογο προς τις μισθωτικές συνθήκες....
Full text
Απόφαση 416 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 416/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: 1. Ν. - Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... και 2. Ε. χας Κ. Π., το γένος Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νταλαχάνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SWEETHEART (ΣΟΥΗΤΧΑΡΤ) ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 546/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6553/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2012 αίτησή τους και τους από 29-10-2013 πρόσθετους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές η παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται επίσης ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αδυναμία εκδόσεως οικοδομικής αδείας για την κατασκευή κλιμακοστασίου προκειμένου να συνενωθεί το ισόγειο κατάστημα με τον πρώτο όροφο συνιστά πραγματικό ελάττωμα που παρεμποδίζει μερικά τη χρήση των μισθίων, καίτοι 1.βάσει του 6ου όρου των μισθωτηρίων η μισθώτρια, αφού ήλεγξε αρμοδίως το κάθε μίσθιο και το βρήκε της απολύτου αρεσκείας της και κατάλληλο για τη χρήση που το προορίζει, το παρέλαβε ανεπιφυλάκτως, 2.
βάσει του 18ου όρου των μισθωτηρίων, η μισθώτρια έλαβε γνώση του κανονισμού της πολυκατοικίας στο οποίο προσχώρησε από της υπογραφής ανεπιφύλακτα, 3.βάσει του 3ου όρου εκάστου μισθωτηρίου η μισθώτρια ανεγνώρισε ότι το ύψος του μισθώματος εκάστου μισθίου είναι εύλογο, δίκαιο και ανάλογο προς τις μισθωτικές συνθήκες....
και δηλοί ότι παραιτείται του δικαιώματος να αιτείται την μείωσή του και 4. στο τέλος εκάστου μισθωτηρίου αναγράφεται ότι τα συμβαλλόμενη μέρη παραιτούνται του δικαιώματος προσβολής ή αμφισβητήσεως του μισθωτηρίου συμφωνητικού ..... για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία, συμπεριλαμβανομένων και των λόγων που προβλέπονται στα άρθρα 179 και 388 του αστικού κώδικα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό ως άνω πόρισμα περί της ύπαρξης πραγματικού στο μίσθιο ελαττώματος, καίτοι είχε διαπιστώσει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στους προαναφερθέντες όρους των μισθωτηρίων, ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό παρά ταύτα προσέφυγε στους πιο πάνω κανόνες, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφ'οσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι διάδικοι κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της υπογραφής των μισθωτηρίων συμφωνητικών συμφώνησαν ότι η ενάγουσα θα προέβαινε σε συνένωση των δύο μίσθιων χώρων προκειμένου οι χώροι αυτοί, αφού ενωθούν λειτουργικά, να αποτελέσουν ένα ενιαίο κατάστημα, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι αν όντως υπήρχε σκοπός να χρησιμοποιηθεί και ο α'όροφος ως κατάστημα, το συμφωνηθέν μίσθωμα θα ήταν ανάλογο και το μισθωτήριο συμφωνητικό ένα.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.β του ίδιου ως άνω άρθρου και κώδικα διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το καταβληθέν ποσό από τη μισθώτρια για αϋλη εμπορική αξία αφορούσε και τον α'όροφο και όχι μόνο το ισόγειο κατάστημα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι για χώρο ο οποίος ουδέποτε είχε χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα, όπως ο χώρος του α'ορόφου, δεν καταβάλλεται αϋλη εμπορική αξία, ενόσω και το συνομολογηθέν για τη χρήση αυτού μίσθωμα προσήκει σε αποθήκη και για τη χρήση αυτή άλλωστε συνομολογήθηκε κατά μεγάλο τμήμα αυτού η μίσθωσή του με αυτοτελές ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν καταβάλλεται εξ άλλου αϋλη εμπορική αξία για διαμέρισμα ορόφου χωρίς πρόσοψη.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ειδικότερα ο εκ τούτων δεύτερος διότι αναφέρεται στην αιτιολόγηση περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με την προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων περί συνένωσης των δύο μισθίων χώρων προκειμένου να αποτελέσουν ένα ενιαίο κατάστημα και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτόν των πραγματικών αυτών περιστατικών που δέχθηκε και ο εκ τούτων τέταρτος κατά το σκέλος του αυτό διότι αναφέρεται στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τη χρήση για την οποία μισθώθηκαν οι μίσθιοι χώροι, ήτοι προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως κατάστημα πώλησης ετοίμων ενδυμάτων, υποδημάτων και παρεμφερών ειδών και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτόν των πραγματικών αυτών περιστατικών.
