Legislator Case Law & Legislation
416/2013 AI generated

416/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 416/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με το άρθρο 559 αρ. 1, 8β, 19 και 20 ιδρύονται αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Legislator headnote

AI generated

416/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 386, 672, 766 και 767 Α.Κ. συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται να καταγγελθεί μία διαρκής ενοχική σύμβαση ή μία σύμβαση διαδοχικών τμηματικών παροχών για σπουδαίο λόγο σε κάθε περίπτωση, ήτοι ανεξάρτητα αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνο.

Keywords

AI generated
business interruption technical barriers maintenance contract weather-related loss of work economic hardship trade secret violation
AI generated
80/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1252/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2009 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας και την από 29/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2967/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/9/2018 αίτησή τους.
1161/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Απόστολο Φωτόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, ο οποίος ορίστηκε με την υπ'αριθμ. .../2024 πράξη της Πρόεδρου του Αρείου Πάγου), Ευαγγελία Στέργιου, Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.
662/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1115/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 416 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 416/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας, πρώην με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ" και νυν με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία …, που εδρεύει στη ... , και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Σ. Γ. , κατοίκου ... και 3. Ζ. Γ. του Ι. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπατσίλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2845/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3203/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 6-10-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πoλ.Δ λόγος του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με το άρθρο 559 αρ. 1, 8β, 19 και 20 ιδρύονται αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 386, 672, 766 και 767 Α.Κ. συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται να καταγγελθεί μία διαρκής ενοχική σύμβαση ή μία σύμβαση διαδοχικών τμηματικών παροχών για σπουδαίο λόγο σε κάθε περίπτωση, ήτοι ανεξάρτητα αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνο.

Τέτοιος δε σπουδαίος λόγος συντρέχει και στην περίπτωση που η εκ μέρους του ενός εκ των συμβαλλομένων πλημμελής εκπλήρωση μέρους της παροχής που τον βαρύνει δημιουργεί στον άλλο εύλογο φόβο ότι τούτο θα συνεχιστεί και για το υπόλοιπο μέρος της παροχής και θα προκληθεί έτσι σημαντική ζημία στα συμφέροντά του (ΑΠ 168/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στις 14-7-1999 η ενάγουσα υπό την ιδιότητά της ως εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών, συνήψε με την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, που εκμεταλλεύεται πρατήριο υγρών καυσίμων και λιπαντικών στη ... , σύμβαση ορισμένου χρόνου με την οποία η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί καύσιμα και λιπαντικά στη δεύτερη η οποία ανέλαβε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να προμηθεύεται υγρά καύσιμα και λιπαντικά αποκλειστικά από την ενάγουσα και να διαθέτει αυτά σε ποσότητες των οποίων συμφωνήθηκε η ελάχιστη ετήσια κατανάλωση.

Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε εννεαετής, άρχιζε δε στις 14-7-1999 και θα έληγε στις 20-11-2007 ενώ σ' αυτήν συμβλήθηκαν ως εγγυητές ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων... Η ενάγουσα, στη συνέχεια, δυνάμει της συμβάσεώς τους, παρέδωσε κατά χρήση στην πρώτη εναγομένη - πρατηριούχο τα συμφωνηθέντα κινητά πράγματα αναγκαία για τη λειτουργία του πρατηρίου (ηλεκτρικές φωτοστήλες, στέγαστρο, μεταλλικά φρεάτια, αντλίες κτλ)....

Στις 11-11-2002 η πρώτη εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 31-10-2002 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης με χρόνο έναρξης των αποτελεσμάτων της την 15-11-2002. Στην καταγγελία αυτή η πρώτη εναγομένη πρατηριούχος επικαλείται... σπουδαίους λόγους... Οι συγκεκριμένοι λόγοι καταγγελίας κρίνονται σπουδαίοι και βάσιμοι διότι ...

αποδείχθηκαν τα εξής: Α)Περί τα τέλη Μαρτίου 2002 και λόγω προβληματικής κατασκευής του συστήματος αποχέτευσης υδάτων της βροχής στο στέγαστρο του πρατηρίου, προκλήθηκε βραχυκύκλωμα στο φωτισμό του στεγάστρου του πρατηρίου, το οποίο στέγαστρο ήταν επιφάνειας 66 τ.μ., με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η λειτουργία του πρατηρίου κατά τις νυκτερινές ώρες.

