Legislator Case Law & Legislation
415/2022 AI generated

415/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 415/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2014 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/6/2019 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

415/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 415 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 415/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και ειδικότερα εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λιβαδιάς, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2014 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 10/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 3-8-2015 και με αριθμό κατάθεσης 45/2015 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της με αριθμό 15/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η οποία είχε απορρίψει την από 14-2-2014 και με αριθμό 11/2014 ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου (άρθρα 34 Κ.Ε.Δ.Ε και 986 Κ.Πολ.Δ), που άσκησε το αναιρεσείον κατά της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την ανακοπή, την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη και στην ουσία της, ακύρωσε εν μέρει, ως ανακριβή, την με αριθμό 12/2014 ανακοπτομένη δήλωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στο ανακόπτον τα ποσά που τυχόν θα κατατεθούν στο μέλλον υπέρ των αναφερόμενων στο σκεπτικό της οφειλετών στους εκτιθέμενους τραπεζικούς λογαριασμούς, κατά το αναλογούν σε αυτούς (ως συνδικαιούχους) μέρος επί του εκάστοτε πιστωτικού καταλοίπου των κοινών λογαριασμών και μέχρι του ποσού που έκαστος εξ αυτών οφείλει στο ανακόπτον, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται στο σκεπτικό.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και 24 του ν.2915/2001, προκύπτει, ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού.

Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που υπέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ).

Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου.

Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ' όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 825/2018). Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος) μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από τον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ' αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 Κ.Πολ.Δ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ).

Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφ' όσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011).

Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ.3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου.

Δηλαδή,το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προαναφερόμενη ανακοπή του οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωση του.

Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία των δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, από τότε δηλαδή που το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο (άρθρα 30Α του ΚΕΔΕ, 345 ΑΚ), σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής, κατά τα άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ.1 περ.γ Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 972/2019).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτουν τα εξής: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης τράπεζας την από 14-2-2014 ανακοπή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία ισχυρίστηκε ότι, διατηρώντας απαιτήσεις κατά των μη διαδίκων, αναφερομένων τριάντα έξι (36) οφειλετών, συνολικού ύψους 659.696,77 ευρώ, από ταμειακά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη, με βάση το με αριθ.

πρωτ. 26578/αρ.ειδ.βιβλ. 256/2013 κατασχετήριο έγγραφο του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Λιβαδειάς, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη τράπεζα στις 30-12-2013, επέβαλε στα χέρια της ως τρίτης, κατ' άρθρ. 30Α ΚΕΔΕ, αναγκαστική κατάσχεση, σε όσα αυτή οφείλει, ή μέλλει να οφείλει, στους αναφερόμενους οφειλέτες, μέχρι του ποσού των 656.696,77 ευρώ.

Ότι στις 21-1-2014 περιήλθε στη Δ.Ο.Υ Λιβαδειάς η με αριθμό 12/2014 δήλωση της αναιρεσίβλητης, με το περιεχόμενο που εκτίθεται στην ανακοπή, η οποία, όμως, για τους μνημονευόμενους δέκα τέσσερις (14) οφειλέτες είναι ανακριβής. Ζήτησε δε η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, να ακυρωθεί μερικά η προσβαλλόμενη με αριθμό 12/7-1-2014 δήλωση, ως ανακριβής, να αναγνωριστεί ότι η καθ' ης και ήδη αναιρεσίβλητη είναι οφειλέτρια του Ελληνικού Δημοσίου, για το ποσό που επιβλήθηκε κατάσχεση, σχετικά με τους ως άνω (14) οφειλέτες και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό που οφείλει ή μέλει να οφείλει σε αυτούς και μέχρι του ποσού συνολικά των 259.383,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επιβολή της κατάσχεσης (30-12-2013), άλλως από την επίδοση της ανακοπής.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς με την υπ'αριθμ. 15/2015 απόφασή του απέρριψε το αίτημα περί τόκων ως αόριστο και τους λόγους ανακοπής ως αβάσιμους. Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 3.8.2015 έφεσή του και για τους λόγους αυτούς με τους οποίους παραπονείτο για την απόρριψη των λόγων της ανακοπής του, ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την παραδοχή της ανακοπής του.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή στην ουσία της και ακύρωσε, ως μερικώς ανακριβή την προσβαλλόμενη με αριθμό 12/2014 δήλωση της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αφορά τους κατονομαζόμενους δώδεκα (12) οφειλέτες του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι τηρούσαν στην αναιρεσίβλητη τράπεζα τους αναφερόμενους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Υποχρέωσε δε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο ανακόπτον - αναιρεσείον τα ποσά που τυχόν θα κατατεθούν στο μέλλον στους ως άνω λογαριασμούς, κατά το αναλογούν στους συνδικαιούχους οφειλέτες μέρος επί του εκάστοτε πιστωτικού υπολοίπου των κοινών λογαριασμών και μέχρι του ποσού που έκαστος οφείλει στο ανακόπτον, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης.

Το Εφετείο διέλαβε μεν στη μείονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης την γενική νομική παραδοχή ότι "Με την ανακοπή του άρθρου 986 Κ.Πολ.Δ δε μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι ο καθού η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση της απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος".

Δεν περιέλαβε όμως, σε συνάρτηση με τη γενική ως άνω νομική παραδοχή, στο διατακτικό της, ούτε στο σκεπτικό της, διάταξη απορριπτική του παρεπομένου αιτήματος της ένδικης ανακοπής περί καταβολής των τόκων. Το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης, με τον οποίο προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου μόνο ως προς το παρεπόμενο κεφάλαιο των τόκων, αποδίδει στην απόφαση αυτή πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθήν εκτίμηση (και όχι από το άρθρο 560 παρ.1), αιτιώμενο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την κρίση της να απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της ανακοπής για καταβολή και των νόμιμων τόκων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ.3, 34 του Κ.Ε.Δ.Ε.

και 986, 990 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 και 346 ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος διότι το αναιρεσείον, που είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει τον ισχυρισμό, ότι η ανακοπή του είναι ορισμένη και νόμιμη και ως προς το παρεπόμενο αίτημα των τόκων, με σχετικό λόγο έφεσης (ΑΠ 142/2013, ΑΠ 683/200, ΑΠ 481/2005), ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ.2 του ως άνω άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 482/2005, ΑΠ 481/2005).

Άλλωστε και από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης δεν προκύπτει η προβολή λόγου σχετικού ως προς το δικονομικό κεφάλαιο (άρθρο 522 ΚΠολΔ) των τόκων. Σε κάθε δε περίπτωση, ο παρόν αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το περί τοκοδοσίας αίτημα της ανακοπής, ως μη νόμιμο, ενώ η απόφαση του Εφετείου, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη, ούτε με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο, απορριπτική του παρεπομένου αιτήματος των τόκων, που ζητεί το αναιρεσείον με την ένδικη ανακοπή του.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υποβάλλει σχετικό αίτημα, μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183,189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ και 22 του Ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθμό 10/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