Επειδή, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους καθώς και οι λόγοι εφέσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί, επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου η επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια κατά ένα μέρος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με τη συμφωνία των διαδίκων όπως συνενωθούν οι δύο μίσθιοι χώροι, προκειμένου να αποτελέσουν ένα ενιαίο κατάστημα δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων πρωτοβαθμίως και στην έκκλητη δίκη, κατά τον οποίο, ουδέποτε υπήρξε συμφωνία για συνένωση των δύο ακινήτων (ισογείου καταστήματος και α'ορόφου) και ουδέποτε η συνένωση ετέθη ως προϋπόθεση για τη μίσθωση του ισογείου καταστήματος.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει κατά το σκέλος του αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ'οσον ο επικαλούμενος ως ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, αλλά άρνηση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί της κατάρτισης ομοίου περιεχομένου με την προεκτεθείσα, συμφωνίας, τον οποίο σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη και αξιολόγησε αρνητικά η προσβαλλόμενη απόφαση με την αντίθετα περί πραγμάτων κρίση της.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε η παραμόρφωση να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού και το δικαστήριο να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της συμφωνία των διαδίκων για συνένωση των μίσθιων χώρων (ισογείου καταστήματος και πρώτου ορόφου), εσφαλμένα ανέγνωσε τα μισθωτήρια από 10.12.2007 συμφωνητικά καθώς και το από 10.12.2007 έγγραφο που επιγράφεται "Παράρτημα 1.
Άδεια εκτέλεσης εργασιών στα πλαίσια μισθώσεως επαγγελματικής στέγης" διότι καίτοι στα έγγραφα αυτά ουδέν διαλαμβάνεται περί συνένωσης, στο δε ως άνω παράρτημα γίνεται αναφορά περί δημιουργίας εσωτερικού κλιμακοστασίου για την επικοινωνία παταριού - α'ορόφου, το Εφετείο δέχθηκε ομοίου περιεχομένου με την προεκτεθείσα συμφωνία των διαδίκων.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια κατά ένα μέρος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, εσφαλμένα ανέγνωσε την περικοπή του μισθωτηρίου συμφωνητικού κατά την οποία "τα συμβαλλόμενα μέρη εκτιμώντας και αξιολογώντας ότι το μίσθιο κατάστημα κείται σε κεντρικό και εμπορικό δρόμο της Αθήνας...." και δέχθηκε περαιτέρω ότι η καταβληθείσα από τη μισθώτρια εταιρία αϋλη εμπορική αξία (αέρας) αναφέρεται σε ένα (ενιαίο) μίσθιο κατάστημα αφορά δηλ.
και το μίσθιο χώρο του α'ορόφου. Εξ άλλου, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον ίδιο ως ανωτέρω αριθμό και άρθρο του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η μισθώτρια άρχισε τις εργασίες διαμόρφωσης του εσωτερικού των μισθίων μετά την έναρξη των μισθώσεων και την παραλαβή των μισθίων, εσφαλμένα ανέγνωσε τα μισθωτήρια συμφωνητικά βάσει σχετικού όρου των οποίων, η μίσθωση άρχισε στις 1.2.2008, ενώ οι ως ανωτέρω εργασίες άρχισαν διενεργούμενες από το Νοέμβριο του 2007.
Εκ τούτων οι αναιρετικοί λόγοι τρίτος και τέταρτος κατά το ως ανωτέρω σκέλος τους είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθ'οσον με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις τους, δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των μισθωτηρίων από 10.12.2007 συμφωνητικών καθώς και του από 10.12.2007 εγγράφου που επιγράφεται "Παράρτημα 1.