Η πρώτη εναγομένη -πρατηριούχος ειδοποίησε σχετικά την αρμόδια επιθεωρήτρια της ενάγουσας προκειμένου να κληθούν οι τεχνικοί υπάλληλοι αυτής να επιδιορθώσουν τη βλάβη, πλήν όμως τούτο συνέβη μετά πάροδο τριών εβδομάδων... Κατά το χρονικό αυτό διάστημα το πρατήριο της πρώτης εναγομένης έπαυε τη λειτουργία του μόλις νύχτωνε (απογευματινές ώρες λόγω εποχής), ενώ επιπλέον δεν ήταν δυνατή η διανυκτέρευσή του για τρείς φορές μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, ήτοι μία φορά εβδομαδιαίως, γεγονός που επέφερε σημαντική μείωση των εσόδων του αλλά και απομάκρυνση πελατείας η οποία ευλόγως προτιμά πρατήρια στα οποία απολαμβάνει πλήρη εξυπηρέτηση.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση, η συντήρηση και αποκατάσταση των βλαβών επί των χρησιδανεισθέντων από αυτήν κινητών πραγμάτων - και τέτοιο ήταν το στέγαστρο - βαρύνει την πρώτη εναγομένη πρατηριούχο. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν καθόσον αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 6α άρθρου της συμβάσεώς τους είχε συμφωνηθεί ότι η πρατηριούχος εναγομένη είχε την υποχρέωση να διατηρεί τα κινητά πράγματα σε άριστη κατάσταση και περαιτέρω η συντήρηση των πραγμάτων και η αποκατάσταση κάθε βλάβης αυτών θα βαρύνει την πρατηριούχο.

Το άρθρο αυτό δηλονότι καθώς και το υπ' αριθμ. 4 της συμβάσεώς του ρυθμίζει τα σχετικά με τη δαπάνη αποκαταστάσεως των βλαβών, δεν ρυθμίζεται όμως αυτή καθεαυτή η τεχνική παρέμβαση προς αποκατάσταση των βλαβών, η οποία είναι εύλογο να γίνεται από τεχνικούς υπαλλήλους της ενάγουσας, που έχουν εξειδικευμένη γνώση ...

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2002, εκτελούσε πλημμελώς τις παραγγελίες καυσίμων που έδινε η πρώτη εναγομένη.... Η κατάσταση δε αυτή δεν αφορούσε μόνον το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αλλά και το προηγούμενο τοιούτο, κατά το οποίο οι παραδίδοντες με τα βυτία οδηγοί συνυπέγραψαν επί των τιμολογίων τη σχετική παρατήρηση της εναγομένης σχετικά με έλλειμμα που διαπιστώθηκε.....

Επιπλέον, πέραν των σε σημαντικό βαθμό ελλιπών ποσοτήτων, που παρέδιδε η ενάγουσα, αυτή καθυστερούσε ιδιαίτερα στις εν λόγο παραδόσεις αφού όπως ήδη περιγράφηκε, συχνά παρέδιδε τις παραγγελθείσες ποσότητες με μία ή και δύο ημέρες καθυστέρηση, ενώ επίσης, παραγγελίες που όφειλε να παραδώσει με το πρωϊνό δρομολόγιο των βυτιοφόρων της, εν τέλει τις παρέδιδε με σημαντική καθυστέρηση το απόγευμα της ίδιας ημέρας....

Οι ως άνω ελλιπείς και καθυστερημένες παραδόσεις καυσίμων προς την πρώτη εναγομένη προκάλεσαν σ' αυτή αδυναμία να εξυπηρετήσει σηµαντικό µέρος της πελατείας της, εφόσον δεν διέθετε επαρκείς ποσότητες καυσίµων ή της παρεδίδοντο καύσιµα σε χρόνο, που δεν την εξυπηρετούσε, πέραν του ότι κατέστησαν ανέφικτη και τη διανυκτέρευση του πρατηρίου, για το λόγο αυτό, στις 5, 15 και 25 του µηνός Σεπτεµβρίου, ενώ οι διανυκτερεύσεις κατά το µήνα Οκτώβριο δεν ήσαν πλήρεις λόγω της µη επαρκούς ποσότητας καυσίµων που αυτή διέθετε.

