416/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 416 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 416/2011
Legislator headnote
AI generated416/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 416 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 416/2011
Full text
Απόφαση 416 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 416/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
A. Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. χήρας Π. Π., το γένος Δ. Ν., 2) Δ. Π. του Π., κατοίκων ..., 3) Κ. Π. του Π., 4) Ε. Σ. του Β., κατοίκων ..., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων τους Π. Π. και Α. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσαγγέλη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε." ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά και κατέθεσε προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
B. Της αναιρεσείουσας: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσαγγέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. χήρας Π. Π., το γένος Δ. Ν., 2) Δ. Π. του Π., κατοίκων ..., 3) Κ. Π. του Π., 4) Ε. Σ. του Β., κατοίκων ..., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων τους Π. Π. και Α. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 5) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2005 αγωγή των υπό στοιχείo A ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχεία 1-4 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1869/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4198/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 28/8/2009 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 16/2/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε τις από 1/9/2010 εκθέσεις της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την απόρριψη του μόνου λόγου της από 28/8/2009 αιτήσεως αναιρέσεως και β) την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων της από 16/2/2009 αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξεις την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (17.9.2010) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) Η από 28.8.2009 αίτηση αναίρεσης της Θ. χήρας Π. Π. κ.λ.π. και β) η από 16.2.2009 αίτηση αναίρεσης της Ι. Κ., στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ'αριθμ. 4198/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, γιατί είναι συνναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα που ασκείται με τη αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΑΠ (Ολ.) 3/1997). Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" οι ισχυρισμοί, οι συνιστώντες άρνηση αυτών, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων και θεμελιωτικών της αγωγής και πραγματικών γεγονότων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 1862/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της από 16.2.2009 αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προταθέντες από την αναιρεσείουσα - εναγομένη, με τους λόγους της εφέσεως της, ισχυρισμούς ότι: α) Αυτή δεν είχε δυνατότητα προβλέψεως του αποτελέσματος και β) δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα ανωτέρω άννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της βάσεως της αγωγής, έστω και αν προτάθηκαν με λόγους εφέσεως.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας κι' επομένως και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για ζημία που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρ. 4 Ν. ΓΠΝ/1911), συνάγεται ότι όταν στην γένεση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Οι έννοιες της υπαιτιότητας και συνυπαιτιότητας είναι νομικές κι' επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος, κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο δέχεται, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, μπορούν, καθεαυτά, αντικειμενικώς, και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αιτιατής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσον και ως προς τον βαθμό (την βαρύτητα) του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή των σε νομική έννοια. Εξ άλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. Α, β, ε του ΚΟΚ "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, β) αν στη διάβαση πεζών την οποία πρόκειται να χρησιμοποιήσουν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, να συμμορφώνονται στα σήματά τους....ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ'αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του". Περαιτέρω, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο, εν σχέσει προς την υπαιτιότητα των εμπλεκομένων στο ζημιογόνο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως τα κάτωθι περιστατικά: "....