Άδεια εκτέλεσης εργασιών στα πλαίσια μισθώσεως επαγγελματικής στέγης", αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες. Εξ άλλου, ο έκτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού ο αποδεικτέος όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ισχυρισμός που σχέση έχει με το χρόνο έναρξης των εργασιών διαμόρφωσης του εσωτερικού των μισθίων, δεν επιδρά ουσιωδώς στην έκβαση της δίκης, αφού ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, εσφαλμένα ανέγνωσε το περιεχόμενο του από 10.12.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού που επί λέξει αναφέρει: "Η μισθώτρια σε εκπλήρωση της άνω συμβατικής της υποχρέωσης....κατέβαλε το ποσό των 281.000 ευρώ...ως ακολούθως...ποσό πενήντα έξι χιλιάδων διακοσίων (56.200) ευρώ με την υπ'αριθμ....
ισόποση επιταγή...για την πληρωμή του αναλογούντος φόρου...." καθώς και της απόδειξης πληρωμής που επί λέξει αναφέρει: "ο Π. Ν. έλαβε....56.200...για εξώφληση φόρου για την πληρωμή "αέρα" σχετικά με το υπό μίσθωση κατάστημα στην οδό …" βάσει των οποίων η υποχρέωση καταβολής του ως ανωτέρω ποσού βάρυνε τη μισθώτρια και στη συνέχεια απέρριψε την προβληθείσα από τους εκμισθωτές ένσταση συμψηφισμού στην ένδικη αξίωση της μισθώτριας ανταπαίτησής τους ποσού 56.200 ευρώ που αντιπροσωπεύει το καταβληθέν από αυτούς ποσό ως φόρο επί του εισπραχθέντος από τη μισθώτρια ποσού για αϋλη εμπορική αξία (αέρα).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, καθ'οσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τη μισθώτρια δεν βάρυνε υποχρέωση καταβολής ολόκληρου του φόρου, ήτοι και του ως άνω ποσού των 56.200 ευρώ που οι εκμισθωτές υποχρεώθηκαν να καταβάλουν ως επί πλέον φόρο με βάση την φορολογική του δήλωση για το εισπραχθέν ποσό της αϋλης εμπορικής αξίας (πέραν εκείνου που κατέβαλε η ίδια για λογαριασμό τους) ως μη αποδειχθείσης οιασδήποτε σχετικής συμφωνίας.
Ειδικότερα δεν πρόκειται περί εσφαλμένης αναγνώσεως των εν λόγω εγγράφων αλλά περί αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνου που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες περίπτωση κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια ότι δέχεται τα πράγματα αυτά χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ούτε να τα εξειδικεύει.
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ τα οποία αν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντάνστασης κ.λπ., όχι δε και οι αρνητικοί των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων και του δικαστηρίου από την εκτίμηση και γενικώς τη στάθμιση των αποδείξεων.
Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι οι εκμισθωτές τελούσαν σε γνώση του όρου του κανονισμού που απαγορεύει τη διενέργεια οικοδομικών εργασιών εφ'οσον θίγεται η εκ σιδηροπαγούς σκυροδέματος πλάκα του δαπέδου των οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δοθέντος ότι στην περί τούτου περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τα αναφερόμενα στις αιτιολογίες της αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Αντιφατικότητα δηλ. των αιτιολογιών υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με τα από 10.12.2007 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν στην ενάγουσα αντιστοίχως ένα ισόγειο κατάστημα επιφανείας 105 τ.μ.
με πατάρι επιφανείας 105 τ.μ. και ένα κατάστημα του πρώτου ορόφου (το οποίο προήλθε από τη συνένωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών με στοιχεία Α2, Α3, Α4, Α5 και Α6 σε προγενέστερο χρόνο και εκμισθωνόταν μέχρι τότε ως αποθήκη) σε πολυκατοικία επί της οδού … αρ…., στην …, κατ'ουδέν αντιφάσκει με την έτερη αυτής ότι η μίσθωση του α ορόφου πραγματοποιήθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθούν και οι δύο μίσθιοι αυτοί χώροι ως κατάστημα πώλησης ετοίμων ενδυμάτων, υποδημάτων , της ανώνυμης εταιρίας με την εμπορική επωνυμία, σήμα "S.OLIVER" και ο περί του αντιθέτου τρίτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο χώρος του πρώτου ορόφου μισθώθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πώλησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή που εφαρμόζεται για όλους τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή, ν'αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άλλως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ άλλως εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη αυτή καθ'οσον ειδικότερα, παρέλειψε να κρίνει αποκλειστικά, άλλως κατά ποσοστό 95% υπαίτια για τη ζημία και την έκτασή της την αναιρεσίβλητη, αφού από υπαιτιότητά της παρέβλεψε ότι σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του ΓΟΚ, απαγορεύεται το πατάρι ενός καταστήματος να υπερβαίνει το 50-70% της επιφάνειας του ισογείου, του γεγονότος δε αυτού τελούσε σε γνώση τόσο από την περιγραφή του μισθίου (ισογείου καταστήματος) στο μισθωτήριο, όσο και από τη διενεργηθείσα αυτοψία αυτού από μηχανικούς της επιλογής της.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφορικά με την αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη είναι υπαίτια για τη ζημία και την έκτασή της κατά ποσοστό 95% ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος καθ'οσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι η από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση είχε προταθεί παραδεκτώς κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο Εφετείο, για την οποία δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως της από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ αναφορικά με την αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη είναι αποκλειστικά υπαίτια για τη ζημία της και την έκτασή της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου.
