416/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19 Ιουνίου 1991, 3 Ιουλίου 1991 και 6 Σεπτεμβρίου 1991 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4929, 4930 και 4931/1994 μη οριστικές και 5680/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6095/2001 μη οριστική και 2484/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Ιουνίου 2004 αίτησή τους καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με την από 15 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated416/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔικ).
Full text
Απόφαση 416 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 416/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αιτούντων την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση: 1. Β. Β. του Κ., 2. Μ. συζ. Ρ. Κ., το γένος Β. Β. και 3. Κ.συζ. Β. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Καλαμπαλίκη.
Της αναιρεσιβλήτου - καθής η αίτηση: Α. Τ. - Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19 Ιουνίου 1991, 3 Ιουλίου 1991 και 6 Σεπτεμβρίου 1991 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4929, 4930 και 4931/1994 μη οριστικές και 5680/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6095/2001 μη οριστική και 2484/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Ιουνίου 2004 αίτησή τους καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με την από 15 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση και απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης και επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες …73/5-11-2004 και …88/15-10-2004 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Α. Κ. αποδεικνύεται, ότι ακριβή αντίγραφα των κρινόμενων αιτήσεων επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο. Όμως αυτή, κατά την εκφώνηση των υποθέσεων με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔικ.
Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔικ).
ΙΙ.- Οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 156 ΚΠολΔικ, για λόγους οικονομίας της δίκης.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 152 παρ.1 ΚΠολΔικ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Τούτο με την έννοια ότι αν γίνει δεκτή η αίτηση θεωρείται ότι η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη είναι εμπρόθεσμη. Ως ανώτερη βία στη διάταξη αυτή νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, που δεν αναμενόταν και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.ΑΠ 29/1992), επομένως και η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να ενεργήσει δικαστική ή εξώδικη πράξη ή να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της ως άνω πράξης. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της ασθένειας, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να κρίνει αν αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεση άσκηση ένδικου μέσου και αν η ασθένεια αφορά τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου διαδίκου πρέπει να εκτίθεται και ότι η ασθένειά του τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτούντες (αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται στην κρινόμενη αίτησή τους τα ακόλουθα: Στις 22-9-2004 τους επιδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2484/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Από την επομένη (23-9-2004) άρχισε να τρέχει η 15θήμερη προθεσμία για άσκηση κατ' αυτής αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 652 παρ.1 ΚΠολΔικ, γιατί πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647-662 ΚΠολΔικ.
Εξαιτίας αιφνίδιας σοβαρής σωματικής νόσου του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευαγγέλου Καλαμπαλίκη και συγκεκριμένα λόγω ισχυρού άλγους στην καρδιά και αυξημένης αρτηριακής πίεσης δεν κατέστη δυνατή η τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας. Ειδικότερα, ο πιο πάνω δικηγόρος τους, ενώ είχε έτοιμη την αίτηση αναίρεσης με πρόθεση να την καταθέσει στις 7 Οκτωβρίου 2004, το πρωί της ημέρας αυτής στο σπίτι του ένιωσε έντονο προκάδιο άλγος, έντονη δυσφορία και ταχυπαλμία.
Κάλεσε εκεί την ειδική παθολόγο Μ. Ν. που διέγνωσε τα συμπτώματα και συνέστησε άμεση καρδιολογική εκτίμηση. Διακομίστηκε στα ιατρεία του ταμείου πρόνοιας δικηγόρων Αθηνών το πρωί της ίδιας ημέρας, εξετάστηκε από τους καρδιολόγους του ταμείου, που διέγνωσαν φλεβοκομβική ταχυκαρδία, μετά από ηλεκτροκαρδιογράφημα, αυξημένη αρτηριακή πίεση και έντονη ταχυκαρδία.
Οι ιατροί του χορήγησαν φαρμακευτική αγωγή και του συνέστησαν να παραμείνει κλινήρης και να επανεξεταστεί. Τους λόγους αυτούς ανώτερης βίας πληροφορήθηκαν οι ίδιοι εκ των υστέρων, ενώ ο δικηγόρος τους κατέθεσε την αίτηση αναίρεσης το πρωί της 8-10-2004 δια του δικηγόρου Γ. Τ., με τον οποίο ο πρώτος είχε καταφέρει να επικοινωνήσει την ίδια ημέρα για να καταθέσει εκείνος την αναίρεση, πράγμα που δεν έγινε γιατί είχε περάσει η ώρα και είχε κλείσει το γραφείο ενδίκων μέσων.
Στη συνέχεια αναφέρουν αποδεικτικά μέσα (έγγραφα που προσκομίζουν) για την εξακρίβωση της αλήθειας και ζητούν να γίνει δεκτή η αίτησή τους, ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στις 8-10-2004. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, άρα είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 152 παρ.1, 153, 154, 155 και 156 ΚΠολΔικ).