Στις 5.7.2005 και περί ώρα 12.50 ο Π. Π., βρισκόταν επί της δεξιάς νησίδας της Λεωφόρου Κηφισίας στο προς την Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας της και η οποία νησίδα διαχωρίσει αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας από την δεξιότερα αυτής βοηθητική οδό και στο ύψος του Νοσοκομείου "Υγεία", δηλαδή σε απόσταση 95 μέτρων περίπου από τη διάβαση πεζών και οχημάτων, είχε δε ο ως άνω πρόθεση να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα για να διεκπεραιωθεί απέναντι. Στο προς Αθήνα ρεύμα της και στο ως άνω ύψος, η Λεωφόρος Κηφισίας διαθέτει τρείς (3) λωρίδες κυκλοφορίας, η αριστερή δε λωρίδα διαχωρίζεται από την επίσης αριστερή λωρίδα του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας με σιδερένιο στηθαίο ασφαλείας, που όμως προκειμένου να δημιουργηθεί μια επιπλέον λωρίδα αριστερότερα στο προς Αθήνα ρεύμα για τα οχήματα που επιθυμούν να εισέλθουν προς Χαλάνδρι με αριστερή στροφή, το ως άνω σιδερένιο στηθαίο μικραίνει ως προς το πλάτος του και έτσι δημιουργείται ανάμεσα στις σιδερένιες "μπάρες" ένα διάκενο. Συγχρόνως, επί του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας στη δεξιά λωρίδα του εκινείτο Ι.Χ. αγροτικό αυτοκίνητο αγνώστων λοιπών στοιχείων με άγνωστο οδηγό, καθώς επίσης στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και στο αριστερό μέρος της εκινείτο η υπ'αριθ. Κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα με οδηγό την πρώτη εναγομένη, ήταν δε ασφαλισμένη για τις έναντι τρίτων ζημιές στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Ενώ, λοιπόν τα ως άνω οχήματα εκινούντο σχεδόν παράλληλα με προπορευόμενο το Ι.Χ αγροτικό αυτοκίνητο και ενώ επικρατούσε πυκνή κίνηση οχημάτων, ο οδηγός αυτού, όταν έφθασε στο ύψος που τελειώνει το φαρδύ μέρος του σιδερένιου στηθαίου, εντελώς ξαφνικά από τη δεξιά λωρίδα κινήθηκε χωρίς έλεγχο με αριστερό ελιγμό προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και έτσι βρέθηκε αιφνιδιαστικά στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η οδηγός της οποίας για να αποφύγει την πρόσκρουση σ'αυτό, κινήθηκε και αυτή αριστερότερα, τη στιγμή δε που αυτή κατόρθωσε να επαναφέρει τη δίκυκλη μοτοσικλέτα βρέθηκε στην πορεία της και στον εμπρόσθιο τροχό ο ως άνω πεζός, χωρίς να μεσολαβεί μεταξύ τους απόσταση ώστε η οδηγός να κατορθώσει να αντιδράσει, με αποτέλεσμα η δίκυκλη μοτοσικλέτα να επιπέσει επί του σώματος του πεζού και να τον παρασύρει σε ικανή απόσταση και να τον τραυματίσει βαριά, μετά δε από νοσηλεία τριών (3) μηνών περίπου, να αποβιώσει λόγω των τραυμάτων του. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται τόσο στην αμελή συμπεριφορά του πεζού, όσο και στη συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των δύο ως άνω οδηγών και συγκεκριμένα: Ο αυτός πεζός Π. Π., έχοντας πρόθεση να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της Λεωφόρου Κηφισίας στο προς Αθήνα ρεύμα της και παρότι η κυκλοφορία κατ' εκείνη την ώρα ήταν πυκνή, δεν έπραξε αυτό από την υπάρχουσα στη διασταύρωση της οδού Κηφισίας με την οδό Καρέλα, διάβαση πεζών, όπου υπάρχουν ηλεκτρικοί σηματοδότες που ρυθμίζουν την κυκλοφορία και έτσι να διεκπεραιωθεί ασφαλώς απέναντι. Αντίθετα, αυτός και σε απόσταση μόλις 95 μέτρων από τη διάβαση πεζών προσπάθησε να διεκπεραιωθεί απέναντι προφανώς μεταξύ των κινουμένων οχημάτων, ενώ η κυκλοφορία ήταν πυκνή και η ταχύτητα των οχημάτων αρκετά ικανή (όριο ταχύτητας 70 χ/ω). Μάλιστα δε εκείνος αφού διήλθε καθέτως το οδόστρωμα της δεξιάς και μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, διήνυσε πλέον του ημίσεος του πλάτους του οδοστρώματος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, χωρίς να γίνει αντιληπτός, ούτε ακόμη και από τον αυτόπτη μάρτυρα Τ. Σ., ο οποίος εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όπισθεν των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων και ο οποίος παρακολουθούσε την εξέλιξη του ένδικου ατυχήματος, την οποία και περιγράφει με λεπτομέρεια τόσο προανακριτικά όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάλιστα δε όταν αναφέρεται στον τρόπο εμφάνισης του πεζού καταθέτει ότι ....από το πουθενά εμφανίστηκε.....και έτσι ο ως άνω πεζός παρενεβλήθη στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας.... Αλλά και η οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, δεδομένου ότι αυτή, ενώ εκινείτο σε Λεωφόρο με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, δεν έπρεπε να βαίνει με την τατύχητα των 60-65 χ/ω περίπου, παρότι η επιτρεπόμενη ήταν 70 χ/ω, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να την ανακόψει και συγκεκριμένα, εάν έβαινε αυτή με μικρότερη ταχύτητα θα μείωνε οπωσδήποτε έγκαιρα και αποτελεσματικά την ταχύτητα του οχήματός της, όταν αιφνιδιαστικά εμφανίστηκε το Ι.