Επειδή κατ'άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ'αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Αντικειμενική δε καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου.
Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος εφ'οσον αυτή έρχεται σε προφανή δηλ.έκδηλη αντίθεση προς αυτά. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως αναφορικά με την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για μείωση του μισθώματος καθώς και του καταβληθέντος ποσού ως αέρα λόγω του πραγματικού του μισθίου ελαττώματος, που σχέση έχει με την αδυναμία εκδόσεως οικοδομικής άδειας για την κατασκευή κλιμακοστασίου που θα ένωνε το πατάρι με τον πρώτο όροφο του μισθίου. "Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας (αρθρ.281 ΑΚ), τον οποίο προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με την έφεση, ως εκ του ότι τα δικαιώματα που επικαλείται πηγάζουν από δική της αμέλεια καθόσον παρέλειψε να εξετάσει τη δυνατότητα κατασκευής του επίμαχου κλιμακοστασίου πριν από τη σύναψη των μισθώσεων, δεδομένου, μάλιστα ότι πριν από αυτήν κατείχε επί δίμηνο τα μίσθια ως χρησιδάνειο και μπορούσε να προβεί στις απαραίτητες προς τούτο ενέργειες, και αφού άφησε να παρέλθει άπρακτο χρονικό διάστημα 18 μηνών από την ανεπιφύλακτη παραλαβή των μισθίων, άσκησε την ένδικη αγωγή, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα, η οποία δεν ενημερώθηκε για τη νομιμότητα κατασκευής του παταριού από τους έχοντες σχετική υποχρέωση εναγομένους εκμισθωτές, θεώρησε δεδομένη τη δυνατότητα να προβεί στην κατασκευή του κλιμακοστασίου αυτού, κατόπιν της άδειας που της παραχώρησαν οι εναγόμενοι εκμισθωτές για την εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών, καθόσον μάλιστα ο πρώτος των εναγομένων ήταν και μέλος του Συμβουλίου της πολυκατοικίας και ως εκ τούτου ήταν γνώστης όλων των παραμέτρων για την υλοποίηση της συγκεκριμένης μεταβολής στη μέχρι τότε υφιστάμενη κατάσταση των μισθίων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες - εκμισθωτές πρωτοβαθμίως και στην κατ'εφεση δίκη ένσταση περί της καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης μισθώτριας και ως αβάσιμο κατ'ουσία του περί του αντιθέτου σχετικό της εφέσεώς τους λόγο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής (αρθρ.281 ΑΚ) ενόσω η αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι το πατάρι έχει επιφάνεια μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη με το άρθρο 28 παρ.1 του ΓΟΚ 1955 και δεν υπήρχε ως εκ τούτου δυνατότης εκδόσεως αδείας για την κατασκευή κλιμακοστασίου από το ισόγειο στον πρώτο όροφο του μισθίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η με αρ.κατ.379/2012 αίτηση αναιρέσεως της 6553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με τους με αρ.κατ.161/2013 προσθέτους αυτής λόγους παρελκούσης εντεύθεν της έρευνας της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση που υποβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με τις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης όπως ορίζεται στο διατακτικό (αρθρ.183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ.κατ.379/2012 αίτηση αναιρέσεως της 6553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με τους με αρ.κατ.161/2013 πρόσθετους αυτής λόγους. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