Supreme Court allows appeal due to improper single-member court composition violating Article 17A of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment rendered by a single-member court in Ioannina. The appellants argued that the court was improperly constituted because the presiding judge was not the senior judge required by law when hearing an appeal from a district court. The court found the composition illegal as the presiding judge was younger than other judges serving in the same court at the time of the hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17A, 560, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible and the judgment is quashed when a single-member court hearing an appeal is constituted by a judge who is not the senior judge of the court at the time of the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 415 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 415/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Τ. του Β., 2) Π. Τ. του Γ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Π., κατοίκου τ.κ. …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη, με επίκληση, από το αναιρεσείον, με αριθμ. …/2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … Κ. Κ., προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν, με αριθμ. 1121/04-07-2022, πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και την από 04-07-2022 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (15-11-2023), με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Όμως, κατά την ως άνω αναφερόμενη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η από 03-06-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 140/2022 απόφασης του δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή η από 30-05-2017 έφεση του αναιρεσιβλήτου - εναγόμενου, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 69/2017, απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 12-03-2015 αγωγή των αναιρεσειόντων, το οποίο (Εφετείο) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 2 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέληση του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Κώδικα Οργανισμού των δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.)ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Έτσι, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 15 του ως άνω Ν. 1756/1988, όπως αντικ.
από το άρθρο 2 του ν. 2172/1993, ο καθορισμός της σύνθεσης του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και αν οι πρόεδροι είναι περισσότερος από τον αρχαιότερο. Συναφώς, κατά το άρθρο 305 αρ. 1 ΚΠολΔ, το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση του δικαστηρίου.
Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 Α ΚΠολΔ, το οποίο είχε προστεθεί με την παρ. 3 του ν. 3994/2011, και διαμορφώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4842/2021 και σύμφωνα με πρώτο εδάφιο της περ. β της παρ. 1 του άρθρου 116 του άνω νόμου, όπως η παρ. 1 διαμορφώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 65 του ν. 4871/2021 η ισχύς του ως άνω άρθρου 116 αρχίζει την 01-01-2022 "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειας τους.
Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή έναν από τους αρχαιότερους κατά διορισμό πρωτοδίκες που ορίζεται με πράξη του προϊσταμένου ή του εκτελούντος χρέη προϊσταμένου προέδρου πρωτοδικών". Επομένως, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για κακή σύνθεση, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ` έφεση συγκροτήθηκε από νεώτερο, κατά διορισμό, πρωτοδίκη, εφόσον στο ίδιο δικαστήριο υπηρετούσε πρόεδρος πρωτοδικών ή αρχαιότερος αυτού πρωτοδίκης (ΑΠ 1854/2022, ΑΠ 311/2022, ΑΠ 1279/2021, ΑΠ 26/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο Α. Μ., Πρωτοδίκης (χρονολογία διορισμού 10-07-2018), που αποτέλεσε τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, στις 19-01-2022, κατά την οποία συζητήθηκε η από 30-05-2017, έφεση του αναιρεσιβλήτου - εναγόμενου, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 69/2017, απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17Α του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όταν δικάζει έφεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, αφού ο τελευταίος, κατά το χρόνο που δίκασε την εν λόγω έφεση του αναιρεσιβλήτου, δεν ήταν ο αρχαιότερος, κατά διορισμό, πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ενώ κατά τον ίδιο χρόνο, υπηρετούσαν στο ίδιο δικαστήριο, τρεις Πρόεδροι Πρωτοδικών, εκ των οποίων μία Πρόεδρος Πρωτοδικών, Ο.
Κ., και άλλοι αρχαιότεροι Πρωτοδίκες, όπως οι Α. Γ. (χρονολογία διορισμού 01-07-2009), Α. Κ. (χρονολογία διορισμού 02-07-2010) και Θ. Κ. (χρονολογία διορισμού 04-08-2017), δίκασαν την ίδια ημέρα συζήτησης της υπόθεσης (19-01-2022), άλλες υποθέσεις. Επομένως, ο από τον αρ. 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για μη νόμιμη σύνθεση του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, δικάσαντος ως Εφετείου, είναι βάσιμος.
Κατ' ακουλουθίαν του δεκτού γενόμενου του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή τον εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στο ίδιο Πρωτοδικείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του προκαταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών, στον αναιρεσίβλητο, λόγω της εν μέρει εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης (άρθρ. 179β, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 140/2022 απόφαση του δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