Χ. αγροτικό αυτοκίνητο, χωρίς έτσι να αναγκαστεί να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και κατά συνέπεια να μην αποκλειστεί η ορατότητα αυτής στο οδόστρωμα οπότε και θα είχε αντιληφθεί την αμελή κίνηση του πεζού και έτσι θα είχε αποτρέψει την πτώση της επ' αυτού και την παράσυρσή του. Σύμφωνα με τα ως άνω εκτιθέμενα συνυπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος είναι τόσο τραυματισθείς θανάσιμα Π. Π., και το ποσοστό που τον βαραίνει ανέρχεται σε 70%, όσο και οι οδηγοί του Ι.Χ. αγροτικού αυτοκινήτου και της δίκυκλης μοτοσικλέτας και το ποσοστό της συγκλίνουσας υπαιτιότητας αυτών ανέρχεται σε 30%.....". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, το οποίο συνεκδίκασε τέσσερες (4) αντίθετες εφέσεις, έκρινε συνυπαίτιους στην επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών τον παθόντα συγγενή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων Π. Π., κατά ποσοστό 70% και τους οδηγούς των εμπλακέντων σε αυτό οχημάτων, ήτοι την οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας και ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης και τον άγνωστο οδηγό του Ι.Χ. αγροτικού αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 30%, και εξαφανίζοντας κατά παραδοχή των εφέσεων των αναιρεσιβλήτων Ι. Κ. κ.λ.π., την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί υπαιτιότητα του παθόντος στην επέλευση του ατυχήματος, κατά ποσοστό 40% και εκάστου των εμπλακέντων σε αυτό οδηγών κατά ποσοστό 30%. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, σε σχέση προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του παθόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, στην επέλευση του ατυχήματος και της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Ι. Κ., δεν στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως, αλλά διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανάγονται τόσον στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του παθόντος πεζού, όσον και της οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και τα οποία αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας κρινόμενα, συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της πρώτης αίτησης (πιν.27) και οι πρώτος και δεύτερος της δεύτερης αίτησης (πιν. 37), καθώς και ο τρίτος, επίσης, της δεύτερης αίτησης, κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι αιτιάσεις ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται η ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο ο άγνωστος οδηγός με τον αγνώστου αριθ. κυκλ. αγροτικό αυτοκίνητο και μάλιστα προ του χρόνου του ατυχήματος, εάν ούτος χρησιμοποίησε τους δείκτες αλλαγής πορείας και μείωσε την ταχύτητα κατά την αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, από την δεξιά στη μεσαία, η απόσταση που βρέθηκε το σώμα του παρασυρθέντος πεζού και που ακινητοποιήθηκε η μοτοσικλέτα μετά την επαφή με αυτόν (πεζό), καθώς και η αιτιολόγηση της αιφνιδιαστικής εμφάνισης του πεζού στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που περιέχονται στον μοναδικό λόγο της πρώτης αίτησης (πιν. 27), είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην πληρέστερη ανάπτυξη και αιτιολόγηση των αποδείξεων, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, εκ των οποίων (αποδείξεων) το πόρισμα εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Ωσαύτως, οι αιτιάσεις περί μη δυνατότητος πρόβλεψης του ζημιογόνου αποτελέσματος και της έλλειψης αιτιώδους συμπεριφοράς που αφορούν το ζήτημα της συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσιβλήτου Ι. Κ. και του οδηγού του αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας αγροτικού αυτοκινήτου στην επέλευση του ζημιογόνου αυτοκινητικού ατυχήματος και κατ' επέκταση στο ποσοστό συνυπαιτιότητας των τελευταίων και του παθόντος στην επέλευση αυτού είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στο ζήτημα της μειώσεως του ποσού των αξιώσεων των αναιρεσειόντων από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Τέλος, η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη εκινείτο με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα της με ταχύτητα 60-65 χιλιόμετρα την ώρα, περίπου, χωρίς να διευκρινίζει από ποία αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα είναι απαράδεκτη, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά των αποδεικτικών μέσων που ελήφθηκαν υπόψη και κατέληξε στο ως άνω πόρισμα.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι ένδικες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της ως άνω αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, κάθε αίτησης, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες α) από 28.8.2009 αίτηση της Θ. χήρας Π. Π. κ.λ.π. και β) από 16.2.2009 αίτησης της Ι. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4198/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