Τα παραπάνω είχαν σαν συνέπεια τη σηµαντική απώλεια εσόδων της εναγοµένης αλλά και κυρίως λόγω της δυσλειτουργίας του πρατηρίου, την απώλεια πελατείας αφού οι προπεριγραφείσες 11 ελλειµµατικές παραδόσεις σε χρονικό διάστηµα 40 ηµερών επεσυνέβησαν σε κρίσιµο εµπορικά χρόνο ήτοι στην αρχή της περιόδου εµπορίας του πετρελαίου θέρµανσης οπότε και το πρατήριο προσβλέπει στην απόκτηση πελατείας, επιδεικνύοντας όµως φερεγγυότητα και συνέπεια.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ελλιπής παράδοση καυσίµων οφείλεται στη χωρητικότητα των διαµερισµάτων των βυτιοφόρων και ότι γι' αυτό το λόγο συχνά η πρώτη εναγοµένη παραλάµβανε χωρίς να διαµαρτυρηθεί ποσότητες µεγαλύτερες από αυτές που είχε παραγγείλει. Ο ισχυρισµός αυτός, και αληθής υποτιθέµενος δεν αίρει την ευθύνη και υποχρέωση της ενάγουσας να παραδίδει εγκαίρως µε τα βυτιοφόρα της ακριβείς ποσότητες καυσίµων που η εναγοµένη παρήγγειλε (µε δικαιολογηµένη βεβαίως µια µικρή απόκλιση) όχι όµως συστηµατικά και µε απόκλιση που κυµαινόταν από 10 % έως και 50 % (η τελευταία αυτή στις 19.10.2002 που παραγγέλθηκε από την εναγοµένη ποσότητα 6.000 λίτρων αµόλυβδης βενζίνης και της παραδόθηκαν δύο ηµέρες µετά 2.967 λίτρα).

Εξάλλου, το γεγονός ότι η καθυστερηµένη παράδοση καυσίµων οφείλεται σε αδυναµία εξυπηρέτησης όλων των πρατηρίων που συνεργάζονται µε την ενάγουσα σε περιόδους αιχµής λόγω της αυξηµένης ζήτησης επίσης δεν αίρει τη σχετική υποχρέωση της ενάγουσας η οποία οφείλει να οργανώσει το δίκτυο διανοµής της κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εφικτή η έγκαιρη παράδοση καυσίµων.

Εξάλλου, η παραπάνω δικαιολογία που προέβαλε η ενάγουσα έρχεται, πέραν των άλλων και σε αντίθεση µε τα συµφωνηθέντα µεταξύ των διαδίκων στο άρθρο 9 της συµβάσεώς τους όπου συµφωνήθηκε ότι η ενάγουσα δεν θα ευθύνεται για την καθυστέρηση ή παράλειψη ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της (εν προκειµένω ως προς την παράδοση καυσίµων) µόνο σε περίπτωση τυχηρού γεγονότος ή ανωτέρας βίας, περιπτώσεις που ενδεικτικά προσδιορίζονται στο εδ β' του παραπάνω άρθρου (θεοµηνία, αδυναµία των διϋλιστηρίων ή των πηγών εφοδιασµού, πυρκαγιά, θύελλα, πόλεµος, απεργία κλπ) περιπτώσεις στις οποίες ευλόγως δεν υπάγεται η αυξηµένη ζήτηση ή η έλλειψη οργάνωσης στο δίκτυο διανοµής, το οποίο η ενάγουσα όφειλε να αναδιαµορφώσει και να επεκτείνει.

Ας σηµειωθεί ότι, ανεξάρτητα από το ότι η υποχρέωση της ενάγουσας για έγκαιρη παράδοση των ποσοτήτων καυσίµων που είχαν παραγγελθεί καταχωρήθηκε ως συμβατική της υποχρέωση στο κείμενο των συμβάσεων, που συνάπτει με τους πρατηριούχους, τούτο αποτελεί και αναπόσπαστο στοιχείο της υποστήριξης, που οφείλει να τους παρέχει, δεδομένου ότι η ώρα παράδοσης των καυσίμων δεν επιλέγεται τυχαία από τον πρατηριούχο αλλά με βάση τις υποχρεώσεις που και αυτός αναλαμβάνει περαιτέρω έναντι των πελατών του και είναι συνεπώς στοιχείο της εύρυθμης λειτουργίας του πρατηρίου συνακόλουθα της ανταγωνιστικότητας του έναντι άλλων γειτονικών πρατηρίων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε (Γ) ότι κατά την εγκατάσταση του πρατηρίου (ας σημειωθεί ότι για πρώτη φορά λειτούργησε στο συγκεκριμένο ακίνητο πρατήριο καυσίμων) η κατασκευή δύο από τα πέντε φρεάτια, που χρησιμοποιήθηκαν για να συλλέγουν τα νερά της βροχής τα οποία περνούν μέσω των δύο εξωτερικών σχαρών του πρατηρίου, η οποία και είχε γίνει υπό την επίβλεψη μηχανικού επιλογής της ενάγουσας και από εξουσιοδοτημένο απ' αυτήν συνεργείο, ήταν προβληματική λόγω κακοτεχνίας, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να προκαλείται πλημμύρα και να αναδύονται δυσάρεστες οσμές λόγω της στασιμότητας υδάτων.