Όμως, από όλα τα έγγραφα τα οποία προσκομίζονται με επίκληση και αναφέρονται στην κρινόμενη αίτηση, ιδίως α) την από 7-10-2004 γνωμάτευση της ειδικής παθολόγου Μ. Ν., που έχει το εξής περιεχόμενο: "Ο ασθενής Κ. Ε. του Σ. 48 ετών, αναφέρει προκάρδιο άλγος, σφύξιμο στο στήθος, ταχυπαλμία. Ιστορικό-Αρτηριακής υπέρτασης, βαλβιδοπάθειας-ΑΠ 185/105 mmΗg.Σφ-110 σε 1', ρυθμός κ.φ.
παραπέμπεται για καρδιολογική εκτίμηση" και β) την από 15-10-2004 ιατρική βεβαίωση του ταμείου πρόνοιας δικηγόρων Αθηνών (που υπογράφουν ο διευθυντής του Γ. Μ. και ο διευθυντής της υγειονομικής υπηρεσίας Γ. Τ.), όπου βεβαιώνεται, ότι "ο δικηγόρος Ε. Κ. (ΑΜ…494) σύμφωνα με την από 7-10-2004 ιατρική βεβαίωση του καρδιολόγου του ταμείου Ν.
Σ., εξετάστηκε την 7-10-2004, ο οποίος προσήλθε αιτιόμενος έντονο προκάδιο άλγος και αίσθημα παλμών. Από την αντικειμενική εξέταση προέκυψε έντονη ταχυκαρδία και αυξημένη αρτηριακή πίεση ΑΠ: 190/105 mmHg. Το ΗΚΓ έδειξε φλεβοκομβική ταχυκαρδία 120b/min ΕΦΟ. Χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή (Inderal 40mg και adalat 10mg). Η ΑΠ ρυθμίστηκε στο 150/90 mmHg και η καρδιακή συχνότητα 68 b/min.
Δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη ανάπαυση στο σπίτι για σήμερα και επανεξέταση. Η παρούσα χορηγείται μετά από αίτηση του ασφαλισμένου για δικαστική χρήση", δεν αποδεικνύεται, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξε γεγονός ανώτερης βίας, εξαιτίας της οποίας οι αιτούντες δεν μπόρεσαν να τηρήσουν τη δεκαπενθήμερη προθεσμία του άρθρου 652 παρ.1 ΚΠολΔικ για την άσκηση αναίρεσης κατά της 2484/απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Το περιστατικό της ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, όπως εμφανίζεται στα πιο πάνω έγγραφα που προσκόμισαν, δεν εμπόδιζε το δικηγόρο αυτό, έστω τις πρωϊνές ώρες της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας (7-10-2004), κατά τις οποίες προσήλθε στο ταμείο πρόνοιας δικηγόρων Αθηνών και ρύθμισε την αρτηριακή πίεσή του στα 150/90 mmHg και την καρδιακή συχνότητα σε 68 b/min, λαμβάνοντας έστω την τελευταία στιγμή (αφού χωρίς λόγο άφησε ανεκμετάλλευτες τις προηγούμενες δεκατέσσερις ημέρες) μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, να μεταβεί ο ίδιος (καθόσον η πίεση του είχε ρυθμιστεί και μπορούσε έτσι να κινείται χωρίς πρόβλημα) στο Εφετείο Αθηνών, ή να επικοινωνήσει έγκαιρα με τους αιτούντες και τους συνεργάτες δικηγόρους του ή κάποιο άλλο συνάδελφό του από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ώστε να ασκηθεί με κάποιον από τους συναδέλφους του αυτούς εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης.
Με τα δεδομένα αυτά, η απώλεια της προθεσμίας του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔικ για την άσκηση αναίρεσης δεν οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας, αλλά σε πταίσμα αποκλειστικό του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων, που εξομοιώνεται με πταίσμα των ίδιων αιτούντων διαδίκων (152 παρ.2 ΚΠολΔικ), το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
IV.- Κατά το άρθρο 652 παρ.1 ΚΠολΔικ, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δεκαπέντε ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο μένει στην Ελλάδα. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες είναι όλοι τους κάτοικοι του Δήμου ….. Όπως και οι ίδιοι ομολογούν, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 2484/2004 του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 επ. ΚΠολΔικ) γιατί δίκασε διαφορά από το άρθρο 17 παρ.2 ΚΠολΔικ, τους επιδόθηκε νομότυπα στις 22-9-2004, ενώ η από 24-6-2004 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔικ) στις 8-10-2004 (βλ. σχετική από 8-10-2004 πράξη κατάθεσης, που υπογράφεται από τη γραμματέα Μ. Β.), δηλαδή μετά την παρέλευση της άνω 15θήμερης προθεσμίας.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και πρέπει αυτεπάγγελτα να απορριφθεί για το λόγο αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει και απορρίπτει: α) την από 24-6-2004 αίτηση των Β. Β. Μ. συζύγου Ρ. Κ. και Κ. συζύγου Β. Β., για αναίρεση της 2484/2004 απόφασης του Εφετείου Αθιηνών και β) την από 15-10-2004 αίτηση των ίδιων αναιρεσειόντων, για επαναφορά πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