Το γεγονός αυτό προκαλούσε αντιδράσεις εκ μέρους των περιοίκων οι οποίοι και απειλούσαν με προσφυγή στις Αρχές. Η ενάγουσα υπέσχετο συνεχώς την αποκατάσταση της κακοτεχνίας αυτής πλην όμως δεν έστερξε ποτέ στην πραγματοποίησή της, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εναγομένης. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δήθεν η εναγομένη την προτρέπει να συνδέσει τη μία σχάρα του πρατηρίου στο δίκτυο αποχέτευσης, πράγμα που είναι παράνομο και αυτή (ενάγουσα) δεν προτίθεται να συμπράξει σε παρανομία κλπ., δεν ασκεί έννομη επιρροή ούτε διαφοροποιεί την σχετική υποχρέωση της ενάγουσας, αφού σύμφωνα με το Παράρτημα ΑΙ της συμβάσεώς τους η εγκατάσταση των κινητών πραγμάτων, μεταξύ των οποίων ήσαν και τα πέντε ανωτέρω μεταλλικά φρεάτια, συμφωνήθηκε να γίνει με μέριμνα της ενάγουσας, πράγμα το οποίο και έγινε, όπως συνομολογεί και στην κρινομένη αγωγή η ενάγουσα (σελ. 9), από το εξουσιοδοτημένο απ' αυτήν συνεργείο....

Συνακόλουθα οι όποιες κακοτεχνίες κατά την εγκατάσταση βαρύνουν αυτήν η οποία και είχε υποχρέωση αποκαταστάσεώς τους. Επίσης (Δ) η, παρά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, έλλειψη τεχνικής υποστήριξης από την ενάγουσα προς το πρατήριο της εναγομένης αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι στις 27.4.2002, ημέρα Σάββατο, η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα FΑΧ με το οποίο διαμαρτυρόταν για την παράλειψη της ενάγουσας να επιδιορθώσει επί είκοσι (20) ημέρες μία από τις αντλίες του πρατηρίου, παρότι από την πρώτη στιγμή η εναγομένη είχε ακολουθήσει την προβλεπομένη, από το άρθρο 6 εδάφιο β' της συμβάσεώς τους διαδικασία, είχε ειδοποιήσει το συνεργείο και την αρμόδια επιθεωρήτρια του πρατηρίου, δοθέντος ότι απαγορευόταν ρητώς, δυνάμει της παραπάνω συμφωνίας, οποιαδήποτε εργασία επιδιορθώσεως της αντλίας από τρίτο τεχνίτη πλην εκείνου της ενάγουσας.

Η ενάγουσα δε αποκατέστησε τη βλάβη µετά από δύο περαιτέρω ηµέρες ήτοι συνολικά µετά από 22 ηµέρες από τη βλάβη. (Ε) Επίσης αποδείχθηκε ότι το πρώτο δεκαήµερο του Οκτωβρίου του έτους 1999, η ενάγουσα και η πρώτη εναγοµένη πρατηριούχος συµφώνησαν την αντικατάσταση µιας συναλλαγµατικής αποδοχής της εναγοµένης, σε διαταγή της ενάγουσας, ποσού 1.000.000 δραχµών πληρωτέας στις 31.10.1999 µε νέα, ισόποση, µε µεταγενέστερη λήξη.

Ενώ δε είχε παραδοθεί στην ενάγουσα η νέα συναλλαγµατική και αυτή είχε υποσχεθεί να επιστρέψει στην εναγοµένη την αρχική τοιαύτη, από αµέλειά της παρέλειψε να αναλάβει την συναλλαγµατική (παλαιά) από την Τράπεζα, όπου την είχε καταθέσει, µε συνέπεια να διαµαρτυρηθεί η συναλλαγµατική και η εναγοµένη να εµφανίζεται στο διατραπεζικό σύστηµα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" ως αφερέγγυα....

Επίσης και ενώ µεταξύ των παραπάνω διαδίκων είχε οµοίως συµφωνηθεί, στις αρχές του Ιουνίου του 2001, η αντικατάσταση έτερης συναλλαγµατικής αποδοχής της εναγοµένης σε διαταγή της ενάγουσας, ποσού 2.500.000 δραχµών, πληρωτέας την 30.6.2001, µε νέα ισόποση µε ηµεροµηνία λήξης 30.1.2002 και η ενάγουσα είχε υποσχεθεί να επιστρέψει την αρχική τοιαύτη, κατά τα ήδη αναφερθέντα, αυτή παρέλειψε να το πράξει µε αποτέλεσµα οµοίως η εναγοµένη να καταχωρηθεί εκ νέου στο σύστηµα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ",...

Οι προαναφερθείσες συμβατικές παραβάσεις εκ μέρους της ενάγουσας συνιστούν σπουδαίο λόγο, που δικαιολογούν τη γενομένη καταγγελία της συμβάσεως και αίρουν την υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως από τη λύση της και για τον εφεξής χρόνο. Για το λόγο αυτό οι εναγόμενοι δεν υποχρεούνται σε καταβολή αποζημιώσεως για τις ζημίες, που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την καταγγελία, ήτοι την απώλεια κερδών που θα απεκόμιζε κατά το μεταγενέστερο χρόνο και από τη μη πραγματοποίηση των ελαχίστων ορίων κατανάλωσης υγρών καυσίμων από την έναρξη ισχύος της συμβάσεως μέχρι τη λύση αυτής, αφού προϋπόθεση της γεννήσεως της σχετικής αξιώσεως της ενάγουσας είναι η υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε.

Με τα δεδομένα αυτά, η εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, από 31.10.2002 καταγγελία της επίδικης σύμβασης, που επιδόθηκε στις 11.11.2002 και της οποίας τα αποτελέσματα άρχισαν στις 15.11.2002 έλαβε χώρα εξαιτίας σπουδαίων λόγων, που αφορούν σε υπαιτιότητα της ενάγουσας και επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινομένη αγωγή και στην έκταση που ήδη αυτή κρίθηκε νόμιμη, ήτοι επιπροσθέτως και όσον αφορά το κονδύλιο των αιτουμένων διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 14.7.2004 έως 31-12-2006....". 'Eτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, σχετικώς με τη συνδρομή σπουδαίων λόγων για την εκ μέρους της πρατηριούχου καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής προμήθειας και διανομής, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, δεχόμενο ότι οι λόγοι αυτοί συνίστανται:

α) στην καθυστερημένη επισκευή από την ενάγουσα, που είχε συμβατική προς τούτο υποχρέωση, του απενεργοποιημένου συνεπεία βραχυκυκλώματος φωτισμού του στεγάστρου του πρατηρίου, με συνέπεια την αδυναμία λειτουργίας του κατά τις νυκτερινές ώρες και την εξ αυτού απώλεια εσόδων, β ) στην επανειλημμένη παράδοση καυσίμων με χρονική καθυστέρηση και σε ποσότητες μικρότερες από εκείνες που παραγγέλθηκαν, γ ) στον καθορισμό από την ενάγουσα υψηλών και μη ανταγωνιστικών τιμών πωλήσεως, δ ) στην επί μακρόν χρόνο άρνηση της ενάγουσας να επισκευάσει τις εξωτερικές σχάρες του πρατηρίου, οι οποίες από κακοτεχνία κατά την κατασκευή τους δημιουργούσαν προβλήματα σχετικά με την απορροή των υδάτων της βροχής και ε ) στην παρά τα συμφωνηθέντα εμφάνιση από την ενάγουσα στην Τράπεζα προς σύνταξη διαμαρτυρικού δύο συναλλαγματικών αποδοχής της πρατηριούχου, που είχε ως αποτέλεσμα την καταχώριση της τελευταίας στα αρχεία δεδομένων του "ΤΕIΡΕΣIΑ", την δυσφήμησή της και την πρόκληση προβλημάτων στις συναλλαγές της.

Επoμένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ενόψει των παραπάνω εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, αλυσιτελής καθίσταται πλέον ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 81 της Συνθήκης της ΕΟΚ, 12 των 1984/1983 και 2790/1999 Κανονισμών της Επιτροπής της ΕΟΚ, με το να κρίνει τη μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση άκυρη για το χρονικό διάστημα από 31-12-2006 έως 20-11-2007 και συνακόλουθα μη νόμιμη την αγωγή για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα.

Τούτο δε, διότι μετά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η εν λόγω σύμβαση έληξε στις 15-11-2002 διά εγκύρου καταγγελίας εκ μέρους των εναγομένων - αναιρεσίβλητων για τους αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση σπουδαίους λόγους, με συνέπεια να μην υποχρεούνται οι εναγόμενοι σε αποζημίωση της ενάγουσας για διαφυγόντα κέρδη λόγω πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης, η αποδοχή του αναιρετικού αυτού λόγου και η ουσιαστική επανεκδίκαση του θέματος κατ' ουδέν θα ωφελούσε την αναιρεσείουσα.

Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14-7-1999 σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, δεχόμενο ότι κατά τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα είχε υποχρέωση να επισκευάζει τον φωτισμό του στεγάστρου του πρατηρίου και τις εξωτερικές σχάρες του πρατηρίου και η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της αυτής συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης, ενώ κατά το περιεχόμενο της σύμβασης η συντήρηση και αποκατάσταση κάθε βλάβης των ανωτέρω πραγμάτων βάρυνε αποκλειστικά την πρατηριούχο και η ενάγουσα είχε υποχρέωση να διαθέσει τους τεχνίτες της για την αποκατάσταση των βλαβών μόνο των δεξαμενών και αντλιών.

Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι αναφέρεται στην εκτίμηση και όχι στην παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου αλυσιτελώς προβάλλεται διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια επιδρά στη βασιμότητα των ανωτέρω υπό στοιχεία α' και δ' λόγων καταγγελίας της σύμβασης και όχι στη βασιμότητα των λοιπών αυτοτελών και σπουδαίων λόγων καταγγελίας που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. 2.

Περαιτέρω με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι δυνάμει όρου της μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης συναφθείσας σύμβασης αποκλειστικής προμήθειας και διανομής πετρελαιοειδών συμφωνήθηκε η υποχρέωση της πρατηριούχου: α) να έχει σε συνεχή και πλήρη λειτουργία το πρατήριο, β ) να αποθηκεύει σ' αυτό, να προμηθεύεται και να διατηρεί για μεταπώληση υγρά καύσιμα και λιπαντικά αποκλειστικά της ενάγουσας, γ) να έχει πάντοτε επαρκή αποθέματα των προϊόντων της ενάγουσας και δ ) να πωλεί και διαθέτει τα προϊόντα αυτά από το πρατήριό της, διαφορετικά θα καταπίπτει σε βάρος της ποινική ρήτρα 10.000.000 δρχ., και ότι η πρατηριούχος παραβίασε με υπαιτιότητά της τον πρώτο όρο περί συνεχούς λειτουργίας του πρατηρίου, δια της καταγγελίας της σύμβασης στις 15-11-2002 και διακοπή έκτοτε της συνεργασίας τους, ζήτησε (πλήν άλλων) να αναγνωρισθεί ότι κατέπεσε η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα των 10.000.000 δρχ.

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή η συμφωνία καταβολής ποινικής ρήτρας δεν συνδέεται με την καταγγελία εκ μέρους της πρατηριούχου της σύμβασης και της εξ αυτής διακοπής της συνεργασίας της με την ενάγουσα, αλλά με την υποχρέωση της πρατηριούχου να έχει σε συνεχή και πλήρη λειτουργία το πρατήριό της κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, τέτοια δε παράβαση δεν επικαλείται η ενάγουσα.

Το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως μη νόμιμη ,την αγωγή κατά το κεφάλαιο της ποινικής ρήτρας ορθά εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, δε παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με αυτήν και δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361, 404 και 405 του Α.Κ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2009 αίτηση της εταιρείας "ΕΚΟ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 3203/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